Legislator Case Law & Legislation
127/2017 AI generated

Supreme Court dismisses insurance company's appeal against Athens Court of Appeal's liability ruling in a traffic accident case.

Case Number 127/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the Court of Appeal's judgment finding the driver partially liable for a traffic accident. The Court of Appeal correctly applied civil code provisions regarding joint liability, noting the driver exceeded the speed limit of 70 km/h on a slippery night intersection. The Supreme Court upheld this reasoning, rejecting the insurer's claims of legal error and insufficient justification for the driver's fault.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914, 300 of the Civil Code; The Court of Appeal's finding of partial liability for the driver due to excessive speed on a slippery night road is legally sound and does not warrant Supreme Court intervention.

Keywords

AI generated
traffic accident liability joint fault civil code speed limit violation insurance appeal dismissal Supreme Court review

Cited Legislation

AI generated
Articles 94, 96, 104, 105, 576 of the Code of Civil Procedure
Articles 914, 300 of the Civil Code
Article 561 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 127 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 127/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Καραΐσκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Θ. - Α. Α. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Νικολιδάκη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-6-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2587/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3702/2009 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 15-9-2010 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 1589/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 3249/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-7-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου διάβασε την από 7-3-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 17-7-2015 αιτήσεως για αναίρεση της 3249/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 104, 105, 576 παρ. 1, 2 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται στα πολιτικά δικαστήρια, περιλαμβανομένου και του Αρείου Πάγου, με πληρεξούσιο δικηγόρο, που διορίζεται είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, αν δε εκπροσωπούνται στη συζήτηση από δικηγόρο, χωρίς αυτός να αποδεικνύει την πληρεξουσιότητά του, η έλλειψη της οποίας εξετάζεται αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης θεωρούνται δικονομικώς απόντες.

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωράει στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β’ , γ’ Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ’ άρθρο 575 εδ. β’ Κ.Πολ.Δ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής λόγω αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.

Αντίθετα, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως και επομένως δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επίσπευσης της συζήτησης ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ’ αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του.

Στην προκειμένη περίπτωση υπόκειται προς κρίση η από 17-7-2015 αίτηση περί αναιρέσεως της 3249/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (2-12-2016), όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο κατά τη σειρά της εγγραφής της σ’ αυτό, ο αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μ.

Ν., ο οποίος όμως δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας για τον φερόμενο ως εκπροσωπούμενο από αυτόν (αναιρεσίβλητο), αφού δεν προσκομίζει το σχετικό συμβολαιογραφικό έγγραφο.

Συνεπώς ο τελευταίος δεν παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, όπως ο νόμος ορίζει και θεωρείται για το λόγο αυτό δικονομικώς απών. Περαιτέρω από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης είχε αρχικώς ορισθεί για τη δικάσιμο της 18-3-2016, κατά την οποία όμως η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως (2-12-2016), με σχετική επισημείωση στο πινάκιο. Από την ... /14-12-2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά Γ. Κ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστεί κατά τη συζήτηση της αναίρεσης κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο (18-3-2016). Έτσι η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως, ισχύει ως κλήτευση για τον απολειπόμενο αναιρεσίβλητο.

Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, ως εάν ήταν και αυτός παρών.

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ σαφώς προκύπτει, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός, ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

Αντίθετα, η κρίση, ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και συνεπώς και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.

ΑΚ, προκύπτει, ότι όταν στη γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια του άρθρου 300 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος ή να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσόν της.

Στην περίπτωση αυτή, η μεν κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος, η οποία είναι κρίση σχετική με νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. η κρίση όμως για τη βαρύτητα του πταίσματος και για τον καθορισμό του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, δεν υπόκειται στον έλεγχο αυτό, γιατί αφορά εκτίμηση πραγμάτων.

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο στηρίζεται το διατακτικό της απόφασης. Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση αυτών και στην αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο, περιστατικά, προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Στις 26-12-2005 και περί ώρα 23:00, ο πρώτος εναγόμενος Γ. Σ. (γεννηθείς το έτος 1979), οδηγώντας το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο (εργοστασίου κατασκευής ΚΙΑ, 1346 cc), που ανήκε στην ιδιοκτησία του και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "... - ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ...

Α.Ε.Ε.Γ.Α.", εκινείτο επί της διπλής κατεύθυνσης ..., στην περιοχή Αλίμου Αττικής, με κατεύθυνση από Λ. Βουλιαγμένης προς παραλία και πλησίαζε στη διασταύρωση αυτής με την κείμενη στα δεξιά, κατά την πορεία του, οδό ... η οποία συνεχίζεται στο απέναντι τμήμα της ... ως οδός .... Η ... στο ύψος του ανωτέρω οδικού κόμβου, είναι ευθεία και οριζόντια, με διαχωριστική των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας νησίδα ασφάλειας, που διακόπτεται στη συμβολή των άνω οδών με πλάτος οδοστρώματος του κάθε ρεύματος πορείας 9 μ.

και δύο κύριες λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, που διαχωρίζονται μεταξύ τους με απλές διακεκομμένες γραμμές και μία μικρότερη στο άκρο αριστερό του κάθε ρεύματος πορείας, με αριστερόστροφα βέλη, που αρχίζει πλησίον της διασταύρωσης, για την πραγματοποίηση προς τα αριστερά ελιγμού για την είσοδο των οχημάτων στις οδούς ... (αυτών που κινούνται προς παραλία) και ... (αυτών που κινούνται προς Λ.

Βουλιαγμένης). Στην άνω διασταύρωση υπάρχουν φωτεινοί σηματοδότες που ρυθμίζουν την κίνηση πεζών και οχημάτων, ενώ στη ..., μετά τη διασταύρωση (για τα κινούμενα προς παραλία οχήματα) καθώς και στις οδούς ... και ... υπάρχουν διαβάσεις πεζών, σημασμένες με παράλληλες ραβδώσεις μεγάλου πλάτους (ΖΕΒΚΑ - άρθρο 5 § 4 περ.

γ’ του ΚΟΚ). Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας είχε καθορισθεί σε 70 χλμ/ώρα, με ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα (Ρ-32). Κατά τον ως άνω χρόνο, που ήταν νύκτα, υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός, ενώ η κατάσταση των οδών ήταν υγρή, λόγω της υφιστάμενης ψιλής βροχόπτωσης, η κυκλοφορία πεζών και οχημάτων μέτρια, ενώ η ορατότητα δεν περιοριζόταν από σταθερά εμπόδια (βλ.

ιδίως την προσκομιζόμενη έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος του Τ.Τ. Γλυφάδας). Κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, ο ενάγων Θ. - Α. Α., ηλικίας 16 ετών, βρισκόταν πεζός επί του αριστερού (κατά την πορεία του άνω αυτοκινήτου) πεζοδρομίου της ..., στη συμβολή αυτής με την οδό ..., και ειδικότερα στο ύψος της διάβασης πεζών, με τους φωτεινούς σηματοδότες, προτιθέμενος να διασχίσει κάθετα τη ..., προκειμένου να περαιωθεί στο απέναντι πεζοδρόμιο.

Ο ενάγων, μολονότι οι φωτεινοί σηματοδότες είχαν κόκκινη ένδειξη για τους πεζούς και πράσινη για τα κινούμενα επί της ... οχήματα, κατήλθε στο οδόστρωμα της ... και άρχισε να την διασχίζει κάθετα, χρησιμοποιώντας τη διάβαση πεζών. Αφού διέσχισε το προς Α. Βουλιαγμένης ρεύμα πορείας της άνω λεωφόρου, διέβη τη νησίδα ασφαλείας και διέσχισε την αριστερή λωρίδα του προς παραλία ρεύματος πορείας, στο τέλος εισήλθε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας.

Τη στιγμή αυτή, ο πρώτος εναγόμενος, κινούμενος στην ως άνω λωρίδα κυκλοφορίας (δεξιά του προς παραλία ρεύματος πορείας της Λ.Αλίμου), με αυξημένη για τις συγκεκριμένες συνθήκες ταχύτητα περί τα 70 χλμ/ώρα, από αμέλεια του, δεν αντελήφθη εγκαίρως τον ενάγοντα που διέσχιζε το οδόστρωμα της άνω λεωφόρου, από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του, όταν δε τον αντελήφθη από απόσταση 20 μ.

περίπου, δεν μπόρεσε να τον αποφύγει, παρά την ασκηθείσα τροχοπέδηση του αυτοκινήτου του, με αποτέλεσμα να τον κτυπήσει με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου του (εμπρόσθιο αριστερό φτερό, καπώ και παρμπρίζ), κατά την προσπάθειά του να εκτελέσει αποφευκτικό προς τα δεξιά ελιγμό και να τον τραυματίσει σοβαρά.

Υπό τις ανωτέρω αποδειχθείσες συνθήκες του ένδικου ατυχήματος, η πρόκληση αυτού και η επέλευση των ζημιογόνων αποτελεσμάτων του οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια του πρώτου εναγομένου, οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου και του ενάγοντος πεζού. Ειδικότερα, ο πρώτος εναγόμενος, από αμέλειά του, ήτοι λόγω ελλείψεως της προσήκουσας σε κάθε συνετό οδηγό προσοχής, την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του αυτοκινήτου του, δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία αυτού ούτε ρύθμισε την ταχύτητά του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και να διακόπτει την πορεία του οχήματός του, μπροστά από οποιοδήποτε δυνάμενο να προβλεφθεί εμπόδιο, που βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού, λαμβάνοντας υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες (ότι δηλαδή ήταν νύχια, ότι το οδόστρωμα ήταν ολισθηρό, λόγω της βροχόπτωσης και ότι διερχόταν από ισόπεδο οδικό κόμβο, όπου υπήρχε διάβαση πεζών), αλλά εκινείτο με αυξημένη για τις ανωτέρω συνθήκες ταχύτητα περί τα 70 χλμ/ώρα, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί εγκαίρως ότι ο ενάγων πεζός διέσχιζε κάθετα το οδόστρωμα της ..., από τις υπάρχουσες στη διασταύρωση διαβάσεις πεζών, μολονότι ο τελευταίος είχε ήδη διασχίσει το προς Λ.

Βουλιαγμένης ρεύμα πορείας της άνω λεωφόρου, είχε διαβεί τη νησίδα ασφαλείας και είχε διασχίσει την αριστερή λωρίδα του προς παράλια ρεύματος πορείας, δηλαδή είχε ήδη διανύσει μία απόσταση 14 μ. περίπου, η δε ... στο ανωτέρω σημείο είναι ευθεία και οριζόντια, υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός και η ορατότητα του δεν περιοριζόταν από σταθερά εμπόδια σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, όταν δε τον αντελήφθη, από απόσταση οπωσδήποτε 20 μ. (απόσταση που ο ίδιος αναφέρει στην προανακριτική απολογία του), να μη μπορέσει να διακόψει την πορεία του, παρά την ασκηθείσα τροχοπέδηση του αυτοκινήτου του, ενόψει της αυξημένης για τις ανωτέρω συνθήκες ταχύτητας με την οποία εκινείτο και της ολισθηρότητας του οδοστρώματος ή να εκτελέσει κάποιον επιτυχή αποφευκτικό ελιγμό και να τον παρασύρει, τραυματίζοντάς τον, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα (άρθρα 12 § 1, 19 §§ 1 και 2 του ΚΟΚ).

Από την άλλη πλευρά, ο ενάγων πεζός, από αμέλειά του, επιχείρησε να διασχίσει κάθετα τη ..., που είναι κεντρική λεωφόρος, στο ύψος της άνω διασταύρωσης, χρησιμοποιώντας μεν τις εκεί υπάρχουσες διαβάσεις πεζών, μολονότι, όμως, οι φωτεινοί σηματοδότες έδειχναν κόκκινο φως για τους πεζούς και πράσινο για τα κινούμενα επί της ...

οχήματα και χωρίς επιπρόσθετα, να ελέγξει με προσοχή την επί της άνω λεωφόρου κίνηση των οχημάτων και να βεβαιωθεί ότι μπορεί να τη διασχίσει ασφαλής, όπως θα έπραττε κάθε συνετός πεζός, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τον ΚΟΚ, όταν στις διαβάσεις πεζών υπάρχουν φωτεινοί σηματοδότες, πρέπει οι πεζοί να συμμορφώνονται στα σήματά τους και να μην κατέρχονται στο οδόστρωμα, όταν οι σηματοδότες έχουν ένδειξη πράσινη για τα οχήματα (άρθρο 38 § 4 περ.

α’ , β’ και γ’ του ΚΟΚ). Αποτέλεσμα της άνω οδικής συμπεριφοράς του ενάγοντος ήταν να μην αντιληφθεί εγκαίρως ότι στη δεξιά λωρίδα του προς παραλία ρεύματος κυκλοφορίας εκινείτο, το ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος και τον πλησίαζε, να παρεμβληθεί στην πορεία του, να παρασυρθεί από αυτό και να τραυματισθεί, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα.

Το ποσοστό ευθύνης του καθενός στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και στην επέλευση των ζημιογόνων αποτελεσμάτων του πρέπει να προσδιοριστεί σε 30% για τον πρώτο εναγόμενο οδηγό του ΙΧΕ αυτοκινήτου και σε 70% για τον ενάγοντα πεζό. Στην ανωτέρω κρίση του άγεται το Δικαστήριο από τη δέουσα εκτίμηση του προσκομιζόμενου αποδεικτικού υλικού και ιδίως από την κατάθεση, κατά την αστυνομική προανάκριση, της αυτόπτου μάρτυρος Κ.

Μ. (βλ. την έκθεση αυτοψίας του ΤΤ Γλυφάδας), οδηγού του υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, κινουμένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, στην αριστερή λωρίδα του προς παραλία ρεύματος πορείας της ..., παράλληλα προς το αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου, η οποία καταθέτει σαφώς και εξ ιδίας αντιλήψεως περί των ανωτέρω συνθηκών του ένδικου ατυχήματος και μάλιστα αναφέρει χαρακτηριστικά τα εξής: "...στην ...

ενώ κινιόμουν με το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ ιδιοκτησίας μου στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας στο ρεύμα προς Λ. Ποσειδώνος στο ύψος που η ... διασταυρώνεται με τη ... είδα έναν άντρα πεζό να διασχίζει το ρεύμα κυκλοφορίας μου κάθετα γρήγορα. Ξαφνικά είδα το αυτοκίνητο που ήταν ακριβώς στη δεξιά λωρίδα και δίπλα μου να πατάει φρένο για να αποφύγει τον πεζό, χωρίς όμως να τα καταφέρει.

Αποτέλεσμα ήταν να τον κτυπήσει και να τον τραυματίσει... Θέλω να προσθέσω ότι οι σηματοδότες λειτουργούσαν κανονικά και το φανάρι ήταν πράσινο. Το πεζοφάναρο στο σημείο που διέσχιζε ο πεζός ήταν κόκκινο..." (βλ. την προσκομιζόμενη από 26-12-2005 προανακριτική κατάθεση της άνω μάρτυρος, που δόθηκε στις 23:20, ήτοι 20’ περίπου μετά το ένδικο ατύχημα, στον τόπο του ατυχήματος, στα προστρέξαντα εκεί αστυνομικά όργανα του ΤΤ Γλυφάδας).

Η κατάθεση της ανωτέρω μάρτυρος ενισχύεται και από την από 9-3-2006 προανακριτική απολογία του πρώτου εναγομένου στο ΤΤ Γλυφάδας (βλ. αυτή προσκομιζόμενη), όπου αναφέρει χαρακτηριστικά ότι: "Εκινούμην... με ταχύτητα γύρω στα 50-60 χλμ/ώρα. Έβρεχε και ο δρόμος ήταν ολισθηρός, πλησίαζα σε μια διασταύρωση και το φανάρι στην πορεία μου ήταν πράσινο.

Τότε σε απόσταση είκοσι μέτρων αντελήφθην ένα πεζό να διασχίζει την ..., κορνάρισα, φρενάρισα και είδα τον πεζό να σταματά στη μέση της οδού, απ’ το φρενάρισμα το αυτοκίνητο κινήθηκε διαγώνια δεξιά, αφού το έστριψα για να αποφύγω τον πεζό, όμως ο πεζός χτυπήθηκε με την πλάγια αριστερή επιφάνεια του αυτοκινήτου μου...".

Πρέπει να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι είχε αρχίσει να διασχίζει την άνω διασταύρωση με πράσινο φως στους φωτεινούς σηματοδότες για τους πεζούς, μέχρι όμως να φθάσει στο προς παραλία ρεύμα πορείας της άνω οδού οι σχετικές ενδείξεις ετράπησαν σε κόκκινες για τους πεζούς και πράσινες για τα οχήματα και ότι, συνακόλουθα, ο πρώτος εναγόμενος ήταν υποχρεωμένος, σύμφωνα με τον ΚΟΚ, να αναμείνει την απελευθέρωση της διάβασης από τους πεζούς, για να εκκινήσει, δεν αποδείχθηκε βάσιμος, καθόσον η άνω αυτόπτης μάρτυρας Κ.

Μ., κατέθεσε σαφώς ότι, όταν πλησίαζε στην άνω διασταύρωση και είδε από μακριά τον πεζό να διασχίζει κάθετα το ρεύμα πορείας της, τα αυτοκίνητα της ίδιας και του εναγομένου βρίσκονταν εν κινήσει και δεν κάνει μνεία για διακοπή, της πορείας των οχημάτων προ των φωτεινών σηματοδοτών και για εκκίνηση αυτών, με την αλλαγή των ενδείξεων σε πράσινες για τα αυτοκίνητα, αλλά αναφέρεται στη συνεχή ροή και κίνηση των οχημάτων επί της ..., ρητά δε καταθέτει ότι το φως των σηματοδοτών ήταν πράσινο για τα αυτοκίνητα και το πεζοφάναρο στο σημείο που διέσχιζε ο πεζός ήταν κόκκινο.

Κατόπιν τούτων, αφού αποδείχθηκε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια του πρώτου εναγόμενου οδηγού και του ενάγοντος πεζού, πρέπει η προβληθείσα από τη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία ένσταση συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και στον τραυματισμό του, κατά ποσοστό 95%, που προβλήθηκε πρωτοδίκως, προβάλλεται δε και τώρα στην κατ’ έφεση δίκη, νόμιμη κατ’ άρθρο 300 ΑΚ, να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, και 300 ΑΚ, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και ερμήνευσε, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού.

Περαιτέρω το Εφετείο δε στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ’ αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα της συνυπαιτιότητας στον επελθόν ατύχημα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων.

Ειδικότερα την συνυπαιτιότητα του οδηγού αποδίδει σαφώς στην αυξημένη για τις συγκεκριμένες συνθήκες ταχύτητας περί τα 70 χ/ω, παρόλο που αυτή ήταν το ανώτατο επιτρεπόμενο στο σημείο του ατυχήματος όριο ταχύτητας. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο οδηγός αυτός έπρεπε να λάβει υπόψη ότι εκινείτο σε ισόπεδο κόμβο, ήταν νύκτα και το οδόστρωμα ήταν ολισθηρό λόγω βροχοπτώσεως και άρα έπρεπε να ρυθμίσει την ταχύτητά του, δηλαδή να κινείται ενόψει των περιστάσεων αυτών, με μικρότερη ταχύτητα, ώστε να μπορεί να τροχοπεδήσει επιτυχώς και να διακόψει την πορεία του μπροστά σε οποιοδήποτε εμφανιζόμενο εμπόδιο.

Γι’ αυτό και η κρίση του Εφετείου ως προς το ζήτημα της συνυπαιτιότητας του ανωτέρω οδηγού δεν διαλαμβάνει καμία αντιφατικότητα. Επομένως οι αντίθετοι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

της ευθείας παραβίασης με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων και από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου δηλαδή της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συνυπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στους ίδιους λόγους αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, καθ’ όσον η αποδιδόμενη πλημμέλεια αφορά ελλείψεις αναγόμενες στην ανεπάρκεια αιτιολόγησης του αποδεικτικού πορίσματος σε σχέση με την παραδοχή της προσβαλλομένης απόφασης για την υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, που δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 εδ.

ε’ Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 455/2012 παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-7-2015 αίτηση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... Ένωσις Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "Ασφάλειαι ..." κατά της 3249/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ