Legislator Case Law & Legislation
127/2016 AI generated

127/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 127/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

127/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από την δεύτερη των ως άνω διατάξεων προκύπτει, ότι η προφορική πρόταση των ισχυρισμών πρέπει να προκύπτει ευθέως από το περί των προτάσεων και δηλώσεων τμήμα των πρακτικών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προτάσεως αυτών (ισχυρισμών) είτε από το περιεχόμενο των ακολούθως καταχωρούμενων μαρτυρικών καταθέσεων είτε από το περιεχόμενο των υποβαλλόμενων έγγραφων προτάσεων (ολ ΑΠ 2/2005, ΑΠ 243/2015, 220/2014, 9/2014, 450/2013, 341/2011).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 127 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 127/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ..." που εδρεύει στο ..., νόμιμα εκπροσωπούμενου ως καθολικού διαδόχου του Δήμου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ-Διονυσίου Μοσχονά, που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Α. Κ. του Ι., κατοίκου ... και 2)Π. Τ. του Δ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπύρο Παυλάτο, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/9/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 177/2013 του Εφετείου Πατρών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων Δήμος με την από 22/10/2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας ανέγνωσε την από 30/10/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι εφέσεως, που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς.

Δεν αποτελούν όμως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο, ισχυρισμοί (ολΑΠ 3/1997, ΑΠ 131/2015, 8/2015). Έτσι, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου να απαντήσει σε ισχυρισμό απαράδεκτο. Τέλος τα περιστατικά της παραδεκτής προβολής ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας του αυτοτελούς ισχυρισμού, ο οποίος φέρεται ότι παρά το νόμο δεν λήφθηκε υπόψη, πρέπει να εκτίθενται στην αίτηση αναιρέσεως.

Περαιτέρω από τα άρθρα 591 παρ.1β και 256 παρ.1δ` ΚΠολΔ προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους, προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρισθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν.

Από την δεύτερη των ως άνω διατάξεων προκύπτει, ότι η προφορική πρόταση των ισχυρισμών πρέπει να προκύπτει ευθέως από το περί των προτάσεων και δηλώσεων τμήμα των πρακτικών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προτάσεως αυτών (ισχυρισμών) είτε από το περιεχόμενο των ακολούθως καταχωρούμενων μαρτυρικών καταθέσεων είτε από το περιεχόμενο των υποβαλλόμενων έγγραφων προτάσεων (ολ ΑΠ 2/2005, ΑΠ 243/2015, 220/2014, 9/2014, 450/2013, 341/2011).

Ειδικότερα, αν προσβάλλεται, για τον παραπάνω λόγο (από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 KΠολΔ), απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο εφέσεως ή αναλόγως, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ με τις προτάσεις) στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ολ ΑΠ 43/1990, ΑΠ 243/2015) ή να πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, με την επίκληση των προϋποθέσεων της βραδείας προβολής του (ΑΠ 243/2015, 9/2014).

Κατά το τελευταίο δε αυτό άρθρο ( 527 του ΚΠολΔ), είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ` έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν πρωτοδίκως εκτός αν 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως, 2) γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και 3) συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 (ΑΠ 89/2009).

Κατά το άρθρο δε 269 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάσταση της παρ. 2 αυτού με το άρθρο 27 Ν. 3994/2011 και έχει στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή κατά τις μεταβατικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 72 παρ. 2 και 4 ίδιου νόμου (3994/2011), εφόσον τόσον η αγωγή, όσο και η έφεση, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ασκήθηκαν πριν από την, κατά την 25.7.2011 έναρξη ισχύος του ν. 3994/2011 (ΑΠ 1248/2014), ήτοι η μεν αγωγή κατατέθηκε την 8.9.2008 (αριθμός εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου 83/8.9.2008, μη προκύπτοντος χρόνου επιδόσεώς της), η δε έφεση την 19.5.2009 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 42/2009) "1.

Μέσα επίθεσης και άμυνας προβάλλονται με τις προτάσεις, διαφορετικά είναι απαράδεκτα. Το απαράδεκτο αυτό δεν ισχύει για τους ισχυρισμούς που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως, ή που μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης. 2. Μέσα επίθεσης και άμυνας μπορεί να προβληθούν παραδεκτά έως και τη συζήτηση, με τις προτάσεις ή και προφορικά, α) αν το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία, β) αν προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα, γ) αν αποδεικνύονται με δικαστική ομολογία του αντιδίκου και δ) αν αποδεικνύονται εγγράφως και το δικαστήριο κρίνει ότι ο διάδικος δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε να πληροφορηθεί εγκαίρως την ύπαρξη των εγγράφων".

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον νπδδ με τον μοναδικό λόγο της αναίρεσης, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον, προβληθέντα πρωτοδίκως, κατά τη συζήτηση και με τις προτάσεις και επαναφερθέντα με σχετικό λόγο εφέσεως ενώπιόν αυτού, ουσιώδη ισχυρισμό του περί καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσιβλήτων, που αποτελεί ένσταση (ΑΠ 356/1995), συνεπεία της οποίας καταγγελίας επήλθε λύση αυτών πριν από το επίδικο χρονικό διάστημα για το οποίο ζητούνται με την ένδικη αγωγή αποδοχές υπερημερίας από τις αναιρεσίβλητες.

Ειδικότερα προς θεμελίωση του λόγου αναιρέσεως το αναιρεσείον εκθέτει στην αίτηση αναιρέσεως ότι ισχυρίσθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου πως με την .../22.2.2007 πράξη του δημάρχου του δήμου ..., του οποίο υπήρξε καθολικός εκ του νόμου διάδοχος, ανακλήθηκαν οι υπ’ αριθ. .../2005 και .../2006 αποφάσεις του ίδιου δημάρχου, με τις οποίες έγινε κατάταξη των αναιρεσιβλήτων σε προσωποπαγείς θέσεις, διαλαμβάνεται δε στην πράξη αυτή και η προς τις αναιρεσίβλητες δήλωση "σας γνωρίζουμε ότι ουδεμία σχέση εργασίας σας συνδέει με το δήμο ...

και δεν αποδεχόμαστε τις προσφερόμενες υπηρεσίες σας..." και ότι η ανάκληση αυτή με την ως άνω δήλωση επιδόθηκε στις αναιρεσίβλητες την 23.2.2007. Προς απόδειξη του ισχυρισμού του αυτού που αποτελεί ένσταση, έναντι της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, επικαλέσθηκε ενώπιον του Εφετείου την ως άνω έγγραφη ανακλητική απόφαση του δημάρχου, τις ...

Γ’ και ... Γ’ από 23.2.2007 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας Γ. Τ. και τα από 23.2.2007 αποδεικτικά του εκτελούντα χρέη κλητήρα δημοτικού υπαλλήλου του, με τα οποία επιδόθηκε στις αναιρεσίβλητες η εν λόγω απόφαση του δημάρχου, καθώς και εξώδικη ομολογία των αναιρεσιβλήτων, με την από 2.3.2007 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 28/7.3.2007 αίτηση ακυρώσεως της ως άνω πράξεως του δημάρχου, ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πατρών.

Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε τον σχετικό λόγο εφέσεως με τον οποίο το αναιρεσείον, παραπονείτο για την απόρριψη του ισχυρισμού αυτού από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την αιτιολογία: "Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, ο εναγόμενος, ήδη εκκαλών Δήμος με τις κατατεθειμένες στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προτάσεις του ισχυρίσθηκε ότι δυνάμει της υπ’ αριθ. .../22.2.2007 πράξης του Δημάρχου του ανακάλεσε τις υπ’ αριθμ. .../2005 και .../2006 αποφάσεις του οικείου Δημάρχου, δυνάμει των οποίων έγινε η κατάταξη των εναγουσών, μετά την έκδοση των ανωτέρω αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας σε προσωποπαγείς θέσεις και αφού τους γνωστοποιήθηκε (η σχετική ανάκληση) έπαυσε από το μήνα Φεβρουάριο του 2007 να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, καθόσον καμία έννομη σχέση δεν τον συνέδεε πλέον με τις ενάγουσες ώστε να αξιώνουν μισθούς υπερημερίας, αιτούμενος συνεπώς την απόρριψη της αγωγής τους.

Ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός του εναγομένου συνιστούσε ένσταση λύσης των συμβάσεων εργασίας των εναγουσών με καταγγελία τους από τον εργοδότη Δήμο, η οποία, ωστόσο προβλήθηκε απαραδέκτως, διότι, αν και αναλυτικά παρατίθενται στις προτάσεις του τα πραγματικά περιστατικά που την θεμελιώνουν, απαιτείτο επιπλέον και η προφορική, έστω και συνοπτική πρόταση του ισχυρισμού αυτού κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και η καταχώριση στα ταυτάριθμα πρακτικά "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση", πράγμα που δεν συνέβη στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτο τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό του εναγομένου, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και απορριπτέος ως μη νόμιμος τυγχάνει και ο δεύτερος και τελευταίος λόγος της υπό κρίση έφεσης, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, ότι δηλαδή αρκούσε η προβολή του αυτοτελούς ισχυρισμού περί καταγγελίας και λύσης των συμβάσεων εργασίας των εναγουσών εκ μέρους του εναγομένου, ήδη εκκαλούντος εργοδότη, με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις του, προκειμένου παραδεκτά να διερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς τη νομική και ουσιαστική του βασιμότητα από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, προς το σκοπό απόρριψης της αγωγής".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παρέλειψε παρά το νόμο να λάβει υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και συγκεκριμένα την εν λόγω ένσταση του αναιρεσιβλήτου, ως προταθείσα πρωτοδίκως και επαναφερθείσα με το σχετικό δεύτερο λόγο εφέσεως ενώπιόν του, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ.

ΚΠολΔ, επισκόπηση των πρακτικών του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στο περί των προτάσεων και δηλώσεων τμήμα τους δεν προβλήθηκε ο σχετικός ισχυρισμός, έστω και συνοπτικά, προφορικά κατά τη συζήτηση, του συνηγόρου του εναγομένου, ήδη αναιρεσιβλήτου, περιορισθέντος να δηλώσει ότι "ζητάει την απόρριψη της υπό κρίση αγωγής, αναφέρεται στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε, προς παραδοχή των οποίων κατέθεσε τα σχετικά έγγραφα που αναφέρονται σ’ αυτές, ότι αρνείται την αγωγή ως νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, αναληθή και καταχρηστική, ότι είναι ανυπόστατες οι αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας και ζητάει την εξέταση του μάρτυρά του" και συνεπώς ήταν πράγματι απαράδεκτος, δεν αποτελεί δε παραδεκτό τρόπο προτάσεως αυτού στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η αναφορά του εξετασθέντος με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, τότε εναγομένου μάρτυρα στην κατάθεσή του ότι "τον Φεβρουάριο του 2007 ο δήμαρχος εξέδωσε απόφαση ανάκλησης των υπηρεσιών, από τότε οι ενάγουσες δεν αναλαμβάνουν καμία εργασία από το δήμο...".

Δεν παρέλειψε επίσης το Εφετείο παρά το νόμο να λάβει υπόψη του τον ίδιο ισχυρισμό, ως προταθέντα για πρώτη φορά ενώπιόν του, αφού απαραδέκτως προβλήθηκε για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διότι το εκκαλούν - εναγόμενο δεν επικαλέσθηκε αλλά και ούτε ήταν δυνατόν να επικαλεστεί την έλλειψη γνώσης και την αδυναμία πληροφόρησής του εγκαίρως για την ύπαρξη των παραπάνω εγγράφων, που επικαλέσθηκε προς απόδειξή του, όπως απαιτεί το άρθρο 269 ΚΠολΔ, υπό την προαναφερθείσα μορφή του, που έχει εν προκειμένων εφαρμογή, δεδομένου μάλιστα ότι την μεν ανακλητική πράξη εξέδωσε ο ίδιος ο δήμαρχος του δήμου, του οποίου καθολικός διάδοχος είναι το αναιρεσίβλητο νπδδ τα δε επιδοτήρια συντάχθηκαν με δική του παραγγελία και τέλος η εξώδικη ομολογία των αναιρεσιβλήτων δεν αποτελεί παραδεκτό τρόπο προβολής του ισχυρισμού κατά το ως άνω άρθρο 269 ΚΠολΔ.

Οι περαιτέρω αιτιάσεις περί παραδεκτής προβολής του εν λόγω ισχυρισμού για πρώτη φορά στο Εφετείο και όχι και ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, εκ δικαιολογημένης αιτίας, συνισταμένης στην παράλειψη του δικαστή του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, να ασκήσει το κατ’ άρθρο 236 ΚΠολΔ καθοδηγητικό του καθήκον, ως προς την παραδεκτή προβολή εκ μέρους του αναιρεσείοντος του σχετικού ισχυρισμού, είναι προεχόντως απαράδεκτες, διότι η υποχρέωση του δικαστή ν’ ασκήσει το καθοδηγητικό του διαδίκου καθήκον του, ανεξαρτήτως των δικονομικών συνεπειών της παραλείψεώς της, προϋποθέτει την προβολή του σχετικού ισχυρισμού και σκοπό έχει την κάλυψη μόνο της πραγματικής (ποσοτικής ή ποιοτικής) αοριστίας αυτού και δεν φθάνει μέχρι την πρόσκληση προβολής το πρώτον κάποιου ισχυρισμού.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω ο μοναδικός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον νπδδ, ως ηττηθέν στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22.10.2013, με αριθ. εκθέσεως καταθέσεως 51/23.10.2013 αίτηση του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ..." κατά των: α) Α. Κ., β) Π. Τ., περί αναιρέσεως της υπ` αριθ. 177/2013 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στην πληρωμή εξακοσίων (600) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ