127/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 11η Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated127/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΚ ή με άλλες ειδικές διατάξεις, απαιτείται προηγούμενη έκδοση ΚΥΑ των αναφερομένων Υπουργών, στην οποία, πλην άλλων, καθορίζεται ο αριθμός των προσώπων που θα απασχοληθούν, το συγκεκριμένο έργο που θα εκτελέσουν, το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την ολική ή τμηματική παράδοση του έργου και το συνολικό ποσό της αμοιβής του αναδόχου.
Full text
Απόφαση 127 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 127/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Δημήτριο Κόμη, Απόστολο Παπαγεωργίου και Παναγιώτη Κατσιρούμπα Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 11η Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Κ. Ε., 2.Β. Β., 3. Χ. Β., 4.Γ. Π., 5.Ρ. Α., 6.Κ.-Ρ. Μ., 7.Κ. Κ., 8.Ν. Π., 9.Κ. Α., 10.Π. Α., 11.Π. Α., απάντων κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσια δικηγόρο Αντώνιο Ρουπακιώτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: νπδδ με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΛΜΑΤΙΩΝ (ΟΑΕΕ)" ως καθολικού διαδόχου των καταργηθέντων λόγω ενοποίησης Ταμείων ΤΕΒΕ,ΤΑΕ και ΤΣΑ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Ιωάννα Ζωγράφου και κατέθεσε προτάσεις
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 305/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 1778/2011 Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31-1-2014 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Απόστολος Παπαγεωργίου διάβασε την από 15-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την Π.Υ.Σ. 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι, με τους όρους της συμφωνίας τους, αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμορφώσεώς του προς αυτές.
Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μισθώσεως έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, κυρίως γιατί με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με τη σύμβαση μισθώσεως έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσεως.
Εξάλλου, με την διάταξη του άρθρου 89 του Ν. 2084/ 1992 παρασχέθηκε η δυνατότητα στους φορείς κοινωνικής ασφάλισης να αναθέτουν σε ιδιώτες την είσπραξη των οφειλομένων ασφαλιστικών εισφορών. Η ανάθεση γίνεται με σύμβαση μισθώσεως έργου, η αμοιβή δε του αναδόχου καθορίζεται σε ποσοστό επί των εισπράξεων. Η διαδικασία της ανάδειξης του αναδόχου, ο τύπος και το περιεχόμενο της συμβάσεως έργου, ο τρόπος είσπραξης των ασφαλιστικών εισφορών, ο τρόπος και ο χρόνος απόδοσης των εισπραττομένων ποσών, ο τρόπος και ο χρόνος καταβολής της αμοιβής του αναδόχου, ορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ενώ για τα θέματα που δεν ρυθμίζονται ειδικά από τις παραπάνω αποφάσεις εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 681 επ.
ΑΚ και των παρ. 1 εδ. β`, 2 και 3 του άρθρου 15 του Ν. 1735/1987. Κατά τις τελευταίες αυτές διατάξεις, στην σύμβαση μισθώσεως έργου ορίζεται, ότι ο ανάδοχος εισπράττει την αμοιβή του με βάση δελτίο παροχής υπηρεσιών, η εκτέλεση του έργου δεν συνδέεται με το ωράριο εργασίας της υπηρεσίας, η απασχόληση σε έργα ή καθήκοντα άσχετα με εκείνα που ανατίθενται κάθε φορά σε πρόσωπα με σύμβαση μισθώσεως έργου ή ξένα με την ειδικότητά τους απαγορεύεται και ότι τα πρόσωπα που απασχολούνται με σύμβαση μισθώσεως έργου δεν δικαιούνται επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και άδεια και επίδομα άδειας.
Η τελευταία αυτή διάταξη τέθηκε εκ περισσού και προφανώς προς άρση κάθε αμφιβολίας, αφού επί συμβάσεως μισθώσεως έργου δεν νοείται, πέραν της εργολαβικής αμοιβής, η καταβολή στον ανάδοχο και δώρων εορτών κ.λπ. Στη συνέχεια μεταβλήθηκε το παραπάνω νομοθετικό καθεστώς και με τις διατάξεις του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997 ορίζεται ότι, για την σύναψη συμβάσεων μισθώσεως έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα με φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 681 επ.
ΑΚ ή με άλλες ειδικές διατάξεις, απαιτείται προηγούμενη έκδοση ΚΥΑ των αναφερομένων Υπουργών, στην οποία, πλην άλλων, καθορίζεται ο αριθμός των προσώπων που θα απασχοληθούν, το συγκεκριμένο έργο που θα εκτελέσουν, το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την ολική ή τμηματική παράδοση του έργου και το συνολικό ποσό της αμοιβής του αναδόχου.
Ορίζεται επίσης ότι, σύμβαση μισθώσεως έργου, που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες, είναι αυτοδικαίως και καθ` ολοκληρίαν άκυρη. Ότι για την σύναψη συμβάσεως μισθώσεως έργου απαιτείται βεβαίωση της νομικής υπηρεσίας του νομικού προσώπου του δημόσιου τομέα, ότι πρόκειται για γνήσια σύμβαση έργου που δεν υποκρύπτει εξαρτημένη εργασία.
Ότι ανανέωση ή παράταση της συμβάσεως μισθώσεως έργου απαγορεύεται και είναι αυτοδικαίως άκυρη και ότι ρήτρα καταβολής της εργολαβικής αμοιβής τμηματικώς, κατά μήνα ή άλλο χρονικό όριο, χωρίς συνάρτηση με την πρόοδο του έργου, είναι αυτοδικαίως άκυρη. Ακολούθως, με το άρθρο 78 του Ν. 2676/1999 ορίσθηκε ότι οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997 δεν έχουν εφαρμογή για την ανάθεση της εισπράξεως των ασφαλιστικών εισφορών των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης από ιδιώτες και ότι η είσπραξη των εισφορών αυτών εξακολουθεί να ρυθμίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 89 του Ν. 2084/1992.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 ΑΚ και 1 του Ν. 2112/1920 προκύπτει, ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας.
Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή, όπως ήδη αναφέρθηκε, παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της συμβάσεως και καταβολή αποζημίωσης. Ο ορθός, όμως, νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ` αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, αλλά αποτελεί κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, τα οποία (δικαστήρια), μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των πραγματικών περιστατικών, κρίνουν με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέονται τα συμβαλλόμενα μέρη, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 ή 560 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ.
Η δυνατότητα του ορθού νομικού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο μιας έννομης σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 18/2006, ΑΠ 1073/2014). Από το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, όπως έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί (Ν. 4558/ 1920, άρθρο 11 Α.Ν. 547/1937), το οποίο ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεως εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, εάν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της συμβάσεως, αλλά τέθηκε σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του νόμου αυτού, προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας ή συμβάσεις έργου, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή τον σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων εργασίας (άρθρα 1, 2, 3 του Ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 του β.δ. 16/18.7.1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι τότε καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως.
Δηλαδή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης έργου ή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα.
Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο Ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης κοινοτικής Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, που άρχισε να ισχύει από 10-7-2001, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου, που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη ως συμβάσεως έργου ή συμβάσεως εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/2001, Ολ.ΑΠ 7 και 8/2001,ΑΠ 1073/2014), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 18/2006,ΑΠ 1073/2014).
Συνάγεται, ακόμη, από τα προαναφερθέντα, ότι επί διαδοχικών συμβάσεων έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, Ο.Τ.Α., Ν.Π.Δ.Δ. κ.λπ., πριν από την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση αυτού το έτος 2001, ισχύουν από 18- 4-2001 (ΦΕΚ Α` 85/2001) και απαγορεύουν την, ακόμη και από το νόμο, μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και των συμβάσεων έργου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή με συμβάσεις έργου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις έργου ή εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλαδή πριν από την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της συνάψεώς τους ως συμβάσεων αορίστου χρόνου (Ολ.ΑΠ 7/2011,ΑΠ1073/2014).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του ΑΝ 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 και του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975, που κύρωσε την από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, προκύπτει ότι επιδόματα (δώρα) εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, άδεια, αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου όχι μόνον οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και οι εργαζόμενοι με βάση άκυρη σύμβαση εργασίας, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 1073/2014,ΑΠ 1165/2012).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ή 560 αριθμ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ή 560 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή αν αγωγή ,ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, 2/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της από 15-12-2002 με αριθμ. καταθ. 1533/2002 αγωγής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών , οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ιστορούσαν ότι προσλήφθηκαν κατά τους αναφερόμενους στην αγωγή χρόνους (από 15-11-1991 έως 16-4-1995), ως επιμελητές εισπράξεων ασφαλιστικών εισφορών και ως απογραφείς των μη ασφαλισμένων επαγγελματιών και βιοτεχνών Ελλάδος, αντί συμφωνηθείσας αμοιβής σε ποσοστό 2% επί του ύψους των πραγματοποιούμενων εκάστοτε εισπράξεων και σε ποσοστό 10% επί της εισφοράς της εγγραφής για καθένα απογραφόμενο ασφαλισμένο.
Ότι οι αρχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου των εναγόντων ανανεώνονταν στη συνέχεια με άλλες συμβάσεις, χαρακτηρισθείσες ως ορισμένου χρόνου και ως έργου, μέχρι την κατάταξη τους σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Ότι καίτοι από το έτος 1997, οι ενάγοντες απασχολούνται με εξαρτημένη εργασία, όπως οι μόνιμοι υπάλληλοι, εξυπηρετούντες πάγιες κατ διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, δεδομένου ότι ο τρόπος είσπραξης των ασφαλιστικών εισφορών άλλαξε και έγινε μηχανογραφικά με επιταγές μέσω ΕΛΤΑ, το εναγόμενο, παραβίασε τις σχετικές διατάξεις και δεν τους κατέβαλε τα επιδόματα και τις αποδοχές αδείας και δώρα εορτών των ετών 1999 και 2000.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητούσαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο, με απόφαση προσωρινά εκτελεστή, να καταβάλει σε έκαστο ενάγοντα, το ποσό των 5.282,48 ευρώ‚ σύμφωνα με το νόμο και την εργασιακή σχέση τους, άλλως σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ως Εφετείο, απέρριψε την ένδικη αγωγή με την εξής αιτιολογία: "...Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκανε δεκτή την αγωγή των εναγόντων ως νόμιμη και ως ουσιαστικά βάσιμη την κύρια βάση της αγωγής, δεν εφάρμοσε σωστά τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, καθόσον με τη διάταξη του άρθρου 89 του Ν. 2084/1992 παρασχέθηκε η δυνατότητα στους φορείς κοινωνικής ασφάλισης να αναθέτουν σε ιδιώτες την είσπραξη των οφειλομένων ασφαλιστικών εισφορών, ενώ με τις διατάξεις του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997, για τη σύναψη συμβάσεων μισθώσεως έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημοσίου τομέα με φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 681 επ.
ΑΚ ή με άλλες ειδικές διατάξεις απαιτείται προηγούμενη έκδοση ΚΥΑ των αναφερομένων υπουργών στην οποία, πλην άλλων, καθορίζεται το συγκεκριμένο έργο που θα εκτελέσουν, το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την ολική ή τμηματική παράδοση του έργου, το συνολικό ποσό της αμοιβής του αναδόχου. Σύμβαση μίσθωσης έργου που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες είναι αυτοδικαίως και καθ' ολοκληρίαν άκυρη.
Επομένως, επί συμβάσεων μισθώσεως έργου, που συνήφθησαν κατ' εφαρμογή του άρθρου 89 του Ν. 2084/1992 από φορείς κοινωνικής ασφάλισης με ιδιώτες, στους οποίους ανατέθηκε η είσπραξη οφειλομένων ασφαλιστικών εισφορών, οι συμβάσεις αυτές έχουν πάντοτε, κατά νομοθετική επιταγή, τον χαρακτήρα της μισθώσεως έργου, ακόμη και αν ο ανάδοχος παρέχει πράγματι εξαρτημένη εργασία και συνεπώς, αφού δεν επιτρέπεται από το νόμο διαφορετικός νομικός χαρακτηρισμός των συμβάσεων αυτών, δεν μπορεί να τεθεί θέμα εκτιμήσεως αυτών ως συμβάσεων ή σχέσεων εξαρτημένης εργασίας.
Το αντίθετο δεν συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 8 του Ν. 2839/2000, με την οποία ορίστηκε ότι ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης. έργου των κατατασσόμενων σε οργανική θέση με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, καθόσον το καθιερούμενο πλάσμα δικαίου αφορά εκείνους των οποίων έγινε δεκτή η αίτηση κατατάξεώς τους σε οργανική θέση, αφού προηγουμένως διαπιστώθηκε (άρθρο 17 παρ. 1 εδ.
δ του παραπάνω νόμου) ότι κατά την κατάρτιση των συμβάσεών τους δεν παραβιάστηκαν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, μεταξύ των οποίων και οι προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997, δηλαδή ότι επρόκειτο περί γνησίων συμβάσεων έργου που δεν υπέκρυπταν εξαρτημένη εργασία". Κατ` ακολουθία των παραδοχών αυτών το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ως Εφετείο, δεχόμενο την έφεση του εναγομένου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί ως νόμιμη και ως ουσιαστικά βάσιμη την κύρια βάση της αγωγής.
Κρίνοντας το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ως Εφετείο, μη νόμιμη την αγωγή κατά την κύρια βάση της παραβίασε (με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τους) τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον, 1) πριν από την προσθήκη των παραγράφων 7 και 8 στο άρθρο 103 του Συντάγματος (που ίσχυσε από 18-4-2001) και την ισχύ της Οδηγίας 99/70/ΕΚ, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της έννομης σχέσεως ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ή έργου ανήκει στο δικαστήριο, μετά από αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην αγωγή και εφόσον αυτά προκύψουν από την αποδεικτική διαδικασία έστω και αν ο νόμος χαρακτηρίζει ορισμένη έννομη σχέση διαφορετικά (ΑΠ 1165/2012), 2) η με το νόμο 2839/2000 κατάταξη σε προσωποπαγείς οργανικές θέσεις με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί, ως προς τον ορθό χαρακτηρισμό των ως άνω συμβάσεων, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 1165/2012), 3) απαραίτητη προϋπόθεση για την κατάταξή τους σε προσωποπαγείς θέσεις με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές και τις εκδοθείσες σχετικές αποφάσεις του Διοικητή του εναγομένου ήταν η μη παραβίαση, κατά την πρόσληψη ή την κατάρτιση των συμβάσεων, των διατάξεων της ΠΥΣ 236/1994, του άρθρο 21 του Ν. 2190/1994 και 6 του Ν.2527/1997 και επομένως και κατά την κατάταξη των εναγόντων, με τις οποίες είχαν καταρτισθεί συμβάσεις μίσθωσης έργου, με σχέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου διαπιστώθηκε ότι οι προηγούμενες συμβάσεις τους ήταν γνήσιες συμβάσεις έργου, αφού χωρίς την διαπίστωση αυτή δεν θα ήταν δυνατή η κατάταξή τους, ενώ από τις διατάξεις ειδικότερα της παρ. 8 του άρθρου 17 του Ν.2839/2000, που ορίζουν ότι οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της νέας θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους και ότι χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, δεν συνάγεται αντίθετη κρίση ως προς τον χαρακτηρισμό της ένδικης συμβατικής σχέσης και το δικαίωμα των εναγόντων να λάβουν επιδόματα αδείας και επιδόματα εορτών, αποδοχές και επίδομα αδείας για το προηγούμενο της κατάταξής τους χρονικό διάστημα , καθόσον τα οριζόμενα με τις διατάξεις αυτές δεν έχουν την έννοια ότι παράγονται αναδρομικά αποτελέσματα, αλλά ότι ο χρόνος που διανύθηκε με τις συμβάσεις μισθώσεως έργου θεωρείται ότι έχει διανυθεί με σχέση εξαρτημένης εργασίας για τη θεμελίωση μισθολογικών δικαιωμάτων μόνο στο μέλλον (ΑΠ 1073/2014, ΑΠ 720/2013).
Επομένως πρέπει, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης (από τον αριθμ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ) που πλήττει την κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την απόρριψη της ένδικης αγωγής ως μη νόμιμης, να γίνει δεκτός ως βάσιμος . Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου της από 31-1-2014 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1778/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές κατ' άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ.4 του Ν.4055/2012 και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (άρθρο 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1778/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ