Legislator Case Law & Legislation
127/2010 AI generated

127/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 127/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/4/2003 αγωγή των υπό στοιχεία 1-2 ήδη αναιρεσιβλήτων, την από 2/1/2004 αγωγή των υπό στοιχεία 1-5 ήδη αναιρεσειόντων, την από 10/10/2003 αγωγή της υπό στοιχείο 4 ήδη αναιρεσιβλήτου και τις από 21/4/2004 παρεμπίπτουσες αγωγές της υπό στοιχείο 3 ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 207/2006 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30/4/2007 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

127/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου, η 4η αναιρεσίβλητη Ψ4, δεν εμφανίστηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής συνεδρίαση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο. Όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. ...

Keywords

AI generated
aggravated drunk driving fitness to drive serious narcotics offense traffic offence illegal overtaking manoeuvre driving without authorization
AI generated
1685/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
128/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/4/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, την από 2/1/2004 αγωγή των υπό στοιχεία 1-5 ήδη αναιρεσιβλήτων, την από 10/10/2003 αγωγή της υπό στοιχείο 6 ήδη αναιρεσιβλήτου και τις από 21/4/2004 παρεμπίπτουσες αγωγές της υπό στοιχείο 8 ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 207/2006 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26/4/2007 αίτησή τους.
1305/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-7-2007 αγωγή των 1ης, 2ου, 3ου, 4ου, 5ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, την από 31-8-2007 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση σε κύρια παρέμβαση-παρεμπίπτουσα αγωγή της 6ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 304/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 839/2010 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-7-2012 αίτησή τους.
1613/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-6-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5131/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 518/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-9-2006 αίτησή τους. Επί της αιτήσεως εκδόθηκε η 2119/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία παραπέμπει για εκ νέου συζήτηση, την υπόθεση στο Εφετείο Αθηνών.
2021/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2013 με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-2-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, και την από 2-10-2006 αγωγή του ήδη 3ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1863/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1730/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-2-2010 αίτησή τους.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 127 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 127/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, χήρας Ζ, κατοίκου ..., 2) Χ2 του Ζ, 3) Χ3 συζύγου Χ2, 4) Χ4 του Χ2, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Λέκκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις, 6) Ανώνυμης Εταιρίας Γενικών Ασφαλειών με την επωνυμία "INTERLIFE - ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", που εδρεύει στη ...πείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαδόπουλο-Τσαγιάννη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις,

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Παναγιώτου και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χρόνη και κατέθεσε προτάσεις, 4) Ψ4, κατοίκου ..., η οποία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/4/2003 αγωγή των υπό στοιχεία 1-2 ήδη αναιρεσιβλήτων, την από 2/1/2004 αγωγή των υπό στοιχεία 1-5 ήδη αναιρεσειόντων, την από 10/10/2003 αγωγή της υπό στοιχείο 4 ήδη αναιρεσιβλήτου και τις από 21/4/2004 παρεμπίπτουσες αγωγές της υπό στοιχείο 3 ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 207/2006 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30/4/2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος ανέγνωσε την από 13/2/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της 3ης αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν ο αντίδικος εκείνου, που επίσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου, η 4η αναιρεσίβλητη Ψ4, δεν εμφανίστηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής συνεδρίαση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο. Όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. ...

έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Καστοριάς Χρ. Λέκκου, την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω απ' αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη συνεδρίαση της 20-2-2009, καθώς και κλήση προς συζήτηση κατ' αυτήν, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην ως άνω αναιρεσίβλητη Ψ4.

Κατά τη δικάσιμο εκείνη η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, η δε αναγραφή της υποθέσεως αυτής στο πινάκιο για τη δικάσιμο αυτή ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, παρά την απουσία της πιο πάνω αναιρεσίβλητης Ψ4.

ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 299, 330 εδ. β' και 914 του ΑΚ προκύπτει, ότι σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσότερων αυτοκινήτων η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού και της ζημίας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της συγκρούσεως. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Εξάλλου, οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές κι επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του εμπλακέντος σε σύγκρουση οχημάτων οδηγού και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 εδαφ.

α' και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικά η κρίση του δικαστηρίου περί του εάν τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο δέχεται ανέλεγκτα ως αποδειχθέντα, καθ' εαυτά αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας και θεμελιώνουν την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την ως άνω διάταξη του αριθμού 1 εδαφ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα.

Έλλειψη δε νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 το ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόστηκε.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε, ανέλεγκτα, τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Την 6-1-02 ώρα 3.30 πρωινή ο Ψ1, ενάγων στη δεύτερη των ως άνω αγωγών, οδηγώντας το με αρ. κυκλ. ...

ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του ιδίου και της συζύγου του, (δεύτερης ενάγουσας στην ίδια αγωγή), κατά ποσοστό 70% και 30%, αντίστοιχα, εξ αδιαιρέτου, επί της Ε.Ο. ..., πλάτους 9,5 μ., με κατεύθυνση την ..., σε μία αριστερή γι' αυτόν στροφή, παρά το 5° χιλιόμετρο της οδού αυτής, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα και επέπεσε, με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του οχήματος που οδηγούσε, επί του εμπρόσθιου αριστερού μέρους του αντιθέτως κινουμένου με το αριθμ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο Ζ. Ο ανωτέρω Ψ1 είχε πριν το ατύχημα καταναλώσει κάποια απροσδιόριστη ποσότητα μπύρας, σύμφωνα με την 3... έκθεση εξέτασης αίματος της Υποδ/νσης Εγκληματολογικών Ερευνών Βόρειας Ελλάδος, Τμήμα Χημείου, η περιεκτικότητα αλκοόλης στο αίμα του ήταν 0,77 γρ. ο/οο επηρεάζουσα την ικανότητα οδήγησης.

Οδηγούσε με ταχύτητα ανώτερη εκείνης που επέτρεπαν οι συνθήκες της οδού, (στροφή-νύκτα), ως προκύπτει και εκ της σφοδρότητας της συγκρούσεως , δεν κατόρθωσε να συγκρατήσει το όχημά του στο ρεύμα πορείας του και η προσοχή του ήταν αποσπασμένη σε συνομιλία του με τις συνεπιβάτριές του. Τα περισσότερα εκ των ιχνών της συγκρούσεως, (λάδια, γυαλιά, χώμα,) βρέθηκαν στο ρεύμα πορείας του αντιθέτως κινουμένου οδηγού Ζ, γεγονός που αποδεικνύει την είσοδο του Ψ1 στο αντίθετο ρεύμα.

Ως προκύπτει, όμως, και από το τοπογραφικό διάγραμμα της Υπηρεσίας της Τροχαίας , σε συνδυασμό με το υπόλοιπο και το προανακριτικό αποδεικτικό υλικό, και ο οδηγός Ζς οδηγούσε έχοντας περιεκτικότητα αλκοόλης στο αίμα του 1,03 γρ. ο/οο..., επηρεαζούσης την ικανότητα οδήγησης και το κυριότερο δεν εκινείτο, εν όψει μάλιστα και της στροφής, στο δεξιό μέρος του οδοστρώματος.

Ακολούθως, συνυπαίτιοι για το ατύχημα είναι και οι δύο οδηγοί, Ψ1, Ζ, με ποσοστό συνυπαιτιότητας 70% και 30% αντίστοιχα". Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και ειδικότερα αναφορικά με τη συνυπαίτια συμπεριφορά των οδηγών, δηλαδή του Ψ1 και του θανόντος οδηγού Ζ και την ύπαρξη ή όχι αιτιώδους συνάφειας από τις ανωτέρω συμπεριφορές στην επέλευση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, που είχε ως συνέπεια τη θανάτωση του οδηγού του ...

ΙΧΕ αυτοκινήτου. Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, και δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση, ούτε δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ενώ ορθά υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα από αυτό περιστατικά στις έννοιες της αιτιώδους συνάφειας και της αμέλειας.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχτηκε, ότι η, ως άνω, ποσότητα αλκοόλ επηρέασε το Ζ, κατά τον καθοριζόμενο στην απόφαση τρόπο, στην οδήγηση του οχήματός του, αφού αυτός, κατά παράβαση του ΚΟΚ, δεν οδηγούσε το όχημά του πλησίον του δεξιού άκρου του ρεύματος πορείας του, με συνέπεια, όταν ο Ψ1 εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα να επιπέσει με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του οχήματός του επί του εμπροσθίου αριστερού μέρους του οχήματος που αυτός Ζ οδηγούσε.

Επίσης, το Εφετείο, δεν παραβίασε, αλλά σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297,298, 300 και 914 ΑΚ. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, που οφείλεται στο δικαιούχο βάσει της ΑΚ 932, αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας.

Η κρίση αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε κάποια νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως, (αριθμός 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ), είτε εκ πλαγίου, (αριθμός 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), είτε παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.

Επομένως, η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας στον καθορισμό του ύψους της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποιήσεως, δεν υπόκειται στον έλεγχο του ακυρωτικού. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ούτε και από άποψη παραβιάσεως ή μη της αρχής της αναλογικότητας, που εισάγεται ως νομικός κανόνας με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος (ΟλΑΠ 6/2009).

Και τούτο διότι ο δικαστικός έλεγχος της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας περιορίζεται στον έλεγχο της συνταγματικότητας διατάξεως νόμου και συγκεκριμένα αν ο νομοθετικός περιορισμός ενός συνταγματικώς προστατευόμενου δικαιώματος σέβεται ή όχι την αρχή της αναλογικότητας. Δηλαδή ο έλεγχος από άποψη τηρήσεως της αρχής αυτής γίνεται μεταξύ αφενός μεν της συνταγματικής διατάξεως, που προστατεύει κάποιο δικαίωμα, αφετέρου δε της νομοθετικής διατάξεως, που το περιορίζει.

Έξω, όμως, από το πεδίο αυτό, τα δικαστικά όργανα δεν έχουν εξουσία να εφαρμόζουν απευθείας την αρχή της αναλογικότητας, κατά την ενάσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας τους σε συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά εφαρμόζουν την οικεία διάταξη του νόμου, ο οποίος αναθέτει σ' αυτά να αποφασίζουν. Επομένως, δικαστική απόφαση, που δεν προέβη σε συγκεκριμένη περίπτωση στον προσδιορισμό εύλογης χρηματικής αποζημίωσης του άρθρου 932 ΑΚ, δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, αλλά, αν είναι εσφαλμένη θα ελεγχθεί με τα επιτρεπόμενα ένδικα μέσα, με βάση τους κανόνες που το ίδιο άρθρο θέτει και στα πλαίσια, που οι ρυθμίζουσες τα ένδικα μέσα διατάξεις οριοθετούν τον έλεγχο.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, παραβιάζοντας τη διάταξη 25 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την επιδίκαση των ποσών της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης, στους ενάγοντες-συγγενείς του θανόντος, διότι τα επιδικασθέντα ποσά, ύψους 70.000 ευρώ για την πρώτη-σύζυγο, 30.000 ευρώ για καθένα από τους δεύτερο και τρίτη-γονείς του θανόντος και 28.000 ευρώ για καθένα από τους τέταρτο και πέμπτη-αδέλφια του.

Σύμφωνα, όμως, με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, η ανωτέρω κρίση του δικαστηρίου δεν υπόκειται απευθείας ή εκ πλαγίου σε έλεγχο, μέσω της αρχής της αναλογικότητας.

ΙV. Ενόψει όλων αυτών και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος (αναιρέσεως) προς έρευνα, πρέπει να απορριφθοεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό τους και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-4-2007 αίτηση των, Χ1, χήρα Ζ, κλπ, για αναίρεση της 207/2006 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) ευρώ, ξεχωριστή για τους δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους και την τρίτη αναιρεσίβλητη, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν με διαφορετικούς πληρεξουσίους δικηγόρους .

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ