127/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated127/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., ως πράγματα των οποίων η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεως τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ως και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης (Ολ.ΑΠ.11/1996).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 127 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 127/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάμπρο Μακρυγιάννη. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΑΕ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΧΥΜΩΝ - ΕΞΑΓΩΓΕΣ ΝΩΠΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "ΑΦΟΙ Ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΑΕ", που εδρεύει στο Δημοτικό Διαμέρισμα Αγ. Τριάδας Ναυπλίας Αργολίδος και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Κεδίκογλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-9-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 99/2004 προδικαστική και 79/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 256/2006 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-10-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη, διάβασε την από 12-11-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι, πρώτος και τρίτος, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως και να γίνουν δεκτοί οι, δεύτερος και τέταρτος, λόγοι αυτής. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 23α παρ. 2 του κωδ. Ν. 2190/1920 "περί Ανωνύμων Εταιριών" που προστέθηκε με το άρθρο 4 του νόμου 5076/1931 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 ν.δ. 4237/1962, και τροποποιήθηκε αντίστοιχα με τα άρθρα 24 παρ. 2 ΠΔ 409/1986 και 497/1987, κάθε σύμβαση (εκτός δανείων και πιστοδοτικών, για τις οποίες προβλέπεται στην παρ. 1), επομένως και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η οποία συνάπτεται με μεταξύ της Ανώνυμης εταιρίας και τους ιδρυτές, μέλη του διοικητικού συμβουλίου, γενικούς διευθυντές ή διευθυντές της εταιρίας, συγγενείς αυτών .....
είναι άκυρη αν δεν προηγήθηκε ειδική έγκριση της (άδεια) από τη γενική συνέλευση των μετόχων, παρεχόμενη με την προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή πλειοψηφία. Την έλλειψη της ειδικής αυτής άδειας δεν θεραπεύει η εκ των υστέρων έγκριση της Γενικής Συνέλευσης, έστω και αν έγινε ομόφωνα (Ολ. ΑΠ.32/1975). Στο τελευταίο εδάφιο της ίδιας παραγράφου ορίζεται ότι η απαγόρευση αυτή "δεν ισχύει προκειμένου περί συμβάσεως μη εξερχόμενης των ορίων της τρεχούσης συναλλαγής της εταιρίας μετά των πελατών της".
Ο όρος "μετά των πελατών" χρησιμοποιήθηκε από το νόμο όχι κυριολεκτικά, αλλά προκειμένου να δηλώσει το συνήθως συμβαίνον, περιλαμβάνονται δε και συμβάσεις πάσης φύσεως με το προσωπικό αυτής, εφόσον δεν εμπίπτουν στις εξαιρέσεις της παρ. 1 του ίδιου πιο πάνω άρθρου, αρκεί το περιεχόμενο τους και οι ειδικότερα συμφωνηθέντες όροι να μην υπερβαίνουν το σύνηθες για τη συγκεκριμένη περίπτωση μέτρο, το οποίο προσδιορίζεται από το ύψος της αμοιβής, τους οικονομικούς εν γένει όρους της σύμβασης, τη δραστηριότητα της εταιρίας, την οικονομική ευρωστία της, τις ανάγκες που ικανοποιούνται με τη σύναψη της συγκεκριμένης σύμβασης και τις συνήθειες που κρατούν για τέτοιου είδους συμβάσεις.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., ως πράγματα των οποίων η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεως τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ως και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης (Ολ.ΑΠ.11/1996).
Ο λόγος αναιρέσεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 Κ. Πολ.Δ. δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ.12/1991). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη με τον τρίτο λόγο της έφεσης της ισχυρίστηκε ότι η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας ήταν άκυρη, γιατί αυτή όπως προκύπτει από ομολογία της υπήρξε ιδρυτής της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας και μέτοχος αυτής και ως εκ τούτου έπρεπε σύμφωνα με το άρθρο 23α του ν. 2190/1920 να προηγηθεί ειδική έγκριση της εν λόγω συμβάσεως από τη γενική συνέλευση των μετόχων.
Προς κατάλυση του ισχυρισμού αυτού της εναγομένης, η αναιρεσείουσα, τόσο με την αγωγή της, όσο και με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, ισχυρίστηκε ότι η πρόσληψη της ως απλής υπαλλήλου (βοηθός λογιστού), με τον προβλεπόμενο από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις μισθό, χωρίς καμία απολύτως αποφασιστική αρμοδιότητα, δεν εξέρχεται των ορίων "της τρέχουσας συναλλαγής" της εταιρίας μετά των πελατών της και ως εκ τούτου δεν ήταν απαραίτητη η έγκριση της από τη γενική συνέλευση των μετόχων.
Περαιτέρω, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα εξής: "Η εναγομένη εταιρία ιδρύθηκε το έτος 1988 από μετατροπή δύο ομορρύθμων εταιριών....στις οποίες ο πατέρας της ενάγουσας συμμετείχε κατά ποσοστό 50% και κατά 50% ο Γ1, αδελφός του. Σκοπός της εναγομένης είναι η βιομηχανοποίηση χυμών εσπεριδοειδών και φρούτων και η εμπορία αυτών, διατηρεί δε στο Δημοτικό διαμέρισμα Αγίας Τριάδας Αργολίδας εργοστάσιο χυμοποίησης.
Ο πατέρας της ενάγουσας Γ2 απεβίωσε το έτος 1987 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την ενάγουσα και τη μητέρα της κατά ποσοστό 37,5% και 12,5% αντίστοιχα.. Το έτος 1988 ιδρύθηκε η εναγόμενη ανώνυμη εταιρία από την ενάγουσα τη μητέρα της και τον Γ1. Το έτος 2000 απεβίωσε η μητέρα της ενάγουσας και το μερίδιο της περιήλθε σ' αυτήν, μεταβίβασε όμως το 30% στον Γ3 και έτσι η συμμετοχή της στην εταιρία περιορίστηκε στο 20% του εταιρικού κεφαλαίου.
Το ίδιο ποσοστό είχε η ενάγουσα και κατά την περίοδο Αύγουστο-Σεπτέμβριο του 2002. Εκτός από την ενάγουσα την ίδια περίοδο, μέτοχοι ήταν: α) η υπεράκτια εταιρία με την επωνυμία MIGENIAL, η οποία ιδρύθηκε το έτος 2001 και εκπροσωπεί συμφέροντα του Γ1 και των υιών του και μελών του ΔΣ με ποσοστό συμμετοχής 47%, β) ο Γ3 με ποσοστό συμμετοχής 30% και γ) ο Γ1 με ποσοστό συμμετοχής 3%.......
Η ενάγουσα κατά το τέλος Αυγούστου 2000 συνήψε με τους νομίμους εκπροσώπους της εναγομένης εταιρίας, Γ1 και Γ3, σύμβαση εργασίας και αρχές Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους άρχισε να εργάζεται σ' αυτήν ως βοηθός λογιστού......Την πρόσληψη της αποφάσισαν οι πιο πάνω διευθύνοντες σύμβουλοι της εναγομένης στην θέση της βοηθού λογιστού με τις προβλεπόμενες για τη θέση αποδοχές.
Ότι η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας ήταν άκυρη, γιατί αυτή όπως ομολογεί ήταν ιδρυτής της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας και εξακολουθεί να είναι μέτοχος συνεχώς έκτοτε, ενώ ο πατέρας της ήταν ιδρυτής των δύο αρχικών ομορρύθμων εταιριών από τις οποίες προέκυψε η εναγομένη.
Συνεπώς η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, την οποία συνήψε η ενάγουσα με τους διευθύνοντες συμβούλους της εταιρίας Γ1 και Γ3 έπρεπε να υποβληθεί στην ειδική έγκριση της γενικής συνέλευσης των μετόχων της εναγομένης εταιρίας .... Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι υπήρξε ομόφωνη απόφαση των μετόχων της εναγομένης εταιρίας για την πρόσληψη της ουδόλως αποδείχτηκε......
και πρέπει να απορριφθεί η αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχτηκε την έφεση ως και κατ' ουσίαν αβάσιμη και μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης απέρριψε την αγωγή. Με την κρίση του όμως αυτή το Εφετείο, υπέπεσε στην πλημμέλεια, η οποία προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ., αφού δέχτηκε ότι είναι άκυρη η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας χωρίς να ερευνήσει τον νομίμως προταθέντα ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ο οποίος συνιστά αντένσταση, ότι η σύμβαση εργασίας της δεν εξερχόταν των ορίων της "τρέχουσας συναλλαγής" της εναγομένης μετά των πελατών της και ως εκ τούτου εμπίπτει στην εξαίρεση από την απαγόρευση, που προβλέπεται από την παρ. 2 του άρθρου 23α του ν. 22190/1920, σκοπός της οποίας είναι η προστασία της μειοψηφίας των μετόχων της ανώνυμης εταιρίας (βλ.
Εισηγητική έκθεση του ν. 4237/1962), γεγονός που είχε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και ως εκ τούτου ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 256/2006 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ