Legislator Case Law & Legislation
127/2007 AI generated

127/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 127/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

127/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σε περίπτωση που η ανωτέρω μονομερής μεταβολή είναι αντίθετη προς το νόμο και τους όρους της συμβάσεως και δεν γίνεται κατ΄ ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, ο εργαζόμενος δεν προστατεύεται μόνο από τη διάταξη αυτή, αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, η οποία απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος.

Keywords

AI generated
staff relocation transfer of businesses expatriate business location transfer of employment relationship lex loci laboris principle
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 127 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 127/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: .... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρύσανθο Κετίκογλου. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΜΙΛΟΣ ΑΛΕΞΥΛ - ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΞΥΛΟΥ Α.Ε.", που εδρεύει στη Γλυφάδα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα στη Θεσσαλονίκη από το υποκατάστημά της στο 10ο χλμ. της ε.ο. Θεσ/νίκης - Λαγκαδά. Δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-11-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1010/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 11250/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-6-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, διάβασε την από 21-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την αναιρεσειουσα 3882β/22-9-2006 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών .... προκύπτει ότι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, ακριβές αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, η οποία όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν εμφανίσθηκε, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την παραπάνω συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του πινακίου. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 7 εδαφ. α΄ του ν. 2112/1920 "Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι΄ ην ισχύουσιν οι διατάξεις του παρόντος νόμου".

Κατά τον όρο της διάταξης αυτής "μονομερής μεταβολή θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται κατ΄ αθέτηση της εργασιακής σύμβασης, ανεξάρτητα αν αυτή είναι επωφελής ή βλαπτική για τον εργαζόμενο. Για την εφαρμογή όμως της εν λόγω διάταξης απαιτείται η μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ΄ αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία.

Σε περίπτωση που η ανωτέρω μονομερής μεταβολή είναι αντίθετη προς το νόμο και τους όρους της συμβάσεως και δεν γίνεται κατ΄ ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, ο εργαζόμενος δεν προστατεύεται μόνο από τη διάταξη αυτή, αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, η οποία απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος.

Ειδικότερα,, ο μονομερής προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης βάσει του διευθυντικού του δικαιώματος, πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχείρησης. Αν ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής εργασίας δεν αποβλέπει στην πραγματοποίηση των παραπάνω σκοπών, αλλά άλλων άσχετων με αυτούς επιδιώξεων του εργοδότη, τότε δεν υπάρχει χρήση αλλά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος.

Και τούτο γιατί η καλή πίστη επιβάλλει στο φορέα του δικαιώματος να λαμβάνει υπόψη κατά την άσκησή του και κατά το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες προσδοκίες του άλλου μέρους. Τούτο ιδίως επιβάλλεται, επί συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας καθόσον το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη για προσδιορισμό των όρων εκπλήρωσης της παροχής από το μισθωτό αποτελεί μονομερή εξουσία αυτού, η άσκηση της οποίας υπόκειται στους περιορισμούς που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, έστω και αν η εξουσία αυτού στηρίζεται στο νόμο ή στη συμφωνία των μερών.

Από τις προαναφερθείσες διατάξεις σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 288, 648 και 652 Α.Κ., προκύπτει ότι στην περίπτωση συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας ή εν τη ασκήσει του διευθυντικού δικαιώματός του, προβεί κατά κατάχρηση αυτού στον προσδιορισμό της παροχής της εργασίας, ο μισθωτός έχει διαζευκτικώς τις εξής δυνατότητες:

α) Να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) Να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη καταγγελία, εκ μέρους του, της εργασιακής σύμβασης και να απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης, που προβλέπεται από το ν. 2112/1920, γ) Να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε εάν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί αυτή καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας ή, εκφράζοντας την αντίδρασή του, να παράσχει την νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους.

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 281, 288, 361, 652 ΑΚ και 7 του ν. 2112/1920 προκύπτει ότι ο εργοδότης, ο οποίος διατηρεί περισσότερα καταστήματα για τις ανάγκες της επιχειρήσεώς του σε διαφόρους τόπους, έχει το δικαίωμα, εφόσον δεν εμποδίζεται από όρο της εργασιακής σύμβασης, να μεταθέσει το μισθωτό σε κατάστημα που βρίσκεται σε άλλο τόπο από εκείνο στον οποίο αυτός υπηρετεί, αλλά για τη μετάθεση αυτή, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και τα συμφέροντα του μισθωτού και συγκεκριμένα η μακροχρόνια παραμονή του σε ορισμένο τόπο και η συνεπεία αυτής δημιουργία ορισμένων συνθηκών διαβιώσεως αυτού και της οικογένειάς του, οι ατομικές και οικογενειακές του ανάγκες και υποχρεώσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται και εκείνες της συζύγου του, και η δυνατότητα μετακινήσεως νεοτέρου ως προς την ηλικία και την υπηρεσία υπαλλήλου, ο οποίος πρέπει να προτιμάται για τη μετάθεση, αν εξυπηρετούνται έτσι οι λειτουργικές ανάγκες της επιχειρήσεως, διότι αλλιώς πρόκειται για ενέργεια η οποία αντίκειται εκδήλως στην καλή πίστη.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα προσλήφθηκε την 14-6-1999 ως λογίστρια της αναιρεσίβλητης εταιρίας και προσέφερε έκτοτε τις υπηρεσίες της στην έδρα της αναιρεσίβλητης, που ήταν η Θεσσαλονίκη.

Από 5-4-2004 η αναιρεσείουσα τελούσε σε άδεια κυήσεως, τοκετού και λοχείας, η οποία μετά και την λήψη της κανονικής ετήσιας άδειάς της έληγε την 23-9-2004. Η αναιρεσίβλητη από ετών, εκτός από την έδρα της και τις εγκαταστάσεις στη Θεσσαλονίκη, διατηρούσε και υποκατάστημα στην Γλυφάδα Αττικής. Με την από 20-5-2004 απόφαση της έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της αναιρεσίβλητης, η οποία εγκρίθηκε με την υπ΄ αριθμ. 17/5744/2-6-2004 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ υπ΄ αριθμ. 5535/10-6-2004 της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, τροποποιήθηκε το καταστατικό της αναιρεσίβλητης και για οικονομοτεχνικούς λόγους που εκφεύγουν τον έλεγχο του Δικαστηρίου ως έδρα της εταιρίας ορίσθηκε ο Δήμος Γλυφάδας, του Νομού Αττικής και ειδικότερα οι εγκαταστάσεις αυτής επί της Λεωφόρου Ποσειδώνος 9.

Μάλιστα εξαιτίας της μεταβολής της έδρας της αναιρεσίβλητης εταιρίας έγιναν οι ανάλογες δηλώσεις "μεταβολής εργασιών νομικού προσώπου" στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ/ΦΑΕ Θεσσαλονίκης και Πειραιώς και από 10-6-2004 ολοκληρώθηκαν όλες οι διατυπώσεις για την μεταφορά της έδρας της εταιρίας στην ως άνω νέα εγκατάσταση της.

Όπως δε προκύπτει από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο πρόγραμμα εργασίας του προσωπικού της αναιρεσίβλητης στη Θεσσαλονίκη, όταν ακόμη λειτουργούσε ως κύριο κατάστημα και έδρα της εταιρίας, το προσωπικό ήταν 4 άτομα και συγκεκριμένα: α) η Χ1 ως υπάλληλος γραφείου από το 1983, έγγαμη και μητέρα 2 παιδιών, β) η αναιρεσείουσα, ως λογίστρια από 14-6-1999, γ) η .... , ως υπάλληλος γραφείου, από τον Νοέμβριο 2002 και δ) ο .... , ως χειριστής ανυψωτικού μηχανήματος από τον Μάιο 1990.

Αποδείχθηκε ακόμη ότι μετά την μεταφορά της έδρας της αναιρεσίβλητης στην Αττική, η αναιρεσείουσα δεν θα είχε αντικείμενο απασχόλησης στη Θεσσαλονίκη, αλλά ούτε αποδεχόταν να απολυθεί και να αποζημιωθεί, όπως της προτάθηκε από τους υπευθύνους της αναιρεσίβλητης, λόγω δε της εγκυμοσύνης και του τοκετού της αναιρεσείουσας η αναιρεσίβλητη δεν μπορούσε να προχωρήσει σε νόμιμη απόλυση.

Για το λόγο αυτό η τελευταία επέλεξε την μετάθεση της αναιρεσείουσας στην Αθήνα, όπου υφίστατο ανάγκη των υπηρεσιών της. Η αναιρεσίβλητη για την επιλογή του διατηρητέου υπαλλήλου στη Θεσσαλονίκη επέλεξε την Χ1, που ήταν η αρχαιότερη υπάλληλος, γραφείου και αποδεχόταν να παραμείνει στην επιχείρηση εκτελώντας καθήκοντα απλής αποθηκαρίου.

Στην Αθήνα, όπου μεταφέρθηκε η έδρα της αναιρεσίβλητης η παρακολούθηση των λογιστικών εγγραφών ανατέθηκε προσωρινά σε εξωτερικό λογιστή, με σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Από τα προαναφερόμενα πλήρως αποδεικνύεται ότι η μεταφορά της έδρας της αναιρεσίβλητης δεν υπήρξε εικονική, αλλά πραγματική και έγινε για λόγους οικονομικού προγραμματισμού και ανάπτυξης της εταιρίας.

Αποδείχθηκε ακόμη ότι όταν στην αναιρεσείουσα προτάθηκε η απόλυση και αποζημίωσή της η τελευταία αρνήθηκε προβάλλοντας το επιχείρημα ότι προτίθεται να την προσβάλλει ως άκυρη. Ακολούθως, η αναιρεσίβλητη επέλεξε την μετάθεση της αναιρεσείουσας στην Αθήνα, όπως είχε νόμιμο δικαίωμα, αφού ουδόλως αποδείχθηκε ότι συμφωνήθηκε συμβατικά το αμετάθετο της αναιρεσείουσας και επιπλέον δεν υπήρχε εργασία λογίστριας για την αναιρεσείουσα στη Θεσσαλονίκη, αφού όλες οι λογιστικές εργασίες της αναιρεσίβλητης τηρούνται στην έδρα της εταιρίας στην Αθήνα όπου διατηρείται κενή η αντίστοιχη θέση λογιστή, ενώ στη Θεσσαλονίκη λειτουργεί μόνον μία αποθήκη στις εκεί εγκαταστάσεις της εταιρίας επί της οδού Λαγκαδά.

Παρόλα αυτά η αναιρεσείουσα αρνήθηκε να αποδεχτεί τη μετάθεσή της αυτή στην Αθηνά, η δε αναιρεσίβλητη με την από 30-8-2004 εξώδικη δήλωσή της που κοινοποιήθηκε στην αναιρεσείουσα στις 2-9-2004, ενημέρωσε την αναιρεσείουσα και τυπικά για τη νέα διαμορφωθείσα κατάσταση και της πρότεινε να αναλάβει τα νέα της καθήκοντα στη νέα πραγματική έδρα της εταιρίας, όπου η εργασία της ήταν απαραίτητη, διαλαμβάνοντας μεταξύ άλλων επί λέξει: "Σας δηλώσαμε, λοιπόν, σύμφωνα με το νόμο, γραπτώς, εγκαίρως και εν συνεχεία πολλών προφορικών ενημερώσεων σας και κατ΄ απολύτως νόμιμη και καλόπιστη άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εταιρίας μας, ότι εξαιτίας των ως άνω γεγονότων μετατίθεσθε από 24-9-2004 και θα πρέπει από την ημερομηνία αυτή να προσφέρετε τις υπηρεσίες σας στα γραφεία της έδρας της εταιρίας μας επί της Λεωφόρου Ποσειδώνος 9 του Δήμου Γλυφάδας Αττικής, με τους αυτούς όπως μέχρι σήμερα όρους, ενώ θεωρούμε τελείως περιττόν να σημειώσουμε ότι, σε περίπτωση μη έγκαιρης εμφάνισης και ανάληψης εργασίας σας, θα θεωρήσουμε την στάση σας αυτήν ως από μέρους σας καταγγελία της συμβάσεως εργασίας και δήλωση οικειοθελούς αποχώρησης σας".

Η αναιρεσείουσα, απαντώντας στην παραπάνω δήλωση με την από 16-9-2004 εξώδικη απάντηση - δήλωση - πρόσκληση, που επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 21-9-2004, αναφέρθηκε στην πεποίθησή της ότι η μεταφορά της έδρα της εταιρίας ήταν προσχηματική, ότι η μετάθεσή της είναι καταχρηστική, γίνεται κακόπιστα προς καταστρατήγηση της εργατικής νομοθεσίας και δήλωσε ότι αρνείται να αποδεχτεί την πρόσκληση για τη μετάθεσή της και ότι θα προσέλθει την 24-9-2004 στον συμφωνηθέντα τόπο παροχής της εργασίας της στο 10ο χλμ.

ε.ο Θεσσαλονίκης-Λαγκαδά για να προσφέρει τις υπηρεσίες της στην περίπτωση δε που θα υπάρξει άρνηση εκ μέρους της αναιρεσίβλητης να αποδεχθεί αυτές (υπηρεσίες), θα περιέλθει η τελευταία σε κατάσταση υπερημερίας. Με βάση τα προαναφερόμενα γίνεται φανερό ότι, αφού συρρικνώθηκε η δραστηριότητα της αναιρεσίβλητης και λειτουργεί ως αποθήκη ο χώρος των εγκαταστάσεών της στη Θεσσαλονίκη, όπου υπηρετούσε η αναιρεσείουσα, η αναιρεσίβλητη δικαιούνταν, στα πλαίσια του διευθυντικού της δικαιώματος, και αφού το σχετικό δικαίωμα της δεν αποκλείστηκε ή δεν περιορίσθηκε από τη σύμβαση, να την μεταθέσει, ενόψει του ότι η μετάθεση επιβαλλόταν για οικονομοτεχνικούς λόγους, χωρίς αυτό να συνιστά μονομερή μεταβολή των όρων της υπαλληλικής της συμβάσεως.

Εξάλλου, και η μικρή χρονικά παροχή της εργασίας της αναιρεσείουσας στη Θεσσαλονίκη, δεν οδηγεί σε κρίση ότι σιωπηρώς προσετέθη στη σύμβαση της εργασίας της όρος για το αμετάθετο αυτής, ώστε να καθίσταται ανενεργό το διευθυντικό δικαίωμα της αναιρεσίβλητης. Το δικαίωμα αυτό της αναιρεσίβλητης περαιτέρω δεν ασκήθηκε καταχρηστικά, αφού, με βάση τα περιστατικά που προαναφέρθηκαν, το εν λόγω διευθυντικό δικαίωμα ασκήθηκε απολύτως καλόπιστα και χωρίς υπέρβαση, των ορίων, τα οποία διαγράφουν ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, ενόψει του ότι η αναιρεσείουσα, λόγω της συρρίκνωσης της δραστηριότητος της αναιρεσίβλητης στην περιοχή της Θεσσαλονίκης, νόμιμα κατά τα προαναφερόμενα, αλλά και κατ΄ επανάληψη, προσκλήθηκε από την αντίδικό της να παράσχει τις υπηρεσίες της στην έδρα της στην Αττική, στα πλαίσια της μεταξύ τους συμβάσεως εργασίας, τόπος παροχής της οποίας, όπως λέχθηκε, ουδέποτε συμφωνήθηκε να αποτελεί μόνον η πόλη της Θεσσαλονίκης, κατά ρητό αποκλεισμό οποιασδήποτε άλλης και μάλιστα της εκάστοτε έδρας της εταιρίας.

Ούτε άλλωστε αποδείχθηκε ότι η μεταφορά της έδρας της αναιρεσίβλητης υπήρξε εικονική και προσχηματική, όχι μόνο λόγω των νομότυπων γραφειοκρατικών διαδικασιών που ακολουθήθηκαν, αλλά και διότι με βάση τα όσα κατέθεσε η μάρτυρας ανταπόδειξης πράγματι η εταιρία εδρεύει στην Αττική, όπου πλέον δραστηριοποιείται, ενώ στη Θεσσαλονίκη οι πρώην εγκαταστάσεις της χρησιμοποιούνται ως αποθήκη.

Η μετάθεση λοιπόν της αναιρεσείουσας νομίμως έγινε και η τελευταία όφειλε να συνεχίσει να εργάζεται στη νέα της θέση, η δε άρνησή της ν΄ αποδεχθεί τη μετάθεση αυτή συνιστά μονομερή εκ μέρους της καταγγελία της συμβάσεώς της. Ακολούθως έκρινε ότι η άρνηση της αναιρεσείουσας να αποδεχθεί την ανωτέρω μετάθεσή της συνιστά μονομερή εκ μέρους της καταγγελία της συμβάσεώς της και όχι μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εκ μέρους της αναιρεσίβλητης και εξαφανίζοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε δεχθεί τα αντίθετα, απέρριψε στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη την για επιδίκαση μισθών υπερημερίας, ύψους 6.637,38 ευρώ, ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας.

Με τις κρίσεις του αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις του νόμου, γι΄ αυτό και ο περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-6-2006 αίτηση της .... περί αναιρέσεως της 11250/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Δεκεμβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ