Supreme Court dismisses appeal against conviction for illegal deforestation of reforested public land.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the defendant's appeal against the Third Instance Court of Athens' conviction for illegal deforestation of public forest land designated for reforestation. The defendant argued that the court failed to provide sufficient reasoning and misapplied the law regarding the land's ownership and his alleged authority. The court held that the lower court's detailed factual findings and legal application were correct and that the defendant's claims regarding ownership and agency were inadmissible as they touched upon the substantive criminal judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 60, 61 of the Code of Criminal Procedure; Article 70(1)(a) of Law 998/1979; Article 23(1) of Law 1539/1938: The criminal court has the authority to examine incidental civil issues and convict for illegal deforestation of reforested public land without waiting for administrative rulings on the land's status, provided the law does not mandate a prior administrative decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 127 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 127/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευριπίδη Αντωνίου, Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη Και Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Τσίμα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Τ. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Μπουλούκο, για αναίρεση της 4082/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Μαίου 2005 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1135/2005.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 60 ΚΠΔ "Το ποινικό δικαστήριο κρίνει και για τα ζητήματα αστικής φύσης που προκύπτουν κατά τη διάρκεια της δίκης. Η ποινική δίωξη αναστέλλεται όταν σύμφωνα με το νόμο χρειάζεται να προηγηθεί απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου". Εξ άλλου κατά το άρθρο 61 του ίδιου Κώδικα, όταν στο πολιτικό δικαστήριο εκκρεμεί δίκη για ζήτημα που ανήκει στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, που έχει όμως σχέση με την ποινική δίκη, μπορεί το ποινικό δικαστήριο κατά την κρίση του να αναβάλει την ποινική δίκη έως το τέλος της πολιτικής.
Εξ άλλου το άρθρο 70 παρ.1 εδ.2 του ν.979/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας", εκείνος που εκχερσώνει, υλοτομεί αποψιλωτικά ή καλλιεργεί έκταση δημόσια ή ιδιωτική που κηρύχθηκε αναδασωτέα, τιμωρείται με τις αναφερόμενες στη διάταξη αυτή ποινές. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το ποινικό δικαστήριο έχει την εξουσία να εξετάσει παρεπιμπτόντως κάθε ζήτημα που υπάγεται στην αρμοδιότητα των πολιτικών ή διοικητικών δικαστηρίων αρκεί μόνο να μην είναι από εκείνα για τα οποία ο νόμος, προκειμένου να χωρήσει η ποινική δίωξη, απαιτεί υποχρεωτικά να έχει αποφανθεί προηγουμένως το πολιτικό δικαστήριο, Διάτάξη όμως η οποία να καθιστά υποχρεωτική την αναστολή της ποινικής δίωξης για τις πράξεις της καταπάτησης δημόσιας δασικής έκτασης και εκχέρσωσης έκτασης που κηρύχθηκε αναδασωτέα που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 23 παρ.1ν. 1539/1938 και 70 παρ.1 ΑΝ 998/1979 όπως ισχύουν σήμερα μέχρις ότου αποφανθούν αμετακλήτως Διοικητικές Αρχές ή Διοικητικά Δικαστήρια περί του χαρακτηρισμού των ως τέτοιας, δεν υφίσταται.
Συνεπώς στο ποινικό δικαστήριο είναι ανατεθειμένη η κρίση για, τα αναφυόμενα κατά την ενώπιον του επιδίκαση ποινικών υποθέσεων ζητήματα αστικής φύσεως περί των οποίων κρίνει και μορφώνει πεποίθηση, αλλά δεν λύνει αποφασιστικά ως και περί του αναγκαίου ή μη της αναβολής της ποινικής δίκης, μέχρι πέρατος της πολιτικής, εφόσον δεν υπάρχει διάταξη περί υποχρεωτικής αναστολής της ποινικής δίωξης και εκ της ως άνω κρίσεως του ποινικού δικαστηρίου δεν υπάρχει υπέρβαση εξουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της 4082/2005 προβαλλόμενης απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για τα εγκλήματα της καταλήψεως δημοσίου κτήματος αυτογνωμόνως (άρθρο 23 παρ.1 ν.1539/1938) και της παράνομης εκχέρσωσης έκτασης που κηρύχθηκε αναδασωτέα (άρθρο 70 παρ.1 α.ν. 998/1979) ο εκπροσωπών τον απόντα κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα πληρεξούσιός του δικηγόρος ζήτησε την αναβολή της δίκης για τον λόγο ότι δεν του κοινοποιήθηκε η υπ’ αριθμ. ...2005 απόφαση της Β/θμιας Επιτροπής Επιλύσεων Δασικών Αμφισβητήσεων ώστε να λάβει γνώση και να προσφύγει στα Διοικητικά Δικαστήρια.
Η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε το ως άνω αίτημα με την εξής αιτιολογία: εκτιμάται ότι δεν συντρέχει λόγος αναβολής της υποθέσεως, προκειμένου ο κατηγορούμενος να προσφύγει στο διοικητικά δικαστήρια κατά της υπ’ αριθμ. ...2005 αποφάσεως της Β/θμιας Επιτροπής Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων του Εφετείου Αθηνών.
Ουδόλως εμποδίζεται η δυνατότητα προσφυγής και η άσκηση αυτής από την έκδοση αποφάσεως του ποινικού δικαστηρίου. Η απόφαση της επιτροπής είχε εκδοθεί από 23-2-2005 και από τότε ήταν σε γνώση του κατηγορουμένου το περιεχόμενο αυτής και η δυνατότητα αξιοποιήσεως του για την υπεράσπιση του αυτή. Μετά ταύτα πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος ο τ’ αντίθετα υποστηρίζων από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Θ περίπτωση α πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ότι αποφάσισε καθ’ υπέρβαση εξουσίας για υπόθεση που δεν υπάγεται στην δικαιοδοσία του.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντ. και 139 ΚΠολΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως όταν εκτίθενται σ’ αυτή με πληρότητα και σαφήνεια τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτές προέκυψαν, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόσθηκε.
Για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ν’ αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ’ αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων. Η ύπαρξη εξ άλλου του δόλου, δεν είναι αναγκαίο κατ’ αρχή να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες της τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία, αναφέρονται σ’ αυτή.
Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 Ε’ ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σ’ αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά σ’ αυτή τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα περιστατικά, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο σχετικό πόρισμα ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από το ‘ Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην κρινόμενη υπόθεση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε κατ’ έφεση και εξέδωκε την προσβαλλόμενη απόφαση μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ’ είδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος αυθαιρέτως και χωρίς καμμία έγκριση του Ελληνικού Δημοσίου κατέβαλε το πρώτο δεκαήμερο Φεβρουαρίου 1998 στη δασική θέση "..." του Δήμου ..., έκταση 1.200 τ.μ.
που βρισκόταν υπό συνεχή, αδιάλειπτη και αναμφισβήτηση κατοχή του δημοσίου, που με τα όργανά του επιτηρούσε συνεχώς την έκταση, η οποία μάλιστα με την υπ’ αριθμ. 146995 ΠΕ/23-1-1999 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, που είχε δημοσιευθεί στο ΦΕΚ 133/1936, τεύχος Β είχε κηρυχθεί αναδασωτέα. Την έκταση εκχέρσωσε με μηχάνημα έργων και διαμόρφωσε το έδαφός της, ασκώντας φυσική εξουσία σαν να ήταν κύριος της εκτάσεως, αν και ο ίδιος εγνώριζε ότι δεν είχε κανένα δικαίωμα στην έκταση και έτσι κατέστη υπαίτιος του εγκλήματος της αυθαίρετης κατάληψης δημοσίας εκτάσεως.
Αλλά περαιτέρω ο κατ/νος τέλεσε και το έγκλημα της παράνομης εκχέρσωσης της παραπάνω δημόσιας δασικής έκτασης που είχε κηρυχθεί αναδασωτέα. Η έκταση καλυπτόταν από αραιά βλάστηση αποτελούμενη από πεύκα, σχίνους και πουρνάρια και βοηθούσε με την βλάστησή της αυτή τη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας και την εξυπηρέτηση του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος, την εκχέρσωσε δε ο κατ/νος με το μηχάνημα έργων, υλοτομώντας, εκριζώνοντας και καταστρέφοντας την βλάστηση ενήργησε δε ο ίδιος με πρόθεση, δεδομένου ότι εγνώριζε ότι πρόκειται για δημόσια δασική έκταση που είχε κηρυχθεί αναδασωτέα λόγω προηγούμενης καταστροφής.
Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άνωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, όπως γι’ αυτές τελικώς κατεδικάσθη ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, των άρθρων 23 παρ.1 ΑΚ 1539/1938, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ.2 ΑΝ 263/1968 και άρθρο 70 παρ.1 α.ν. 998/1979, όπως αντ.
με το άρθρο 29 παρ.1 του ν.2081/1992, τις οποίες εφήρμοσε ορθά χωρίς να τις παραβιάσει εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Με τα δεδομένα αυτά, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ και Ε’ του ΚΠοινΔ δεύτερος και τρίτος λόγοι του αναιρετηρίου για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην απόφαση ως και εσφαλμένης ερμηνεία και εφαρμογής του νόμου και της εκ πλαγίου παράβασης αυτού, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, ενώ οι αιτιάσεις οι οποίες, υπό την επίκληση της έλλειψης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, ως ότι κατ’ εσφαλμενη εκτίμηση των αναγνωσθέντων εγγράφων και λοιπών αποδεικτικών στοιχείων το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η ως άνω έκταση είναι του Ελληνικού Δημοσίου, ότι αυτός εν γνώσει του και αυτογνωμόνως κατέλαβε την εν λόγω έκταση και ότι η έκταση αυτή ανήκε σε τρίτους και αυτός ενήργησε ως πληρεξούσιος των τελευταίων, πλήττουν την ουσιαστική κρίση του Τριμελούς Εφετείου και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30 Μαίου 2005 αίτηση του κατηγορουμένου Α. Τ. του Ε. για αναίρεση της 4082/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα εκ διακοσίων δέκα (210) ευρώ δικαστικά έξοδα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2005.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιανουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ