Legislator Case Law & Legislation
1279/2024 AI generated

1279/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1279/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1279/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τα πιο πάνω είναι ουσιώδη στοιχεία κάθε κατασχετηρίου, αφού ο τρίτος ο οποίος καθίσταται έτσι οφειλέτης του Δημοσίου, όχι μόνο θα λάβει ακριβή γνώση των κατασχομένων και δεν θα προβεί σε διάθεση αυτών, αλλά και θα μπορέσει να προβεί σε δήλωση σαφή και ορισμένη κατά το άρθρο 32 ΚΕΔΕ (ΑΠ 319/2021, ΑΠ 624/2021, ΑΠ 821/2018, ΑΠ 139/2018).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1279 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1279/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Βέροιας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Νικολέτα Παπαρούνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Χ. Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/7/2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 250/ΤΜ-ΑΚ/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1514/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5/5/2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ.1, 568 παρ.1, 2, 4 και 576 παρ.1 έως 3ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ` αυτήν κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεώς της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη από το αναιρεσείον υπ' αριθμ. 2343/1-7-2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης, Χ. Α. προκύπτει, ότι η αναιρεσίβλητη εταιρεία κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστεί στην παρούσα συζήτηση, από το επισπεύδον αυτήν αναιρεσείον. Όμως η ως άνω αναιρεσίβλητη δεν παρέστη κατά την εν λόγω δικάσιμο στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου. Επομένως, σύμφωνα και με την προηγηθείσα νομική σκέψη, το δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν και αυτή η διάδικος παρούσα.

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αρ. 1514/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η ασκηθείσα από το αναιρεσείον έφεση κατά της υπ' αρ. 250/2014 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, που είχε απορρίψει, ως αόριστη, την ανακοπή του κατά της αρνητικής, κατ' άρθρο 32 ΚΕΔΕ, δηλώσεως της αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 30 ΚΕΔΕ "η κατάσχεσις εις χείρας τρίτων των εις χείρας αυτών ευρισκομένων χρημάτων, καρπών και άλλων κινητών πραγμάτων του οφειλέτου του Δημοσίου ή των οφειλομένων εν γένει προς αυτό, ενεργείται υπό του διευθυντού του δημοσίου ταμείου δια κατασχετηρίου εγγράφου, μη κοινοποιουμένου εις τον οφειλέτην, περιέχοντος δε:

α) το όνομα, επώνυμον, όνομα πατρός του οφειλέτου, β) το ονοματεπώνυμον του τρίτου εις χείρας του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεσις, γ) το ποσόν δια το οποίον επιβάλλεται η κατάσχεσις, δ) πίνακα χρεών του οφειλέτου και δ) χρονολογίαν και υπογραφήν του διευθυντού του δημοσίου ταμείου. Δια του κατασχετηρίου εγγράφου προσκαλείται ο τρίτος, όπως τα υπ' αυτού εις τον οφειλέτην του Δημοσίου οφειλόμενα χρήματα καταθέση εντός οκτώ ημερών εις το δημόσιον ταμείον.

Από της ημέρας κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου εις τον τρίτον δεν δύναται ούτος να αποδώση προς τον οφειλέτην του Δημοσίου τα κατασχεθέντα χρήματα..., της κατασχέσεως επιφερούσης τα αποτελέσματα αυτοδικαίως χωρούσης αναγκαστικά εκχωρήσεως". Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι επί κατασχέσεως στα χέρια τρίτου από το Δημόσιο, που είναι αναγκαστική, το κατασχετήριο που συντάσσεται από τον αρμόδιο διευθυντή του Ταμείου και ήδη από τον προϊστάμενο της αρμόδιας ΔΟΥ, πρέπει να περιέχει, εκτός του τίτλου στον οποίο στηρίζεται, την ποσότητα της απαιτήσεως του Δημοσίου για την οποία γίνεται η κατάσχεση, το αντικείμενο της κατασχέσεως, δηλαδή αν πρόκειται για κατάσχεση χρηματικής απαιτήσεως, καρπών, κινητών πραγμάτων ή κινητών αξιών και την περιγραφή αυτών με τρόπο που να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά τους, την οφειλόμενη από τον τρίτο προς τον οφειλέτη του Δημοσίου ποσότητα και την έννομη σχέση από την οποία αυτή προέρχεται, που πρέπει να αναφέρεται συνοπτικά, αλλά κατά τρόπο σαφή, το όνομα, επώνυμο και πατρώνυμο του οφειλέτη και να επιδίδεται εγκύρως προς τον τρίτο, στα χέρια του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση.

Τα πιο πάνω είναι ουσιώδη στοιχεία κάθε κατασχετηρίου, αφού ο τρίτος ο οποίος καθίσταται έτσι οφειλέτης του Δημοσίου, όχι μόνο θα λάβει ακριβή γνώση των κατασχομένων και δεν θα προβεί σε διάθεση αυτών, αλλά και θα μπορέσει να προβεί σε δήλωση σαφή και ορισμένη κατά το άρθρο 32 ΚΕΔΕ (ΑΠ 319/2021, ΑΠ 624/2021, ΑΠ 821/2018, ΑΠ 139/2018).

Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του ανωτέρω άρθρου, ο τρίτος στα χέρια του οποίου έγινε η κατάσχεση, μέσα σε προθεσμία 8 ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου, πρέπει να δηλώσει, στο Ειρηνοδικείο του τόπου του κατασχόντος με προφορική δήλωση ή στον διενεργήσαντα την κατάσχεση με κοινοποίηση αναφοράς, αν οφείλει τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο χρήματα.

Η ως άνω δήλωση, η οποία ανάλογα με τη θέση που λαμβάνει ο τρίτος απέναντι στο περιεχόμενο του κατασχετηρίου, μπορεί να χαρακτηριστεί θετική ή αρνητική, χωρίς να αποκλείεται η κατάφαση ή η άρνηση να μην είναι ολική αλλά μερική, συνιστά υποχρέωση του τρίτου, η οποία δεν εκτείνεται μόνο στην απλή δήλωση περί του αν υφίσταται η απαίτηση, αλλά επεκτείνεται και στην υποχρέωση παροχής πληροφοριών στον κατασχόντα και επιβάλλει σαφή και ειλικρινή πληροφόρηση του τρίτου για τις σχέσεις του με τον καθ' ού η εκτέλεση.

Έτσι, η δήλωση πρέπει να είναι ειλικρινής, σαφής και ορισμένη, ώστε να προκύπτει η τυχόν υποχρέωση του τρίτου, ενώ, επί διαρκών σχέσεων, ο τρίτος πρέπει, αφενός μεν να προσδιορίζει το χρόνο παύσεως του δεσμού του με τον καθ' ού η εκτέλεση (οφειλέτη), αφετέρου δε οφείλει να εκτιμήσει και να εκθέσει όλα εκείνα τα ουσιώδη περιστατικά, που είναι ικανά να βοηθήσουν και προσανατολίσουν τον κατασχόντα στην ικανοποίηση της απαιτήσεώς του.

Αντικείμενο, εξάλλου, της κατασχέσεως στα χέρια τρίτου μπορεί να είναι και απαίτηση μέλλουσα. Απαιτείται, ωστόσο, στο χρόνο επιβολής της κατασχέσεως στα χέρια τρίτου, να υπάρχει η έννομη σχέση (π.χ. εντολή, εταιρεία, μίσθωση, χρησιδάνειο, παρακαταθήκη), από την οποία, ως αιτία δικαιογόνο, θα προκύψει η μελλοντική χρηματική απαίτηση, η οποία, όμως, μπορεί κατά τον παραπάνω χρόνο να προσδιορισθεί κατά το είδος της και κατά το πρόσωπο του οφειλέτη, όχι δε απαραιτήτως και κατά το ποσό της (ΑΠ 1081/2015).

Στην περίπτωση αυτή, δηλαδή της κατασχέσεως μέλλουσας απαιτήσεως, οπότε ο τρίτος συνήθως βρίσκεται σε αδυναμία να παράσχει σαφή πληροφόρηση και πάλι δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση υποβολής δηλώσεως, αφού στην περίπτωση αυτή, η δήλωσή του είναι δυνατόν να είναι αρνητική, ως προς την ενεστώσα οφειλή και θετική, ως προς τη μελλοντική, παρέχοντας τη διαβεβαίωση, ότι θα παρακρατήσει οτιδήποτε προκύψει στο μέλλον υπέρ του καθ' ού η κατάσχεση από την δικαιογόνο αιτία της οφειλής (ΑΠ 319/2021, ΑΠ 624/2021, ΑΠ 919/2019, ΑΠ 825/2018).

Περαιτέρω η ανακριβής δήλωση του τρίτου και εν γένει η ουσιαστικά αναληθής δήλωση αυτού, πέραν από την προς αποζημίωση ευθύνη αυτού έναντι του κατασχόντος (985 παρ. 3 εδ. β`ΚΠολΔ), χορηγεί στον κατασχόντα, όπως και η αρνητική δήλωση, δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά της δηλώσεως αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 34 του ΚΕΔΕ και 986ΚΠολΔ και να ζητήσει την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του κατασχεθέντος ποσού ή στην παράδοση του κατασχεθέντος πράγματος (άρθρο 990ΚΠολΔ - ΑΠ 96/2016), μη αποκλειομένης και της σωρεύσεως στο ίδιο δικόγραφο της ανακοπής της από το άρθρο 985 παρ. 3 περί αποζημιώσεως αγωγής (άρθρο 986 εδ.

β` ΚΠολΔ - ΑΠ 185/1990). Ανακριβής είναι η δήλωση του τρίτου είτε πρόκειται για την απόκρυψη της υπάρξεως της οφειλής είτε πρόκειται για την αναληθή ή μη πλήρη έκθεση επιμέρους πραγματικών περιστατικών που περιγράφουν τη σχέση του καθ' ού η εκτέλεση με τον τρίτο (ΑΠ 319/2021, 624/2021, ΑΠ 1261/2019). Εξάλλου, και η μη σαφής αναφορά στη δήλωση του τρίτου περί της υπάρξεως ή ανυπαρξίας της κατασχεθείσας απαιτήσεως, θεωρείται ως σιωπηρά αρνητική, για την ύπαρξη της απαιτήσεως, δήλωση, οπότε και υπόκειται στην κατά το άρθρο 34 ΚΕΔΕ ανακοπή (ΑΠ 96/2016).

Η ανακρίβεια της αρνητικής δηλώσεως κρίνεται μόνο αντικειμενικά, δηλαδή ανεξάρτητα από την υποκειμενική αντίληψη του δηλούντος και την καλή ή κακή πίστη του, γίνεται δε δεκτή κατά το άρθρ. 990ΚΠολΔ η κατ' αυτής ανακοπή, εφόσον η δήλωση δεν αληθεύει είτε ως προς τα πραγματικά περιστατικά είτε ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών.

Συνακόλουθα τούτων, κύριο αντικείμενο της σχετικής δίκης, το οποίο δημιουργείται μεταξύ του κατασχόντος και του τρίτου και το οποίο περιορίζεται από το περιεχόμενο του κατασχετηρίου και της δηλώσεως του τρίτου, είναι η εκδίκαση της απαιτήσεως του καθ' ού η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος έχει ή όχι, και σε ποια ακριβώς έκταση και με ποιους περιορισμούς, οφειλές προς τον οφειλέτη του κατασχόντος Δημοσίου (ΑΠ 319/2021, ΑΠ 624/2021, ΑΠ 1132/2019, ΑΠ 1092/2015, ΑΠ 1182/2009).

Επομένως, στο δικόγραφο της ανακοπής από το άρθρο 986ΚΠολΔ, που αποτελεί μορφή της γενικής ανακοπής του άρθρου 583ΚΠολΔ, ο ανακόπτων οφείλει να προσδιορίζει κατά τα ουσιώδη στοιχεία της την απαίτηση, δηλαδή την αιτία της οφειλής του τρίτου προς τον καθ' ού η εκτέλεση (δικαιογόνος αιτία) και τα πραγματικά περιστατικά που τη στηρίζουν (παραγωγικά γεγονότα), αφού ο ανακόπτων φέρει το βάρος της αποδείξεως της κατασχεμένης απαιτήσεως (ΑΠ 319/2021, ΑΠ 624/2021, ΑΠ 663/2017, ΑΠ 1500/2017, ΑΠ 480/2012).

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρονται στην ανακοπή τα πραγματικά γεγονότα από τα οποία απορρέει η οφειλή του τρίτου προς τον καθ' ού η εκτέλεση και όχι απλώς ότι ο τρίτος οφείλει δυνάμει ορισμένης έννομης σχέσεως, αλλιώς αυτή είναι αόριστη (ΑΠ 1065/2009). Ειδικότερα δε, επί κατασχέσεως μέλλουσας απαιτήσεως, πρέπει να προσδιορίζονται σαφώς τα περιστατικά, με βάση τα οποία προσδοκάται η δυνατότητα παραγωγής από τη συγκεκριμένη έννομη σχέση της μέλλουσας χρηματικής απαιτήσεως.

Στην περίπτωση όμως που ο τρίτος δεν αμφισβητεί με τη δήλωσή του τη δικαιογόνο αιτία και την ύπαρξη της απαιτήσεως, αλλά απλώς επικαλείται λόγους που εμποδίζουν την ικανοποίηση αυτής, η ανακοπή περιορίζεται στην αμφισβήτηση των σχετικών λόγων και υποχρεούται πλέον ο τρίτος να αποδείξει την αλήθεια των λόγων που αυτός προβάλλει με τη μορφή ενστάσεών του κατά της απαιτήσεως (ΑΠ 319/2021, 624/2021, ΑΠ 259/2020, ΑΠ 1132/2019, ΑΠ 480/2012).

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σ` αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, ανακοπής ή ενστάσεως την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 319/2021, ΑΠ 624/2021, ΑΠ 536/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, την από τον αριθμ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την ανακοπή του λόγω αοριστίας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε ομοίως απορρίψει την ανακοπή του, ως αόριστη, απορρίπτοντας το σχετικό λόγο εφέσεώς του.

Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης ανακοπής κατά δηλώσεως τρίτου προκύπτει ότι το αναιρεσείον εκθέτει τα εξής: Στη ΔΟΥ Βέροιας υπάρχουν βεβαιωμένες οφειλές σε βάρος της εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Θ. - Λ. Θ. ΟΕ" προς το Ελληνικό Δημόσιο από ΦΠΑ, φορολογία εισοδήματος, έκτακτη εισφορά, εισφορές και τέλος επιτηδεύματος, χρεωστικές δηλώσεις, συνολικού ύψους 118.416,49 ευρώ.

Για την είσπραξη αυτής της απαιτήσεως ο Προϊστάμενος της ανωτέρω ΔΟΥ επέδωσε στις 29-5-2013 στην καθ` ης η ανακοπή το υπ' αριθμ. 14.127/22.05.2013 κατασχετήριο έγγραφο, με το οποίο επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας της ως τρίτης σε όσα οφείλει ή μέλλει να οφείλει, λόγω συναλλαγών, στην οφειλέτη του Δημοσίου εταιρεία με την επωνυμία "Κ.

Θ. - Λ. Θ. ΟΕ", μέχρι του ποσού των 118.416,49 ευρώ. Στη συνέχεια εκθέτει ότι η καθ` ης η ανακοπή, στην ενσωματούμενη στο δικόγραφο της ανακοπής δήλωσή της προς την ως άνω ΔΟΥ, ισχυρίστηκε ότι : "δεν οφείλω κανένα ποσό στον οφειλέτη Κ. Θ. - Λ. Θ. ΟΕ και έχω εξοφλήσει τα τιμολόγιά του ολοσχερώς με καταθέσεις στο λογαριασμό του και δίγραμμες επιταγές.

Δεν έχω πλέον καμμιά οικονομική εκκρεμότητα". Ζήτησε δε να ακυρωθεί η παραπάνω από 30-5-2013 αρνητική δήλωση της καθ` ης, να αναγνωρισθεί ότι η καθ` ης είναι οφειλέτης του για το ως άνω ποσό, για το οποίο επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας της ως τρίτης, να υποχρεωθεί η καθ` ης με βάση τ' ανωτέρω, να καταβάλει στο ανακόπτον το ως άνω ποσό και επικουρικά, ως αποζημίωση, νομιμοτόκως από την 30-5-2013, άλλως από την επίδοση της ανακοπής.

Από την ενσωματούμενη στο δικόγραφο της ανακοπής δήλωση της αναιρεσίβλητης (καθ` ης η ανακοπή-τρίτης) προκύπτει ότι αυτή ουδέν αναφέρει περί της υπάρξεως ή μη μελλοντικών απαιτήσεων εις βάρος της από την "Κ. Θ. - Λ. Θ. ΟΕ". Κατόπιν αυτού, αν και σύμφωνα με τ' ανωτέρω λεχθέντα, το ανακόπτον όφειλε, αναφορικά με τις κατασχεθείσες από αυτό μέλλουσες χρηματικές απαιτήσεις, να προσδιορίσει σαφώς τα περιστατικά, με βάση τα οποία προσδοκάται η δυνατότητα παραγωγής τους από συγκεκριμένη έννομη σχέση της καθ' ης με την "Κ.

Θ. - Λ. Θ. ΟΕ", ουδέν αναφέρει περί τούτου στο δικόγραφο της ανακοπής του, η οποία, συνεπώς, κατά το μέρος αυτό είναι αόριστη. Ωστόσο, από την ίδια ως άνω δήλωση της αναιρεσίβλητης προκύπτει ότι αυτή, αναφορικά με τις ενεστώσες απαιτήσεις, που κατασχέθηκαν από το ανακόπτον εις χείρας της, ομολογώντας την ύπαρξη συναλλαγών της με την εταιρεία "Κ.

Θ. - Λ. Θ. ΟΕ", δήλωσε ότι έχει εξοφλήσει πλήρως όλες τις οφειλές της.

Συνεπώς, αναφορικά με τις ενεστώσες χρηματικές απαιτήσεις της "Κ. Θ. - Λ. Θ. ΟΕ" εναντίον της, η καθ' ης δεν αμφισβήτησε με τη δήλωσή της τη δικαιογόνο αιτία και την ύπαρξή τους, αλλά επικαλέστηκε απόσβεσή τους δια εξοφλήσεως, ώστε να αρκεί πλέον για το ορισμένο της ανακοπής η απλή αμφισβήτηση από το ανακόπτον-αναιρεσείον της αποσβέσεώς τους, υποχρεουμένης πλέον της καθ' ής η ανακοπή - αναιρεσίβλητης να αποδείξει την αλήθεια του ισχυρισμού της (περί εξοφλήσεως), που προβάλλει υπό μορφή ενστάσεως, σύμφωνα με τ' ανωτέρω λεχθέντα.

Κατ' ακολουθίαν αυτών, η ανακοπή, κατά το μέρος που πλήττει την αρνητική δήλωση της καθ' ής αναφορικά με τις κατασχεθείσες εις χείρας της ενεστώσες χρηματικές απαιτήσεις της εταιρείας "Κ. Θ. - Λ. Θ. ΟΕ", είναι ορισμένη. Ωστόσο, το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, κρίνοντας ότι η ανακοπή είναι στο σύνολό της αόριστη, διότι δεν προσδιορίζεται η έννομη σχέση ή έννομες σχέσεις, που αποτελούν τη βάση των συναλλαγών της καθ' ης με την "Κ.

Θ. - Λ. Θ. ΟΕ" και τη δικαιογόνο αιτία της οφειλής της καθ' ης με την εταιρεία αυτή. Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο, παρά το νόμο απέρριψε την ανακοπή, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, κατά το μέρος που με αυτή πλήττεται η αρνητική δήλωση της καθ' ής αναφορικά με τις κατασχεθείσες εις χείρας της ενεστώσες χρηματικές απαιτήσεις της εταιρείας "Κ.

Θ. - Λ. Θ. ΟΕ", υποπίπτοντας στην από το άρθρο 559 αρθμ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι κατά το μέρος τούτο βάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 2001/2009), ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται με το λόγο από το άρθρο 559 αριθ. 1ΚΠολΔ (ΑΠ 1518/2008, ΑΠ 558/2008). Με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018).

Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτο, το λόγο της εφέσεώς του για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τον πρώτο λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος, με τον οποίο παραπονείτο για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως απαράδεκτο, καθόσον το ως άνω δικαστήριο δεν είχε ερευνήσει την ουσία της υποθέσεως αλλά είχε απορρίψει την ένδικη ανακοπή ως αόριστη. Επομένως, το Εφετείο δεν προέβη σε παρά το νόμο κήρυξη απαραδέκτου και ως εκ τούτου ο ως άνω δεύτερος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως, να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που με αυτή απορρίφθηκε η ανακοπή κατά της αρνητικής δηλώσεως της αναιρεσίβλητης για τις κατασχεθείσες εις χείρας της ενεστώσες απαιτήσεις της εταιρείας "Κ. Θ. - Λ. Θ. ΟΕ". Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το άνω μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3β ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 αριθμ.1, 191 αριθμ.2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατ' άρθρο 22 παρ. 1,3 Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ.18 ΕισΝΚΠολΔ, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ 1514/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Απριλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ