Legislator Case Law & Legislation
1279/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on lack of identity of parties and failure to prove contradictory judgments.

Case Number 1279/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Second Instance Court's decision regarding inheritance rights over a joint bank account. The appellants argued the lower court failed to recognize their inheritance rights, but the Court found no identity of parties between the current suit and the prior judgment. Furthermore, the appeal regarding contradictory provisions was rejected because the appellants failed to specify the exact contradictory clauses in the operative part of the judgment. Consequently, the appeal was declared inadmissible, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1, 2 of Law 5638/1932; Article 2 of Law 17-7/1923; Articles 489, 491, 822, 830 of the Civil Code; Article 559, paragraph 17 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on contradictory provisions is inadmissible if the specific contradictory clauses in the operative part are not identified, and the identity of parties is lacking between the current suit and the prior judgment.

Keywords

AI generated
identity of parties contradictory judgments joint bank account inheritance rights inadmissible appeal legal costs Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 1, paragraph 1 and 2, sub-paragraphs a' and b' of Law 5638/1932
Article 1 of Law 951/1971
Article 124, sub-paragraph D, item a' of Law 118/1973
Article 2, paragraph 1 of Law 17-7/1923
Article 117 of the Judicial Organization Act
Article 19, paragraph 4 of Law 1969/1991
Articles 489, 491, 822 and 830 of the Civil Code
Article 559, number 17 of the Code of Civil Procedure
Article 307 of the Code of Civil Procedure
Article 495, number 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 189, number 1, 191, number 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1279 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1279/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. χήρας Θ. Τ., το γένος Α. Κ. , 2) Δ. Τ. του Θ., κατοίκων ... Αττικής οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA ΒΑΝΚ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κωφό και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/4/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4286/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2614/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25/10/2017 αίτησή τους. Με την υπ' αριθμ. 31/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νομίμως φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση για τη σημερινή δικάσιμο η από 25/10/2017 αίτηση αναίρεσης των αναιρεσειόντων ύστερα από την 31/2022 πράξη του προέδρου του τμήματος λόγω επανασυζήτησης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 κώδικα πολιτικής δικονομίας, κατά την οποία (ως άνω δικάσιμο) δεν παρέστησαν ούτε εκπροσωπήθηκαν οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι όμως είχαν παρασταθεί με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους κατά την αρχική συζήτηση στη δικάσιμο της 1ης Οκτωβρίου 2018, της οποίας αποτελεί συνέχεια η σημερινή συζήτηση.

Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 εδ. α' και β' του Ν. 5638/1932 "περί καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό", όπως το πρώτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του Ν. 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ' στοιχ. α' του ΝΔ 118/1973, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΝΔ 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", 117 ΕισΝΑΚ και 19 παρ. 4 του Ν. 1969/1991, συνδυασμένες με εκείνες των άρθρων 489, 491, 822 και 830 ΑΚ, συνάγεται ότι η σύμβαση καταθέσεως χρημάτων σε τράπεζα, ανεξάρτητα αν γίνεται υπέρ του καταθέτη ή τρίτου ή σε κοινό λογαριασμό, ενόψει του ότι αποσκοπεί στην ασφαλή φύλαξη των χρημάτων, προς την οποία και δεν αντιτίθεται η συνομολόγηση του συνηθισμένου για τραπεζικές εργασίες τόκου, καταρτίζεται με την εκ μέρους του καταθέτη μεταβίβαση της κυριότητας του, κατά τη σύναψή της καταβαλλόμενου από αυτόν χρηματικού ποσού, ως πρώτης τμηματικής παροχής του, προς την τράπεζα, ατύπως (re), η οποία έκτοτε με την παράδοση γίνεται κυρία των χρημάτων (άρθρο 1034 ΑΚ), πλην όμως έχει ευθεία υποχρέωση να τα καταβάλει στο δικαιούχο όταν της ζητηθεί.

Η λειτουργία ωστόσο της συμβάσεως αυτής καθιδρύει συνήθως μία σχέση διαρκούς και πολλές φορές καθημερινής συνεργασίας μεταξύ των συμβαλλομένων. Η εκτέλεσή της δηλαδή γίνεται συνήθως όχι με μία καταβολή και ανάληψη του ποσού αυτής, αλλά με πολυάριθμες τμηματικές τέτοιες, που προσδιορίζονται εκάστοτε από την βούληση του καταθέτη.

Εξάλλου, χρηματική κατάθεση σε τράπεζα και σε κοινό λογαριασμό είναι εκείνη που γίνεται στο όνομα δύο ή περισσοτέρων και περιέχει τον όρο ότι του λογαριασμού αυτού μπορεί να κάνει χρήση ολικώς ή μερικώς, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, είτε ένας, είτε μερικοί, είτε όλοι μαζί οι δικαιούχοι (ΑΠ 1122/2005). Για την εγκυρότητα της καταθέσεως δεν απαιτείται να γίνει αυτή από κοινού από όλους τους δικαιούχους, αλλά μπορεί να καταρτισθεί από μερικούς ή και από έναν δικαιούχο, ακόμη και από τρίτο πρόσωπο μη δικαιούχο.

Και τούτο διότι από τη γραμματική διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων, αλλά και την τελολογική ερμηνεία τους, την τραπεζική πρακτική και την ταχύτητα των συναλλαγών, δεν απαιτείται κοινή εμφάνιση και δήλωση των καταθετών και δικαιούχων, δηλαδή σύμπραξή τους ενώπιον της τράπεζας. Εξάλλου, χαρακτηριστική είναι η αναφορά του όρου "δικαιούχοι" και όχι "καταθέτες" στην διατύπωση των παραπάνω διατάξεων.

Παράλληλα, η σύμβαση κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό αποτελεί και μια ιδιόμορφη σύμβαση υπέρ τρίτου και μάλιστα γνήσια. Από την πιο πάνω σύμβαση τρίτος μη συμβαλλόμενος αποκτά ευθεία ενοχική αξίωση κατά του δότη της υπόσχεσης (άρθρο 411 ΑΚ), αλλά ταυτόχρονα και ο συμβαλλόμενος καταθέτης έχει δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή από τον δότη της υπόσχεσης (τράπεζα) για τον εαυτό του.

Δημιουργείται δηλαδή ένας συνδυασμός ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής και γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου, μία sui generis συμβατική ενοχή, επιτρεπτή σύμφωνα με την ελευθερία των συναλλαγών και την αυτονομία της ιδιωτικής βούλησης. Παράγεται μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός και του δέκτη της καταθέσεως νομικού προσώπου αφετέρου, ενεργητική εις ολόκληρο ενοχή, υπό την έννοια των άρθρων 489 έως 493 του ΑΚ, συνάγεται δε σαφώς από την διάταξη του άρθρου 493 του ΑΚ, κατά το οποίο, μεταξύ τους οι περισσότεροι δανειστές έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση, συνδυαζόμενο με το άρθρο 491 παρ. 1 εδ.

α' του ίδιου Κώδικα, ότι σε περίπτωση αναλήψεως ολόκληρου του ποσού της χρηματικής καταθέσεως από τον ένα μόνο δικαιούχο, αποσβέννυται μεν έναντι του δέκτη της καταθέσεως η απαίτηση και ως προς τον άλλο, μη αναλαβόντα δανειστή, αποκτά όμως ο δανειστής αυτός απαίτηση εκ του νόμου, έναντι του αναλαβόντος, για καταβολή σε αυτόν ποσού ίσου προς το μισό του αναληφθέντος ισόποσου της καταθέσεως, εκτός αν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα στο σύνολο του ποσού της καταθέσεως ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής, εξαίρεση της οποίας το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεως έχει ο διάδικος, ο οποίος προβάλλει περιστατικά που θεμελιώνουν το ως άνω εξαιρετικό δικαίωμα (ΑΠ 877/2008, ΑΠ 1031/2003, ΑΠ 855/2002, ΑΠ 1563/2000).

Εκείνος, όμως, από τους δικαιούχους που απέσυρε τα χρήματα μιας τέτοιας καταθέσεως καθίσταται κύριος αυτών και δεν διαπράττει υπεξαίρεση σε βάρος των λοιπών, και κατ' επέκταση αδικοπραξία, γιατί τα χρήματα δεν είναι ξένα προς αυτόν που τα απέσυρε. Είναι δε αδιάφορο αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκουν σε όλους ή σε μερικούς μόνο από τους δικαιούχους (ΑΠ 1128/2017, ΑΠ 529/2015).

Περαιτέρω, η εσωτερική σχέση μεταξύ περισσοτέρων συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού αποτελεί το λόγο, για τον οποίο συνάπτεται η σύμβαση κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό. Η εσωτερική αυτή σχέση όμως δεν επηρεάζει το κύρος της εξωτερικής σχέσης μεταξύ της τράπεζας και των συνδικαιούχων. Η σχέση μεταξύ των περισσοτέρων συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού μπορεί να είναι επαχθής ή χαριστική.

Η εσωτερική σχέση είναι επαχθής, όταν οι συνδικαιούχοι συνδέονται μεταξύ τους με εταιρεία ή με σύμβαση δανείου ή εντολής, βάσει της οποίας ο εντολέας ορίζει άλλον ως συνδικαιούχο, αναθέτοντάς του, απλώς προς διευκόλυνσή του, να προβαίνει σε ορισμένες ενέργειες σχετικές με την κίνηση του λογαριασμού, και τα χρήματα, τα οποία έχει καταθέσει σ' αυτόν.

Κατ' αντιδιαστολή, η εσωτερική σχέση είναι χαριστική όταν μεταξύ τους οι συνδικαιούχοι συνδέονται με σύμβαση δωρεάς εν ζωή ή αιτία θανάτου, με κληροδοσία ή άλλη χαριστική επίδοση εν ζωή ή αιτία θανάτου. Η εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων καθορίζει και το μεταξύ τους δικαίωμα αναγωγής (ΑΠ 539/1992).

Δικαίωμα υπάρχει κατά συνδικαιούχου του κοινού λογαριασμού, ο οποίος έλαβε ολόκληρο ή μέρος του υπολοίπου της κατάθεσης μεγαλύτερο της αναλογίας που του αντιστοιχούσε με βάση την εσωτερική σχέση. Δεν αποκλείεται η εσωτερική σχέση να προβλέπει ότι δεν υπάρχει δικαίωμα αναγωγής μεταξύ των συνδικαιούχων (ΑΠ 540/1998).

Στην περίπτωση, κατά την οποία μεταξύ των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί ιδιαίτερη εσωτερική σχέση αναφορικά με το δικαίωμα αναγωγής, πρέπει να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 493 ΑΚ, η οποία θεμελιώνει μια εκ του νόμου εσωτερική μεταξύ των συνδικαιούχων σχέση, ως εκ των έσω αντανάκλαση της ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής.

Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση, που η εσωτερική σχέση δεν προβλέπει τα μερίδια μεταξύ των συνδικαιούχων. Στις περιπτώσεις αυτές οι συνδικαιούχοι έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη. (ΑΠ 1001/2012). Τέλος, με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 Ν. 5638/1932, τα οποία επίσης διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ' στοιχ. α' ΝΔ 118/1973, ορίζεται, αντιστοίχως, ότι "επί των καταθέσεων τούτων δύναται να τεθή προσθέτως ο όρος, ότι, άμα τω θανάτω οιουδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεσις και ο εκ ταύτης λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως εις τους λοιπούς επιζώντας, μέχρι του τελευταίου τούτων".

Και ότι "διάθεσις της καταθέσεως διά πράξεως, είτε εν ζωή, είτε αιτία θανάτου, δεν επιτρέπεται, οι δε κληρονόμοι του τελευτήσαντος είτε εξ αδιαθέτου είτε εκ της διαθήκης, συμπεριλαμβανομένων και των αναγκαίων τοιούτων ... ουδέν δικαίωμα κέκτηνται επί της καταθέσεως". Από τις διατάξεις αυτές, η πρώτη από τις οποίες αναφέρεται στις εσωτερικές μεταξύ των περισσότερων καταθετών σχέσεις, ενώ η δεύτερη ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ της τράπεζας, στην οποία έχει γίνει η κατάθεση, και των περισσότερων καταθετών, συνδυαζόμενες και με τις προαναφερόμενες, προκύπτει, ότι, σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, δε χωρεί υποκατάσταση αυτού από τους τυχόν κληρονόμους του έναντι της τράπεζας, κατά της οποίας και δεν μπορούν να στραφούν, επικαλούμενοι το κληρονομικό τους δικαίωμα, διότι, διαφορετικά, θα επερχόταν μεταβολή του προσώπου του καταθέτη χωρίς τη συγκατάθεση της τράπεζας.

Ο επιζών καταθέτης, ως εις ολόκληρον δανειστής έναντι της τράπεζας, μπορεί να εισπράξει και ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης, οπότε οι κληρονόμοι του αποθανόντος θα μπορούν να αξιώσουν απ' αυτόν το τμήμα εκείνο της κατάθεσης που αναλογεί στον δικαιοπάροχό τους, με βάση τις εσωτερικές σχέσεις των καταθετών.

Εάν, όμως, έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 Ν. 5638/1932, σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, περιέρχεται αυτοδικαίως ("ιδίω ονόματι" και "εξ ιδίου δικαίου") η κατάθεση και ο απ' αυτήν λογαριασμός στους επιζώντες, έναντι των οποίων οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν μπορούν να στραφούν και να αξιώσουν το κατά τις εσωτερικές σχέσεις τμήμα της κατάθεσης, που αναλογούσε σε εκείνον, όπως θα μπορούσαν αν δεν είχε τεθεί ο ως άνω όρος, του οποίου σε αυτό και μόνο εξαντλείται η νομική ενέργεια (ΑΠ 1128/2017, ΑΠ 1782/2007).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 10/2011, 7/2006). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ? ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015).

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ? αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα, από την εκτίμηση αυτή, εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ ΑΠ861/1984). Δηλαδή, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος, για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 74/2016).

Η ύπαρξη δε νομίμου βάσεως και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκείμενου λόγου αναιρέσεως, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, σε αντίθεση με την έρευνα άλλων αναιρετικών λόγων, ελέγχοντας την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση και το αιτιολογικό της (ΑΠ 1053/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2, παραδεκτή επισκόπηση αυτής, δέχθηκε τα εξής: "Ο Θ. Τ., σύζυγος της πρώτης ενάγουσας - εφεσίβλητης και πατέρας του δευτέρου ενάγοντος - εφεσίβλητου, ο οποίος απεβίωσε την 05.10.2001, διατηρούσε στο υποκατάστημα ...

της εναγομένης - εκκαλούσας δύο ατομικούς τραπεζικούς λογαριασμούς με αριθμούς ... και ..., καθώς και έναν κοινό τραπεζικό λογαριασμό με συνδικαιούχο τη μη διάδικο στην παρούσα δίκη κόρη του, Ε. Τ., με αριθμό .... Πριν από τον θάνατό του και συγκεκριμένα, στις 05.09.2001, ενώ νοσηλευόταν στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών, από 01.09.2001, πάσχων από "αδενοκαρκίνωμα στομάχου - καρκιvωματώδη διήθηση μυελού των οστών - σηπτική καταπληξία", με έγγραφη εξουσιοδότηση του, που έφερε βεβαίωση του γνησίου της επ' αυτής υπογραφής του, υπογεγραμμένη από τον γενικό Διευθυντή του εν λόγω νοσηλευτηρίου, Κ.

Σ., εξουσιοδότησε την ως άνω κόρη του, Ε. Τ., να εξοφλήσει τους παραπάνω ατομικούς λογαριασμούς του, που διατηρούσε στο προαναφερόμενο υποκατάστημα της εvαγομένης- εκκαλούσας και να ανοίξει αντίστοιχους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς στο όνομα αυτού και της ιδίας (Ε. Τ.), διεπόμεvους από τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του v. 5638/1932.

Η εvαγόμενη και ήδη εκκαλούσα, εκτελώντας, με βάση την εν λόγω εξουσιοδότηση, την ανωτέρω εντολή του Θ. Τ., έκλεισε την ίδια ημέρα (05.09.2001) τους δύο παραπάνω ατομικούς λογαριασμούς και άνοιξε έναν κοινό τραπεζικό λογαριασμό στο όνομα αυτού και της κόρης του, Ε. Τ., με αριθμό ... Στον τελευταίο αυτό λογαριασμό επενδύθηκε σε REPOS για το χρονικό διάστημα από 10.09.2001 έως 11.10,2001 το ποσό των 150.718,73 ευρώ, το οποίο κατά τη λήξη του θα απέδιδε το ποσό των 151.205,42 ευρώ, που θα πιστωνόταν στον παραπάνω με αριθμό ...

κοινό (επ' ονόματι Θ. Τ. και Ε. Τ.) τραπεζικό λογαριασμό. Όταν όμως η Ε. Τ. επισκέφθηκε το παραπάνω κατάστημα της ε:κ:καλούσας το δεύτερο δεκαήμερο του Οκτωβρίου 2001, μετά δηλαδή το θάνατο του πατέρα της, Θ. Τ., προκειμένου να ενημερωθεί για την εξέλιξη της επενδύσεως σε REPOS, διαπίστωσε ότι η εκκαλούσα τράπεζα, την 03.10.2001, πριν δηλαδή το θάνατο του πατέρα της, χωρίς εντολή αυτού ή δική της, έκλεισε τον κοινό τραπεζικό λογαριασμό, που είχε ανοίξει την 05.09.2001 με την προαναφερόμενη έγγραφη εξουσιοδότηση του πατέρα της, και άνοιξε νέο τραπεζικό λογαριασμό στο όνομα μόνο του τελευταίου με αριθμό ..., στον οποίο την 03.10.2001 μετέφερε το ποσό των 6.915,25 ευρώ από τον με αριθμό ...

κοινό τραπεζικό τους λογαριασμό, καθώς και το ποσό των 151.046,34 ευρώ από τον με αριθμό ... επίσης κοινό τραπεζικό τους λογαριασμό. Ακολούθως, η Ε. Τ., αφού διαπίστωσε ότι η εναγόμεvη και ήδη εκκαλούσα έκλεισε χωρίς δική της ή του πατέρα της εντολή τον προαναφερόμενο κοινό λογαριασμό τους, μεταφέροντας το σύνολο των καταθέσεων σε ατομικό λογαριασμό, άσκησε την από 07.01.2002 και με αριθμ.

καταθ. .....2002 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομέvης και ήδη εκκαλούσας τράπεζας να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 157.633,98 ευρώ, ως αποζημίωση, λόγω της αδικοπραξίας των προστηθέντων της υπαλλήλων και το ποσό των 11.738,81 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής της βλάβης, που υπέστη, από την αδικοπραξία αυτή.

Η νυν εvαγόμεvη και ήδη εκκαλούσα, ως εναγόμεvη και σε εκείνη τη δίκη, αμυνόμενη στην παραπάνω αγωγή της Ε. Τ., ισχυρίσθηκε ότι κατά τις αμέσως επόμενες ημέρες της 05.09.2001, ημερομηνία κατά την οποία ζητήθηκε από την τελευταία και πραγματοποιήθηκε από την ίδια (τράπεζα) η μεταφορά του συνόλου των χρηματικών καταθέσεων του πατέρα της, Θ.

Τ., σε κοινούς με αυτήν λογαριασμούς, εμφανίστηκε στο παραπάνω κατάστημά της, η γνωστή στους υπαλλήλους της από άλλες συναλλαγές μητέρα της τότε ενάγουσας και ήδη πρώτη ενάγουσα - εφεσίβλητη, Ε. Τ. και της γνωστοποίησε ότι ο σύζυγός της ήταν σε "κώμα" στο προαναφερόμενο θεραπευτήριο, εφιστώντας συγχρόνως την προσοχή της να μην προβεί σε οποιαδήποτε -συναλλαγή με την κόρη της Ε.

Τ. σχετική με τους λογαριασμούς του συζύγου της και πατέρα της τελευταίας · και ότι πληροφορούμενη τούτο επειδή θεώρησε ότι ο ανωτέρω πελάτης της δεν ήταν, κατά το χρόνο, που χορηγήθηκε η εξουσιοδότηση, ικανός προς δικαιοπραξία, ενήργησε κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα "εγγυητικώς" και προς διασφάλιση των συμφερόντων του τελευταίου.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υα' αριθμ. 217/2003 απόφασή του, αφού απέρριψε, κατ' ουσίαν, τον παραπάνω ισχυρισμό της τότε και τώρα εναγομένης και ήδη εκκαλούσας, δεχόμενο ότι η έγγραφη εξουσιοδότηση του Θ. Τ. δόθηκε νομίμως στην Ε. Τ. καθ' ον χρόνο η κατάσταση της υγείας του εξουσιοδοτούντος ήταν καλή, έκρινε ότι το, εκ μέρους των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας τράπεζας, κλείσιμο του παραπάνω κοινού λογαριασμού με αριθμό ..., ήταν παράνομο αφού έγινε χωρίς εντολή των δικαιούχων.

Επίσης, με την ίδια ως άνω απόφαση κρίθηκε ότι η παράνομη αυτή πράξη είχε ως αποτέλεσμα να ζημιωθεί η Ε. Τ. κατά το συνολικό ποσό των 157.633,98 ευρώ και να υποστεί αυτή ηθική βλάβη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων της τράπεζας και νυν εναγομένης - εκκαλούσας. Με βάση το ως άνω σκεπτικό, έγινε δεκτή εν μέρει η παραπάνω αγωγή, αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση της νυν εκκαλούσας να καταβάλει στην Ε.

Τ. το ποσό των 157.633,98 ευρώ προς αποκατάσταση της περιουσιακής της ζημίας, καθώς και το ποσό των 1.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής της βλάβης. Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους της τότε και τώρα εναγομένης και ήδη εκκαλούσας, εξεδόθη η υπ' αριθμ. 6351/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με την εν λόγω απόφασή κρίθηκε, όπως και πρωτοδίκως, ότι τα προστηθέντα όργανα της νυν εκκαλούοας τράπεζας κλείνοντας αυθαίρετα τον προαναφερόμενο κοινό λογαριασμό και μεταφέροντας, επίσης, αυθαίρετα το σύνολο των τραπεζικών καταθέσεων στο νέο ατομικό λογαριασμό του Θ.

Τ., που ανοίχθηκε χωρίς την απαραίτητη προς τούτο εντολή ή εξουσιοδότηση των δικαιούχων, επέδειξαν βαριά αμέλεια κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους, με συνέπεια να προκαλέσουν ζημία στην Ε. Τ., απορρίπτοντας ως ουσία αβάσιμο τον προαναφερόμενο, πρωτοδίκως προβληθέvτα, ισχυρισμό της εκκαλούσας τράπεζας, περί ανικανότητας για δικαιοπραξία του εξουσιοδοτούvτος.

Επίσης, με την ίδια ως άνω απόφαση του Εφετείου κρίθηκε: α) ότι μετά την αυθαίρετη μεταφορά του εν λόγω χρηματικού ποσού προ του θανάτου του Θ. Τ. σε ατομικό τραπεζικό λογαριασμό αυτού, η Ε. Τ. υπέστη ζημία ανερχόμενη στα 5/8 του ποσού των 157.633,98 ευρώ, ήτοι στο ποσό των 98.521,24, δεδομένου ότι το υπόλοιπο ποσό, που δικαιούνταν να λάβει αυτή, ως συvδικαιούχος των παραπάνω κοινών με τον αποβιώσαντα λογαριασμών, δεν εμποδιζόταν να το εισπράξει, αφού είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμος κατά τα 3/8 εξ αδιαιρέτου και συντρέχει στην κληρονομία του αποβιώσαντος πατρός της με τους ενάγοντες στην παρούσα δίκη και ήδη εφεσίβλητους και β) ότι πρέπει να επιδικασθεί στην Ε.

Τ. ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη από την σε βάρος της αδικοπραξία, το ποσό των 700 ευρώ. Κατόπιν τούτων με την υπ' αρ. 6351/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, μετά από εξαφάνιση της τότε εκκαλουμένης αποφάσεως, αναγνωρίστηκε ότι η νυν εκκαλούσα τράπεζα όφειλε να καταβάλει, για τις ανωτέρω αιτίες, στην Ε.

Τ. το ποσό των 99.221,24 ευρώ (98.521,24+700=) 99.221,24 ευρώ. Η τότε και τώρα εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα τράπεζα άσκησε αίτηση αναιρέσεως κατά της παραπάνω αποφάσεως του Δικαστηρίου αυτού, η οποία όμως απορρίφθηκε δυνάμει της υπ' αρ. 2012/2007 αποφάσεως του Αρείου Πάγου. Ωστόσο, πριν τη συζήτηση της παραπάνω αιτήσεως αναιρέσεως η νυν εκκαλούσα τράπεζα, συμμορφούμενη με την υπ' αριθμ. 6351/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατέβαλε στην Ε.

Τ. το επιδικασθέν με αυτήν ποσό των 99.221,24 ευρώ πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων. Επίσης, εκκρεμούσης της αγωγής της Ε. Τ. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτή ζητούσε να της καταβάλει η νυν εκκαλούσα τράπεζα το αντιστοιχούν στο κληρονομικό της μερίδιο των 3/8 χρηματικό ποσό επί του ποσού των 157.633,98 ευρώ, ήτοι να της καταβάλει το ποσό των 59.418,74 ευρώ, η τελευταία (τράπεζα) κατά συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, κατέβαλε σε αυτήν το αιτούμενο με την αγωγή ως άνω ποσό, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων.

Συνολικά, δηλαδή, μέχρι σήμερα η νυν εκκαλούσα τράπεζα έχει καταβάλει στην Ε. Τ. το ποσό των (98.521,24+59.418,74=) 157.939,98 ευρώ, καθώς και το ποσό των 700 ευρώ ως χρηματική ικανοποiηση, λόγω ηθικής βλάβης. Ετσι σύμφωνα με τα ανωτέρω, κατά το χρόνο θανάτου του Θ. Τ., εμφανιζόταν να είχε κλείσει ο με αριθμό ... κοινός λογαριασμός με συνδικαιούχους την Ε.

Τ. και το Θ. Τ. και να βρίσκεται σε λειτουργία ο με αριθμό ... ατομικός λογαριασμός στο όνομα του τελευταίου, στον οποίο είχε κατατεθεί το σύνολο των καταθέσεων από τους παραπάνω κοινούς λογαριασμούς, ύψους (151.046,34+6.915,25=) 157.961,59 ευρώ. Ωστόσο, όπως αποδείχθηκε, το κλείσιμο του υπ' αρ. ... κοινού λογαριασμού και η μεταφορά των προαναφερόμενων ποσών στον νέο υπ' αρ. ...

ατομικό λογαριασμό, που ανοίχθηκε επ' ονόματι του Θ. Τ., έγιναν αυθαίρετα από τους υπαλλήλους της εκκαλούσας τράπεζας, ήτοι χωρίς τη συναίνεση ή έγκριση από τους, κατά το χρόνο εκείνο, νόμιμους συvδικαιούχους των υπ' αρ. ... και ... κοινών λογαριασμών, Θ. Τ. και Ε. Τ., από τους οποίους μεταφέρθηκαν τα χρήματα. Τις παραπάνω αυθαίρετες, άλλωστε, ενέργειες των προστηθέντων υπαλλήλων της εκκαλούσας τράπεζας συνομολογούν και οι ενάγουσες και ήδη εφεσίβλητες στις προτάσεις, που κατέθεσαν στο Δικαστήριο αυτό, παραγομέvης συνεπώς ως προς τούτο πλήρους αποδείξεως (352 ΚΠολΔ).

Επομένως....ο Θ. Τ. το χρόνο του θανάτου του δεν είχε καταστεί νόμιμος δικαιούχος του προαναφερόμενου ποσού (157.961,59 ευρώ), που κατατέθηκε αυθαιρέτως στον υπ' αρ. ... λογαριασμό της εκκαλούσας τράπεζας, ο οποίος ανοίχθηκε επίσης αυθαιρέτως επ' ονόματί του και συνεπώς, η εν λόγω χρηματική κατάθεση δεν περιλαμβάνεται στην κληρονομιαία περιουσία αυτού.

Ενόψει τούτου, αβασίμως οι ενάγουσες και ήδη εφεσίβλητες, με την ένδικη αγωγή τους αξιώνουν κληρονομικά δικαιώματα επί της παραπάνω συγκεκριμένης χρηματικής καταθέσεως του υπ' αρ. ... λογαριασμού. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ουδόλως αναιρούνται τα ανωτέρω από την κρίση της υπ' αρ. 6351/2005 αποφάσεως του δικαστηρίου αυτού, δεδομένου ότι με την εν λόγω απόφαση δεν αναγνωρίστηκε κληρονομικό δικαίωμα επί της ως άνω χρηματικής καταθέσεως στις ήδη εφεσίβλητες, οι οποίες, άλλωστε, δεν ήταν και διάδικοι σε εκείνη τη δίκη.

Συνεπώς, αποδεικνύεται ουσιαστικά αβάσιμη η υπό κρίση αγωγή των εφεσίβλητων". Κατόπιν τούτων το εφετείο αφού έκανε δεκτή την έφεση εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, που είχε κάνει δεκτή την αγωγή και είχε υποχρεώσει την εκκαλούσα να καταβάλει, νομιμοτόκως από της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση στην πρώτη εφεσίβλητη το ποσό των 31.390,40 ευρώ, στο δε δεύτερο εφεσίβλητο το ποσό των 59.085,60 ευρώ, διότι έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και την απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, καθόσον ορθώς εφάρμοσε τις εφαρμοστέες διατάξεις των άρθρων κατά το άρθρο 1 παρ.1 και 2 Ν.5638/1932, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ΝΔ 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ.Δ' στοιχ.α' ΝΔ 118/1973, 361, 493 ΑΚ και περιέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες:

α) ότι Θ. Δ.. Τ., σύζυγος της πρώτης αναιρεσείουσας και πατέρας του δεύτερου αναιρεσείοντος που απεβίωσε την 5-10-2001, διατηρούσε στο υποκατάστημα ... της εναγομένης Τράπεζας (ALPHA BANK AE), δύο ατομικούς τραπεζικούς λογαριασμούς, με αριθμούς ... και ..., αντίστοιχα, και έναν κοινό διαζευκτικό τραπεζικό λογαριασμό με συνδικαιούχο την ενάγουσα κόρη του, με αριθμό ...,ότι εξουσιοδότησε την κόρη του Ε.

Τ. να εξοφλήσει τούς παρακάνω ατομικούς λογαριασμούς του που διατηρούσε στο προαναφερόμενο υποκατάστημα της εναγομένης, και να ανοίξει αντίστοιχους κοινούς διαζευκτικούς τραπεζικούς λογαριασμούς στο όνομα αυτού και της ενάγουσας, διεπόμενους από τις διατάξεις των άρθρων 7 και 3 του ν. 5638/1932, ότι την ίδια ημέρα (5-9-2001) έκλεισε τους δύο ατομικούς λογαριασμούς και άνοιξε έναν κοινό διαζευκτικό τραπεζικό λογαριασμό στο όνομα αυτού και της ενάγουσας με αριθμό ....

Στον τελευταίο αυτό λογαριασμό επενδύθηκε, σε REPOS, για το χρονικό διάστημα από 10-9 έως 11-10-2000) το ποσό των 51.357.407 δραχμών ή 150.718,73 Ευρώ, το οποίο κατά τη λήξη του θα απέδιδε το ποσό των 51.523.249 δραχμών ή 151.205,42 Ευρώ, που θα πιστωνόταν στον κοινό διαζευκτικό τραπεζικό λογαριασμό που ήδη υπήρχε στο όνομα του πατέρα της ενάγουσας και της ίδιας και β) 1) ότι κατά τον χρόνο θανάτου του Θ.

Τ. , εμφανιζόταν να έχει κλείσει ο ... λογαριασμός με συνδικαιούχους την Ε. και τον Θ. Τ. και να βρίσκεται σε λειτουργία ο με αριθμό ... ατομικός λογαριασμός στο όνομα του τελευταίου στον οποίο είχε κατατεθεί το σύνολο των καταθέσεων από τους παραπάνω κοινούς λογαριασμούς, 2) ότι ο ατομικός αυτός λογαριασμός ανοίχτηκε αυθαίρετα από τους υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης τράπεζας χωρίς την συναίνεση ή έγκριση από τους κατά το χρόνο εκείνο νόμιμους συνδικαιούχους των κοινών λογαριασμών με αριθμούς ...

και ... από τους όποιους λογαριασμούς μεταφέρθηκαν τα χρήματα, 3) ότι ο αποβιώσας Θ. Τ. κατά το χρόνο του θανάτου του δεν είχε καταστεί νόμιμος δικαιούχος του ποσού των 157.961,59 ευρώ διότι το ανωτέρω ποσό κατατέθηκε αυθαιρέτως στον υπ' αρ. ... λογαριασμό της εκκαλούσας τράπεζας, και συνεπώς η εν λόγω χρηματική κατάθεση δεν περιλαμβάνεται στην κληρονομιαία περιουσία αυτού, μη αμφισβητουμένης της κληρονομικής ιδιότητας των αναιρεσειόντων και 4) από την προηγηθείσα δικαστική διαμάχη μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της τρίτης ,Ε.

Τ. , δεν παράγεται δεδικασμένο ως προς την απόδοσης κληρονομιαίας περιουσίας . Το Εφετείο επομένως διέλαβε επαρκείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος από τον αρ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, και τρίτος , κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετικοί λόγοι κρίνονται απορριπτέοι, ως αβάσιμοι.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Για να ιδρυθεί, δηλαδή, ο λόγος αυτός πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να ασχολήθηκε με το δεδικασμένο, ήτοι την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) αν η αναιρεσιβαλλομένη ασχολήθηκε με το ζήτημα του δεδικασμένου, β) η απόφαση, από την οποία δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, γ) το αντικείμενο του δεδικασμένου της απόφασης αυτής, δ) τα ζητήματα που κρίθηκαν με δύναμη δεδικασμένου, αναφορικά με το αντικείμενο της ενεστώσας δίκης και ε) οι σχετικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης (Α.Π. 81/2020, Α.Π. 169/2019, Α.Π. 563/2017, Α.Π. 1324/2013, Α.Π. 945/2008).

Εξάλλου, μολονότι κατά το άρθρο 332 του Κ.Πολ.Δ. το δεδικασμένο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, δεν αφορά, ωστόσο, τη δημόσια τάξη, αφού οι σχετικές μ` αυτό διατάξεις εξυπηρετούν τα ιδιωτικά, πρωτίστως, συμφέροντα και όχι άλλα ανώτερα κοινωνικά συμφέροντα. Επομένως, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του το δεδικασμένο ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, εφόσον ο σχετικός, με το δεδικασμένο, ισχυρισμός προτάθηκε, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και ρητά απορρίφθηκε, δηλαδή, περιέχεται στην απόφαση του δικαστηρίου αρνητική κρίση για τη συνδρομή του δεδικασμένου, πρέπει δε αυτό να αναφέρεται στο αναιρετήριο, αλλιώς ο λόγος αναίρεσης είναι και πάλι αόριστος (Ολ.Α.Π. 1339/1985, Α.Π. 2/2006, Α.Π. 1002/2005).

Αντίθετα, αν στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχεται η οποιαδήποτε κρίση για την ύπαρξη ή ανυπαρξία δεδικασμένου, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16, αλλά από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την προϋπόθεση, που πρέπει, επίσης, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο διάδικος προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας την τελεσίδικη απόφαση, από την οποία απορρέει το δεδικασμένο και το επικαλέσθηκε προς απόδειξη ή απόκρουση της ένδικης αγωγής (Α.Π. 299/2020, Α.Π. 1311/2018, Α.Π. 1345/2011, Α.Π. 1858/2005, Α.Π. 130/2004, Α.Π. 853/2001).

Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 του Κ.Πολ.Δ., η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, δεδικασμένο, το οποίο δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί και, συνακόλουθα, το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογητική σχέση, από την οποία έχει αυτό παραχθεί, δεν επιτρέπεται να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης.

Η απαγόρευση αυτή λειτουργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει το δικαίωμα που κρίθηκε εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο, είτε ως παρεμπίπτον ζήτημα, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο (Α.Π. 1708/2014, Α.Π. 61/2006).

Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό δικαίωμα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβασή ή ένσταση συμψηφισμού. Έννομη σχέση, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσιδίκως και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβεσαν τις έννομες αυτές συνέπειες.

Εξάλλου η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης και όχι από αυτό της αγωγής που κρίθηκε, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενό της ή το υπερέβη ή απομακρύνθηκε από αυτό, αφού δεδικασμένο παράγεται και από εσφαλμένη απόφαση (Ολ.Α.Π. 1/2005). Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθ. 16 περ.

β' άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο για την ένδικη υπόθεση από την 6351/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που είχε δεχθεί ότι τα προστηθέντα όργανα της εναγομένης, κλείνοντας τον κοινό διαζευκτικό λογαριασμό της Ε. Τ. , μη διάδικος στην παρούσα δίκη, και του πατέρα της και μεταφέροντας το σύνολο των χρηματικών καταθέσεων στον νέο ανοιχθέντα ατομικό λογαριασμό του τελευταίου, χωρίς την απαραίτητη προς τούτο εντολή ή εξουσιοδότηση των ανωτέρω δικαιούχων των εν λόγω λογαριασμών ενήργησαν οπωσδήποτε παρανόμως και υπαιτίως, επιδεικνύοντας βαρεία αμέλεια στην άσκηση των ανατεθέντων σ' αυτά, καθηκόντων, δεδομένου ότι, ενόψει των ανωτέρω, η εκτροπή τους από τους κανόνες της στις συναλλαγές απαιτούμενης επιμέλειας είναι ιδιαίτερα μεγάλη και ασυνήθως σοβαρή.

Ακολούθως, το Εφετείο, δεχόμενο την εξ αδικοπραξίας αστική ευθύνη της Τράπεζας επεδίκασε στην Ε. Τ. το ποσό των 98.521,24 ευρώ προς αποκατάσταση της θετικής ζημίας που αυτή υπέστη αιτιωδώς συνδεόμενης προς παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των αρμοδίων αυτής οργάνων κατά την εκτέλεση των ανατεθειμένων σ' αυτά υπηρεσιακών καθηκόντων, ισουμένης (της ζημίας) προς τη διαφορά του ποσού που αυτή θα εισέπραττε ως συνδικαιούχος του κοινού λογαριασμού μετά τον θάνατο του πατέρα της, αν δεν γινόταν η παράνομη μεταφορά σε νέο λογαριασμό, και εκείνου που μπορεί να εισπράξει από το ποσό του νέου λογαριασμού ως συγκληρονόμος του πατέρα της κατά ποσοστό 5/8 εξ αδιαίρετου.

Το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι με την πιο πάνω 6351/2005 απόφασή του δεν αναγνωρίστηκε κληρονομικό δικαίωμα επί της ως άνω χρηματικής καταθέσεως στους αναιρεσείοντες , οι οποίοι άλλωστε δεν ήταν διάδικοι στην δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η 6351/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και επομένως δεν υφίσταται ταυτότητα διαδίκων μεταξύ των δύο δικών.

Άρα ορθά δέχθηκε ανυπαρξία δεδικασμένου, Επομένως, ο κρινόμενος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αρ.17 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Εντεύθεν συνάγεται, ότι η αντίφαση πρέπει να υπάρχει στο διατακτικό της απόφασης μεταξύ των διατάξεών της, έτσι ώστε λόγω των αντιφάσεων να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 309/2014, ΑΠ 2061/2007). Για να είναι ορισμένος ο λόγος πρέπει να αναφέρονται οι φερόμενες ως αντιφατικές διατάξεις του διατακτικού και να προσδιορίζονται με ακρίβεια η αντίφασή τους.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον (αριθμό 19 και )αρ.17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια περί αντιφατικών διατάξεων της ίδιας της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικά ότι, "από τη λεπτομερή και υπεύθυνη εξέταση της αναιρεσιβαλλομένης υποθέσεως αυτή εμφανίζει σαφείς αντιφάσεις και με σκέψεις όλως ανεπαρκείς και εσφαλμένες.

Καταλήγει ουσιαστικά στο συμπέρασμα ότι στην προκειμένη υπόθεση δεν υπάρχει κληρονομία.....". Ο σχετικός λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρονται οι φερόμενες ως αντιφατικές διατάξεις του διατακτικού προκειμένου να κριθεί αν η εκτέλεση της απόφασης λόγω των αντιφάσεων καθίσταται αδύνατη. Εξάλλου, τα πιο πάνω αναφερόμενα στο λόγο αναίρεσης δεν στοιχειοθετούν αντίφαση στο διατακτικό της απόφασης μεταξύ των διατάξεων, έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 25.10.2017 αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ.1, 191 αρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25.10.2017 αίτηση για αναίρεση της 2614/2017 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουλίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Αυγούστου 2023.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝΟ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ