Legislator Case Law & Legislation
1279/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against property ownership judgment due to lack of admissible grounds and evidence review.

Case Number 1279/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling confirming the widow's ownership of a property. The State argued the property was public domain and the acquisition lacked good faith, but the Court found these grounds inadmissible as they challenged the court's evidence evaluation. Consequently, the appeal was rejected because the lower court's findings on good faith and ownership were not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 576, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal when the grounds are inadmissible or merely challenge the trial court's evaluation of evidence without providing new facts.

Keywords

AI generated
appeal admissibility good faith acquisition public domain property evidence evaluation civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 94, paragraph 1, 96, paragraph 1 and 3, 104, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 576, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559, numbers 1a and 19 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1159/2019

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1279 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1279/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μ. Μουλιανιτάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γ. Χριστοδούλου, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μ. Κουφούδη-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Σοφία Πολύζου-Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Εμμανουέλα Πανοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Α. Τ. χήρας Κ. Τ., θυγατέρας Σ. Ά. και Έ. Σ. Τ. ή Χ., κατοίκου ..., ως μοναδικής εκ διαθήκης κληρονόμου του Κ. Τ. του Γ., κατοίκου όσο ζούσε ... Η.Π.Α. και προσωρινά Αθηνών, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Πατεριανάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-4-2004 αγωγή του αποβιώσαντος Κ. Τ. του Γ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 645/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1682/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 24-9-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου η από 24-9-2018 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 1682/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 όπως ίσχυε πριν οι παρ. 2 και 3 αντικατασταθούν με το άρθ.1 του άρθ.3 του Ν. 4335/2015. 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3 και 104 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ενώπιον του Αρείου Πάγου έχουν υποχρέωση οι διάδικοι να παρίστανται δια πληρεξουσίου δικηγόρου, ότι ως προς τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υφίσταται πληρεξουσιότης, ενώ ως προς την συζήτηση απαιτείται ρητή πληρεξουσιότης, η οποία δίδεται μόνον με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση του διαδίκου καταχωριζομένη στα πρακτικά ή στην έκθεση και ότι ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως κατά πάσα στάση της δίκης την ύπαρξη πληρεξουσιότητας, της οποίας η έλλειψη ή η μη προσήκουσα χορήγηση συνεπάγεται την μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά την συζήτηση της υποθέσεως. (Α.Π 1159/2019).

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6Α παρ. 1 του διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "Περί Κώδικος των νόμων, περί δικών του Δημοσίου", το οποίο προστέθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου 46 του ν. 4305/2014, η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει:

α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητό τους, β) στον δικηγόρο, ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου, o δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο.

Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις. Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, ως δικηγόρος του διαδίκου, στον οποίο μπορεί εγκύρως να γίνει επίδοση, θεωρείται εκείνος ο οποίος εκπροσώπησε το διάδικο στην τελευταία συζήτηση που αυτός εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο ή υπέγραψε το τελευταίο δικόγραφο που κατατέθηκε εγκύρως για λογαριασμό του κατά την δικαστική πορεία της υπόθεσης, εφόσον ο εν λόγω δικηγόρος δεν έχει νομίμως αντικατασταθεί (Α.Π 298/2021, ΑΠ 207/2020, ΑΠ 620/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο, αλλά εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Γ. Πατεριανάκη δικηγόρο Αθηνών, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. στην οποία, με το .../2-7-2013 πληρεξούσιο στο Κατάστημα του Γενικού Προξενείου της Ελλάδος στον ...

της Πολιτείας ... των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής (Η.Π.Α), είχε χορηγήσει την εντολή και πληρεξουσιότητα να παρίσταται και να την αντιπροσωπεύει σε όλα τα Δικαστήρια και στον Άρειο Πάγο και να ενεργεί για την υποστήριξη των δικαίων της σε ολες τις κυρίες και παρεπόμενες διαδικαστικές πράξεις που αναγράφονται στο άρθρο 97 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Η πληρεξουσιότητα όμως αυτή είχε λήξει τόσο κατά την αρχική (12-5-2021) όσο και κατά τη μετ' αναβολή (1-12-2021) δικάσιμο, γιατί είχε παρέλθει πενταετία από τη χορήγηση της (2-7-2013), κατά τα, στη νομική σκέψη, αναφερόμενα. Από την υπ' αριθμ. 3898/14-12-2020 έκθεση επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Μ.

Μ., που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1662/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την κάτω απ' αυτή πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση για συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 12-5-2021, κατά την οποία αναβλήθηκε, από το πινάκιο, η υπόθεση με αίτηση της πληρεξούσιας δικηγόρου της αναιρεσίβλητης για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής 1-12-2021, επιδόθηκε με εντολή της παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Εμμανουέλας Πανοπούλου, ως πληρεξούσιας του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο επισπεύδει την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, στην δικηγόρο Αθηνών Αγγελική Γ.

Πατεριανάκη, η οποία είχε εκπροσωπήσει την αναιρεσίβλητη ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, κατά την δικάσιμο της 23-1-2018, κατά την οποία συζητήθηκε η από 14-10-2016 έφεση του αναιρεσείοντος, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, νομίμως και εμπροθέσμως. Επομένως και εφόσον για την παρούσα δικάσιμο δεν ήταν απαραίτητη ιδιαίτερη κλήτευσή τους, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρο 575 του ΚΠολΔ), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

ΙΙΙ. Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζονται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή ένστασης.

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα. (ΑΠ 18/2018, ΑΠ 944/2013).

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (Α.Π 45/2016, Α.Π. 536/2011).

Εξάλλου, για το ορισμένο αγωγής, αναγνωριστικής ή διεκδικητικής κυριότητας ακινήτου, που στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας, ο ενάγων πρέπει να περιλάβει σ' αυτήν την κατάρτιση της επικαλούμενης σύμβασης, με συμβολαιογραφικό έγγραφο και την μεταγραφή της, αν δε ο εναγόμενος αμφισβητήσει, με τις προτάσεις του, την κυριότητα όχι μόνον του ενάγοντος, αλλά και των αμέσων και απώτερων δικαιοπαρόχων του, ο ενάγων οφείλει, αν δεν το έχει κάνει καθ' υποφοράν με το δικόγραφο της αγωγής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 224 εδ.

β του ΚΠολΔικ συμπλήρωση του δικογράφου της, να καθορίσει και τον τρόπο κτήσεως της κυριότητας των προκτητόρων του εωσότου φθάσει σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας (ΑΠ 643/2017). Επίσης, για το ορισμένο της αγωγής σ' αυτήν την τελευταία περίπτωση, πρέπει ο ενάγων στο δικόγραφο της αγωγής του να αναφέρει τις διακατοχικές πράξεις του δικαιοπαρόχου του στο ακίνητο.

Αν η αγωγή στηρίζεται σε έκτακτη χρησικτησία, πρέπει ο ενάγων να αναφέρει τις υλικές και εμφανείς πράξεις νομής που άσκησε συνεχώς επί 20 τουλάχιστον έτη πάνω στο ακίνητο, με τις οποίες φανερώνεται η βούλησή του να το έχει σαν δικό του, δυνάμενος να συνυπολογίσει, στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.

Τα ίδια ισχύουν και επί αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου μεταξύ ιδιώτη (ως ενάγοντα) και Ελληνικού Δημοσίου (ως εναγομένου). Στη σχετική δίκη ο ιδιώτης έχει υποχρέωση για το ορισμένο της αγωγής του να επικαλεστεί ότι απέκτησε το επίδικο ακίνητο με κάποιο νόμιμο τρόπο. Σε περίπτωση που ο τίτλος κτήσης του είναι παράγωγος, εάν το Δημόσιο αμφισβητήσει την κυριότητα του δικαιοπαρόχου του, τότε ο ιδιώτης θα πρέπει, συμπληρώνοντας με τις προτάσεις του την αγωγή στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, να επικαλεστεί τον τρόπο κτήσης κυριότητας των δικαιοπαρόχων του μέχρι να αναχθεί σε πρωτότυπο τρόπο, που κατά κανόνα θα είναι η έκτακτη χρησικτησία.

Όμως, ο ιδιώτης δεν είναι υποχρεωμένος να επικαλεστεί και ότι το επίδικο ακίνητο είναι δεκτικό χρησικτησίας (επειδή π.χ. δεν είναι δημόσιο, μετά τη συμπλήρωση έκτακτης χρησικτησίας κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο σε βάρος του Δημοσίου, μέχρι τις 11/9/1915) ή ότι εξαιρείται από αυτή, ως δημόσιο κτήμα (άρθρα 21 του ν.δ. 22.4/16.5.1926 και 4 του ν.δ. 1539/1936), καθόσον ο ισχυρισμός ότι το ακίνητο δεν είναι δεκτικό η εξαιρείται της χρησικτησίας δεν αποτελεί στοιχείο του ορισμένου της πιο πάνω αγωγής, αλλά περιεχόμενο ισχυρισμού η απόδειξη του οποίου βαρύνει το Δημόσιο. (Α.Π 1214/2020,1125/2018, 643/2017).

Από δε, το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 1041 και 1044 ΑΚ προκύπτει, ότι επί αναγνωριστικής ή διεκδικητικής κυριότητας αγωγής που αφορά τμήμα μείζονος ενιαίας έκτασης και στηρίζεται σε χρησικτησία, κατά τον Α.Κ για τη θεμελίωση της τελευταίας αρκεί η παράθεση και απόδειξη διακατοχικών πράξεων εκ μέρους του ενάγοντος και των τυχόν δικαιοπαρόχων του, επιδηλωτικών της νομής τους στη μείζονα έκταση για όσο χρόνο απαιτείται κατά περίπτωση από το νόμο (τακτική ή έκτακτη χρησικτησία), χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση επί μέρους πράξεων νομής και στο επίδικο τμήμα, αφού πρόκειται για ενιαία έκταση, η δε φυσική εξουσία τους και το πνευματικό στοιχείο (διάνοια κυρίου) τούτων εκτείνεται σε ολόκληρο το μείζον ακίνητο, εντός του οποίου εμπίπτει και το επίδικο τμήμα (Α.Π 982/2021, AΠ 358/2016).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α' και β' Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που ανάγονται για τη νομική θεμελίωση της αγωγής, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου.

Διαφορετικά, το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.

Προκειμένου δε, περί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα προβλεπόμενα κατά το άρθρο 1094ΑΚ, 70, 118 και 216ΚΠολΔ στοιχεία και ακριβής περιγραφή του επίδικου ακινήτου, δηλαδή, ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια και, μάλιστα τόσο λεπτομερής, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του, και να μπορεί να εντοπίζεται επακριβώς και να διαχωρίζεται από τα γειτονικά εδάφη, όταν δε το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται στην αγωγή ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου ο ενάγων έχει την υποχρέωση εκτός από την έκταση του διεκδικούμενου, αυτού τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, και οπωσδήποτε των ορίων του, έτσι ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του και να είναι δυνατόν στον εναγόμενο να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου (και όχι ασαφούς) επίδικου αντικειμένου, στο δικαστήριο δε να τάξει το προσήκον θέμα απόδειξης και να εκδώσει απόφαση δεκτική εκτέλεσης (ΑΠ 1597/2018, ΑΠ 781/2016, ΑΠ 78/2015).

Στη προκείμενη περίπτωση, στην από 15-4-2004 αναγνωριστική αγωγή του, η οποία στρεφόταν κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, ο αρχικώς ενάγων K. Τ., στη θέση του οποίου υπεισήλθε η ήδη αναιρεσίβλητη, ως μοναδική κληρονόμος του, η οποία δήλωσε ότι συνεχίζει την βιαίως διακοπείσα δίκη ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, εξέθετε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, ότι είχε αποκτήσει την κυριότητα μείζονος εκτάσεως εντός της οποίας περιλαμβανόταν το περιγραφόμενο επίδικο ακίνητο οικόπεδο επιφανείας 238 τ.μ., με παράγωγο τρόπο και ειδικότερα δυνάμει κληρονομικής διαδοχής του αποβιώσαντος το έτος 1961 πατρός του Γ.

Τ., την οποία αποδέχθηκε και μετέγραψε το εκδοθέν κατόπιν αιτήσεως του κληρονομητήριο και του υπ'αριθμ. .../1972 συμβολαίου Διανομής ακινήτου μεταξύ αυτού και των συγκληρονόμων του, που νόμιμα μεταγράφηκε. Ότι ο Γ. Τ., είχε αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου σε μείζονα έκταση με την .../1936 συμβολαιογραφική Πράξη επανάληψης διανομής η οποία νομίμως μεταγράφηκε, με την οποία διανεμήθηκε μεταξύ αυτού και των αναφερομένων αδελφιών του, η εξ αδιαθέτου κληρονομιά της αποβιωσάσης το έτος 1930 μητέρας του Α.

συζ. Ε. Τ. το γένος Γ. ..., στην οποία υπεισήλθαν και αναμείχθηκαν ως κληρονόμοι. Ότι η τελευταία έγινε κυρία μεγαλύτερης έκτασης από κληρονομιά του αποβιώσαντος στις 15-12-1911, πατέρα της Γ. Β. του Λ. ο οποίος κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγο του Ε. και τα τέκνα τους, Α. συζ. Ε. Τ., Λ. Γ. Β., Α. Ε. και Μ. Κ. η οποία αποποιήθηκε την κληρονομιά οι λοιποί δε υπεισήλθαν και αναμείχθηκαν στην ως άνω κληρονομική περιουσία ως κληρονόμοι.

Ότι με το .../1918 συμβόλαιο το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, ο Λ. Β. απέκτησε τα κληρονομικά μερίδια της μητέρας του Ε. και της αδελφής του Α. Ε. και κατέστη συγκύριος κατά τα 3/4 της ως άνω κληρονομικής περιουσίας. Ότι με το .../1927 συνυποσχετικό συμβόλαιο και την από 4-6-1927 διαιτητική απόφαση που κηρύχθηκε εκτελεστή με την 7008/1927 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών που μεταγράφηκαν νόμιμα, οι Λ.

Γ. Β. και Α. Ε. Τ., προέβησαν στην διανομή της εξ αδιαιρέτου ως άνω κληρονομιαίας περιουσίας, δυνάμει της οποίας η τελευταία έλαβε μείζονα έκταση εντός της οποίας περιλαμβανόταν το επίδικο. Περαιτέρω δε ο ενάγων, επικαλείται και πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας του επιδίκου σε μείζονα έκταση, με έκτακτη χρησικτησία τόσο του ιδίου, όσο και των αναφερομένων δικαιοπαρόχων του οι οποίοι ενέμοντο και κατείχαν αυτό με διάνοια κυρίου και καλή πίστη και ασκούσαν τις αναφερόμενες διακατοχικές πράξεις.

Τέλος δε, εξέθετε ότι οι απώτατοι δικαιοπάροχοί του Α. χήρα Λ. Β. και Γ. Λ. Β. είχαν αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου σε μείζονα έκταση με έκτακτη χρησικτησία υπό τους όρους του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου ασκώντας τις αναφερόμενες διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, επί χρονικό διάστημα αδιάλειπτο πλέον της τριακονταετίας, η οποία είχε συμπληρωθεί μέχρι 11-9-1915.

Ότι το επίδικο βρίσκεται στην περιφέρεια του Δήμου ..., εντός σχεδίου, το οποίο ορίζεται Αρκτικώς με οδό ..., επί προσώπου μέτρων 11,90, Μεσημβρινώς επί πλευράς μέτρων 16 με ιδιοκτησία Α. Κ., Ανατολικώς επί πλευράς 20 μέτρων με ιδιοκτησία πρώην Α. Τ. και Φ. θυγ. Α. Ζ. και Δυτικώς επί πλευράς 20 μέτρων με πρώην ιδιοκτησία Α.

Τ. και μετέπειτα Π. Π. και ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την 3954/756/97/87 απόφαση του υπουργού των Οικονομικών αμφισβήτησε την κυριότητα του και προέβη στην εγγραφή του επιδίκου στο Γενικό Βιβλίο Καταγραφής Δημοσίων Κτημάτων. Με βάση το περιεχόμενο αυτό ζητούσε να αναγνωρισθεί η κυριότητά του επί του επιδίκου.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του έκρινε ορισμένη την αγωγή δεχόμενο ότι "Στη προκειμένη περίπτωση ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος ως προς τον παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου επικαλείται καθ'ύποφορά λεπτομερώς τις συμβολαιογραφικές πράξεις (αγοραπωλητήρια συμβόλαια, κληρονομητήριο, συμβόλαια διανομής, δηλώσεις αποδοχής κληρονομιάς) και την μεταγραφή αυτών στα οικεία βιβλία μεταγραφών του αρμόδιου Υποθηκοφυλακείου, την άσκηση νομής στο επίδικο από τον ίδιο και τους δικαιοπαρόχους του, φθάνοντας μέχρι πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας.

Επίσης, στην ένδικη αγωγή προσδιορίζεται η θέση του επιδίκου ακινήτου μέσα στη μεγαλύτερη έκταση, στην οποία αρχικά εντασσόταν με την επίκληση των σχετικών τοπογραφικών σχεδιαγραμμάτων. Επομένως, η αγωγή είναι σαφής και ορισμένη, ως προς τον τρόπο κτήσης από τον ενάγοντα της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου και ως προς την ταυτότητα τούτου, η οποία, άλλωστε, δεν αμφισβητήθηκε από το εναγόμενο.

Ενόψει δε αυτού, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο χωρίς αιτιολογία προχώρησε στην έρευνα της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις που αναφέρονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ενώ τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα".

Σύμφωνα με το περιεχόμενο της αγωγής το επίδικο ακίνητο, αποτελεί τμήμα μείζονος ακινήτου, του κτήματος ... ή ... ή ..., προσδιορίζεται ακριβώς κατά θέση, όρια, εμβαδόν και ιδιότητα, ως αστικό ακίνητο, εντός του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου ..., ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητα του, μη απαιτουμένων άλλων επιπλέον στοιχείων.

Επίσης, ο ενάγων επικαλείται, καθ: υποφορά μετά την αμφισβήτηση του Ελληνικού Δημοσίου της κυριότητας του (ενάγοντα) και των δικαιοπαρόχων του, επί του επιδίκου, ως προς τον παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου λεπτομερώς τις συμβολαιογραφικές πράξεις (αγοραπωλητήρια συμβόλαια, κληρονομητήριο, συμβόλαια διανομής, δηλώσεις αποδοχής κληρονομιάς) και την μεταγραφή αυτών στα οικεία βιβλία μεταγραφών του αρμόδιου Υποθηκοφυλακείου, την άσκηση νομής στο επίδικο από τον ίδιο και τους δικαιοπαρόχους του, φθάνοντας μέχρι πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας αναφέροντας ειδικότερα τις πράξεις νομής τις οποίες επαρκώς προσδιορίζει, χωρίς να απαιτείται άλλο στοιχείο ως προς τον τρόπο κτήσεως του επιδίκου ακινήτου.

Περαιτέρω δε, η αναφορά της καλής πίστης στο δικόγραφο της αγωγής εμπεριέχει καθευαυτή και χωρίς άλλη επεξήγηση την κοινώς κρατούσα έννοια της, μη απαιτουμένου οποιουδήποτε άλλου στοιχείου.

Συνεπώς το Εφετείο που έκρινε ορισμένη την αγωγή με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1α και 14 ΚΠολΔ και τα αντίθετα που υποστηρίζει το αναιρεσείον με το πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος, είναι αβάσιμα.

IV. Από τις ρυθμίσεις που ακολούθησαν τη Συνθήκη του Λονδίνου της 6 Ιουνίου 1827 και περιέχονται στο Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 21.1/3.2.1630 "Περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και στα ερμηνευτικά αυτού πρωτόκολλα της 4/16.6.1830 και της 19.6./1.7.1630, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27.6/9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και του άρθρου 16 του ν.

της 21.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων'', προκύπτει ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν έγινε καθολικός διάδοχος του Τουρκικού Κράτους, αλλά στην κυριότητα του περιήλθαν εκείνα μόνο τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε και εκείνα, τα οποία κατά το χρόνο υπογραφής των άνω τριών πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς, πρώην κυρίους αυτών, και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου περί διακρίσεως κτημάτων, όχι όμως και όσα κατά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως και ακολούθως κατέχονταν από Έλληνες ιδιώτες με διάνοια κυρίου, έστω και χωρίς έγκυρο και ισχυρό, κατά το οθωμανικό δίκαιο, τίτλο (ταπί, χοτζέτι ή βουγιουρδί).

Σημειωτέον, ότι ως προς τα ευρισκόμενα στην Αττική οθωμανικά κτήματα δεν μπορεί να γίνει λόγος για την περιέλευσή τους στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με το δικαίωμα του πολέμου, αφού η Αττική δεν κατακτήθηκε με τα όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος στις 31.3.1833 με βάση την από 27.6/9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των ελληνικών και των τουρκικών αρχών, ενώ, εξάλλου, κατά τη διάρκεια της τρίτης τουρκικής κυριαρχίας στην Αττική (25.5.1827 έως 31.3.1533) και, ειδικότερα, κατά το έτος 1629, ο Σουλτάνος, ως έχων, κατά το οθωμανικό δίκαιο, την κυριαρχία εφ' όλης της γης, που ανήκε στο οθωμανικό κράτος, είχε εκδώσει θέσπισμα, με το οποίο παραχώρησε δωρεάν στους Αθηναίους - Οθωμανούς και Έλληνες - την κυριότητα των ήδη κατεχομένων από αυτούς ακινήτων της Αττικής, τα σχετικά δε ιδιοκτησιακά δικαιώματα τους αναγνωρίσθηκαν ακολούθως με το από 21.1./3.2.1830 Πρωτόκολλο "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και με την προαναφερόμενη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως.

Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του Β.Δ. της 17.11/1.12.1836 "περί ιδιωτικών δασών", που έχει ισχύ νόμου, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν από την έναρξη του περί ανεξαρτησίας απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες. Για την αναγνώριση των τελευταίων ως ιδιωτικών δασών, όφειλαν οι ιδιοκτήτες των δασικών εκτάσεων, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του διατάγματος αυτού, να παρουσιάσουν στη Γραμματεία του Υπουργείου Οικονομικών τους τίτλους ιδιοκτησίας, διαφορετικά θεωρούνται δημόσια δάση.

Έτσι με τις διατάξεις αυτές του πιο πάνω Β. Δ/τος θεσπίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας σε όλα τα δάση, που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους, τα οποία δεν αναγνωρίσθηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες. Προϋπόθεση, όμως, εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικουμένου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος.

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας, εφόσον τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα που ανήκαν στο Δημόσιο, ακόμη και αν αυτά ήταν δημόσια δάση ή δασικές εκτάσεις.

Προϋπόθεση της χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, ήταν η άσκηση νομής πάνω στο ακίνητο και χωρίς νόμιμο τίτλο, αλλά απλώς με καλή πίστη, δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΒΡΔ των ν.20 παρ. 12 Πανδ. (5.6), 27 Πανδ. (16.1), 10, 16 και 46 Πανδ. (41.3), 3 Πανδ. (41.10) και 109 Πανδ. (50.16), τη συνδρομή της οποίας (καλής πίστης), ενόψει της φύσης της ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς από τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, καθώς και με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφ' όσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.

Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το νόμο της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίσθηκε ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, προς εκείνες του ν.

ΔΞΗ /1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, και ακόμη του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.4 /26.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", με τις οποίες απαγορεύθηκε κάθε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού από τις 26.5.1926 και εφεξής, συνάγεται ότι, προκειμένου περί δημοσίων κτημάτων, όπως είναι και τα δημόσια δάση, είναι δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σε αυτά με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915 (Ολ ΑΠ 75/1967).

Εφόσον δε, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, αποκτήθηκε κυριότητα σε δάσος ή σε δασική έκταση με έκτακτη χρησικτησία μέχρι τις 11.9.1915, δεν ασκεί έννομη επιρροή στην κυριότητα που αποκτήθηκε η μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 62 § 1 του ν.998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας", με την οποία ορίζεται ότι "σε κάθε φύσεως αμφισβητήσεις ή διενέξεις ή δίκες μεταξύ του Δημοσίου και φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο επικαλείται ή αξιώνει οποιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματο ή όχι, επί των δασών, των δασικών εκτάσεων κ.λ.π., το ως άνω φυσικό ή νομικό πρόσωπο οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη του δικαιώματος του" (ΑΠ 975/2008).

Συνεπώς με την απόδειξη συμπλήρωσης έκτακτης χρησικτησίας κατά τον ανωτέρω τρόπο επέρχεται ανατροπή του τεκμηρίου κυριότητας του Δημοσίου επί δασικών εκτάσεων. Ο σχετικός ισχυρισμός προτείνεται κατ' ένσταση εναντίον αγωγής του Δημοσίου από τον εναγόμενο ιδιώτη που προβάλλει δικό του δικαίωμα κυριότητας σε δασική έκταση αναγόμενο σε κτήση με έκτακτη χρησικτησία, ενώ όταν ενάγει ο ιδιώτης το δημόσιο ισχυριζόμενος ότι έχει συμπληρωθεί υπέρ αυτού έκτακτη χρησικτησία σε δημόσιο ακίνητο πριν τις 11-9-1915 και επικαλείται ότι ασκούσε πράξεις νομής προσιδιάζουσες σε καλλιεργήσιμο αγρό, ο ισχυρισμός του εναγομένου δημοσίου ότι πρόκειται για δάσος από της συστάσεως του ελληνικού κράτους, δεν ανατρέπει αφ' εαυτού την συμπλήρωση της έκτακτης χρησικτησίας (εφόσον αυτή χωρεί και επί δασών), ώστε δεν αποτελεί ένσταση αλλά άρνηση του χαρακτήρα του ακινήτου και των συγκεκριμένων πράξεων νομής και είναι, συνεπώς, αντικείμενο ανταπόδειξης στο πλαίσιο της κυρίας απόδειξης που βαρύνει τον ενάγοντα για την ιστορική βάση της αγωγής του. (Α.Π 24/2021, ΑΠ 987/2017).

Εξάλλου ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 4/2018, Ολ.ΑΠ 6/2017, ΑΠ 148/2020, ΑΠ 50/2020).

Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νομού και αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, ενώ δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις, (Ολ.ΑΠ 15/2006, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 987/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε κατ'ουσίαν την από 26.1.2009 έφεση του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, επικυρώνοντας την υπ'αριθ, 645/2006 οριστική απόφαση T0U Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την αγωγή δεχόμενο τ'ακόλουθα πραγματικά περιστατικά.

Το επίδικο ακίνητο είναι ακάλυπτο οικόπεδο επί της οδού ... στο Δήμο ... Αττικής, έχει έκταση 238 τ.μ. και συνορεύει βόρεια επί πλευράς μήκους 11,90 μέτρων με την οδό ..., νότια επί πλευράς μήκους 11,90 μέτρων με ιδιοκτησία Α. και Λ. Κ., ήδη πολυκατοικία αγνώστων συνιδιοκτητών, ανατολικά επί πλευράς μήκους 20 μέτρων με ιδιοκτησία Φ.

Ζ., πρώην ιδιοκτησία Α. Τ., και δυτικά επί πλευράς μήκους 20 μέτρων με ιδιοκτησία Π. Π., ήδη πολυκατοικία αγνώστων συνιδιοκτητών, εμφαίνεται δε με το στοιχείο 4ε στο από 27-12-1971 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ι. Σ.. Το ακίνητο αυτό περιήλθε στην κυριότητα του ενάγοντος από κληρονομική διαδοχή του αποβιώσαντος την 12-12-1961 Γ.

Τ. του Ε., με την από 23-11-1961 ιδιόγραφη διαθήκη του διαθέτη, η οποία δημοσιεύτηκε με το με αριθμό 369/11-1-1962 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχθηκε κυρία με την με αριθμό 7835/1962 απόφαση του πιο πάνω Δικαστηρίου, σε συνδυασμό με το με αριθμό .../1962 πιστοποιητικό κληρονομητηρίου του ίδιου δικαστηρίου, που έχει νόμιμα μεταγράφει και μετά από διανομή μεταξύ των περισσότερων συγκληρονόμων του Γ.

Τ., δηλαδή μεταξύ του ενάγοντος, της Ε. χήρας Γ. Τ., Ε. Κ. θυγ. Γ. Τ., του Α. Γ. Τ. και του Κ. Γ. Τ. Η διανομή αυτή έγινε με το με αριθμό .../18.5.1972 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Πέρσας Μ.ς Κοτσίρη, το οποίο έχει μεταγράφει νόμιμα. Στον κληρονομούμενο Γ. Ε. Τ. είχε περιέλθει σε μεγαλύτερη έκταση επιφάνειας 27.680 τ.μ.

περίπου ή όσης έκτασης και αν ήταν, με την με αριθμό .../1936 πράξη επανάληψης διανομής του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Αναστασίου, που έχει μεταγράφει νόμιμα. Με την πράξη αυτή είχε διανεμηθεί η εν λόγω έκταση μεταξύ των αδελφών Σ. Ε. Τ., Ν. Ε. Τ., Α. Ε. Τ., Π. θυγ. Ε. Τ. και Ε. συζ. Ι. Ρ., το γένος Ε. Τ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αποβιώσασας το έτος 1930 μητέρας τους Α.ς συζ.

Ε. Τ., το γένος Γ. ..., στην κληρονομιά της οποίας αυτοί υπεισήλθαν και αναμείχθηκαν ως κληρονόμοι. Η τελευταία έγινε κυρία του πιο πάνω ακινήτου, σε πολύ μεγαλύτερη έκταση (860 στρέμματα περίπου), από κληρονομιά του αποβιώσαντος στις 15-12-1911 πατέρα της Γ. ... ή Μ. Λ., ο οποίος κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την σύζυγό του Ε.

συζ. Γ. ... το γένος Κ. ή Κ. και τα τέκνα τους Λ. Γ. Β., Α. Γ.. ... συζ. Ε. Τ., Α. συζ. Α. Ε., το γένος Γ. ... και Μ. συζ. Ι. Κ., το γένος Γ. .... Η τελευταία (δηλαδή η Μ. συζ. Ι. Κ.) αποποιήθηκε την κληρονομιά της ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών και συντάχθηκε η με αριθμό 63/3-3-1911 πράξη του τελευταίου. Κατόπιν αυτού, η κληρονομική της μερίδα προσαύξησε ισομερώς τις μερίδες των λοιπών συγκληρονόμων, οι οποίοι έγιναν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου καθένας.

Στη συνέχεια ο συγκληρονόμος Λ. Β., με την από 31-8-1911 αγωγή του, που άσκησε ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησε τη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας, στην οποία περιλαμβανόταν και το αγροτικό κτήμα "..." ή "...", επιφάνειας 15.000 στρεμμάτων περίπου, όπου ανήκει και το επίδικο. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 8699/1911 προδικαστική απόφαση του πιο πάνω Δικαστηρίου, με την οποία τάχθηκαν σχετικά θέματά απόδειξης.

Κατά τη διάρκεια της επιδικίας ο συγκληρονόμος Λ. Γ. Β. αγόρασε από την μητέρα του Ε. χήρα Γ. ... και την αδελφή του Α. συζ. Α. Ε., τα ιδανικά τους μερίδια, με το με αριθμό .../1918 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Οικονομόπουλου, το οποίο έχει μεταγράψει νόμιμα. Έτσι αυτός έγινε συγκύριος κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου της κληρονομιαίας περιουσίας και η αδελφή του Α.

Γ.. ... παρέμεινε κυρία του 1/4 εξ αδιαιρέτου αυτής. Ακολούθως οι εν λόγω συγκύριοι αποφάσισαν να συμβιβασθούν και να καταργήσουν την υφιστάμενη μεταξύ τους δίκη. Έτσι με το με αριθμό .../16-3-1927 συνυποσχετικό συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Ρ. συμφώνησαν να προβούν σε εξώδικη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας.

Σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής διορίσθηκαν πραγματογνώμονες - διαιτητές οι Α. Χ. και Θ. Σ. και επιδιαιτητής ο Κ. Δ., οι οποίοι με την από 4-6-1927 διαιτητική απόφασή τους, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την με αριθμό 7008/1927 απόφαση του Προέδρου του Πρωτοδικείου Αθηνών, διένειμαν την κληρονομιαία περιουσία. Οι εν λόγω αποφάσεις έχουν μεταγραφεί νόμιμα.

Με βάση τη διανομή αυτή ο μεν Λ. Γ. Β. έλαβε το βόρειο τμήμα του κτήματος και άλλα διαιρετά ακίνητα, η δε δικαιοπάροχος του ενάγοντος Α. θυγ. Γ. ..., πρώην συζ. Ε. Τ., έλαβε τo νότιο τμήμα αυτού, επιφάνειας 860 στρεμμάτων περίπου, στα οποία περιλαμβάνεται το επίδικο και άλλα διαιρετά τμήματα. Έκτοτε ο καθένας από αυτούς κατέλαβε το περιελθόν σε αυτόν τμήμα από τη διανομή του όλου ακινήτου του κτήματος.

Εξάλλου, στον αρχικό δικαιοπάροχο του ενάγοντος Γ. Λ. Β. ή Μ. το κτήμα σε μεγαλύτερη έκταση είχε περιέλθει από κληρονομική διαδοχή της μητέρας του Α. χήρας Λ. ..., που πέθανε στις 21-1-1899 και αυτός ήταν μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της. Στο κτήμα αυτό περιλαμβανόταν όλο το κτήμα, γνωστό ως "..." ή "...", στο οποίο περιλαμβανόταν και το επίδικο ακίνητο.

Ο εν λόγω δικαιοπάροχος υπεισήλθε στην κληρονομιά και αναμείχθηκε ως κληρονόμος. Επίσης η Α. χήρα Λ. ..., γνωστή και ως "..." έγινε κυρία του πιο πάνω ακινήτου, από κληρονομική διαδοχή του αποβιώσαντος την 10-10-1864 Α. Κ., που ήταν πρώτος εξάδελφος της, με την από 11-1-1864 μυστική διαθήκη, η οποία δημοσιεύτηκε με το με αριθμό 8/11-11-1864 πρακτικό του Πρωτοδικείου Αθηνών.

Η Α. χήρα Λ. ... απώτατη δικαιοπάροχος του ενάγοντος, υπεισήλθε στην κληρονομιά ως κληρονόμος και εγκαταστάθηκε σ' αυτήν από τους εκτελεστές της διαθήκης με την με αριθμό .../31-3-1865 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Στεφάνου Ταβανάκη. Εξάλλου, το κτήμα "..." η "...", στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο, αποτελείτο από αγρούς, τμήματα με οπωροφόρα δένδρα, ορεινά και άγονα τμήματα, βοσκήσιμες εκτάσεις, δασική βλάστηση, ασβεστοκάμινο, λατομεία άμμου, λίθων και μαρμάρων.

Για το λόγο αυτό οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος εκμίσθωναν σε τρίτους τμήματα του κτήματος για καλλιέργεια, βοσκή κοπαδιών και εισέπρατταν το οφειλόμενο μίσθωμα, με παράλληλη καταβολή του οφειλόμενου φόρου (βλ. προσκομιζόμενα έγγραφα, όπως πίνακες δηλώσεων βοσκής και διπλοτύπων είσπραξης φόρου βοσκής των ετών 1865-1909), καθώς και για την εξόρυξη λίθων και μαρμάρων.

Επίσης ανέθεταν σε μηχανικούς την οριοθέτηση και καταμέτρηση της έκτασης, κατέβαλαν τους αναλογούντες φόρους και επέβλεπαν αυτήν με την πρόσληψη φυλάκων. Μάλιστα κατά το έτος 1911 ο Λ. Β. και η Α. συζ. Ε. Τ. προέβησαν στην μερική κατάτμηση και οικοπεδοποίηση της μεγαλύτερης έκτασης προβάλλοντας ίδιον δικαίωμα.

Το εναγόμενο δεν αμφισβήτησε το δικαίωμά τους αυτό, αλλά αντίθετα αναγνώρισε αυτούς ως ιδιοκτήτες, αλλά και άλλους ιδιώτες, στους οποίους είχαν μεταβιβασθεί τμήματα της έκτασης. Έτσι οι τελευταίοι (ιδιώτες) εξέδωσαν άδειες οικοδομής και ανήγειραν πολυώροφες οικοδομές γύρω από το επίδικο ακίνητο, αλλά και σε άλλα σημεία.

Επίσης από το έτος 1923 μέχρι το έτος 1926 κατά κύριο λόγο πολλές εκτάσεις κηρύχθηκαν αναγκαστικά απαλλοτριωτέες για την στεγαστική αποκατάσταση των προσφύγων με τη δημιουργία οικισμού, αλλά και για άλλους λόγους δημόσιας ωφέλειας, έγιναν σχετικές δίκες αναγνώρισης δικαιούχων και καθορισμού αποζημίωσης και στη συνέχεια καταβλήθηκε η αποζημίωση στους ιδιοκτήτες των απαλλοτριωθέντων ακινήτων.

Ήδη η ευρύτερη περιοχή του επιδίκου από το έτος 1957 έχει ενταχθεί στο σχέδιο πόλης και είναι πλέον διαμορφωμένη οικιστικά και πολεοδομικά και ιδιαίτερα πυκνοκατοικημένη από άποψη δόμησης. Τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται πλήρως από τα έγγραφα που με επίκληση προσκομίζονται από την συνεχίζουσα τη δίκη κληρονόμο του ενάγοντος και ήδη αποβιώσαντος εφεσιβλήτου και από την κατάθεση του, εξετασθέντα πρωτοδίκως με επιμέλεια του ενάγοντος, μάρτυρα Γ.

Ρ., αρχιτέκτονα μηχανικού, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Αντίθετα ο ισχυρισμός του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος ότι πρόκειται για δάσος από της σύστασης του ελληνικού κράτους, ο οποίος συνιστά άρνηση του χαρακτήρα του επιδίκου ακινήτου και των συγκεκριμένων πράξεων νομής των απώτατων και απώτερων δικαιοπαρόχων του ενάγοντος και είναι, συνεπώς, αντικείμενο ανταπόδειξης στο πλαίσιο της κύριας απόδειξης που βαρύνει τον ενάγοντα για την ιστορική βάση της αγωγής του δεν αποδεικνύεται ως ουσιαστικά βάσιμος.

Τούτο διότι η κατάθεση της με επιμέλεια του Ελληνικού Δημοσίου εξετασθείσας μάρτυρα Π. Ε., εφοριακού υπαλλήλου, που επίσης περιέχεται στα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, στηρίζεται μόνον στα στοιχεία που συνέλεξε η Κτηματική Υπηρεσία Αθηνών σχετικά με τους τίτλους κτήσης από τον αποβιώσαντα το έτος 1864 Α.

Κ. της ευρύτερης έκτασης των 15.000 περίπου στρεμμάτων, γνωστής ως "..." και όχι σε στοιχεία που να αφορούν γεγονότα μεταγενέστερα του έτους 1864. Σύμφωνα, λοιπόν, με τα γεγονότα που αποδείχθηκαν οι απώτατοι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος Α. χήρα Λ. ... ή Λ. και Γ. Λ. Β., ως κύριοι και με τη ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσέβαλαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου (και αυτού του Δημοσίου), άσκησαν επί χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, η οποία είχε ήδη συμπληρωθεί μέχρι την 11.09.1915, τις προεκτεθείσες πράξεις νομής, που προσιδίαζαν στην τότε φύση της ευρύτερης έκτασης, γνωστής ως "...".

Επομένως, απέκτησαν την κυριότητα της μείζονος αυτής έκτασης, στη οποία εντάσσεται και το επίδικο ακίνητο των 238 τ.μ, υπό τους όρους του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, αφού την νέμονταν διαρκώς από το έτος 1865 μέχρι και το έτος 1899 η πρώτη και από το έτος 1699 μέχρι το έτος 1911. Εξάλλου, το γεγονός ότι δεν μεταγράφηκε η με αριθμό .../1865 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Στέφανου Ταβανάκη, με την οποία η Α.

χήρα Λ. ... εγκαταστάθηκε στο εν λόγω κτήμα, δεν ασκεί καμιά έννομη επιρροή, αφού αυτή εγκαταστάθηκε με την πεποίθηση ότι ανήκει στην ιδιοκτησία της και μέχρι το θάνατο της άσκησε σ' αυτό όλες τις πράξεις νομής και κατοχής, σύμφωνα με τα παραπάνω. Για τον ίδιο λόγο δεν ασκεί έννομη επιρροή και η επικαλούμενη από το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν πλαστότητα του αντιγράφου της αύξοντα αριθμό 54/30.5.1853 (ή 154/30.5.1853 κατά το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν) πράξης οριοθεσίας του μείζονος ακινήτου που καταρτίσθηκε από τον Ειρηνοδίκη Βόρειας Πλευράς των Αθηνών, το οποίο (αντίγραφο) χρησιμοποιήθηκε κατά την κατάρτιση συμβολαίου το έτος 1904 από τους διαδόχους του Α.

Κ., όπως η Ι. Α. και Ε. Π., οι οποίες σημειωτέον αθωώθηκαν με την με αριθμό 2244/1972 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (σύμφωνα και με την 7947/2004 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, που προσκομίζεται). Περαιτέρω, μετά τον θάνατο του Γ. Λ. Β. (1911) νέμονταν και κατείχαν το κτήμα, με διάνοια κυρίων και με καλή πίστη μέχρι και την 21-2-1946 και στη συνέχεια με διάνοια κυρίων ασκώντας σ' αυτό τις παραπάνω πράξεις νομής και κατοχής, οι ακόλουθοι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος:

α) η σύζυγος του Γ. ... Ε. και τα τέκνα τους Α., Λ., Α. I . ..., (αφού η Μ. Γ. ... αποποιήθηκε την κληρονομιά), ως καθολικοί διάδοχοι αυτού, από το έτος 1911 μέχρι το έτος 1918, οπότε η σύζυγος και η κόρη της Α. Γ. ... συζ. Ε., μεταβίβασαν τα μερίδια τους στον Λ. Γ. Β. , β) από το έτος 1918 ο Λ. Γ. Β. και η Α. Γ.. ... μέχρι το έτος 1927, οπότε προέβησαν σε διανομή του κτήματος και η τελευταία απέκτησε το επίδικο ακίνητο σε μεγαλύτερη έκταση, το οποίο νεμόταν και κατείχε μέχρι το θάνατο της (1930), γ) από το έτος 1930 οι Γ., Ν., Σ., Α., Π.

και Ε. Τ., μέχρι το έτος 1936, οπότε μετά από διανομή το επίδικο σε μεγαλύτερη έκταση περιήλθε στον Γ. Τ., ο οποίος το νεμόταν και το κατείχε μέχρι το θάνατο του (1961), δ) από το έτος 1961 (ως κληρονόμοι εκ διαθήκης του Γ. Τ.) η χήρα του, Ε. Τ. το γένος Μ. και τα τέκνα τους Γ. Τ., Ε. Τ., Α. Τ.ς και Κ. Τ.ς (δηλαδή ο εναγών) και τέλος ε) μετά την σύνταξη της με αριθμό .../1972 πράξης διανομής, το επίδικο ακίνητο, που είναι αδόμητο οικόπεδο, νεμόταν και κατείχε ο ενάγων μέχρι και την 16.3.2010, που αποβίωσε στην πολιτεία ...

της κομητείας ... των ΗΠΑ. Συγκεκριμένα, ο ενάγων το φύλασσε με φύλακα, το επισκεπτόταν κατά τακτά διαστήματα, προέβαινε σε καταμετρήσεις και οριοθετήσεις του, κατήρτισε τοπογραφικά σχεδιαγράμματα, διαπραγματευόταν, μέσω εκπροσώπου του στην Αθήνα, την πώλησή του ή την ανέγερση σε αυτό πολυώροφης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής, το έχει περιφράξει με φράκτη μόνιμης μορφής και έχει φυτέψει σε αυτό δύο δένδρα (συκιές).

Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων και σύμφωνα με τις διατάξεις που αναλύονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ακόμη και εάν υποτεθεί ότι το επίδικο ακίνητο (εντασσόμενο στην ευρύτερη έκταση του κτήματος "...") ανήκε στην κυριότητα του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου είτε ως διαδόχου του Οθωμανικού Κράτους, είτε ως δάσος, για το οποίο δεν προσκομίσθηκαν τίτλοι ιδιοκτησίας μέσα στην προθεσμία του άρθρου 3 του β.δ. 17/29-11-1636, η κυριότητα του Δημοσίου επ' αυτού καταλύθηκε με έκτακτη χρησικτησία σύμφωνα με το τότε ισχύον νομικό καθεστώς (η κυριότητα των κληρονόμων ...

έχει κριθεί και με τις αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών 3998/2014, 388/2015 (Μονομελές), 7947/2004 και τις αποφάσεις του Αρείου Πάγου 1281/2002, 1358/2002 και 1359/2002). Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του και με αιτιολογία, που παραδεκτά συμπληρώνεται με την αιτιολογία της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 του ΚΠολΔ) έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την από 15.4.2004 αγωγή και αναγνώρισε την κυριότητα του ενάγοντος επί του επιδίκου ακινήτου,ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις που αναπτύσσονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις.

Επομένως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τους τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο λόγους έφεσης, οι οποίοι, ως συναφείς, κρίνονται ενιαία. Kaτ' ακολουθία των προεκτεθέντων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η ένδικη από 26.1.2009 έφεση πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι η ευρύτερη περιοχή που βρίσκεται το επίδικο ακίνητο (ακάλυπτο οικόπεδο), εκτάσεως 236 τ.μ, στο Δήμο ... Αττικής, έχει ενταχθεί στο σχέδιο πόλεως από το έτος 1957, είναι πλέον διαμορφωμένη οικιστικά και πολεοδομικά. Ότι το επίδικο περιήλθε στην κυριότητα του αρχικού ενάγοντα από κληρονομική διαδοχή του αποβιώσαντος πατέρα του Γ.

Τ. του Ε. στις 12-12-1961, με την αναφερόμενη διαθήκη σε συνδυασμό με το εκδοθέν πιστοποιητικό κληρονομητηρίου, που μεταγράφηκε νόμιμα και μετά από διανομή το έτος 1972 μεταξύ του αρχικού ενάγοντα και των συγκληρονόμων του, δυνάμει του αναφερόμενου και μεταγραφέντος νομίμως συμβολαίου. Ότι ο ενάγων, έκτοτε κατείχε και νεμόταν το επίδικο ενεργώντας τις αναφερόμενες πράξεις νομής που προσιδιάζουν σ' αυτό, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα, ούτε από το αναιρεσεΐον Ελληνικό Δημόσιο.

Ότι στον ως άνω κληρονομούμενο και στα τέσσερα αδέλφια του, είχε περιέλθει σε μεγαλύτερη έκταση, 27.880 τ.μ περίπου, το 1930, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αποβιωσάσης το έτος 1930 μητέρας τους Α.ς συζ. Ε. Τ. το γένος Γ. ..., στην κληρονομιά της οποίας αυτοί υπεισήλθαν και αναμείχθηκαν και το 1936 δυνάμει της αναφερόμενης πράξης διανομής που μεταγράφηκε νόμιμα, διανεμήθηκε η εν λόγω έκταση μεταξύ τους και ο Γ.

Τ. έλαβε το μερίδιο του στο οποίο περιλαμβανόταν το επίδικο. Ότι στην Α. συζ. Ε. Τ. το γένος Γ. ... περιήλθε το ανωτέρω ακίνητο σε μεγαλύτερη έκταση κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του αποβιώσαντος στις 15-12-1911 πατέρα της Γ. Β. του Λ., ο οποίος κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγο του Ε. και τα τέσσερα τέκνα τους, εκ των οποίων αποποιήθηκε την κληρονομιά η Μ.

Ι. Κ. και οι λοιποί συγκληρονόμοι υπεισήλθαν και αναμίχθηκαν στην κληρονομιά κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου έκαστος, και μετά την αγορά από τον Λ. Β. το 1916 των ιδανικών μεριδίων της μητέρας του Ε. ... και της αδελφής του Α.ς, περιήλθε σ αυτόν κατά τα 3/4 εξ αδιαιρέτου η ως άνω κληρονομιαία περιουσία. Ότι οι ως άνω συγκληρονόμοι Λ.

Β. κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου και Α. συζ. Ε. Τ., κατά 1/4 εξ αδιαιρέτου της πιο πάνω κληρονομιαίας περιουσίας, δυνάμει του .../1927 συνυποσχετικού συμβολαίου διανομής, της από 4-6-1927 διαιτητικής απόφασης που κηρύχθηκε εκτελεστή με την 7008/1927 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών, που μεταγράφηκαν νόμιμα, διένειμαν την κληρονομιαία αυτή περιουσία και η Α.

Τ. έλαβε το νότιο τμήμα αυτού, επιφανείας 860 στρεμμάτων, στο οποίο περιλαμβάνεται το επίδικο. Ότι στον Γ. Λ. Β., περιήλθε από κληρονομική διαδοχή της μητέρας του Αικ. χήρας Λ. ..., που πέθανε στις 21-1-1899 ως μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου της, όλο το κτήμα γνωστό ως "... " ή "...", έκτασης 15.000 στρεμμάτων περίπου στο οποίο περιλαμβανόταν και το επίδικο.

Αυτός υπεισήλθε στην ως άνω κληρονομιά και αναμείχθηκε ως κληρονόμος. Ότι στην Α. Λ. Β. περιήλθε το ως άνω ακίνητο από κληρονομική διαδοχή του αποβιώσαντος στις 10-10-1864 Α. Κ. δυνάμει της αναφερομένης μυστικής διαθήκης η οποία δημοσιεύθηκε νομίμως και έτσι υπεισήλθε και αναμείχθηκε στην κληρονομιά ως κληρονόμος και εγκαταστάθηκε σ'αυτήν από τους εκτελεστές της διαθήκης δυνάμει της αναφερόμενης συμβολαιογραφικής πράξεως.

Ότι το πιο πάνω ευρύτερο κτήμα στο οποία περιλαμβανόταν και το επίδικο, αποτελείτο από αγρούς, τμήματα με οπωροφόρα δένδρα, ορεινά και άγονα τμήματα, βοσκήσιμες εκτάσεις, δασική βλάστηση, ασβεστοκάμινο, λατομεία άμμου, λίθων και μαρμάρων. Ότι το επίδικο και η ευρύτερη περιοχή στην οποία περιλαμβάνεται δεν είναι δάσος ούτε υπήρξε δάσος κατά την σύσταση του Ελληνικού κράτους.

Ότι οι μνημονευόμενοι δικαιοπάροχοι του ενάγοντα Α. χήρα Λ. Β. και Γ. Λ. Β. είχαν αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία κατά το βυζαντινορωμαικό δίκαιο ασκώντας, τις αναφερόμενες πράξεις νομής επί χρονικό διάστημα πέραν της τριακονταετίας ήτοι από το 1664 μέχρι και το 1911 ως κύριοι και με εύλογη και ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσέβαλαν δικαίωμα κυριότητας άλλου και ιδίως του Δημοσίου και μετά τον θάνατο του Γ.

Β. του Λ. (1911) οι λοιποί αναφερόμενοι δικαιοπάροχοι του ενάγοντα νέμονταν και κατείχαν το κτήμα, στο οποίο βρισκόταν και το επίδικο με διάνοια κυρίων και με την ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν τα δικαιώματα άλλου και ιδίως του Δημοσίου, μέχρι και την 21-2-1946 και στη συνέχεια με διάνοια κυρίων ασκώντας τις προσιδιάζουσες στο ευρύτερο ακίνητο και στο επίδικο τις αναφερόμενες πράξεις νομής, όπως και ο ίδιος ο ενάγων, χωρίς ποτέ ν'ενοχληθούν από τρίτους ούτε από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο ουδέποτε άσκησε διακατοχικές πράξεις επ αυτού.

Έτσι, με τον τρόπο αυτό οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος και ο ενάγων έγιναν κύριοι ευρύτερης περιοχής, στην οποία εντάσσεται και το επίδικο και ειδικότερα οι απώτατοι δικαιοπάροχοι Α. χήρα Λ. Β. και Γ. Λ. Β. με έκτακτη χρησικτησία και οι λοιποί με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο όπως και ο ίδιος ο ενάγων. Το Εφετείο έκρινε επίσης, ότι και αν ήθελε υποτεθεί ότι το επίδικο ανήκε στην κυριότητα του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου ως διάδοχο του οθωμανικού κράτους ως δάσος για το οποίο δεν προσκομίστηκαν τίτλοι ιδιοκτησίας σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 του β.δ/τος 17/29-11-1836, η κυριότητα του Δημοσίου καταλύθηκε με έκτακτη χρησικτησία του ΒΡΔ.

Με αυτά, που δέχθηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες των από 3/22-2-1830, 4/16-6-1830 και 19.6/1-7-1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, των ερμηνευτικών των εν λόγω Πρωτοκόλλων κειμένων των τριών προστάτιδων δυνάμεων, και της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, καθώς και τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου των νόμων 8 παρ.1 Κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Βασ. (50.14), 2 παρ.20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), /6 παρ.1 Πανδ. (18.1), 7 παρ.3 Πανό. (23.3), των άρθρων 1,2,3 του β.δ.

της 1 /729.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών", των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6/3.7.1837 ''περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτό το νόμο και του άρθρου 21 του ν.δ/τος της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" και των άρθρων 1, 2, 3 του Οθωμανικού Νόμου της 7 Ραζαμάν 1274 (1856) "περί γαιών", τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε ως προς την κτήση κυριότητας του επιδίκου από τον ενάγοντα και τους δικαιοπαρόχους του και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τον αρχικό ενάγοντα και από τους απώτερους δικαιοπαρόχους του τόσο με παράγωγο τρόπο όσο και με πρωτότυπο τρόπο και από τους απώτατους δικαιοπαρόχους του Α.

χήρα Λ. Β. και Γ. Β. του Λ., με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησία του ΒΡΔ. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι κατά το μέρος με το οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμοι. Η ειδικότερη δε αιτίαση με τους λόγους αυτούς ότι δεν διαλαμβάνεται επαρκής αιτιολογία στη προσβαλλόμενη απόφαση για την ύπαρξη του στοιχείου της καλής πίστης στον ενάγοντα και τους δικαιοπαρόχους του είναι αβάσιμη διότι από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης που προεκτέθηκε προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία το Εφετείο κατέληξε στην αποδεικτική του κρίση για την συνδρομή της καλής πίστης στα πρόσωπα του αρχικού ενάγοντα και των απώτερων και των απωτάτων δικαιοπαρόχων του.

Επίσης, οι πιο πάνω λόγοι κατά το μέρος που προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 1α και 19 του Κ.Πολ.Δ, αιτίαση της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των προαναφερόμενων διατάξεων ως προς τον ουσιώδη ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι το επίδικο είναι δημόσιο κτήμα και την εκ της ιδιότητας του αυτής ως δημοσίου κτήματος, αδυναμία των απώτατων δικαιοπαρόχων του ενάγοντα κτήσεως κυριότητας επ'αυτού, ελλείψει ταπίου ή άλλου εγκύρου τίτλου ή υποβολής τίτλων ιδιοκτησίας κατά το προαναφερόμενο Β.Δ του 1836 "περί ιδιωτικών δασών" είναι απαράδεκτος.

Και, τούτο, διότι σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η τυχόν κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου επί του επιδίκου ως δημοσίου κτήματος, καταλύθηκε, με έκτακτη χρησικτησία ήτοι με την υπερτριακονταετή καλόπιστη νομή με διάνοια κυρίων, η οποία συμπληρώθηκε μέχρι τις 11-9-1915 από τους μνημονευόμενους δικαιοπαρόχους του ενάγοντα επί της μείζονος εκτάσεως στην οποία περιλαμβανόταν το επίδικο.

Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που έρχονται σε αντίθεση με αυτά που έχουν γίνει ανέλεγκτα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και οι εκτιμήσεις και τα συμπεράσματα που εξάγει το ίδιο από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και που αναφέρονται στους παραπάνω αναιρετικούς λόγους, είναι απαράδεκτες διότι πλήττουν την μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ).

Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν' απορριφθεί η από 24-9-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 1682/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Να μη τεθεί, όμως, διάταξη περί δικαστικών εξόδων υπέρ της αναιρεσίβλητης, η οποία θεωρείται σύμφωνα με τ'ανωτέρω δικονομικά απούσα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 24-9-2018 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ'αριθμ. 1682/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιουλίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου