Legislator Case Law & Legislation
1279/2020 AI generated

1279/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1279/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Κατά το άρθρο 7 εδ. α' του ν. 2112/1920 "Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ην ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νομού". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "μονομερής μεταβολή" θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται χωρίς ο τελευταίος να έχει δικαίωμα για την τροποποίηση αυτή από το νόμο, την ατομική σύμβαση εργασίας ή τον κανονισμό εργασίας ούτε να ανήκει στην από το διευθυντικό δικαίωμα του απορρέουσα εξουσία να ρυθμίζει όλα τα δικαιώματα που ανάγονται στη λειτουργία και οργάνωση της επιχείρησής του ή γίνεται κατά κατάχρηση του διευθυντικού του δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ).

Legislator headnote

AI generated

1279/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την από 01.09.2014 (αριθμ. καταθ. 18191/2014) αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι στις 11.01.1994 προσλήφθηκε από την ομόρρυθμη εταιρία "... SECURITY ... ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που ανανεώθηκε σιωπηρά και μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου, για να εργαστεί ως υπάλληλος φύλαξης (security) στις εγκαταστάσεις του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Keywords

AI generated
change of job staff relocation abandonment of employment access to a profession mobility of workers reintegration into employment
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1279 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1279/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 3η Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Η. Θ. του Σ., κατοίκου … Θεσσαλονίκης, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ανδρέα Μιχαήλου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ESA SECURITY SOLUTIONS" και το διακριτικό τίτλο " ESA SECURITY S.A." όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Γάτσιου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 01.09.2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 739/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 395/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-1-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά το άρθρο 7 εδ. α' του ν. 2112/1920 "Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ην ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νομού". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "μονομερής μεταβολή" θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται χωρίς ο τελευταίος να έχει δικαίωμα για την τροποποίηση αυτή από το νόμο, την ατομική σύμβαση εργασίας ή τον κανονισμό εργασίας ούτε να ανήκει στην από το διευθυντικό δικαίωμα του απορρέουσα εξουσία να ρυθμίζει όλα τα δικαιώματα που ανάγονται στη λειτουργία και οργάνωση της επιχείρησής του ή γίνεται κατά κατάχρηση του διευθυντικού του δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ).

Για την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης δεν αρκεί η μεταβολή των όρων εργασίας να είναι μονομερής αλλά απαιτείται επιπλέον να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ' αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία. Από την παραπάνω διάταξη, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 288, 648, 652 παρ. 1, 656 παρ. 1 ΑΚ, προκύπτει ότι στην περίπτωση σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας του, ο τελευταίος έχει διαζευκτικά τις εξής δυνατότητες:

α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται σιωπηρά νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη ως καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους του εργοδότη και να ζητήσει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης και γ) να εμμείνει στην τήρηση των όρων της σύμβασης αυτής, προσφέροντας τις υπηρεσίες του με τους ίδιους όρους, όπως πριν από την μεταβολή, οπότε, σε περίπτωση μη αποδοχής από τον εργοδότη, αυτός καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας ή, εκφράζοντας ο μισθωτός την αντίδρασή του, να παράσχει τη νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο, ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους (ΑΠ 657/2018,

282/2018, 1322/2017,216/2017, 1134/2015, 447/2015).

Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί , ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 6/2019, 4/2018, 6/2017, 1/2016).Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, πράγμα που συμβαίνει όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

2. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας υπόθεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Με την από 01.09.2014 (αριθμ. καταθ. 18191/2014) αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι στις 11.01.1994 προσλήφθηκε από την ομόρρυθμη εταιρία "... SECURITY ... ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που ανανεώθηκε σιωπηρά και μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου, για να εργαστεί ως υπάλληλος φύλαξης (security) στις εγκαταστάσεις του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Ότι η ανωτέρω εταιρία μετατράπηκε σε εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... SECURITY ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΕΠΕ", η οποία υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος στην ανωτέρω σύμβαση εργασίας και ακολούθως μετατράπηκε στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, επίσης καθολική διάδοχο της παραπάνω εταιρίας.

Ότι στις 08.05.2013 η εναγομένη του πρότεινε να υπογράψει νέα σύμβαση μερικής απασχόλησης με αντίστοιχη μείωση των αποδοχών του, οι οποίες θα υπολογίζονταν πλέον με βάση την επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, χωρίς να του αναγνωρίζεται η προϋπηρεσία και με τόπο παροχής της εργασίας του οπουδήποτε εντός του Νομού Θεσσαλονίκης, πρόταση που ο ενάγων αρνήθηκε.

Ότι στις 15.05.2013 η εναγομένη του γνωστοποίησε εξωδίκως ότι μεταβάλει τον τόπο παροχής εργασίας του σε τοποθεσία, μη ρητώς προσδιορισθείσα, εντός του Νομού Θεσσαλονίκης, λόγω της προηγηθείσας άρνησής του, ενώ τον κάλεσε να προσκομίσει την άδεια εργασίας προσωπικού φύλαξης, που όμως δεν κατείχε.

Ότι στις 28.05.2013, χωρίς να του δώσει επαρκή χρόνο για τον εφοδιασμό του με την ως άνω άδεια, του δήλωσε εξωδίκως ότι θέτει μονομερώς σε αναστολή τη σύμβαση εργασίας του, διότι δεν διαθέτει τη σχετική άδεια εργασίας και έκτοτε έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του.

Ότι η ως άνω περιγραφόμενη συμπεριφορά της εναγομένης συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του σύμβασης, την οποία αυτός εκλαμβάνει ως σιωπηρή καταγγελία αυτής.

Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 28.444 ευρώ, ως αποζημίωση απόλυσης, υπολογιζόμενη με βάση 18 έτη προϋπηρεσίας, με το νόμιμο τόκο από την 28.05.2013. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 739/2016 απόφασή του, έκρινε ότι δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή η αξίωση της εναγομένης για μείωση του ωραρίου εργασίας του ενάγοντος με συνακόλουθη μείωση των αποδοχών του, διότι του δόθηκε η δυνατότητα να μετακινηθεί σε άλλο έργο φύλαξης με πλήρες ωράριο εργασίας. Δέχθηκε, όμως, το ίδιο δικαστήριο ότι η θέση σε αναστολή της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή και σιωπηρή καταγγελία της σύμβασης εργασίας του και ως εκ τούτου έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 8.127 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης, με το νόμιμο τόκο από την 28.05.2013 έως την εξόφληση. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε από την εναγόμενη η από 27.06.2016 έφεση και επ'αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 395/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε κατ'ουσίαν δεκτή η έφεση και ακολούθως απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η αγωγή, κατά το μέρος που είχε γίνει δεκτή πρωτοδίκως.

3. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), σε σχέση με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους, δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη:

Ότι η εναγομένη εταιρία, που λειτουργούσε ήδη το 1995 με το τύπο της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... SECURITY SERVICES ... ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", παρέχοντας υπηρεσίες φύλαξης ακινήτων, μετατράπηκε σε εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... SECURITY Επιχείρηση Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας ΕΠΕ", με την υπ' αριθμ. .../11-9-1996 πράξη της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευσταθίας Βουλγαράκη - Τσώτσου, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο υπ' αριθμ. .../…-…-1996 ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ).

Ότι στη συνέχεια, η ως άνω ΕΠΕ μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ASPIS SECURITY Επιχείρηση Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας Ανώνυμη Εταιρία" με την υπ' αριθμ. .../4-5-1998 πράξη της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, η δε σχετική απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, με αριθμό .../15-5-1998, δημοσιεύθηκε νόμιμα στο υπ' αριθμ. …/…-…-1998 ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ).

Ότι η επωνυμία της ως άνω εταιρίας τροποποιήθηκε διαδοχικά, αρχικά σε "ASPIS SECURITY Ιδιωτική Επιχείρηση Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας Ανώνυμη Εταιρία", ακολούθως σε "ISS ASPIS SECURITY Ιδιωτική Επιχείρηση Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας Ανώνυμη Εταιρία" και τέλος σε "ISS SECURITY Ιδιωτική Επιχείρηση Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας Ανώνυμη Εταιρία", την οποία εξακολουθεί να φέρει.

Ότι ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 11.01.1994 με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να παρέχει τις υπηρεσίες του ως φύλακας σε κτήρια ή άλλες εγκαταστάσεις που θα καθορίζονταν από την εργοδότριά του και κατά την πρόσληψή του τοποθετήθηκε από την εναγομένη ως φύλακας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, τη φύλαξη του οποίου είχε αναλάβει η τελευταία με σχετική σύμβαση ορισμένου χρόνου, στη θέση δε αυτή παρέμεινε καθόλο το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο απασχολήθηκε από την εναγομένη, καθόσον η τελευταία αναλάμβανε σε μόνιμη βάση το έργο της φύλαξης των πανεπιστημιακών εγκαταστάσεων, με διαδοχικές συμβάσεις που καταρτίζονταν σε εκτέλεση σχετικών διαγωνισμών στους οποίους αναδεικνυόταν μειοδότρια.

Ότι, ειδικότερα, ο ενάγων απασχολήθηκε από την εναγομένη ως νυχτοφύλακας αρχικά στη Σχολή Καλών Τεχνών και ακολούθως στην Πολυτεχνική Σχολή του ΑΠΘ, με καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και οκτάωρη βάρδια, από ώρα 22.00' έως 06.00.

Ότι με την υπ' αριθμ. 319/2013 διακήρυξη του ΑΠΘ προκηρύχθηκε διεθνής δημόσιος ανοικτός διαγωνισμός για τη φύλαξη των κτηρίων, εγκαταστάσεων και εξωτερικών χώρων του ΑΠΘ για χρονικό διάστημα 12 μηνών από την υπογραφή της σύμβασης με τον ανάδοχο του έργου και με δυνατότητα παράτασης για 12 ακόμη μήνες, δηλαδή συνολικά για 24 μήνες.

Ότι στο παράρτημα Δ' της ως άνω διακήρυξης, με τον τίτλο "Τεχνικές Προδιαγραφές", προβλέφθηκε ρητά ότι το προσωπικό του αναδόχου που θα απασχολούνταν με τη φύλαξη των χώρων του πανεπιστημίου, θα εργαζόταν κατανεμημένο σε βάρδιες για έξι ώρες ημερησίως η κάθε βάρδια.

Ότι την 02.05.2013 έγινε, από αρμόδια επιτροπή, διαπραγμάτευση με κριτήριο κατακύρωσης τη χαμηλότερη τιμή, σύμφωνα με την ανωτέρω διακήρυξη και την υπ' αριθμ. 22130/26-4-2013 απόφαση του πρύτανη του ΑΠΘ, και αναδείχθηκε ανάδοχος η εναγομένη εταιρία, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 22699/2-5-2013 απόφαση του άνω πρύτανη, για χρονικό διάστημα τεσσάρων μηνών και υπογράφηκε η σχετική σύμβαση, στην οποία ρητά προβλέφθηκε ότι όλοι οι όροι της διακήρυξης αποτελούν και όρους της σύμβασης αυτής.

Ότι, κατόπιν αυτού, και σε εκτέλεση της ως άνω σύμβασης, η εναγομένη πρότεινε στους εργαζομένους αυτής, που απασχολούντο στη φύλαξη του ΑΠΘ, την μετατροπή των συμβάσεων τους από πλήρους σε μερικής απασχόλησης με αντίστοιχη μείωση των αποδοχών τους, οι οποίες θα υπολογίζονταν με βάση την ισχύουσα επιχειρησιακή σύμβαση εργασίας.

Ότι ο ενάγων αρνήθηκε την πρόταση αυτή της εναγομένης και η τελευταία του ανακοίνωσε, με την από 15.05.2003 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε σε αυτόν με την υπ' αριθμ. …/15-5-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Αθανασίου Κωτίτσα, ότι είναι υποχρεωμένη να τον μετακινήσει σε άλλο έργο εντός του Νομού Θεσσαλονίκης, ενώ συγχρόνως τον κάλεσε να προσκομίσει την απαιτούμενη άδεια εργασίας προσωπικού ασφαλείας, που προβλεπόταν από το άρθρο 3 του Ν. 2518/1997, που τέθηκε σε ισχύ την 21.08.1997 και όριζε ως υποχρεωτική, για την εγκυρότητα των συμβάσεων εργασίας των απασχολουμένων ως φυλάκων, την λήψη σχετικής άδειας από την αστυνομική αρχή του τόπου κατοικίας τους.

Ότι, στη συνέχεια, η εναγομένη με την από 28.05.2013 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στον ενάγοντα με την υπ' αριθμ. …/ 28-5-2013 έκθεση επίδοσης του ως άνω δικαστικού επιμελητή, ανακοίνωσε στον ενάγοντα ότι η σύμβαση εργασίας του τελεί σε αναστολή λόγω της έλλειψης της ανωτέρω άδειας εργασίας και μέχρι να προβεί στην έκδοση αυτής και να την προσκομίσει, με την έννοια ότι κατ' αυτό το χρονικό διάστημα ούτε ο ενάγων θα είχε υποχρέωση να παρέχει την εργασία του ούτε και η εναγομένη θα ήταν υποχρεωμένη να του καταβάλλει τον μισθό του.

Ότι από τότε ο ενάγων έπαυσε να παρέχει την εργασία του στην εναγομένη.

Δέχεται περαιτέρω το Εφετείο ότι, με βάση τα παραπάνω, καθίσταται πρόδηλο ότι η πρόταση της εναγομένης προς τους φύλακες των εγκαταστάσεων του ΑΠΘ, μεταξύ των οποίων και προς τον ενάγοντα, για μείωση του ημερήσιου ωραρίου εργασίας τους, σύμφωνα με τη σύμβαση εργασίας που είχε καταρτίσει με το τελευταίο, δεν αποτελούσε δυσμενή μεταβολή των όρων εργασίας του και τούτο διότι αυτή έγινε στα πλαίσια διαβουλεύσεων με τους εργαζομένους της εταιρίας, με σκοπό την εξεύρεσή συναινετικής λύσης στο ζήτημα που είχε ανακύψει και με την παροχή σε αυτόν της δυνατότητας να μην αποδεχθεί την τροποποίηση του ημερήσιου ωραρίου εργασίας του και να μετακινηθεί στη φύλαξη άλλης εγκατάστασης, όπου θα εξακολουθούσε να εργάζεται επί οκτάωρο ημερησίως.

Ότι, εξάλλου, η μετακίνηση του ενάγοντος σε άλλη εγκατάσταση δεν δύναται να θεωρηθεί ότι συνιστά δυσμενή μεταβολή των όρων υπό τους οποίους παρείχε την εργασία του, καθόσον, ενόψει της ως άνω εξέλιξης, η εναγομένη δεν είχε άλλη επιλογή από το να μεταβάλει το τόπο εργασίας του, προκειμένου να συνεχίσει να τον απασχολεί επί οκτάωρο ημερησίως, ενώ σε κάθε περίπτωση, ο ακριβής τόπος παροχής της εργασίας του ενάγοντος ουδέποτε είχε αποτελέσει ρητό όρο της μεταξύ τους σύμβασης.

Ότι, ως εκ τούτου, δεν συντρέχει περίπτωση δυσμενούς μεταβολής των όρων της εργασιακής σχέσης του ενάγοντος και το αγωγικό αίτημα περί αναγνώρισης του ότι η μεταβολή αυτή συνιστά καταγγελία της εργασιακής του σχέσης είναι ουσιαστικά αβάσιμο.

Ότι, περαιτέρω, η από 28.05.2013 ως άνω εξώδικη δήλωση της εναγομένης, με την οποία γνωστοποίησε στον ενάγοντα ότι, εφόσον δεν προσκόμιζε σε αυτήν την άδεια εργασίας του, η εργασιακή τους σχέση τίθεται σε επ' αόριστο αναστολή, δεν συνιστά καταγγελία της εργασιακής τους σχέσης. Και τούτο διότι η εναγομένη με την ανωτέρω εξώδικη δήλωση δεν εκδήλωσε την πρόθεσή της για οριστική άρνηση αποδοχής των υπηρεσιών του ενάγοντος για το μέλλον, αλλά, χρησιμοποιώντας τον αδόκιμο όρο "της αναστολής της εργασιακής σχέσης", εξάρτησε σαφώς την αποδοχή των υπηρεσιών του από την τήρηση της νόμιμης προϋπόθεσης για έκδοση της άδειας εργασίας, την οποία, εφόσον προσκόμιζε ο ενάγων, θα αποδεχόταν τις υπηρεσίες του, μεταθέτοντας αυτόν σε άλλη υπηρεσία στην Περιφέρεια της Θεσσαλονίκης, όπως έκανε και με άλλους εργαζομένους της, η δε αδυναμία του ενάγοντος να εφοδιαστεί με άδεια εργασίας αφορά τον ίδιο και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση νόμιμης αξίωσής του για αποδοχή των υπηρεσιών του από την εναγομένη.

Συνεπώς, δεν αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω εξώδικη δήλωση της εναγομένης εργοδότριας εταιρίας αποτελεί στην πραγματικότητα εκδήλωση της πρόθεσής της να παύσει οριστικά να αποδέχεται στο εξής την εργασία του ενάγοντος, οπότε αυτή δεν συνιστά καταγγελία της εργασιακής τους σχέσης, με συνέπεια να μην οφείλεται στον τελευταίο η καταβολή αποζημίωσης απόλυσης, το δε σχετικό αίτημα της αγωγής πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικό αβάσιμο. Ακολούθως το Εφετείο δέχτηκε την έφεση της εναγομένης ως ουσιαστικά βάσιμη, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση κατά το εκκληθέν μέρος και απέρριψε την αγωγή, κατά το μέρος αυτό, ως ουσιαστικά αβάσιμη.

4. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 652 παρ. 1,656, 669 παρ 2, 281 ΑΚ, 1 και 7 παρ. 1 του Ν 2112/1920 και 5 παρ. 3 του Ν . 3198/1955 με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, με τις παραδοχές του, ότι δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής σύμβασης του αναιρεσείοντος και άτακτη καταγγελία αυτής η θέση σε αναστολή της σχέσης εργασίας του τελευταίου μέχρις ότου αυτός προσκομίσει στην αναιρεσίβλητη την σχετική άδεια εργασίας που απαιτεί η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 2518/1997, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την κατάρτιση έγκυρης σύμβασης εργασίας για το προσωπικό ασφαλείας και όρο που απαιτούσε το Αριστοτέλιο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης για τους εργαζομένους στη φύλαξη των εγκαταστάσεών του, εφόσον ο ενάγων δεν ανταποκρίθηκε στο αίτημα της εναγομένης να προσκομίσει την άδεια εργασίας.

Συνεπώς, ο πρώτος από τους λόγους αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Όσον αφορά τον πρώτο λόγο της αίτησης, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, δεχόμενη ως βάσιμη τη σχετική ένσταση της εναγομένης περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού του δικαιώματος για καταβολή αποζημίωσης απόλυσης, είναι απαράδεκτος. Τούτο διότι ο λόγος αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον στην έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της, δεν υπήρχε λόγος έφεσης για καταχρηστική άσκηση της αγωγής για καταβολή αποζημίωσης απόλυσης, και ούτε η προσβαλλόμενη απόφαση έχει παραδοχές σχετικές με την καταχρηστικότητα της αγωγικής αξίωσης.

5. Κατά τη διάταξη του άρθ. 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων κλπ., ιδρύει τον προβλεπόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αποτελούν οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτά προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 25/2003, 3/1997), και όχι και οι μη νόμιμοι, επουσιώδεις και αλυσιτελείς ισχυρισμοί που δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και επί των οποίων το δικαστήριο δεν υποχρεούται ν' απαντήσει, ούτε η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν στοιχειοθετείται, όμως, σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997), τούτο δε συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό, απορρίπτει δηλαδή αυτόν "εκ των πραγμάτων" κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 107/2020).

6. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και ειδικότερα ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπ' όψη τους ουσιώδεις ως προς την έκβαση της δίκης επί μέρους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, τους οποίους ανέπτυξε με τις προτάσεις του, ως εφεσίβλητος, και δη τους ισχυρισμούς του ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη δεν εφάρμοσε την υποχρέωση της να απασχολήσει τον ενάγοντα σε άλλο έργο με σύμβαση πλήρους απασχόλησης (μετά την επίδοση της 1ης εξώδικης δήλωσης στις 15.05.2013), ότι από την προσκομιζόμενη, εκ μέρους της αναιρεσίβλητης εταιρείας, υπ' αριθμ. 20522/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αυτή, μετά την άρνηση των εκεί εναγόντων να αποδεχθούν τη μετατροπή των συμβάσεών τους από πλήρους σε μερικής απασχόλησης, μετακίνησε τους συναδέλφους του Α.

Μ. και Δ. Π., οι οποίοι επίσης δεν είχαν άδεια εργασίας φύλακα, από το ΑΠΘ στη φύλαξη του ΟΣΕ στην Σίνδο με καθεστώς πλήρους απασχόλησης, ενώ αντίθετα η αναιρεσίβλητη εταιρεία δεν έπραξε το ίδιο με τον αναιρεσείοντα και, τέλος, ότι κατά τον χρόνο επίδοσης της δεύτερης εξώδικης δήλωσης της αναιρεσίβλητης, ήτοι στις 28.05.2013, με την οποία ανεστάλη η ισχύς της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, πληρούσε τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης λόγω γήρατος.

Ο ως άνω λόγος, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, είναι, σύμφωνα προς τα ανωτέρω αναφερόμενα, απαράδεκτος, αφού οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν αποτελούν «πράγματα» κατά την προεκτεθείσα έννοια, αλλά πραγματικά επιχειρήματα αφορώντα στην εκτίμηση των αποδείξεων.

7. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 03.01.2019 (αριθμ. κατάθ. 1/2019) αίτηση περί αναιρέσεως της 395/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.- Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οχτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Δεκεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ