Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility and failure to cite specific contradictory provisions in the appeal petition.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision regarding a custody dispute. The appellant argued the lower court erred by accepting a priest's declaration as evidence and made contradictory rulings on the child's name. The court rejected these claims because the appeal petition failed to cite the specific article of the Civil Procedure Code violated and did not precisely identify the contradictory provisions within the judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 562(2) of the Civil Procedure Code; An appeal alleging violation of substantive law is inadmissible if it does not specify the exact article violated, and an appeal claiming contradictory provisions must precisely identify the conflicting articles within the operative part of the judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1279 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1279/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Π. του Ν., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Βασιλικής Τσόνογλου και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Φ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Μυροφόρας Ραφαηλίδου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/10/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 8/11/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4975/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2405/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/8/2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εκτός των άλλων και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Δηλαδή, πρέπει να παραβιάζονται κανόνες, οι οποίοι ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, τη κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρησή τους (ΑΠ 1399/2011, ΑΠ 159/2004).
Εσφαλμένη, κατ' ακρίβειαν, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά, τα οποία δέχτηκε, ανέλεγκτα, το δικαστήριο της ουσίας υπάγονταν στον κανόνα αυτόν ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν (Ολ.
ΑΠ 10/2011, 7/2006, 36/1988). Για να είναι ορισμένος και, άρα, παραδεκτός, ο λόγος αυτός πρέπει: 1) να αναφέρεται στο δικόγραφο της αναίρεσης, και, μάλιστα, ενάριθμα, η συγκεκριμένη διάταξη του συγκεκριμένου, ουσιαστικού νόμου, που παραβιάστηκε (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1069/1983, ΑΠ 1148/1989, ΑΠ 1459/1997, ΑΠ 1658/1998, ΑΠ 1676/1998, ΑΠ 1399/2011), καθώς και το περιεχόμενό της, 2) η νομική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, για την έννοια της διάταξης αυτής και 3) το ερμηνευτικό υπαγωγικό της σφάλμα (ΟλΑΠ 32/1996), επιπρόσθετα δε, αν η προσβαλλόμενη, με την αναίρεση, απόφαση, αποφάνθηκε για την ουσία της υπόθεσης, είναι αναγκαίο να αναφέρονται, με σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας, για την θεμελίωση της κρίσης του ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 1399/2011, ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1353/2001).
Και τούτο, γιατί, μόνο κατ' αυτό τον τρόπο, μπορεί να κριθεί, αν η νομική πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΟλΑΠ 28/1998, ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 495/2010, ΑΠ 954/2008, ΑΠ 609/2008, ΑΠ 2173/2007, ΑΠ 1036/2000, ΑΠ 1353/2001). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 24/1992).
Για το ορισμένο δε και αυτού του λόγου, πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ' αυτό, με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 739/2011, ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 153/2008). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο, του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 319/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους αναιρετικούς λόγους: πρώτο και δεύτερο, κατά τα πρώτα σκέλη αυτών, από τον αριθμό 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ, και κατά το τρίτο σκέλος του δευτέρου λόγου, από τον αριθμό 19 του ίδιου, ως άνω άρθρου, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους, η αναιρεσείουσα αιτιάται το Εφετείο, ότι μετά την εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης, δικάζοντας τις ένδικες, αντίθετες, αγωγές του αντιδίκου της και της ιδίας, με αντικείμενο την άρση της διαφωνίας τους και τη ρύθμιση της ονοματοδοσίας του κοινού ανηλίκου, θήλεος, τέκνου τους, εσφαλμένα εκτιμώντας τις αποδείξεις και με αντιφατικές, άλλως ανεπαρκείς αιτιολογίες, κατέληξε στην κρίση περί ακυρότητας της, εκ μέρους της (αναιρεσείουσας), ονοματοδοσίας της ως άνω ανήλικης, ως μονομερώς γενομένης, από αυτή (αναιρεσείουσα) και, συνακόλουθα, όρισε ως δοτέο κύριο όνομα αυτής (ανήλικης) το "Α. - Ν.", προερχόμενο, από την πατρική και μητρική γραμμή, αντίστοιχα, αντί, ορθώς κρίνοντας, να ορίσει ως κύριο όνομα το βαπτιστικό της, ήτοι το "Β. - Ν.".
Όλοι, όμως, οι προαναφερθέντες αναιρετικοί λόγοι, πρέπει ν' απορριφθούν, ως απαράδεκτοι, προεχόντως, λόγω της αοριστίας τους, αφού δεν αναφέρονται, καθόλου, στο αναιρετήριο, οι κρίσιμες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης καθώς και οι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκαν. Παρεκτός του ότι, με το πρόσχημα των επικαλουμένων παραβάσεων πλήττεται, ανεπίτρεπτα, η ουσιαστική, περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, αφού τα όσα διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, για την θεμελίωσή τους, συνιστούν την, κατά την εκδοχή της αναιρεσείουσας, εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρήματα αυτής, εξαγόμενα από τις αποδείξεις, για τη συναγωγή του επιθυμητού, σ' αυτή, πορίσματος.
IΙ. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ως αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (AΠ 1413/2010, ΑΠ 1204/2008, ΑΠ 695/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος του πρώτου αναιρετικού λόγου, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στην παράλειψη του Εφετείου να λάβει υπόψη του και να συνεκτιμήσει, με τις λοιπές αποδείξεις, την από 19-05-2017 έκθεση της κλινικής ψυχολόγου Λ.
Τ. - Θ., την οποία η ήδη αναιρεσείουσα επικαλέστηκε και, παραδεκτά, προσκόμισε ενώπιόν του. Από την υπάρχουσα, όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση γενική βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν: "...από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον εφεσίβλητο υπ' αριθμ. ....55/27-10-2-15 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Χαλκίδας του μάρτυρα Δ Λ.
του Χ., που λήφθηκε μετά από νόμιμη κλήτευση της εκκαλούσας (βλ. την υπ' αριθμ. ...89/15-10-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Χ. Γ. Μ.) από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την εκκαλούσα υπ' αριθμ. ....30/19-5-2017, ....47/19-5-2017 και ....1/19-5-2017 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Ειρηνοδίκη Ελευσίνας Αττικής των μαρτύρων Ν.
Δ., Ά. Π. και Θ. Π., που μετά από νόμιμη κλήτευση του εφεσιβλήτου (βλ. την υπ' αριθμ. ...85β'/16-5-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Κ. Π.), από τη θεώρηση των προσκομιζομένων φωτογραφιών, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται, στα οποία περιλαμβάνονται η από 22/5/2017 έκθεση του Παιδοψυχίατρου Ι.
Κ. Κ., η από 19/5/2017 έκθεση ψυχολογικής πραγματογνωμοσύνης της Κλινικής Ψυχολόγου, Λ. Τ. - Θ., καθώς και τις προσκομιζόμενες από την εκκαλούσα υπ' αριθμ. ...15/17-4-2015, ...16/17-4-2015, ...17/17-4-2015, ...18/17-4-2015, και ...19/17-4-2015 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και η προσκομιζόμενη από τον εφεσίβλητο υπ' αριθμ. ....65/17-4-2015 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειριηνοδίκη Ελευσίνας, που όλες δόθηκαν στο πλαίσιο της δίκης ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των διαδίκων και λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: ...".
Σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι, στο αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης δεν υπάρχει κανένα, απολύτως, στοιχείο, από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και την ως άνω, φερόμενη ως αγνοηθείσα, έκθεση, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, την οποία, σημειωτέον, ειδικώς, μνημονεύει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, μολονότι αυτό (Εφετείο), κατά τα εκτιθέμενα στην προπαρατεθείσα νομική σκέψη, δεν είχε τέτοια υποχρέωση.
Επομένως, ο ανωτέρω, περί του αντιθέτου, αναιρετικός λόγος, κρίνεται απορριπτέος, ως αβάσιμος, παρορωμένης και της αοριστίας του, αφού δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο του φερομένου, ως αγνοηθέντος, επίμαχου, αποδεικτικού μέσου, ώστε να καθίσταται εφικτή η κρίση, για το αν αυτό θα μπορούσε, στην προκειμένη περίπτωση, να επηρεάσει, αποφασιστικά, το συμπέρασμα του δικανικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλλομένης, αν είχε ληφθεί υπόψη και, συνακόλουθα, τη βασιμότητα της προβαλλομένης αναιρετικής πλημμέλειας (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1185/2010, ΑΠ333/2009, ΑΠ 1242/2008).
ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να προσδιορίζεται, στο αναιρετήριο, το αποδεικτικό αυτό μέσο, που παρανόμως λήφθηκε υπόψη και ο λόγος, για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις.
Εξάλλου, η μαρτυρία τρίτου, που δίδεται έστω και με τη δήλωση του άρθρου 8 του ν.1599/86, χωρίς δηλαδή να τηρηθούν οι διατυπώσεις των διατάξεων του ΚΠολΔ, για την εξέταση των μαρτύρων, αποτελεί αποδεικτικό μέσο μη επιτρεπόμενο από το νόμο. Η ως άνω ανώμοτη μαρτυρία αποτελεί ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αν δόθηκε, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως αποδεικτικό μέσο σε ορισμένη μεταξύ άλλων πολιτική δίκη (ΟλΑΠ 8/1987, ΑΠ 394/2012, ΑΠ 667/2009).
Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 11α' ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έλαβε υπόψη την από 12-8-2015 υπεύθυνη δήλωση του ιερέα Κων/νου Παπαγεωργίου, ως τρίτου, η οποία αποτελούσε κατά το νόμο ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο. Ο λόγος αυτός είναι, πρωτίστως, απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται, στο αναιρετήριο, ότι το ως άνω απαράδεκτο προτάθηκε ενώπιον του Εφετείου (άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ) από την αναιρεσείουσα και δεν συντρέχει περίπτωση εξαίρεσης από το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Πέραν τούτου, από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του την επίμαχη δήλωση, κρίνοντας ότι αυτή δεν δόθηκε για να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη, μεταξύ των διαδίκων, δίκη. Η τελευταία δε αυτή κρίση του Εφετείου, που συνιστά κρίση περί πραγμάτων, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρ. 561 § 1 ΚΠολΔ).
IV. Για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 559 αριθ.17 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, εξαιτίας της υπάρξεως στην ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση αντιφατικών διατάξεων, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η ίδια η απόφαση, αυτή περιέχει αντιφατικές διατάξεις και να προσδιορίζεται, με ακρίβεια, η αντίφαση των διατάξεων αυτών, αντίφαση η οποία πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως και δη στο ίδιο διαδικαστικό έγγραφο της αποφάσεως αυτής, και όχι στο αιτιολογικό της (ΑΠ 77/2009, ΑΠ 553/2008, ΑΠ 2059/2007, ΑΠ 759/2005, ΑΠ 169/2001, ΑΠ 1376/2000).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, προβάλλεται ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, γιατί διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, επί του ζητήματος της ονοματοδοσίας της ανήλικης θυγατέρας των διαδίκων. Ο λόγος, όμως, αυτός πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί, προεχόντως, ως αόριστος, γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η ίδια η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει, στο διατακτικό της αντιφατικές διατάξεις, αλλ' ούτε προσδιορίζεται, με ακρίβεια, η αντίφαση τέτοιων διατάξεων, εντοπιζόμενη στο διατακτικό και όχι στο αιτιολογικό αυτής.
V. Επομένως, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμόν 2405/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που υπέβαλε αυτός, με τις, ενώπιον του Αρείου Πάγου, προτάσεις του (άρθρα 106, 176, 183 και, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 06-08-2018 αίτηση αναίρεσης της 2405/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ και νυν Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ