Legislator Case Law & Legislation
1279/2018 AI generated

1279/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1279/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 21 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1279/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για την εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως δεν αρκεί η μεταβολή των όρων εργασίας να είναι μονομερής αλλά απαιτείται επιπλέον να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ' αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή και ηθική ζημία. Εξ άλλου από την παραπάνω διάταξη σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 288, 648, 652 παρ. 1 και 656 παρ. 1 Α.Κ.

Keywords

AI generated
job cuts inflicted job loss redundancy reduction of salary reduction of unemployment benefits cessation of gainful employment
AI generated
1044/2020
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.
751/2020
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.
750/2020
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.
774/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Ερατώ Κολέση, Αρεοπαγίτες.
108/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά και Παναγιώτη Αθανασόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1279 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1279/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 21 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... Α.Ε." που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κωνσταντίνα Φουντέα και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. Ζ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Πίκουλα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-4-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1365/2012 του ίδιου δικαστηρίου και 1996/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-12-2015 αίτησή της και τους από 19-12-2016 πρόσθετους λόγους της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα ανέγνωσε την από 25-1-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του τέταρτου λόγου αναίρεσης, την παραδοχή δε των λοιπών λόγων αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων της, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 7 εδ. α ν. 2112/1920: "Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ην ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής μονομερής μεταβολή θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται χωρίς ο τελευταίος να έχει δικαίωμα για την τροποποίηση αυτή από το νόμο, την ατομική σύμβαση εργασίας ή τον κανονισμό εργασίας ούτε να ανήκει στην από το διευθυντικό δικαίωμά του απορρέουσα εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεώς του ή γίνεται κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος (άρθρο 281 Α.Κ.).

Για την εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως δεν αρκεί η μεταβολή των όρων εργασίας να είναι μονομερής αλλά απαιτείται επιπλέον να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ' αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή και ηθική ζημία. Εξ άλλου από την παραπάνω διάταξη σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 288, 648, 652 παρ. 1 και 656 παρ. 1 Α.Κ.

προκύπτει ότι η βλαπτική για τον εργαζόμενο μεταβολή των όρων της συμβάσεώς του δεν επιφέρει τη λύση αυτής ούτε υποχρεώνει το μισθωτό να αποχωρήσει από την εργασία του αλλά εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας ή κατά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματός του προβεί κατά κατάχρηση αυτού στον προσδιορισμό της παροχής εργασίας, ο μισθωτός έχει διαζευκτικά τα δικαιώματα:

α) ν' αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη ως άτακτη εκ μέρους του καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως και αποχωρώντας από την εργασία του ν' απαιτήσει την καταβολή της αποζημιώσεως που προβλέπεται από το ν. 2112/1920, γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε, αν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί αυτήν, καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας ή δ) εκφράζοντας την αντίθεσή του, να παράσχει τη νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο, ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους (Α.Π. 216/2017, 104/2017).

Από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 59, 281, 288, 648, 652, 914, 932 Α.Κ. προκύπτει ότι αν η ως άνω βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας, υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες επιχειρείται, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και ενέχει καταχρηστική ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, με αποτέλεσμα την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του μισθωτού, μπορεί ο τελευταίος να αξιώσει από τον υπαίτιο εκτός των άλλων και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη (Α.Π. 132/2016).

Περαιτέρω κατά το άρθρο 38 παρ. 3 ν. 1892/1990 (ΦΕΚ Α 101), το οποίο αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 2 ν. 2639/1998 (ΦΕΚ Α 205) και συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 ν. 2874/2000 (ΦΕΚ Α 286), στη συνέχεια δε αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 2 ν. 3846/2010 (ΦΕΚ Α 66) και τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 παρ. 3 ν. 3899/2010 (ΦΕΚ Α 212): "Κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκεια της ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν κάθε μορφή απασχόλησης εκ περιτροπής.

Εκ περιτροπής απασχόληση θεωρείται η απασχόληση κατά λιγότερες ημέρες την εβδομάδα ή κατά λιγότερες εβδομάδες το μήνα ή κατά λιγότερους μήνες το έτος ή και συνδυασμός αυτών κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας. Η παρεχόμενη από το άρθρο αυτό προστασία καλύπτει και τους απασχολούμενους με βάση τις συμφωνίες του προηγούμενου εδαφίου.

Αν περιοριστούν οι δραστηριότητές του ο εργοδότης μπορεί, αντί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, να επιβάλει σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης στην επιχείρησή του, η διάρκεια της οποίας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τους εννέα (9) μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος, μόνο εφόσον προηγουμένως προβεί σε ενημέρωση και διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζομένων, σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 260/2006 και του ν. 1767/1988.

Οι συμφωνίες ή οι αποφάσεις της παραγράφου αυτής γνωστοποιούνται μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την κατάρτιση ή τη λήψη τους στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας". Κατά δε την παράγραφο 4 του ίδιου πιο πάνω άρθρου 38 ν. 1892/1990, όπως ισχύει: "Ως εκπρόσωποι των εργαζομένων για την εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου ορίζονται κατά την εξής σειρά προτεραιότητας:

α) οι εκπρόσωποι από την πλέον αντιπροσωπευτική συνδικαλιστική οργάνωση της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης, η οποία καλύπτει κατά το καταστατικό της εργαζόμενους, ανεξάρτητα από την κατηγορία, τη θέση ή την ειδικότητα τους, β) οι εκπρόσωποι των υφιστάμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης, γ) το συμβούλιο εργαζομένων, δ) εάν ελλείπουν συνδικαλιστικές οργανώσεις και συμβούλιο εργαζομένων, η ενημέρωση και διαβούλευση γίνεται με το σύνολο των εργαζομένων.

Η ενημέρωση μπορεί να γίνει με εφάπαξ ανακοίνωση σε εμφανές και προσιτό σημείο της επιχείρησης. Η διαβούλευση πραγματοποιείται σε τόπο και χρόνο που ορίζει ο εργοδότης". Τέλος κατά την παράγραφο 8 του ίδιου πιο πάνω άρθρου 38 ν. 1892/1990, όπως ισχύει: "Καταγγελία της σύμβασης εργασίας λόγω μη αποδοχής από τον μισθωτό εργοδοτικής πρότασης για μερική απασχόληση είναι άκυρη".

Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι η εκ περιτροπής εργασία (συμβατική ή επιβαλλομένη μονομερώς) αποτελεί ειδικότερη μορφή μερικής απασχολήσεως, κατά την οποία ο μισθωτός απασχολείται στην επιχείρηση ή σε ορισμένο τμήμα αυτής λιγότερες ημέρες την εβδομάδα ή λιγότερες εβδομάδες το μήνα ή λιγότερους μήνες το έτος, αλλά πάντα κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας.

Βασικό εννοιολογικό γνώρισμα της εκ περιτροπής εργασίας είναι η εναλλαγή χρονικών διαστημάτων εργασίας και αργίας (μη εργασίας), μολονότι η λειτουργία της επιχειρήσεως ή τμήματος αυτής παραμένει συνεχής. Από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει επίσης ότι η εκ περιτροπής εργασία μπορεί να λάβει δύο ειδικότερες μορφές και συγκεκριμένα: 1) της συμφωνημένης (συμβατικής) εκ περιτροπής εργασίας, η οποία επιτρέπεται να συμφωνηθεί ελεύθερα με διάφορους συνδυασμούς που επιλέγουν τα μέρη, με μόνο περιορισμό της παροχής της ημερήσιας εργασίας κατά πλήρες ωράριο και 2) αυτής που εφαρμόζεται με μονομερή εργοδοτική απόφαση.

Ειδικότερα στη δεύτερη περίπτωση παρέχεται η δυνατότητα στον εργοδότη και στο πλαίσιο του διευθυντικού του δικαιώματος σε ευρεία έννοια, σε περίπτωση περιορισμού της δραστηριότητάς της επιχειρήσεώς του, να επιβάλει στην επιχείρησή του "σύστημα εκ περιτροπής εργασίας", μέχρι εννέα μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος.

Προϋποθέσεις για τη μονομερή επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας είναι κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 3 εδ. δ και ε ν. 1892/1990, όπως ισχύει: α) ο περιορισμός των δραστηριοτήτων του εργοδότη, β) η ενημέρωση από τον εργοδότη των εκπροσώπων των εργαζομένων και η διαβούλευσή του με αυτούς, ελλείψει δε αυτών με το σύνολο των εργαζομένων, χωρίς να είναι απαραίτητο τα μέρη να καταλήξουν σε συμφωνία, οπότε η εφαρμογή του συστήματος εκ περιτροπής εργασίας λαμβάνει χώρα με μονομερή απευθυντέα δήλωση του εργοδότη προς τους εργαζομένους, διαπλαστικού χαρακτήρα, γ) η διάρκειά της να μην είναι μεγαλύτερη από τους εννέα μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος και δ) η απόφαση του εργοδότη (όταν αυτή επιβάλλεται μονομερώς) ή η συμφωνία (όταν πρόκειται για συμβατική εκ περιτροπής εργασία) να κοινοποιηθεί εντός οκτώ ημερών στην Επιθεώρηση Εργασίας.

Από το ότι η μονομερής επιβολή του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας εκ μέρους του εργοδότη προβλέπεται κατά το νόμο "αντί της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας", προκύπτει ότι ο περιορισμός της δραστηριότητας του εργοδότη, ανεξαρτήτως των λόγων στους οποίους οφείλεται, πρέπει να είναι τέτοιος που θα οδηγούσε σε απολύσεις για οικονομικοτεχνικούς λόγους.

Προϋποτίθεται δηλαδή η από τον περιορισμό της δραστηριότητας του εργοδότη πρόκληση πλεονάζοντος προσωπικού λόγω της μείωσης της διαθέσιμης εργασίας, ήτοι της ανάγκης του εργοδότη για παροχή εργασίας προς αυτόν. Ως εκ τούτου ο περιορισμός της δραστηριότητας δεν δικαιολογεί την επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας αν είναι εντελώς ασήμαντος αλλά θα πρέπει αντιθέτως να πρόκειται για σημαντικό περιορισμό αυτής.

Από την πρόβλεψη δε επιβολής "συστήματος εκ περιτροπής εργασίας" αντί της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας του πλεονάζοντος προσωπικού, προκύπτει ότι το σύστημα αυτό αξιολογείται από το νομοθέτη ως ηπιότερο μέτρο σε σχέση με την καταγγελία. Το σύστημα δε της εκ περιτροπής εργασίας που δικαιούται να επιβάλει μονομερώς ο εργοδότης προϋποθέτει αναγκαίως εναλλαγή εργαζομένων στην ίδια επιχείρηση στην ίδια ή περισσότερες θέσεις εργασίας σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, ενώ η λειτουργία της επιχειρήσεως παραμένει συνεχής.

Η εναλλαγή αυτή μπορεί να γίνεται είτε κατά ομάδες μισθωτών εκ των οποίων η μία θα αντικαθιστά την άλλη διαδοχικά στην απασχόληση και τη μη απασχόληση είτε από ένα μισθωτό τη φορά, υπό την έννοια ότι κάθε φορά ένας μισθωτός θα τίθεται εναλλάξ σε υποχρεωτική αργία, ενώ ο άλλος μισθωτός θα καλύπτει κατά πλήρες ωράριο τη θέση εργασίας.

Χωρίς αυτή την εναλλάξ παροχή εργασίας η οποία θα καταλαμβάνει το σύνολο των εργαζομένων στην επιχείρηση ή στο τμήμα αυτής που εμφανίζει σημαντικά μειωμένη δραστηριότητα, η εφαρμογή του συστήματος δεν είναι νοητή και κατά συνέπειαν δεν μπορεί να επιβληθεί με μονομερή απόφαση του εργοδότη κατά το άρθρο 38 παρ. 3 εδ.

δ ν. 1892/1990, όπως ισχύει (Α.Π. 771/2017, 1252/2014). Συνακόλουθα δεν είναι κατά νόμο επιτρεπτή η εκ μέρους του εργοδότη μονομερής επιβολή συστήματος εργασίας κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο για τις ίδιες συγκεκριμένες ημέρες την εβδομάδα σε μισθωτούς της επιχειρήσεώς του, αφού στην περίπτωση αυτή ελλείπει το στοιχείο της εναλλάξ παροχής εργασίας.

Περαιτέρω, εκτός της πιο πάνω ουσιαστικής προϋποθέσεως του περιορισμού της δραστηριότητας της επιχειρήσεως, για την επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας τίθενται επιπλέον και ορισμένες τυπικές προϋποθέσεις, στις οποίες περιλαμβάνεται η υποχρέωση ενημερώσεως και εν συνεχεία διαβουλεύσεως με τους εκπροσώπους αυτών και, σε περίπτωση ελλείψεως εκπροσώπων, με το σύνολο των εργαζομένων.

Εξ άλλου με το π.δ. 240/2006 (ΦΕΚ Α 252), το οποίο εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την οδηγία 2002/14/Ε.Κ. και στο οποίο παραπέμπει η πιο πάνω διάταξη του άρθρου 38 παρ. ε εδ. δ ν. 1892/1990, όπως ισχύει, ως προς τον τρόπο κατά τον οποίο γίνεται η ενημέρωση των εργαζομένων και στη συνέχεια η διαβούλευση αυτών με τον εργοδότη, θεσπίστηκε γενικότερα η υποχρέωση του εργοδότη για ενημέρωση και διαβούλευση με τους εκπροσώπους των εργαζομένων για ζητήματα όπως και η εκ περιτροπής εργασία.

Η ενημέρωση αυτή, η οποία μπορεί να γίνει και με εφάπαξ ανακοίνωση σε εμφανές και προσιτό σημείο της επιχειρήσεως, θα πρέπει να περιέχει τους λόγους που κατά την εργοδοσία επιβάλλουν την εκ περιτροπής εργασία, όπως στοιχεία από τα οποία προκύπτει ο σημαντικός περιορισμός της δραστηριότητας, η πιθανή διάρκειά της και το συγκεκριμένο σύστημα κατανομής της απασχολήσεως που προτίθεται να εφαρμόσει ο εργοδότης.

Δεν αποκλείεται βεβαίως η ενημέρωση να γίνει και κατ' άλλο τρόπο, όπως με προφορική ανακοίνωση προς τους εργαζομένους, που θα συνιστά άλλωστε τη συνήθη περίπτωση σε μικρές επιχειρήσεις με μικρό αριθμό εργαζομένων. Η διαβούλευση στη συγκεκριμένη περίπτωση συνίσταται στην ανταλλαγή απόψεων μεταξύ του εργοδότη και των εκπροσώπων των εργαζομένων ή του συνόλου αυτών σχετικά με τα μέτρα και τις αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν για την αντιμετώπιση των δυσχερειών της επιχειρήσεως από τη σημαντική μείωση της δραστηριότητας αυτής και ειδικότερα για τη δημιουργία συστήματος κατανομής της εναπομένουσας διαθέσιμης εργασίας στο σύνολο του προσωπικού της επιχειρήσεως ή του τμήματος αυτής, προκειμένου να διασωθούν έτσι οι θέσεις εργασίας.

Επομένως για την εκ μέρους του εργοδότη μονομερή επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας στους εργαζομένους κάποιας επιχειρήσεως ή τμήματος αυτής δεν αρκεί απλώς η εκ μέρους των τελευταίων γνώση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η επιχείρηση και μάλιστα λόγω του μικρού μεγέθους αυτής αλλά απαιτείται η εκ μέρους του εργοδότη κατά τα ανωτέρω ενημέρωση και διαβούλευση με τους εργαζομένους, πριν την επιβολή του ανωτέρω μέτρου.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η νόμιμη επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας κατά την προπαρατεθείσα έννοια του άρθρου 7 ν. 2112/1920, διότι λαμβάνει χώρα κατ' ενάσκηση διαπλαστικού δικαιώματος του εργοδότη απορρέοντος από το νόμο. Αν αντιθέτως δεν τηρούνται οι ανωτέρω όροι και προϋποθέσεις, δεν υφίσταται σχετικό δικαίωμα του εργοδότη για μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας, δεν επέρχεται δηλαδή αναστολή της πλήρους λειτουργίας της εργασιακής σύμβασης, με τη μείωση του χρόνου απασχόλησης και την αντίστοιχη μείωση της αμοιβής, η δε μονομερής επιβολή της συνιστά (παράνομη) βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, που λαμβάνει χώρα χωρίς τη συμφωνία του εργαζομένου και χωρίς σχετικό δικαίωμα του εργοδότη, η οποία επισύρει τις συνέπειες του άρθρου 7 ν. 2112/1920 και των άρθρων 361, 349, 350, 656 Α.Κ. (Α.Π. 771/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Η εναγομένη [ήδη αναιρεσείουσα] ανώνυμη εταιρεία έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας τη διοργάνωση ταξιδίων στο εξωτερικό καθώς και την παροχή τουριστικών υπηρεσιών κυρίως στις αραβικές χώρες.

Στα πλαίσια της ως άνω δραστηριότητάς της προσέλαβε στις 7-1-2009 την ενάγουσα [ήδη αναιρεσίβλητη] με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί ως υπάλληλος του τουριστικού της γραφείου που διατηρούσε αυτή αρχικά επί της ... στο ..., ενώ από τις 17-10-2011 και στη συνέχεια, λόγω μεταφοράς αυτού, επί της ..., στην περιοχή της πλατείας Συντάγματος.

Τα καθήκοντα της ενάγουσας συνίσταντο ειδικότερα στο σχεδιασμό, προγραμματισμό και στη διαχείριση των ταξιδιών που διοργάνωνε η εναγομένη προς την Τυνησία, το Μαρόκο και την Κωνσταντινούπολη, στην καθοδήγηση του τμήματος πωλήσεων των κεντρικών γραφείων της εναγομένης στην Αθήνα και των υποκαταστημάτων που αυτή διατηρούσε ..., στις διαπραγματεύσεις με τις αεροπορικές εταιρείες και τους πράκτορες με τους οποίους συνεργαζόταν η εναγομένη για την άσκηση της δραστηριότητάς της, καθώς επίσης και στην εξυπηρέτηση των πελατών που επισκέπτονταν τα γραφεία της εναγομένης.

Με την ανωτέρω σύμβαση συμφωνήθηκε ότι η ενάγουσα θα εργάζεται επί πέντε ημέρες την εβδομάδα, δηλαδή από Δευτέρα έως και Παρασκευή, επί 40 ώρες εβδομαδιαίως, ενώ θα παρείχε τις υπηρεσίες της επιπλέον και δύο Σάββατα το μήνα, οι δε μηνιαίες μικτές αποδοχές της συμφωνήθηκαν στο ποσό των 1.556,40 ευρώ. Περαιτέρω...

αποδείχθηκε ότι κατά τη διάρκεια του έτους 2010 η εναγομένη παρουσίασε μείωση στον κύκλο των εργασιών της εξαιτίας της οικονομικής κρίσης που έπληξε την Ελλάδα αλλά και εξαιτίας των αναταραχών που επικρατούσαν στις αραβικές χώρες (Αίγυπτος, Τυνησία κλπ.), το τελευταίο δε αυτό γεγονός επηρέασε κυρίως την προθυμία των ενδιαφερομένων να ταξιδέψουν στις χώρες αυτές.

Η μείωση αυτή στην οικονομική δραστηριότητα της εναγομένης συνεχίσθηκε και για το έτος 2011, για το λόγο δε αυτό η τελευταία από τα μέσα περίπου του εν λόγω έτους αναγκάσθηκε να προβεί σ' απολύσεις μερικών υπαλλήλων της. Συγκεκριμένα στις 29-4-2011 απέλυσε την υπάλληλό της Π. Κ., στις 3-5-2011 απέλυσε την υπάλληλό της Α.

Ξ., στις 14-7-2011 απέλυσε τον υπάλληλό της Δ. Δ., στις 1-9-2011 απέλυσε την υπάλληλό της Π. Κ. που εργαζόταν ως γραμματέας και στις 30-11-2011 απέλυσε τον υπάλληλό της Η. Γ.. Παράλληλα με τις πιο πάνω απολύσεις ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης Κ. Α. περί το μήνα Νοέμβριο του έτους 2011 γνωστοποίησε στο προσωπικό ότι υπήρχαν σκέψεις για μελλοντική εφαρμογή του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας, προκειμένου να περιορισθούν οι περαιτέρω απολύσεις του προσωπικού και να μειωθεί το κόστος λειτουργίας της επιχείρησης, ζήτησε δε από τους εργαζομένους να στηρίξουν την προσπάθεια αυτή της εναγομένης.

Ακολούθως στις 15-12-2011 ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης σε συνάντηση που είχε με το προσωπικό της, αφού εξήγησε τη δυσχερή οικονομική κατάστασή της, ανήγγειλε σ' αυτό ότι η εναγομένη επρόκειτο κατά τη διάρκεια του επόμενου έτους να εφαρμόσει στην επιχείρηση σύστημα εκ περιτροπής εργασίας. Στα πλαίσια λοιπόν της παραπάνω απόφασης της εναγομένης στις 4-1- 2012 ο λογιστής της τελευταίας, ενεργώντας κατ' εντολή και για λογαριασμό του νομίμου εκπροσώπου Κ.

Α., κάλεσε την ενάγουσα, στην οποία και γνωστοποίησε ότι μεταξύ των εργαζομένων που θα υπάγονταν στο σύστημα της εκ περιτροπής εργασίας, που σημειωτέον κατά τον παραπάνω χρόνο ανέρχονταν σε 12, ήταν και η ίδια και για το λόγο αυτό της ζήτησε να υπογράψει αλλαγή των όρων της σύμβασής της από αορίστου χρόνου σε εκ περιτροπής εργασία με χρόνο απασχολήσεώς της από πενθήμερο συν δύο Σάββατα ανά μήνα που ήταν μέχρι τότε, σε δύο ημέρες την εβδομάδα, δηλαδή Τρίτη και Τετάρτη από ώρα 09.00 μέχρι 17.00 και με μείωση 60% των αποδοχών της, που θα ανέρχονταν πλέον στο ποσό των 627,56 ευρώ μηνιαίως, πρόταση την οποία και αρνήθηκε η ενάγουσα.

Την επόμενη ημέρα, δηλαδή στις 5-1-2012, η εναγομένη, αφού είχε λάβει γνώση της παραπάνω αρνήσεως της ενάγουσας να δεχθεί την εκ περιτροπής απασχόλησή της, επέδωσε στην τελευταία με δικαστικό επιμελητή έγγραφη σύμβαση εργασίας μερικής απασχόλησης, υπογραφόμενη από το νόμιμο εκπρόσωπό της, στην οποία όριζε ότι από 9-1-2012 μέχρι 9-4-2012 η ενάγουσα θα πρέπει να εργάζεται μόνο δύο ημέρες εβδομαδιαίως και δη εκάστη Τρίτη και Τετάρτη από 9 π.μ.

μέχρι 5 μ.μ., δηλαδή επί 16 ώρες εβδομαδιαίως, αντί αποδοχών ανερχομένων μηνιαίως στο ποσό των 622,56 ευρώ, την εν λόγω δε σύμβαση κατέθεσε στην Επιθεώρηση Εργασίας στις 9-1-2012. Στη συνέχεια η ενάγουσα επέδωσε με δικαστικό επιμελητή στην εναγομένη στις 9-1-2012 τη με ίδια ημερομηνία εξώδικο διαμαρτυρία-δήλωση- πρόσκληση, με την οποία απέκρουσε την ως άνω μονομερή από την εναγομένη μεταβολή των όρων εργασίας της, θεωρώντας αυτή ως βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής της σύμβασης και δήλωσε στην εναγομένη ότι θα εμφανίζεται καθημερινά στην εργασία της, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της με τους όρους που ίσχυαν μέχρι τότε.

Στην πιο πάνω διαμαρτυρία της ενάγουσας απάντησε η εναγομένη με την από 12-1-2012 εξώδικη δήλωσή της, σύμφωνα με την οποία ενέμεινε στην απόφασή της για εκ περιτροπής απασχόληση της ενάγουσας και κάλεσε την τελευταία να εμφανίζεται στην εργασία της μόνο τις ημέρες Τρίτη και Τετάρτη για το πιο πάνω χρονικό διάστημα που θα διαρκούσε η εκ περιτροπής απασχόλησή της.

Μετά την κοινοποίηση της πιο πάνω από 12-1-2012 εξώδικης δήλωσης η ενάγουσα προσέφυγε στο αρμόδιο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, στο οποίο υπέβαλε την από 13-1-2012 προσφυγή της, στην οποία ανέφερε μεταξύ άλλων ότι η εναγομένη προχώρησε στην επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας στην επιχείρησή της χωρίς προηγούμενη διαβούλευση με το προσωπικό της και ότι το σύστημα της εκ περιτροπής εργασίας αφορούσε μόνο στην ίδια.

Κατόπιν των ανωτέρω η ενάγουσα εξακολούθησε να προσέρχεται καθημερινά στο χώρο της εργασίας της, χωρίς στην πραγματικότητα να εργάζεται, δεδομένου ότι η εναγομένη δεν της ανέθετε καμία αρμοδιότητα, ενώ στις 1-2-2012 διαπληκτίσθηκε έντονα με το διευθυντή της εναγομένης Ν. Α. και σε βάρος του υπέβαλε στις 7-2-2012 έγκληση, ισχυριζόμενη ότι κατά τη διάρκεια του επεισοδίου που δημιουργήθηκε της προκάλεσε σωματικές βλάβες.

Μετά το παραπάνω επεισόδιο η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας, της κοινοποίησε δε στις 6-2-2012 την από 3-2-2012 έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της μαζί με την από 3-2-2012 εξώδικη δήλωσή της και το... 655705/3-2-2012 γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, σύμφωνα με τα οποία γνωστοποιούσε στην ενάγουσα ότι είχε καταθέσει στο ως άνω ταμείο το ποσό των 3.631,60 ευρώ, που αντιστοιχούσε στη νόμιμη αποζημίωση απόλυσής της.

Ακολούθως η εναγομένη κατέθεσε στις 9-2-2012 στο αρμόδιο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας έξι έγγραφες συμβάσεις εργασίας μερικής απασχόλησης, υπογραφόμενες στις 3-2-2012 από το νόμιμο εκπρόσωπό της και τους εργαζόμενους που αφορούσαν αυτές και συγκεκριμένα τους Μ. Α., Ν. Α., Μ. Σ., Ε. Γ., Λ. Χ. και Μ. Π., στις οποίες ορίζονταν ότι από 1-2-2012 μέχρι 31-5-2012 οι εν λόγω εργαζόμενοι θα πρέπει να εργάζονται 4 ημέρες εβδομαδιαίως, επί 8ωρο κάθε φορά, δηλαδή συνολικά 32 ώρες την εβδομάδα, ενώ στις 1-2- 2012 η εναγομένη κατέθεσε στην Επιθεώρηση Εργασίας νέα κατάσταση προσωπικού και ωρών εργασίας για τους παραπάνω εργαζόμενους.

Από τα παραπάνω καθίσταται φανερό ότι η εναγομένη δεν τήρησε στην υπό κρίση περίπτωση τις προϋποθέσεις που απαιτεί ο νόμος... για την επιβολή της εκ περιτροπής εργασίας, δηλαδή την ενημέρωση του συνόλου των εργαζομένων και τη διαβούλευση με το σύνολο των εργαζομένων πριν την επιβολή της, ενόψει του ότι, λόγω του μικρού αριθμού τους, δεν υπάρχουν νόμιμοι εκπρόσωποι αυτών, αφού όπως προκύπτει από το... 267/9-1-2012 πρακτικό διαβούλευσης που υποβλήθηκε από την εναγομένη στην Επιθεώρηση Εργασίας μόνο η ενάγουσα κλήθηκε σε διαβούλευση και όχι όλοι οι εργαζόμενοι της εναγομένης.

Επίσης η τελευταία δεν προέβη σε ουσιαστική ενημέρωση όλων των εργαζομένων με διαβίβαση σ' αυτούς στοιχείων ως προς την πρόσφατη και την πιθανή εξέλιξη των δραστηριοτήτων και της οικονομικής κατάστασης της επιχείρησης, καθώς και ως προς την κατάσταση, τη διάρθρωση και την πιθανή εξέλιξη της απασχόλησης σ' αυτή (επιχείρηση) αλλά ενημέρωσε αορίστως τους εργαζομένους ότι η εταιρεία βρίσκεται σε δυσχερή οικονομική κατάσταση με μείωση στον κύκλο των εργασιών της και με υποθετικές προβλέψεις για το μέλλον.

Ακόμη η εναγομένη... δεν προέβη ισομερώς σε επιβολή εκ περιτροπής εργασίας σ' όλους τους εργαζομένους της, που ανέρχονταν όπως προαναφέρθηκε σε δώδεκα (12), αλλά από αυτούς οι πέντε συνέχισαν να εργάζονται με πλήρη απασχόληση και με πλήρεις αποδοχές και μόνο στην ενάγουσα αλλά και σε άλλους έξι εργαζομένους της επιβλήθηκε εκ περιτροπής εργασία.

Επομένως, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η επιβολή του συστήματος εκ περιτροπής εργασίας από την εναγομένη στην ενάγουσα επιβλήθηκε μη νομίμως, επιπλέον δε επιβλήθηκε και καθ' υπέρβαση των ορίων του διευθυντικού της δικαιώματος και συνιστά για το λόγο αυτό μονομερή βλαπτική μεταβολή εκ μέρους της. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας οφειλόταν αποκλειστικά στην αντίδρασή της ως προς τη μονομερή μεταβολή που επιβλήθηκε, ως προς την οποία συμμορφώθηκε καταρχήν, δεδομένου ότι ακολουθούσε το νέο πρόγραμμα εργασίας, πλην όμως εκφράζοντας την αντίθεσή της δια της νόμιμης οδού και εμμένοντας στην προσφορά των υπηρεσιών της κατά το καθεστώς που ίσχυε και πριν τη μεταβολή.

Η καταγγελία της συμβάσεώς της για το λόγο αυτό και μόνο είναι άκυρη κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 2 του ν. 3846/2010, το οποίο αφορά άρνηση του μισθωτού για συμμόρφωση σε εργοδοτική πρόταση για μερική απασχόληση, μορφή της οποίας είναι η εκ περιτροπής εργασία. Σε κάθε περίπτωση η καταγγελία, υπό τα περιστατικά που αναφέρθηκαν ήταν και καταχρηστική, καθόσον υπερέβαινε τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος για τον οποίο θεσπίσθηκε το συγκεκριμένο μέτρο, διότι, πέραν του μη νόμιμου τρόπου επιβολής της, δεν υπαγορευόταν από κανένα δικαιολογητικό λόγο που να προβλήθηκε εκ μέρους της εναγομένης, δεδομένου ότι η παροχή των υπηρεσιών της ενάγουσας ήταν η προσήκουσα, χωρίς να αποδίδεται κάποια πλημμέλεια σ' αυτή κατά την άσκηση των καθηκόντων της στο χρόνο που μεσολάβησε από την επιβολή της εκ περιτροπής εργασίας ως την καταγγελία, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη.

Επίσης η καταγγελία εκ μέρους της εναγομένης είναι καταχρηστική διότι υπαγορεύθηκε από λόγους εκδίκησης που κατευθύνονταν ευθέως στο πρόσωπο της ενάγουσας λόγω των ενεργειών της μέσω των οποίων αμφισβητούσε τη νομιμότητα της απόφασής της (εναγομένης). Επομένως αποδείχθηκε ότι η επιβολή από την εναγομένη της εκ περιτροπής απασχόλησης στην ενάγουσα ήταν άκυρη, αφού επιβλήθηκε μονομερώς, μη νομίμως και καθ' υπέρβαση του διευθυντικού της δικαιώματος.

Άκυρη επίσης ήταν και η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας, η οποία έγινε για μόνο το λόγο ότι αρνήθηκε την εφαρμογή του συστήματος της εκ περιτροπής απασχόλησης που μονομερώς επιβλήθηκε από την εναγομένη καθ' υπέρβαση του διευθυντικού της δικαιώματος, οπότε θεωρείται σαν να μην έγινε ποτέ (Α.Κ. 174, 180)...

Ακολούθως, επειδή η καταγγελία όπως προαναφέρθηκε είναι άκυρη, δεν επέφερε τη λύση της ένδικης σύμβασης και η εναγομένη, ως υπερήμερη περί την αποδοχή των υπηρεσιών της ενάγουσας, οφείλει πλέον σ' αυτήν μισθούς υπερημερίας για το μετέπειτα της καταγγελίας από 6-2-2012 μέχρι 7-6-2012 αιτούμενο χρονικό διάστημα.

Συνακόλουθα η ενάγουσα που ελάμβανε μηνιαίο μισθό 1.556,40 ευρώ δικαιούται για το ως άνω διάστημα ως αποδοχές υπερημερίας το ποσό των 6.287,85 ευρώ (4 μήνες και 1 ημέρα Χ 1.556,40 ευρώ). Επίσης η ενάγουσα δικαιούται ως διαφορά μισθού Ιανουαρίου 2012 λόγω της μη νόμιμης εκ μέρους της εναγομένης επιβολής εκ περιτροπής εργασίας τον Ιανουάριο 2012 το ποσό των 958,73 ευρώ (1.556,40 ευρώ - 597,67 ευρώ που της καταβλήθηκαν), καθώς και το ποσό των 740,06 ευρώ για διαφορά δώρου Πάσχα 2012.

Τέλος για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που προκάλεσε στην ενάγουσα η βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της και στη συνέχεια η καταχρηστική απόλυσή της, η εναγομένη υποχρεούται να της καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 1.000 ευρώ, ποσό το οποίο το δικαστήριο τούτο, σταθμίζοντας την οικονομική κατάσταση των μερών, την προσωπικότητα της ενάγουσας και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η απόλυσή της, κρίνει εύλογο".

Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο δέχθηκε την έφεση της ενάγουσας κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί στο σύνολό της η αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, αφού δε κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την δέχθηκε κατά ένα μέρος της ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη, αναγνώρισε την ακυρότητα της από 6-2-2012 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας από την εναγομένη, υποχρέωσε την εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας όπως πριν την επιβολή σ' αυτήν της εκ περιτροπής εργασίας με απειλή κατ' αυτής χρηματικής ποινής για την περίπτωση μη συμμορφώσεώς της προς την προηγούμενη διάταξη και να καταβάλει στην ενάγουσα για αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 6-2-2012 έως 7-6-2012, για διαφορά μισθού του μηνός Ιανουαρίου 2012 και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το συνολικό ποσό των 8.986,64 ευρώ με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες σ' αυτήν διακρίσεις.

Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 38 παρ. 3 και 8 ν. 1892/1990, όπως ισχύουν, 7 εδ. α ν. 2112/1920, 174, 180, 281, 648 και 652 Α.Κ. ούτε στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα κρίσιμα ζητήματα αφενός μεν της μονομερούς εκ μέρους της εναγομένης βλαπτικής μεταβολής των όρων της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας με τη χωρίς τήρηση της νόμιμης διαδικασίας επιβολή σ' αυτήν εκ περιτροπής εργασίας, αφετέρου δε της ακυρότητας της εκ μέρους της εναγομένης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας ως καταχρηστικής για το λόγο ότι έγινε από λόγους αντεκδικήσεως εξαιτίας της νόμιμης μεν, μη αρεστής δε στην εναγομένη εργοδότρια αρνήσεως της ενάγουσας να συναινέσει στην προαναφερθείσα μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας της.

Δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα των αιτιολογιών της προσβαλλομένης να αναφέρεται σ' αυτές ποια ήσαν ακριβώς τα καθήκοντα εκάστου των εργαζομένων στην επιχείρηση της ενάγουσας σε σχέση με αυτά της εναγομένης, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η τελευταία. Επομένως οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως και οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος πρόσθετοι λόγοι αυτής, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει την προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.

α και 19 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η έννοια της δημόσιας τάξεως περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση. Οι ισχυρισμοί που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν είναι αναγκαίως και δημόσιας τάξεως (Ολ.

Α.Π. 15/2000). Έτσι ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής λαμβάνεται μεν αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο, δεν υπάγεται όμως στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 αριθ. 2 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 598/2017). Εξ άλλου η τελευταία αυτή διάταξη, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός ο οποίος στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.

Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ. α-γ της παρ. 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή.

Περαιτέρω από τα άρθρα 591 παρ. 1 περ. β, 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1 περ. δ Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, δηλαδή απαιτείται σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που ως "γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις (Α.Π. 72/2016).

Τέλος, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναιρέσεως να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο εφέσεως ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ. με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ. προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (Α.Π. 201/2017). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ.

β Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι το εφετείο: α) "παρέλειψε να λάβει υπ' όψιν το πραγματικό γεγονός της καταβολής στην ενάγουσα του ποσού των 3.631,60 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης, το οποίο η αναιρεσίβλητη εισέπραξε πάραυτα" και β) δεν έλαβε υπόψη την προβληθείσα και ενώπιον του εφετείου ένσταση αοριστίας του δικογράφου της αγωγής, "στην οποία δεν εκτίθενται με σαφή τρόπο τα αναγκαία κατά νόμο πραγματικά περιστατικά προκειμένου να επισυμβούν οι έννομες συνέπειες του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου...".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως διότι η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίζεται ότι προέτεινε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου τους φερόμενους ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμούς της ούτε προσκομίζει τα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης από τα οποία να προκύπτει η παραδεκτή προβολή αυτών στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ούτε τέλος επικαλείται κάποιο λόγο παραδεκτής βραδείας προβολής τους για πρώτη φορά στο εφετείο.

Σε κάθε περίπτωση και αν οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί είχαν προταθεί νομίμως, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως θα ήταν απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι το δικαστήριο δεν όφειλε να απαντήσει σ' αυτούς λόγω της αοριστίας τους, η οποία έγκειται στο ότι ο μεν πρώτος δεν περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα, στο δε δεύτερο δεν αναφέρεται ποιες ακριβώς είναι οι ελλείψεις της αγωγής που συνεπάγονται την αοριστία της.

Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι της, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-12-2015 αίτηση για αναίρεση της 1996/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και τους από 19-12-2016 πρόσθετους λόγους αυτής.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ