1279/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Δημήτριο Τζιούβα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1279/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ. 4 εδ. α' και 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως απουσιάζει ο αναιρεσίβλητος και ο αναιρεσείων, που επισπεύδει τη συζήτηση, έχει επιδώσει σ' αυτόν αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της αιτήσεως και κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο που έχει οριστεί, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος αναιρεσιβλήτου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1279 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1279/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Δημήτριο Τζιούβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Μαΐου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Β. χας Β. Κ., το γένος Γ. Τ., κατοίκου ..., ΑΚΠ 34Α, 2) Π. συζ. Α. Σ., το γένος Β. Κ., κατοίκου ..., ΑΚΠ 35 και 35Α, 3) Η. Σ. του Α., κατοίκου ..., ΑΚΠ 35 και 35Α, 4) Π. Σ. του Α., κατοίκου ..., ΑΚΠ 35Α και 5) Δ. συζ. Τ. Σ., το γένος Β. Κ., κατοίκου ..., ΑΚΠ 34, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Ρήγα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-4-2012 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος απαλλοτρίωσης των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος και συνεκδικάστηκε με την από 30-4-2012 αίτηση άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη.
Εκδόθηκε η 153/2013 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, όπως αυτή διορθώθηκε με την 24/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-9-2014 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τζιούβας διάβασε την από 29-4-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της από 9-9-2014 και με αριθ. καταθέσεως 19/2014 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 153/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 24/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων των άρθρων 18 επ. του Ν. 2882/2001, κατά το σκέλος του που αναφέρεται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου όσον αφορά το αίτημα επιδικάσεως ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομείναν τμήμα εμβαδού 147 τ.μ. της με ΑΚΠ 35Α ιδιοκτησίας, να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της ως άνω αναιρέσεως κατά το σκέλος του που αναφέρεται σε έλλειψη νόμιμης βάσεως όσον αφορά το αίτημα άρσεως του τεκμηρίου ωφέλειας των παροδίων ιδιοκτησιών των αναιρεσειόντων, να γίνει δεκτός ο πέμπτος λόγος της ως άνω αναιρέσεως κατά το σκέλος του που αφορά την παραμόρφωση του εγγράφου του κτηματολογικού πίνακα ως προς το μέγιστον εμβαδόν που αυτοαποζημιώνει η κάθε ωφελούμενη παρόδια ιδιοκτησία των αναιρεσειόντων και να απορριφθούν οι υπόλοιποι λόγοι της ως άνω αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ. 4 εδ. α' και 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως απουσιάζει ο αναιρεσίβλητος και ο αναιρεσείων, που επισπεύδει τη συζήτηση, έχει επιδώσει σ' αυτόν αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της αιτήσεως και κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο που έχει οριστεί, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος αναιρεσιβλήτου.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση αναιρεσείοντες υπ' αριθμ. 8.139Γ'/27-2-2015 και 8.140Γ'/27-2-2015 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ... και την υπ' αριθμ. 10.972/18-2-2015 έκθεση επιδόσεως του, δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πατρών ...
αποδεικνύεται ότι επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου του Προέδρου του Τμήματος αυτού για την παρούσα δικάσιμο της 8ης Μαΐου 2015, καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο δεν εμφανίσθηκε κατά την ως άνω δικάσιμο, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε και κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ..
Επομένως, αφού το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς συζήτηση της υποθέσεως, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 568 παρ. 4 εδ. α και 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτό παρόν.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια τη διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι έφεσης που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα των διαδίκων (Ολομ.
Α.Π. 3/1997, Ολομ. Α.Π, 11/1996, Ολομ. Α.Π. 469/1984) και γενικότερα οι ισχυρισμοί που υποβάλλονται διηγηματικώς προς ενδυνάμωση ή αποδυνάμωση των απόψεων κάποιου διαδίκου, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως. Εξάλλου, ο ως άνω λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, όπως και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει, εκ των πραγμάτων, προβληθέντα ισχυρισμό, δεχόμενο ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα που τον συγκροτούν (Α.Π. 1363/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο (1°) λόγο της κρινόμενης αναιρέσεως, κατά το σκέλος του που αφορά πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και με τον τρίτο (3°) λόγο της κρινόμενης αναιρέσεως, επίσης κατά το σκέλος του που αφορά πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ.
β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., γιατί το εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους προταθέντες ισχυρισμούς τους για μείωση της αξίας των εναπομενόντων μετά την απαλλοτρίωση τμημάτων των ιδιοκτησιών τους και για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομείναντα τμήματα των ακινήτων τους λόγω μειώσεως της αξίας τους και κυρίως ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το επιχείρημα τους ότι μειώνεται η αξία των εναπομενόντων μετά την απαλλοτρίωση τμημάτων των ιδιοκτησιών τους λόγω της ηχητικής και χημικής ρύπανσης από την διέλευση δίπλα τους της Ιονίας Οδού.
Όμως, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ο αυτοτελής ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ότι δικαιούνται ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα των ιδιοκτησιών τους λόγω μειώσεως της αξίας τους και πρέπει να καθορισθεί αυτή, ο οποίος και μόνον αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του αρ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, τόσο για τα εναπομένοντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα των ιδιοκτησιών τους που δεν απαλλοτριώθηκαν, όσο και για την οικοδομή που υπάρχει στο εναπομένον μετά την απαλλοτρίωση τμήμα της με αριθμό Κ.Π. 34 ιδιοκτησίας και γι' αυτό πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι ο πρώτος (1ος) λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως, κατά το σκέλος του που αφορά πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ.
β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και ο τρίτος (3ος) λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως, επίσης κατά το σκέλος του που αφορά πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.. Σε κάθε περίπτωση, αν οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως, κατά το σκέλος τους που αφορά πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αναφέρονται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι δημιουργείται από την διάνοιξη και λειτουργία της Ιονίας Οδού ηχητική και χημική ρύπανση για τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα των ιδιοκτησιών τους, ενόψει του ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό τους και κατά συνέπεια "πράγμα" κατά την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αλλά πραγματικό επιχείρημα για τον αυτοτελή ισχυρισμό τους ότι δικαιούνται ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα των ιδιοκτησιών τους λόγω μειώσεως της αξίας τους, ο οποίος και μόνον αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του αρ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως, κατά το σκέλος τους που αφορά πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ.
β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ., η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ1 αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή στην ουσία της υπόθεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο (1°) λόγο της κρινόμενης αναιρέσεως και κατά το σκέλος του που αναφέρεται σε μη λήψη υπόψη των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην απόρριψη του αιτήματος για επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομείναν τμήμα εμβαδού 147 τ.μ. της με ΑΚΠ 35Α ιδιοκτησίας, προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της τα διδάγματα της κοινής πείρας και απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό ότι μειώθηκε η αξία του εναπομείναντος τμήματος των 147 τ.μ.
της με ΑΚΠ 35Α ιδιοκτησίας. Ο λόγος αυτός κατά το ως άνω σκέλος του πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, όπως από το προδιαληφθέν περιεχόμενο του σαφώς προκύπτει, η προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια αναφέρεται ευθέως στην παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων και όχι στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς πραγματικών γεγονότων.
Ο κατά το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολομ.
Α.Π. 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολομ. Α.Π. 7-8/2006). Η νομική αοριστία της αγωγής ή της αίτησης στηρίζει λόγο αναιρέσεως από την ως άνω διάταξη για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής ή της αίτησης στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα εκείνων που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του δικαιώματος.
Αντίθετα το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ή της αίτησης ως προς την έκθεση σε αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική τους αιτία (ποιοτική ή ποσοτική αοριστία) εκτιμά κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφαση του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή ή την αίτηση λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα μη διαλαμβανόμενα σε αυτή και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην κρίση της περί του νόμω βάσιμου ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή ή την αίτηση επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, καίτοι διαλαμβάνονταν σε αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ.
λόγοι αναιρέσεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, το αναγκαίο περιεχόμενο της οποίας προσδιορίζεται από το πραγματικό του εκάστοτε εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ελλείψεις που ανάγονται μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν τούτο διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης ώστε να ελέγχεται αναιρετικώς κατά την εξεταζόμενη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ.
για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ο αναιρετικός λόγος της οποίας (διάταξης) δεν δημιουργείται επίσης όταν το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν αποτελούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (Α.Π. 1363/2008). Ο λόγος αυτός αναιρέσεως προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως και συνεπώς δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη ή το αίτημα ως αόριστο ή μη νόμιμο, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή του (Ολομ.
Α.Π. 3/1997, 44/1990). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της από το άρθρο 128 παρ. 2 του Ν. 4070/2012, εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση, μπορεί να προσδιορίζεται με την απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη και η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.
Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ιδίως, η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του απομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος.
Από την διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., συνάγεται ότι για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για την στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνον την αξία του απαλλοτριουμένου τμήματος του ακινήτου, αλλά και την ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει μετά την απαλλοτρίωση γίνεται άχρηστο ή μειώνεται η αξία του (Ολομ.
Α.Π. 31/2005). Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το απομένον τμήμα υφίσταται μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημίωσης, είτε κατά την δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε.
Τέλος, ενόψει της ως άνω διατάξεως του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της από το άρθρο 128 παρ. 2 του Ν. 4070/2012, για να είναι πλήρης και να μη θεωρείται ανεπαρκής η αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως που επιδικάζει ή δεν επιδικάζει ιδιαίτερη αποζημίωση για τη μείωση της αξίας των εναπομεινάντων μετά την απαλλοτρίωση τμημάτων των ιδιοκτησιών, πρέπει να ενέχει προσδιορισμό των εναπομεινάντων τμημάτων, ήτοι αναφορά περί του εμβαδού τους και των λοιπών προσδιοριστικών τους στοιχείων και να αναφέρει την κατά προορισμό χρήση των εναπομεινάντων τμημάτων και την μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση δυνατότητα ή μη της πραγματοποίησης της χρήσης αυτής και με ποίες προϋποθέσεις (Α.Π. 1619/2010, Α.Π. 1290/2009).
Ακόμη, στο άρθρο 1 παρ. 2 περ. γ του Π.Δ. 24/31-5-1985 (ΦΕΚ 270/Τ.Δ/31-5-85) ορίζεται ότι: "Άρτια και οικοδομήσιμα γήπεδα που απομειούνται συνεπεία απαλλοτριώσεων ή διανοίξεως διεθνών, εθνικών ή επαρχιακών οδών, θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα εφόσον μετά την απομείωση αυτή έχουν τα όρια αρτιότητας και τις λοιπές προϋποθέσεις των γηπέδων των προηγουμένων περιπτώσεων α και β." Περαιτέρω κατά τις περιπτώσεις αυτές (α, β) θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα τα γήπεδα που είχαν δημιουργηθεί πριν από την 12-11-1962 και έχουν ελάχιστο εμβαδόν 750 τ.μ., ελάχιστο πρόσωπο 10 μ.
και ελάχιστο βάθος 15 μ.. Επίσης θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα τα γήπεδα που είχαν δημιουργηθεί πριν από την 12-9-1964 και έχουν ελάχιστο εμβαδόν 1200 μ., ελάχιστο πρόσωπο 20 μ., και ελάχιστο βάθος 35 μ. Επίσης θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα όσα γήπεδα είχαν δημιουργηθεί πριν από την 17-10-1978 και έχουν ελάχιστο εμβαδόν 2000 μ., ελάχιστο πρόσωπο 25 μ.
και ελάχιστο βάθος 40 μ. Με βάση τις διακρίσεις αυτές: 1. Εάν το μη απαλλοτριωθέν τμήμα του αρχικού γηπέδου είναι τουλάχιστον 4.000 τ.μ., δεν υπάρχει καμία απομείωση του απομένοντος τεμαχίου. 2. Εάν το μη απαλλοτριωθέν τμήμα είναι κάτω από 4.000 τ.μ., πρέπει να ερευνηθεί ο χρόνος της δημιουργίας του αρχικού γηπέδου ώστε:
α) Εάν είχε δημιουργηθεί πριν από την 24-10-1962, θεωρείται άρτια και δομήσιμη ακόμη και έκταση 750 τ.μ. εφόσον συντρέχουν και οι πιο πάνω όροι δόμησης, β) Εάν είχε δημιουργηθεί πριν από την 12-9-1964 για την αρτιότητα αρκεί και έκταση 1200 τ.μ. με τους λοιπούς άνω όρους δόμησης, γ) Εάν είχε δημιουργηθεί πριν από 17-10-1978 αρκεί επιφάνεια 2000 τ.μ., με τους πιο πάνω όρους δόμησης.
Κριτήριο συνεπώς για την αρτιότητα η μη ενός ακινήτου που απομένει εκτός απαλλοτρίωσης και για την εξ αυτής κρίση περί της απομείωσης της αξίας αυτού, αποτελεί προεχόντως ο χρόνος δημιουργίας του αρχικού γηπέδου, ο οποίος θα προσδιορίσει το άρτιο και οικοδομήσιμο του εναπομένοντος εκτός απαλλοτρίωσης τμήματος με βάση τα προεκτεθέντα κριτήρια του νόμου και πρέπει αυτός να προσδιορίζεται στην σχετική αίτηση με την οποία ζητείται επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης για εναπομείναν τμήμα ιδιοκτησίας που απαλλοτριώθηκε μικρότερο των 4.000 στρεμμάτων λόγω του ότι μειώθηκε η αξία του επειδή έπαυσε μετά την απαλλοτρίωση να είναι άρτιο και οικοδομήσιμο.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για τη διάνοιξη εθνικών οδών κλπ", όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του Ν. 947/1979 αναφορικά με την εφαρμογή αυτών και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφιστάμενων οδών πραγματοποιούμενων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων, προκειμένου περί διάνοιξης εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους κατάληψης 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων με τη συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων.
Με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες για την εφαρμογή του θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγόμενων οδών, ενώ κατά την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου όταν οι δικαιούχοι της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 1 παράγραφοι 1, 3 και 4 του Ν. 653/1977 κρίθηκε ότι αντίκεινται στο άρθρο 1 του πρώτου (πρόσθετου) πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που, μετά την επικύρωση της με το Ν.Δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του ημεδαπού δικαίου, άρα και της πιο πάνω διάταξης του Ν. 653/1977 και ότι το προαναφερόμενο τεκμήριο ισχύει ως μαχητό (Ολομ.
Α.Π. 1/1988, Ολομ. Α.Π. 8/1999), Κατόπιν τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 33 του Ν. 2971/2001 παρ. 1 έως 7 (ΦΕΚ Α' 285/19-12-2001), που άρχισε να ισχύει από 19-1-2002, το τεκμήριο της ωφέλειας των παρόδιων ιδιοκτητών, όπως αυτό καθορίζεται από τις διατάξεις του Ν. 653/1977 (ΦΕΚ Α' 214), είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία που ορίζεται στο ίδιο άρθρο.
Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου, εάν θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί να υποβάλλει στον φορέα του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, αίτηση για να γίνει σχετική διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης. Η αίτηση πρέπει να υποβληθεί το αργότερο εντός δύο μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού προσδιορισμού αποζημιώσεως ή της απόφασης περί καθορισμού οριστικής αποζημιώσεως, σε περίπτωση που ζητήθηκε απευθείας οριστικός προσδιορισμός.
Μετά την λήξη του διμήνου, η αίτηση παραπέμπεται για να εξετασθεί από τριμελή διοικητική επιτροπή, η οποία, μέσα σε προθεσμία τριών μηνών από την προς αυτήν διαβίβαση της αιτήσεως, συντάσσει σχετική έκθεση, με την οποία γνωμοδοτεί αιτιολογημένα περί της βασιμότητας της αιτήσεως. Ακολούθως η αίτηση με την επ' αυτής έκθεση της ανωτέρω επιτροπής και όλα τα στοιχεία της απαλλοτρίωσης αποστέλλονται στο ως άνω αρμόδιο δικαστήριο (εφετείο), το οποίο αποφαίνεται κυριαρχικά, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό περί της υπάρξεως ή μη ωφέλειας από το έργο για το εναπομείναν από την απαλλοτρίωση τμήμα του μερικά απαλλοτριωθέντος ακινήτου.
Κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου επιτρέπεται μόνον αναίρεση. Το άρθρο 9 παρ. 4 του Κ.Α.Α.Α. ισχύει και στην περίπτωση αυτή, όταν η απόφαση του εφετείου εκδοθεί μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, ενώ σε κάθε περίπτωση δεν επιτρέπεται ο καθορισμός νέας τιμής μονάδας. Οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001, ενόψει του δημοσίου συμφέροντος που επιβάλλει την μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα άρση της αβεβαιότητας και την εκκαθάριση των σχέσεων που δημιουργούνται από την αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων, δεν αντίκεινται στις αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις των άρθρων 17, 20 και 25 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (Α.Π. 998/2007), έχουν δε εφαρμογή, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 37 περ.
α' του ιδίου νόμου και στις απαλλοτριώσεις εκείνες που δεν είχαν συντελεσθεί μέχρι την έναρξη της ισχύος του (Α.Π. 782/2011, Α.Π. 1056/08). Η ανωτέρω διαδικασία, η προβλεπόμενη από το άρθρο 33 του Ν. 2971/2001, ισχύει στην περίπτωση της υποβολής χωριστής αυτοτελούς αίτησης, για μόνον την ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας, ενώ, αντίθετα, στην περίπτωση της σώρευσης στο ίδιο δικόγραφο του αιτήματος για την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας, με εκείνο του καθορισμού οριστικής αποζημίωσης για το αποζημιωτέο τμήμα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, τα οποία αιτήματα ερευνώνται ενιαία από το εφετείο (Ολομ.
Α.Π. 10 και 11/2004), δεν εφαρμόζεται ούτε η ειδική διαδικασία, ούτε η προδικασία και οι προθεσμίες των ως άνω διατάξεων του Ν. 2971/2001 (Α.Π. 1119/2010), αλλά αντίθετα, το εφετείο, στην τελευταία αυτή περίπτωση, δηλαδή όταν το αίτημα ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας εισάγεται σωρευτικά, με το ίδιο δικόγραφο της αίτησης για τον καθορισμό οριστικής αποζημίωσης, πρέπει να ερευνά το αίτημα αυτό και αν ακόμη δεν είχε τηρηθεί η προδικασία του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001 (Α.Π. 1060/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από την επισκόπηση κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. της αιτήσεως που υπέβαλαν στο Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας για οριστικό καθορισμό της αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων ακινήτων τους, ζήτησαν με αυτή και τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα των με αριθμούς Κ.Π. 34, 34Α, 35 και 35Α ιδιοκτησιών τους λόγω μειώσεως της αξίας τους, αλλά και την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας για τις ως άνω παρόδιες ιδιοκτησίες τους.
Το Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ανελέγκτως σχετικά με τα αιτήματα αυτά των αναιρεσειόντων, τα εξής: "Ότι οι ως άνω ιδιοκτησίες τους απαλλοτριώθηκαν υπέρ και με δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου με την υπ' αριθμ. 1112064/8399/Δ0010/9-1-2007 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας - Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο ΦΕΚ16/24-1-2007 του Τ.Α.Α.
και Π.Θ. και καταχωρήθηκε νόμιμα στον τόμο 170 και στον αριθμό 301 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ναυπάκτου, όπως αυτή συμπληρώθηκε και διορθώθηκε με τις υπ' αριθμ. 1047663/3018/Δ0010/2008 και Δ12/3248/15-6-2011 Κ.Υ.Α. των ιδίων Υπουργών, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για τη διάνοιξη της οδού "Αντιρρίου -Κεφαλόβρυσου του Δυτικού Άξονα της Ιονίας οδού στο υποτμήμα από χ.θ. 10+248 έως χ.θ. 18+700 στην περιοχή Χάλκειας Ν.
Αιτ/νίας". ... Ότι αυτές βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια Χανίων Γαβρολίμνης της Δημοτικής Ενότητας Χάλκειας του Δήμου Ναυπακτίας, σε περιοχή που απέχει από 10 έως 19 χιλιόμετρα από τη γέφυρα Ρίου - Αντιρρίου και από 9 έως 18 χιλιόμετρα από την οικιστική περιοχή της πόλεως του Μεσολογγίου και βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως, με αρτιότητα οικοπέδων στα 4.000 τ.μ.
κατά κανόνα και συντελεστή δόμησης που εξαρτάται από τη χρήση σύμφωνα με το Π.Δ. 24/31-5-1985 σε συνδυασμό και με το Π.Δ. 209/1998, με το οποίο καθορίζονται οι αποστάσεις των οικοδομών από τις οδούς για την ασφάλεια της υπεραστικής συγκοινωνίας. ... Ότι στην με Α.Κ.Π. 35 ιδιοκτησία υπάρχουν ένα διώροφο κεραμοσκεπές κτίσμα και ένα μονώροφο με ελενίτ και στην με Α.Κ.Π. 35Α ιδιοκτησία υπάρχει ένα κτίσμα μονώροφο με ελενίτ.
Η διώροφη οικία, παλαιότητας 28 ετών περίπου ευρίσκεται εντός του με αριθμ. 35 ακινήτου, εκτός οικισμού στη θέση Κακκέϊκα του οικισμού Γαβρολίμνης. Αποτελείται από δύο ορόφους, εμβαδού 54 τ.μ. ο καθένας και δη από το ισόγειο, όπου ευρίσκονται η κουζίνα, το καθιστικό με τζάκι και το μπάνιο και ο πρώτος όροφος με τρία υπνοδωμάτια.
Ο σκελετός είναι κατασκευασμένος από λιθοδομή πάχους 0,50 εκ. Η στέγη είναι ξύλινη καλυμμένη με ρωμαϊκό κεραμίδι. Το δάπεδο του ισογείου είναι κατασκευασμένο από οπλισμένο σκυρόδεμα, καλυμμένο με πλακίδια πολύ καλής ποιότητας. Το δάπεδο του ορόφου είναι από ξύλο στηριζόμενο σε ξύλινα υποστυλώματα. Τα κουφώματα των παραθύρων και οι πόρτες είναι από ξύλο.
Οι τοίχοι εσωτερικά είναι καλυμμένοι με λευκό ασβεστοκονίαμα. Υφίσταται νέα ηλεκτρολογική και ηλεκτρική εγκατάσταση καθώς η κατοικία ανακαινίσθηκε το έτος 2007. Υφίστανται παροχές της ΔΕΗ, του ΟΤΕ, ύδρευσης και για την αποχέτευση έχει κατασκευασθεί βόθρος. Ο Π. Λ., Πολ. Μηχανικός, εκτίμησε την αξία αυτής με την από 19-6-2009 Έκθεση Εκτιμήσεως στο ποσό των 129.600 ευρώ.
Από τα προεκτεθέντα, το Δικαστήριο κρίνει ότι η πραγματική αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων με τα συστατικά τους, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η μεταβολή που τυχόν επήλθε στην αξία αυτή μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας αυτής και επομένως η πλήρης αποζημίωση ανέρχεται κατά τον κρίσιμο χρόνο της 9-10-2012 κατά τον οποίο έχει προσδιορισθεί αρχικά η συζήτηση και κατά τον οποίο εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκαση, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι το Δικαστήριο δεν εξέτασε την ουσία της αλλά ανέβαλε την εξέταση της , ...
στα ακόλουθα ποσά: 1) ... και 18) Για το διώροφο κεραμοσκεπές κτίσμα της με ΑΚΠ 35 ιδιοκτησίας 835 ευρώ ανά τ.μ. ... Ότι η με αριθ. 34 ιδιοκτησία, στην οποία υφίσταται οικία παλαιότητας 25 ετών με ημιτελές ισόγειο, είχε εμβαδόν 7.310,33 τ.μ.. Απαλλοτριώνεται τμήμα εμβαδού 2.674,83 τ.μ.. Απομένει έκταση εμβαδού 4.635,5 τ.μ., εκτός ορίων οικισμού.
Παραμένει άρτιο και υφίσταται, όπως αναφέρθηκε, οικοδομή στο βορειοδυτικό τμήμα αυτού, η οποία έχει πρόσοψη σε αγροτική οδό πλάτους 4 μέτρων. Δεν υφίσταται καμία απομείωση το απομένον τεμάχιο, αφού αυτό έχει εμβαδόν μεγαλύτερο των 4.000 τ.μ..
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί το αίτημα καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως ως αβάσιμο κατ' ουσία. Το αίτημα καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως για την οικία, η χρήση της οποίας κατά τα εκτιθέμενα στην αίτηση καθίσταται απαγορευτική, διότι απέχει 30 μέτρα από το όριο της απαλλοτρίωσης, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστο, διότι δεν εκτίθεται σ' αυτήν (αίτηση) η απόσταση αυτής (οικίας) από τον άξονα της οδού και από το όριο της απαλλοτρίωσης.
Ο ισχυρισμός ότι απέχει από το όριο της απαλλοτρίωσης 30 μέτρα δεν ευσταθεί, αφού 31 μέτρα απέχει το απομένον ακίνητο από το όριο της απαλλοτρίωσης, η οποία διέρχεται νότια από αυτό. Η οικία ευρίσκεται στο βορειοδυτικό τμήμα του απομένοντος ακινήτου και εξακολουθεί να έχει πρόσοψη σε υφιστάμενη αγροτική οδό, όπως αναφέρθηκε.
Περαιτέρω η ωφέλεια του οικοπέδου από την απόκτηση προσώπου στην Ιονία οδό, η οποία δεν είναι υπερυψωμένη σε σχέση με το εν λόγω (ΑΚΠ 34) ακίνητο, εξουδετερώνεται εν μέρει από την έλλειψη πρόσβασης μέσω παράπλευρου οδικού δικτύου κατά ποσοστό 25% και όχι κατά ποσοστό 50%, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αιτούσα.
Παραμένει δε πραγματική ωφέλεια της αιτούσας από την ένδικη απαλλοτρίωση κατά 75% της αξίας του δικού της τμήματος που θεωρήθηκε αυτοαποζημιούμενο και εκείνου τρίτου ιδιοκτήτη, που θεωρήθηκε αποζημιωμένο, εκ μέρους της ιδίας (αιτούσας). ... Ότι η με αριθ. 34Α ιδιοκτησία είχε εμβαδόν 10.774,8 τ.μ.. Το ακίνητο αυτό ήταν "τυφλό" με δικαίωμα δουλείας διόδου από την με αριθ. 34 ιδιοκτησία.
Απαλλοτριώνεται έκταση 1.545,22 τ.μ.. Απομένει τμήμα εμβαδού 9.229,58 τ.μ.. Η αιτούσα αυτοαποζημιώνεται για τμήμα εμβαδού 1.378,22 τ.μ.. Αποκτά πρόσβαση στην παράπλευρη οδό SRL8. Το αίτημα καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως για την απομένουσα ιδιοκτησία των 9.229,58 τ.μ. πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο κατ' ουσία, αφού αυτή είναι άρτια, διότι έχει εμβαδόν μεγαλύτερο των 4.000 τ.μ.
και έχει πρόσωπο και πρόσβαση στην Ιονία οδό από την προαναφερθείσα παράπλευρη οδό. Ωστόσο η ωφέλεια από την απόκτηση προσώπου στην παρακαμπτήριο και προσώπου στην Ιονία οδό εξουδετερώνεται κατά ποσοστό 25% από το γεγονός ότι αυτή (Ιονία οδός) διέρχεται βορείως σε χαμηλότερο υψόμετρο. Παραμένει δε πραγματική ωφέλεια της αιτούσης από την ένδικη απαλλοτρίωση κατά 75% της αξίας του δικού της τμήματος που θεωρήθηκε αυτοαποζημιούμενο και εκείνου τρίτου ιδιοκτήτη, που θεωρήθηκε αποζημιωμένο εκ μέρους της ιδίας. ...
Ότι η με αριθ. 35 ιδιοκτησία, επί της οποίας ευρίσκεται διώροφη οικοδομή (οικία) με ημιτελές ισόγειο, εμβαδού 435,5 τ.μ. και μονώροφη οικοδομή με ελενίτ 70,8 τ.μ., είχε αρχικό εμβαδόν 4.035,35 τ.μ.. Απαλλοτριώθηκε τμήμα 3.099,07 τ.μ.. Απομένει τμήμα 944,48 τ.μ.. Οι αιτούντες ιδιοκτήτες της αυτοαποζημιώνονται για 472,24 τ.μ. και ζητούν να καθορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση, διότι μειώνεται η αξία του απομένοντος τμήματος κατά ποσοστό 80%, αφού αυτό καθίσταται μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο.
Επικαλούνται δε την προαναφερθείσα έκθεση του ΣΟΕ, σύμφωνα με την οποία μειώνεται η αξία του απομένοντος κατά ποσοστό 46%. Το αίτημα αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αόριστο, διότι δεν εκθέτουν τον χρόνο δημιουργίας του αρχικού γηπέδου, το πρόσωπο και το βάθος του απομένοντος, ώστε να κριθεί αν αυτό είναι άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση σύμφωνα με το ανωτέρω Π.Δ. 24/31-5-1985.
Δεν αίρει την αοριστία η παραπομπή στην έκθεση του ΣΟΕ. Περαιτέρω το πλεονέκτημα από το γεγονός ότι το απομένον ακίνητο των αιτούντων αποκτά πρόσοψη επί της Ιονίας οδού εξουδετερώνεται κατά ποσοστό 75% από τα μειονεκτήματα ότι αυτή (Ιονία οδός) διέρχεται νοτίως σε όρυγμα, που κυμαίνεται από ένα έως οκτώ μέτρα, ότι δεν υφίσταται πρόσβαση σε παρακαμπτήριο οδό, ο δε ανισόπεδος κόμβος, που εξυπηρετεί κυρίως την υπεραστική συγκοινωνία, ευρίσκεται σε απόσταση δύο χιλιομέτρων. ...
Τέλος, ότι το με αριθ. 35Α ακίνητο, είχε αρχικό εμβαδόν 10.282,50 τ.μ. και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο αφού είχε πρόσβαση σε υφιστάμενη αγροτική οδό. Η απαλλοτρίωση το τέμνει σε δύο τμήματα και συγκεκριμένα σε ένα τμήμα εμβαδού 147,10 τ.μ., το οποίο εξακολουθεί να έχει πρόσβαση στην προαναφερόμενη αγροτική οδό και σε έτερο τμήμα εμβαδού 7.050,08 τ.μ..
Αυτοαποζημιώνεται για 3.085,32 τ.μ.. Οι αιτούντες ισχυρίζονται ότι το τμήμα των 147,10 τ.μ. καθίσταται λόγω του εμβαδού του παντελώς άχρηστο και ζητούν τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως. Το αίτημα αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αόριστο, διότι δεν εκτίθεται ο λόγος για το οποίο καθίσταται παντελώς άχρηστο μόνο και μόνο λόγω του εμβαδού του και γιατί αυτό δεν μπορεί να συνενωθεί με έτερο ή γιατί δεν μπορούν να το εκμεταλλευτούν γεωργικώς ή κατ' άλλο τρόπο. ...
Το έτερο τμήμα εμβαδού 7.050,08 τ.μ., το οποίο είχε και έχει ως δευτερεύοντα έστω προορισμό (όπως και το αρχικό ακίνητο) την ανοικοδόμηση, παραμένει άρτιο και οικοδομήσιμο, αφού έχει πρόσβαση στην παράπλευρη οδό SRL8 με πρόσωπο σ' αυτή σε μήκος 40 μέτρων, στην οποία (παράπλευρη) θα έχουν πρόσβαση περισσότερα ακίνητα της περιοχής.
Οι αιτούντες ζητούν τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τον λόγο ότι αυτό δεν μπορεί να κατατμηθεί σε δύο άρτια και οικοδομήσιμα οικόπεδα. Το αίτημα αυτό πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμο, αφού δεν μειώνεται η αξία αυτού σε σχέση με την κύρια ή τη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση. Ειδικότερα, κύρια κατά προορισμό χρήση είχε τη γεωργική εκμετάλλευση.
Είχε και εξακολουθεί να έχει τη δυνατότητα γεωργικής εκμεταλλεύσεως. Είχε ως δευτερεύοντα προορισμό την ανοικοδόμηση, αφού είχε πρόσωπο σε κοινόχρηστη οδό με την προϋπόθεση ότι δεν έχει δασικό χαρακτήρα. Δεν μπορούσε να γίνει κατάτμηση αυτού σε δύο άρτια και οικοδομήσιμα ακίνητα, αφού δεν είχε πρόσωπο 50 τουλάχιστον μέτρα σε κοινόχρηστη οδό.
Συνεπώς δεν μειώθηκε η αξία αυτού και πρέπει να απορριφθεί το αίτημα καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως ως αβάσιμο κατ' ουσία. Περαιτέρω αποκτά πρόσωπο στην Ιονία οδό και πρόσβαση στην παράπλευρη οδό SRL8.". Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας που απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αίτηση των αναιρεσειόντων που αφορούσε τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως για το εκτός απαλλοτριώσεως εναπομείναν τμήμα της με ΑΚΠ 35 ιδιοκτησίας που έχει εμβαδό μικρότερο των 4.000 στρεμμάτων και συγκεκριμένα εμβαδό 944,48 τ.μ., ορθά δέχθηκε ποιοτική αοριστία της αιτήσεως επειδή δεν αναφέρεται σ' αυτήν πότε δημιουργήθηκε το αρχικό οικόπεδο της με ΑΚΠ 35 ιδιοκτησίας για να κριθεί με βάση τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 2 περ.
γ του Π.Δ. 24/31-5-1985 αν το εμβαδού 944,48 τ.μ. εναπομείναν τμήμα του εξακολουθεί να είναι άρτιο και οικοδομήσιμο και όχι νομική αοριστία, στην οποία και μόνον έχει εφαρμογή το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., όπως προαναφέρθηκε, και ορθά και όχι παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη την αίτηση κατά το αίτημα της για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως για το εναπομείναν τμήμα της με ΑΚΠ 35 ιδιοκτησίας λόγω αοριστίας του δικογράφου της και ο περί του εναντίου πρώτος λόγος (1ος) λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως, κατά το σκέλος του που αναφέρεται σε πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως από τον αρ. 14 του άρθρου 559 πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Εξάλλου, με τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, που με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε με σαφήνεια, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, για τα εναπομείναντα τμήματα των με ΑΚΠ 34, 34Α και 35Α ιδιοκτησιών, που το καθένα έχει εμβαδόν μεγαλύτερο των 4.000 τ.μ. και εξακολουθούν να είναι οικόπεδα άρτια και οικοδομήσιμα, ότι αυτά, ως αγροτεμάχια - οικόπεδα εκτός σχεδίου με κτίσματα επ' αυτών, είχαν ως προορισμό την ανοικοδόμηση και ότι αυτά και μετά την απαλλοτρίωση εξακολουθούν να είναι άρτια και οικοδομήσιμα και δεν έχουν υποστεί μείωση της αξίας τους και απέρριψε την αίτηση κατά τα αιτήματα της για επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τα εναπομείναντα τμήματα των με ΑΚΠ 34, 34Α και 35Α ιδιοκτησιών λόγω μειώσεως της αξίας του, δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για την επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα των ιδιοκτησιών τους λόγω μειώσεως της αξίας τους και δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της από το άρθρο 128 παρ. 2 του Ν. 4070/2012 και 1 παρ, 2 περ.
γ του Π.Δ. 24/31-5-1985, αλλ' ούτε και πλαγίως παραβίασε τις διατάξεις αυτές, αφού διέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του σαφείς, πλήρεις, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για το ουσιώδες ζήτημα του καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα των ως άνω ιδιοκτησιών των αναιρεσειόντων λόγω μειώσεως της αξίας τους, με συνέπεια να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και να μην στερείται η προσβαλλόμενη απόφαση του νομίμου βάσεως.
Επομένως, ο πρώτος (1ος) λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως, κατά τα σκέλη του που αναφέρονται σε πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ, όσον αφορά τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα των ως άνω ιδιοκτησιών που έχουν εμβαδά μεγαλύτερο των 4.000 τ.μ., είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Όμως, ο πρώτος (1ος) λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως, κατά το σκέλος του που αναφέρεται σε πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. όσον αφορά τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως για το εναπομείναν μετά την απαλλοτρίωση τμήμα της με ΑΚΠ 35Α ιδιοκτησίας που έχει εμβαδό 147 τ.μ. και που κατά του ισχυρισμούς των αιτούντων αναιρεσειόντων λόγω του εμβαδού του καθίσταται παντελώς άχρηστο για την οικοπεδική χρήση που προοριζόταν, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, αφού για να στηριχθεί το αίτημα των αναιρεσειόντων για επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημιώσεως λόγω μειώσεως της αξίας του ως άνω εναπομείναντος τμήματος στο νόμο και συγκεκριμένα στην ως άνω διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της από το άρθρο 128 παρ. 2 του Ν, 4070/2012, αρκούσε που αναφέρθηκε στην αίτηση το εμβαδόν του και ότι εξαιτίας του εμβαδού του ήταν παντελώς άχρηστο για την οικοπεδική χρήση που προοριζόταν πριν από την απαλλοτρίωση και δεν χρειαζόταν να αναφέρεται γιατί δεν μπορεί να συνενωθεί με έτερο ακίνητο και γιατί δεν μπορούν οι αναιρεσείοντες να το χρησιμοποιήσουν για άλλη χρήση και κατ' άλλον τρόπο και με το να αξιώσει το Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας να αναφέρονται και τα τελευταία στοιχεία για να επιδικάσει ιδιαίτερη αποζημίωση λόγω μειώσεως της αξίας του, παραβίασε ευθέως την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της από το άρθρο 128 παρ. 2 του Ν. 4070/2012, αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία απ' αυτά που απαιτεί αυτή για την επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημιώσεως σε εναπομείναν μετά την απαλλοτρίωση τμήμα ιδιοκτησίας λόγω μειώσεως της αξίας του.
Τέλος, με τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, που με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε ότι για την ιδοκτησία με ΑΚΠ 34 πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό το αίτημα άρσεως του τεκμηρίου ωφέλειας και να αναγνωρισθεί ότι η ιδιοκτησία αυτή δεν υποχρεούται σε πλήρη αυτοαποζημίωση αλλά μόνο κατά ποσοστό 25% και ότι το καθού υποχρεούται να την αποζημιώσει κατά το ανωτέρω ποσοστό για την απαλλοτριωθείσα έκταση των 2.674,83 τ.μ., ότι για την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 34Α πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό το αίτημα άρσεως του τεκμηρίου ωφέλειας και να αναγνωρισθεί ότι ιδιοκτησία αυτή δεν υποχρεούται σε πλήρη αυτοαποζημίωση αλλά μόνο κατά ποσοστό 25% και ότι το καθού υποχρεούται να την αποζημιώσει κατά το ανωτέρω ποσοστό για την απαλλοτριωθείσα έκταση των 1.378,22 τ.μ., ότι για την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 35 πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό το αίτημα περί άρσεως τη ωφέλειας ως βάσιμο και κατ' ουσία και να αναγνωρισθεί ότι η ιδιοκτησία αυτή δεν υποχρεούνται σε πλήρη αυτοαποζημίωση, διορθωνόμενου κατά τούτο του κτηματολογικού πίνακα, αλλά μόνο κατά ποσοστό 25% για έκταση 3.099,07 τ.μ.
και ότι για την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 35Α πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο κατ' ουσία το αίτημα να αναγνωρισθεί ότι δεν υφίστασαι το τεκμήριο ωφέλειας κατ' άρθρο 1 του Ν. 653/1977 και ότι δεν υφίσταται γι' αυτήν υποχρέωση αυτοαποζημιώσεως, ναι μεν δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 33 παρ. 1 έως 7 του Ν. 2971/2001 και του άρθρου 1 του πρώτου (πρόσθετου) πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που επικυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 1 παράγραφοι 1, 3 και 4 του Ν. 653/1977, πλην όμως διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες για το ουσιώδες ζήτημα της άρσεως του τεκμηρίου ωφέλειας για τις παρόδιες ιδιοκτησίες των αναιρεσειόντων, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 33 παρ. 1 έως 7 του Ν. 2971/2001 και του άρθρου 1 του πρώτου (πρόσθετου) πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που επικυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 1 παράγραφοι 1, 3 και 4 του Ν. 653/1977 και να στερείται η προσβαλλόμενη απόφαση του νομίμου βάσεως.
Συγκεκριμένα, το εφετείο, με τις ως άνω παραδοχές του, δεν διευκρινίζει και δεν δέχεται με σαφήνεια αν οι ως άνω ιδιοκτησίες των αναιρεσειόντων αποκτούν πρόσωπο επί της Ιόνιας οδού ή αν αυτές αποκτούν πρόσωπο επί παράπλευρης παρακαμπτηρίου οδού, αν αυτές έχουν πρόσβαση και μπορούν να εισέλθουν στην Ιόνια οδό ή αν αυτές έχουν πρόσβαση και μπορούν να εισέλθουν σε παράπλευρη παρακαμπτήριο οδό, αν η Ιόνια οδός, που είναι κλειστή οδός ταχείας κυκλοφορίας, έχει πλησίον ή όχι των απαλλοτριουμένων ιδιοκτησιών και σε πόση απόσταση από την καθεμία κόμβο επικοινωνίας με τις παράπλευρες παρακαμπτήριες οδούς, αν η Ιόνια οδός βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με τις απαλλοτριούμενες ιδιοκτησίες των αναιρεσειόντων ή αν έχει υψομετρική διαφορά με αυτές και αν οι παράπλευρες οδοί (παρακαμπτήριες) έχουν υψομετρική διαφορά με τις απαλλοτριούμενες ιδοκτησίες που αποκλείει την επικοινωνία τους με αυτές.
Ειδικότερα, για την με ΑΚΠ 34 ιδιοκτησία, ενώ δέχεται ότι δεν έχει πρόσβαση ούτε καν σε παράπλευρο της Ιόνιας οδού οδικό δίκτυο, δέχεται αντιφατικά και χωρίς καμία αιτιολογία ότι αίρεται το τεκμήριο ωφέλειας της ως παρόδιας ιδιοκτησίας μόνον κατά 25%, για την με ΑΚΠ 34Α ιδιοκτησία, ενώ δέχεται ότι έχει πρόσβαση μόνον σε παράπλευρη οδό και δεν έχει πρόσβαση στην Ιόνια οδό γιατί αυτή διέρχεται βορειότερα και σε χαμηλότερο επίπεδο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχεται και πάλι αντιφατικά και χωρίς καμία αιτιολογία ότι αίρεται το τεκμήριο ωφέλειας της ως παρόδιας ιδιοκτησίας μόνον κατά 25%, για την με ΑΚΠ 35 ιδιοκτησία, ενώ δέχεται ότι η Ιόνια οδός διέρχεται νότια της σε όρυγμα βάθους από ένα έως οκτώ μέτρων και δεν έχει πρόσβαση ούτε σ' αυτή ούτε σε παρακαμπτήριο (παράπλευρη) οδό, δέχεται και πάλι αντιφατικά και χωρίς καμία αιτιολογία ότι αίρεται το τεκμήριο ωφέλειας ως παρόδιας ιδιοκτησίας μόνον κατά 25% και για την με ΑΚΠ 35Α ιδιοκτησία, δέχεται αντιφατικά ότι αποκτά πρόσωπο στην Ιόνια οδό και πρόσβαση στην παράπλευρη οδό και χωρίς να διευκρινίζει και να αιτιολογεί αν μπορεί να έχει πρόσβαση από την παράπλευρη οδό στην Ιόνια οδό και αν δέχεται ότι έχει ωφέλεια ως παρόδιος ιδιοκτησία από τη διάνοιξη της Ιόνιας οδού, απορρίπτει χωρίς άλλη αιτιολογία το αίτημα περί άρσεως του τεκμηρίου ωφέλειας για την τελευταία αυτή ιδιοκτησία και μάλιστα για αμφότερα τα εναπομένοντα τμήματα της, χωρίς να αναφέρει καμία αιτιολογία άρσεως του τεκμηρίου ωφελείας για το εναπομένον μικρό τμήμα της ιδιοκτησίας αυτής που έχει εμβαδόν 147 τ.μ..
Επομένως, ενόψει τούτων, πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος (2ος) λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως, κατά τα σκέλη του που αναφέρονται σε ευθεία παραβίαση των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν και σε αδίκαστη αίτηση όσον αφορά το εναπομείναν ως άνω μικρό τμήμα της με ΑΚΠ 35Α ιδιοκτησίας και να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο δεύτερος (2ος) λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως κατά το σκέλος του που αναφέρεται σε εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν.
Όσον αφορά τον τρίτο (3°) λόγο της κρινόμενης αναιρέσεως, αφού το Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας ορθά και όχι παρά το νόμο δέχθηκε ποιοτική αοριστία και όχι νομική αοριστία του ισχυρισμού περί επιδικάσεως ιδιαίτερης αποζημιώσεως λόγω μειώσεως της αξίας της οικοδομής που υπάρχει στην με ΑΚΠ 34 ιδιοκτησία και απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αίτηση κατά το αίτημα της αυτό, επειδή δεν προσδιόριζε την απόσταση της οικοδομής από τον άξονα του δρόμου και από το όριο της απαλλοτριώσεως, χωρίς να την ερευνήσει και να την απορρίψει κατ' ουσίαν, δεν ιδρύεται ούτε η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., η οποία ιδρύεται μόνον επί νομικής αοριστίας και όχι επί ποιοτικής αοριστίας, ούτε η πλημμέλεια της ελλείψεως αιτιολογίας και νομίμου βάσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., η οποία, όπως προαναφέρθηκε, προϋποθέτει έρευνα επί της ουσίας της σχετικής αιτήσεως και όχι απόρριψη της για τυπικό λόγο ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας και γι' αυτό ο τρίτος (3ος) λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως και κατά τα σκέλη του που στηρίζονται σε πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Ο τέταρτος (4ος) λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως, κατά το σκέλος του που αναφέρεται στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα σε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την αξία της διώροφης οικοδομής που βρίσκεται στην με ΑΚΠ 35 ιδιοκτησία, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού όπως προκύπτει από τις ως άνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, αυτή περιέχει ως προς την αξία της ως άνω διώροφης οικοδομής, την οποία περιγράφει λεπτομερώς ως προς την κατασκευή της και την παλαιότητα της, πλήρεις, επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, καθόσον, μετά από την ανέλεγκτη από μέρους της εκτίμηση των αποδείξεων, καταλήγει στο σαφές αποδεικτικό πόρισμα της ότι η αξία της ως άνω παλαιάς διώροφης οικοδομής ανέρχεται κατά τον κρίσιμο χρόνο της 9-10-2012 σε 835 ευρώ ανά τ.μ..
Ο ίδιος λόγος (4ος), κατά το σκέλος του που αναφέρεται σε πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 9 του Κ.Πολ.Δ. και ειδικότερα ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, καθορίζοντας την αξία και την τιμή μονάδας αποζημιώσεως για την ως άνω διώροφη οικοδομή σε 835 ευρώ ανά τ.μ., επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες αιτούντες είχαν ζητήσει με την αίτηση τους να καθορισθεί η τιμή μονάδας αποζημιώσεως για την ως άνω διώροφη οικοδομή σε 1.200 ευρώ ανά τ.μ.
και το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει το αίτημα τους και καθόρισε την τιμή μονάδας αποζημιώσεως για την ως άνω διώροφη οικοδομή σε 835 ευρώ ανά τ.μ., δηλαδή σε ποσό μικρότερο από το ποσό που ζητούσαν και κατά συνέπεια δεν επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, ούτε επιδίκασε περισσότερο από ότι ζητήθηκε.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολομ.
Α.Π. 2/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με το πρώτο (1°) λόγο της κρινόμενης αναιρέσεως και κατά το σκέλος του που στηρίζεται σε πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ., προσάπτουν επίσης στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του κτηματολογικού διαγράμματος της απαλλοτριώσεως με το να δεχθεί ότι το εναπομένον μετά την απαλλοτρίωση τμήμα εμβαδού 7.050,08 τ.μ.
της με ΑΚΠ 35Α ιδιοκτησίας έχει πρόσοψη σε κοινόχρηστη οδό 50 μέτρων και όχι 56 μέτρων που προέκυπτε από την κλίμακα του διαγράμματος και μετά από μέτρηση με χάρακα της πλευράς της προσόψεως επί του διαγράμματος. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, κατά το προαναφερόμενο μέρος, ανεξάρτητα από την αοριστία του, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι το Δικαστήριο σχημάτισε την ως άνω κρίση του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το κτηματολογικό διάγραμμα, είναι σε κάθε περίπτωση απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η σχετική αιτίαση δεν αποδίδει στο Εφετείο λανθασμένη ανάγνωση του κειμένου του κτηματολικού διαγράμματος, αλλά εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου του, η οποία όμως δεν ελέγχεται αναιρετικά (αρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Τέλος, με τον πέμπτο (5°) λόγο της κρινόμενης αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν επίσης στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του κτηματολογικού πίνακα της απαλλοτριώσεως με το να δεχθεί ως προς τις αυτοαποζημιούμενες από τις απαλλοτριούμενες παρόδιες ιδιοκτησίες εκτάσεις μεγαλύτερες εκτάσεις απ' αυτές που αναγράφονταν στον κτηματολογικό πίνακα της απαλλοτριώσεως, ο οποίος ήταν και το μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο ως προς το συνολικό εμβαδόν που έπρεπε να αυτοαποζημιώσει η κάθε απαλλοτριούμενη παρόδια ιδιοκτησία.
Πράγματι, το Εφετείο, προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση του κτηματολογικού πίνακα της απαλλοτριώσεως ως προς το συνολικό εμβαδόν που αυτοαποζημίωνε η κάθε ωφελούμενη παρόδια ιδιοκτησία, αφού μόνον από το πίνακα αυτό προέκυπτε το συνολικό αυτό εμβαδόν και παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, δεχθέν για κάθε απαλλοτριούμενη ιδιοκτησία των αναιρεσειόντων ότι αυτή αυτοαποζημιωνόταν για κατά πολύ μεγαλύτερο εμβαδόν από το αναφερόμενο στη στήλη (23) του κτηματολογικού πίνακα για κάθε ωφελούμενη ιδιοκτησία των αναιρεσειόντων μέγιστο εμβαδόν επιβαρύνσεως για αυτοαποζημίωση και κατά συνέπεια παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός πέμπτος λόγος της αναιρέσεως κατά το σκέλος του αυτό.
Ο πέμπτος όμως λόγος της αναιρέσεως, κατά το σκέλος του που αναφέρεται σε πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 σχετικά με το μεγαλύτερο εμβαδόν από το αναφερόμενο στη στήλη (23) του κτηματολογικού πίνακα για κάθε ωφελούμενη ιδιοκτησία των αναιρεσειόντων μέγιστο εμβαδόν επιβαρύνσεως για αυτοαποζημίωση που δέχθηκε, δεν στοιχειοθετείται διότι η πλημμέλεια αναφέρεται αληθώς σε παραμόρφωση εγγράφου, δηλαδή σε σφάλμα στις αποδείξεις και όχι σε εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής διατάξεως νόμου.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, κατά παραδοχή του πρώτου (1ου) λόγου της αναιρέσεως κατά το σκέλος του που αναφέρεται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου όσον αφορά το αίτημα επιδικάσεως ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομείναν τμήμα εμβαδού 147 τ.μ. της με ΑΚΠ 35Α ιδιοκτησίας, του δεύτερου (2ου) λόγου της αναιρέσεως κατά το σκέλος του που αναφέρεται σε έλλειψη νόμιμης βάσεως όσον αφορά το αίτημα άρσεως του τεκμηρίου ωφέλειας των παρόδιων ιδοκτησιών των αναιρεσειόντων και του πέμπτου (5ου) λόγου της ως άνω αναιρέσεως κατά το σκέλος του που αφορά την παραμόρφωση του εγγράφου του κτηματολογικού πίνακα ως προς το μέγιστον εμβαδόν που αυτοαποζημιώνει η κάθε ωφελούμενη παρόδια ιδιοκτησία των αναιρεσειόντων, πρέπει να αναιρεθεί μόνον κατά ένα μέρος η προσβαλλόμενη 153/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, όπως διορθώθηκε με την 24/2014 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου και συγκεκριμένα να αναιρεθεί κατά το μέρος της που αφορά την απόρριψη του αιτήματος επιδικάσεως ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομείναν τμήμα εμβαδού 147 τ.μ.
της με ΑΚΠ 35Α ιδιοκτησίας και την αναγνώριση ότι οι αιτούντες αναιρεσείοντες, ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, δεν υποχρεούνται σε πλήρη αυτοαποζημίωση, ούτε σε πλήρη αποζημίωση τρίτων, παρά μόνον κατά ποσοστό 25% για 2.674,83 τ.μ. της με ΑΚΠ 34 ιδιοκτησίας, για 1.521,40 τ.μ. της με ΑΚΠ 34Α ιδιοκτησίας, για 3.099,07 τ.μ.
της με ΑΚΠ 35 ιδιοκτησίας και για 2.155,28 τ.μ. της με ΑΚΠ 35Α ιδιοκτησίας, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το ως άνω μέρος που αναιρείται προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.), να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος για την άσκηση της αναιρέσεως παραβόλου στους αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ. 4 εδ.
α και ε Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων για την παρούσα δίκη, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων, μειωμένη όμως κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957 (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά ένα μέρος την 153/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, όπως διορθώθηκε με την 24/2014 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου και συγκεκριμένα την αναιρεί κατά το μέρος της που αφορά την απόρριψη του αιτήματος επιδικάσεως ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομείναν τμήμα εμβαδού 147 τ.μ. της με ΑΚΠ 35Α ιδιοκτησίας και την αναγνώριση ότι οι αιτούντες αναιρεσείοντες, ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, δεν υποχρεούνται σε πλήρη αυτοαποζημίωση, ούτε σε πλήρη αποζημίωση τρίτων, παρά μόνον κατά ποσοστό 25% για 2.674,83 τ.μ. της με ΑΚΠ 34 ιδιοκτησίας, για 1.521,40 τ.μ. της με ΑΚΠ 34Α ιδιοκτησίας, για 3.099,07 τ.μ. της με ΑΚΠ 35 ιδιοκτησίας και για 2.155,28 τ.μ. της με ΑΚΠ 35Α ιδιοκτησίας.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ως άνω μέρος που αναιρέθηκε, στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Διατάσσει να επιστραφεί στους αναιρεσείοντες το παράβολο που κατέθεσαν για την άσκηση της αναιρέσεως. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 25 Ιουνίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 6 Νοεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ