Supreme Court dismisses appeal against bank's breach of personality claim against individual debtor.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the National Bank of Greece's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment. The bank argued its claim for damages due to breach of personality was abusive because it withdrew the lawsuit within thirteen days after discovering the debtor was not the actual creditor. The court held that the withdrawal did not erase the initial infringement and that the bank's right to sue the actual debtor was lawful. Consequently, the appeal was dismissed as the lower court correctly applied substantive law regarding the necessary causal link between the breach and the damages.
Legislator headnote
AI generatedArticles 57, 59, 914, 932 of the Civil Code; Article 281 of the Civil Code; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: A claim for damages for breach of personality remains valid and lawful even if the plaintiff withdraws the suit against the actual debtor shortly after discovering the true obligor, provided the initial act infringed upon the defendant's personality rights.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1279 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1279/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Λύτρα.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-11-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5072/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 4176/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 14-3-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 29-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 6610 B/1-8-2008 έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Άμφισσας ..., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως με τις κάτω από αυτήν Πράξεις του Προέδρου και του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, με τις οποίες ορίσθηκε το αρμόδιο Τμήμα, η δικάσιμος και ο Εισηγητής Δικαστής, καθώς και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο.
Κατά την αρχική δικάσιμο της 12-10-2009 η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το πινάκιο για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης. Η αναβολή αυτή επέχει θέση κλήτευσης για όλους τους διαδίκους (άρθρα 226 παρ. 4 και 575 ΚΠολΔ). Κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο και την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε, ούτε παρέστη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Επομένως, πρέπει να δικαστεί ερήμην και να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914 και 932 Α.Κ. προκύπτει ότι για τη θεμελίωση αξιώσεως προς καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης από πράξη που προσβάλλει την προσωπικότητα του ανθρώπου απαιτείται να συντρέχουν:
α) προσβολή της προσωπικότητας, β) η προσβολή να είναι παράνομη, δηλ. να έγινε χωρίς δικαίωμα ή κατ' ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο είναι μικρότερης σπουδαιότητας ή ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκησή του καταχρηστική, γ) να είναι υπαίτια, να οφείλεται δηλαδή σε δόλο ή αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρο 330 παρ. 2 Α.Κ.), δ) να επήλθε ηθική βλάβη του προσβληθέντος και ε) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας προσβολής και της επελθούσας ηθικής βλάβης.
Η προσωπικότητα του ανθρώπου μπορεί να προσβληθεί σε οποιαδήποτε εκδήλωσή της (πνευματική, σωματική, υγεία, ελευθερία, τιμή κ.λ.π.). Έτσι η απόδοση σε κάποιον πράξεων που η κοινωνία αποδοκιμάζει, γιατί ενέχουν απαξία, εμπίπτει στα πλαίσια της προστασίας της προσωπικότητας, τέτοιες δε πράξεις, διαταρακτικές της κοινωνικής προσωπικότητας του ανθρώπου, είναι και εκείνες που εμπεριέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής ή επαγγελματικής εντιμότητας του προσώπου, ακόμη και όταν αυτές απλώς τον καθιστούν ύποπτο ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους, κατά την ενάσκηση των επαγγελματικών καθηκόντων ή άλλων εκφάνσεων της δραστηριότητάς του (ΑΠ 2109/1986).
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα: "Η εναγόμενη Τράπεζα με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α. Ε." στις 10-7-1997 κατέθεσε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της Ευγενίας Παπαθεοδώρου, στη Γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 24-6-1997 και με αριθμό καταθέσεως 6497/1997 αγωγή διαρρήξεως, την οποία απηύθυνε κατά του ενάγοντος Π.
Κ. του Γ. και των τριών τέκνων του Β., Ν. και Γ. Κ. και κατά του γαμβρού του Κ. Λ.. Με την αγωγή αυτή η εναγόμενη Τράπεζα, ισχυριζόμενη ότι ο ενάγων υπό την ιδιότητά του ως ομορρύθμου εταίρου της οφειλέτριας της ομορρύθμου εταιρείας με την επωνυμία "Π. Κ. και Σία Ο.E." της όφειλε το συνολικό ποσό των 495.419.072 δραχμών από διαδοχικές συμβάσεις πιστώσεως με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, ότι για τις απαιτήσεις της αυτές είχαν εκδοθεί οι υπ' αριθμ. 65 και 66/1992 διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας και ότι ο ενάγων με προφανή σκοπό να ματαιώσει την ικανοποίηση της απαιτήσεώς της προέβη στις αναφερόμενες στην αγωγή καταδολιευτικές δικαιοπραξίες και συγκεκριμένα, με τα υπ' αριθμ. ...
και .../31-7-1992 συμβόλαια γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Άμφισσας Γεωργίου Κιούπη, μεταβίβασε στους λοιπούς εναγομένους της αγωγής αυτής το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του, ήτοι το 1/2 εξ αδιαιρέτου μιας τριώροφης οικοδομής, κειμένης επί της οδού ... στο ..., ζήτησε τη διάρρηξη των απαλλοτριωτικών της περιουσίας του οφειλέτη της ενάγοντος μεταβιβάσεων.
Στις 11.7.1997 η αγωγή αυτή επιδόθηκε στα τέκνα του ενάγοντος Β. σύζ. Κ. Λ. και Ν. σύζ. Ε. Μ. και στο γαμβρό του ενάγοντος Κ. Λ., που κατοικούσαν στο ..., οι οποίοι αμέσως έσπευσαν να αναζητήσουν τον ενάγοντα, που λόγω της ιδιότητάς του ως κτηνοτρόφου, βρισκόταν με το ποίμνιό του στο βουνό ... της .... Όταν ο ενάγων πληροφορήθηκε το περιεχόμενο της αγωγής που είχε ασκήσει η εναγομένη Τράπεζα αισθάνθηκε μεγάλη αναστάτωση και ταραχή, διότι αυτός είχε ως αποκλειστική επαγγελματική απασχόληση την κτηνοτροφία, ουδέποτε είχε υπάρξει ομόρρυθμος εταίρος της ως άνω ομόρρυθμης και οφειλέτριας της τράπεζας εταιρείας, ενώ ποτέ δεν είχε λάβει κάποιο δάνειο από την εναγομένη τράπεζα.
Παρά ταύτα φοβούμενος μήπως η εναγομένη τράπεζα είχε εξαπατηθεί από τρίτα πρόσωπα που είχαν συναλλαγεί μαζί της με τα δικά του στοιχεία και την τυχόν εμπλοκή του σε μακροχρόνιους δικαστικούς αγώνες, εγκατέλειψε το ποίμνιό του, προκειμένου να διακριβώσει τους λόγους της εναντίον του ασκηθείσας αγωγής της εναγομένης.
Αρχικά τόσο ο ενάγων όσο και τα τέκνα του διαμαρτυρήθηκαν προφορικά στους αρμόδιους υπαλλήλους της εναγομένης και στην υπογράφουσα την αγωγή πληρεξούσια δικηγόρο της τράπεζας, ότι ο ενάγων δεν είχε απολύτως καμία σχέση με την ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία και την οφειλή της τελευταίας στην τράπεζα. Στη συνέχεια, επειδή δεν διασκεδάστηκαν οι φόβοι και οι ανησυχίες του ενάγοντος από τις προφορικές αυτές διαμαρτυρίες, ο τελευταίος απευθύνθηκε στο δικηγόρo Αθηνών Γεώργιο Πήτα και του ζήτησε να διερευνήσει την υπόθεση.
Ο εν λόγω δικηγόρος στις 18.7.1997 κοινοποίησε στην εναγομένη την από 17-71997 εξώδικη δήλωση και διαμαρτυρία του ενάγοντος, στην οποία αναφέρεται ότι αυτός ουδέποτε είχε κάποια σχέση με την αντισυμβαλλόμενη της τράπεζας ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία, ότι ποτέ δεν έλαβε από την τράπεζα κάποιο δάνειο, ούτε ασχολήθηκε με εμπορικές επιχειρήσεις, αφού το μοναδικό επάγγελμα που έχει ασκήσει ήταν αυτό του κτηνοτρόφου.
Με την ίδια εξώδικη δήλωση και διαμαρτυρία, στην οποία επισυνάφθηκαν συμβόλαια αγοράς και μεταβίβασης της κυριότητας του αναφερομένου στην αγωγή της τράπεζας ακινήτου, ο ενάγων ζήτησε από την εναγομένη να παραιτηθεί από την αγωγή της και δήλωσε ότι θα ασκήσει δικαστικά την αξίωσή του για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης που του προκάλεσε.
Μετά τις ενέργειες αυτές του ενάγοντα, ύστερα από έρευνα των αρμοδίων οργάνων της εναγόμενης Τράπεζας, διαπιστώθηκε ότι πράγματι η ως άνω αγωγή διαρρήξεως είχε εκ λάθους στραφεί κατά του ενάγοντος, των τέκνων και του γαμβρού του, λόγω του ότι το ονοματεπώνυμο και το πατρώνυμο του ενάγοντος συνέπιπταν με εκείνα του πραγματικού οφειλέτη της τράπεζας και ομορρύθμου εταίρου της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας.
Μετά τη διαπίστωση αυτή η εναγόμενη τράπεζα με το από 22-7-1997 δικόγραφό της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στις 23-7 -1997 και επιδόθηκε στις 24-7 -1997, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της από 24-6-1997 και με αριθμό κατάθεσης 6497/1997 αγωγής της. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η αγωγή διαρρήξεως, που άσκησε η εναγόμενη τράπεζα κατά του ενάγοντος, των τέκνων και του γαμβρού του, απευθύνθηκε κατά των τελευταίων και όχι κατά του πραγματικού οφειλέτη της τράπεζας και ομορρύθμου εταίρου της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας, από βαριά αμέλεια των προστηθέντων υπαλλήλων της, οι οποίοι, μολονότι είχαν υποχρέωση από το νόμο, την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, να προβούν σε ενδελεχή έλεγχο, πριν από την άσκηση της αγωγής, για να διαπιστώσουν την ταυτοπροσωπία ή μη του ενάγοντος με τον ομόρρυθμο εταίρο της οφειλέτριας της τράπεζας εταιρείας, με τη διασταύρωση των στοιχείων που αναφέρονταν στα συμβόλαια που αφορούσαν το απαλλοτριωθέν ακίνητο με εκείνα που υπήρχαν στον τηρούμενο από την τράπεζα φάκελο της δανειολήπτριας εταιρείας και στο δημοσιευμένο στο βιβλίο εταιρειών του αρμόδιου Πρωτοδικείου καταστατικού της, παρέλειψαν να προβούν στον έλεγχο αυτό, με αποτέλεσμα, εξαιτίας της παράλειψης αυτής, που συνιστά παράνομη συμπεριφορά, να ασκηθεί κατά του ενάγοντα, των τέκνων και του γαμβρού του, η προκείμενη αγωγή διαρρήξεως και όχι κατά του πραγματικού οφειλέτη της τράπεζας.
Από την ανωτέρω παράνομη συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης προσβλήθηκε σημαντικά η προσωπικότητα του ο ενάγοντος, αφού από την άσκηση της ως άνω αγωγής διαρρήξεως προκλήθηκε έντονη ανησυχία και αναστάτωση στον ψυχικό του κόσμο και εθίγη η τιμή και η υπόληψή του, δεδομένου ότι κατά τα εκτιθέμενα στην εν λόγω αγωγή αυτός φερόταν ως οφειλέτης της τράπεζας για το ιδιαιτέρως σημαντικό ποσό των 495.419.072 δραχμών και ότι μεταχειριζόταν ανέντιμες μεθόδους για την μη πληρωμή των χρεών του, προβαίνοντας σε απαλλοτρίωση των περιουσιακών στοιχείων του, ώστε να καταστεί αναξιόχρεος, προς καταδολίευση των δανειστών του, ενώ το περιεχόμενο της αγωγής αυτής, με την κοινοποίησή της στα τέκνα και το γαμβρό του ενάγοντος έγινε γνωστό τόσο στο στενό και ευρύτερο οικογενειακό του περιβάλλον ιδιαίτερα στη τοπική κοινωνία του χωριού..., όπου κατοικεί μόνιμα ο ενάγων, με αποτέλεσμα να προκληθούν ερωτηματικά στους συγχωριανούς του, σχετικά με την προσωπική εντιμότητά του και τη φερεγγυότητά του.
Επίσης αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, χωρίς να βαρύνεται με κανενός είδους πταίσμα, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τις εργασίες του ως κτηνοτρόφου, να αφήσει αφύλακτο το ποίμνιό του στο βουνό ... της ... και να προβεί σε ενέργειες (παραστάσεις στα αρμόδια όργανα της εναγομένης, ανάθεση της υπόθεσης σε δικηγόρο, αποστολή εξώδικης δήλωσης), προκειμένου να πείσει τα αρμόδια όργανα της εναγομένης ότι ουδεμία σχέση είχε με την υπόθεση για την οποία η εναγομένη είχε ασκήσει αγωγή διάρρηξης, και να αποτρέψει την περαιτέρω πορεία των εναντίον του δικαστικών ενεργειών, υφιστάμενος, χωρίς λόγο, ψυχική ταλαιπωρία και δοκιμασία.
Με τα δεδομένα αυτά αποδείχθηκε ότι ο ενάγων έχει υποστεί ηθική βλάβη, από την παραπάνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης, αφού προσβλήθηκε η προσωπικότητά του και εθίγη η τιμή και υπόληψή του, για την αποκατάσταση της οποίας ο ενάγων δικαιούται χρηματική ικανοποίηση.
Η αξίωση αυτή του ενάγοντος δεν αναιρείται.. από το γεγονός ότι, ύστερα από τις διαμαρτυρίες του ιδίου και των τέκνων του, η εναγομένη έσπευσε, μόλις διαπίστωσε το λάθος της, να παραιτηθεί νομότυπα από την αγωγή διαρρήξεως που είχε ασκήσει, διότι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να δικαιολογηθεί το σφάλμα της εναγομένης, η οποία διαθέτει οργανωμένη νομική υπηρεσία, η προσβολή δε που υπέστη ο ενάγων είναι σημαντική.
Λαμβανομένων δε υπόψη των συνθηκών τελέσεως της ως άνω προσβολής, του είδους και της βαρύτητας αυτής, καθώς και της διάρκειάς της, του βαθμού πταίσματος των υπαλλήλων της εναγομένης και της περιουσιακής και κοινωνικής κατάστασης των διαδίκων, η εύλογη χρηματική ικανοποίηση που δικαιούται ο ενάγων ανέρχεται, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, στο ποσό των 10.000 ευρώ.
Η εκ μέρους δε του ενάγοντος άσκηση της με την ένδικη αγωγή αξιώσεώς του δεν υπερβαίνει τα ακραία αξιολογικά όρια που καθιερώνει το άρθρο 281 Α Κ. και συνεπώς η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος που πρότεινε η εναγομένη είναι αβάσιμη και απορριπτέα". Οι άνω παραδοχές του Εφετείου πληρούν το πραγματικό των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 330 παρ. 2, 914 και 932 Α.Κ.
και δικαιολογούν την επιδίκαση στον ενάγοντα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, καθόσον η έγερση αγωγής διάρρηξης δικαιοπραξίας κατά προσώπου μη συνδεόμενου συμβατικά καθοιονδήποτε τρόπο με την ενάγουσα αποτελεί προσβολή της προσωπικότητάς του, διότι ενέχει σαφώς αμφισβήτηση της συναλλακτικής εντιμότητάς του, αφού τον εμφανίζει να μετέρχεται δόλια μέσα για την ματαίωση της ικανοποίησης του δανειστή του από την περιουσία του, συμπεριφορά που ο νόμος την έχει αναγάγει μάλιστα και σε ποινικό αδίκημα (άρθρο 393 ΠΚ), είναι δε αυτή υπαίτια, οφειλόμενη σε αμέλεια των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγόμενης Τράπεζας, και παράνομη, αφού έγινε χωρίς κανένα δικαίωμα και δεν συντρέχει λόγος άρσης του αδίκου της πράξεως, μεταξύ δε της υπαίτιας παράλειψης της αναιρεσείουσας και της προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος υφίσταται ο αναγκαίος αιτιώδης σύνδεσμος.
Η άσκηση αγωγής διάρρηξης αποτελεί νόμιμο δικαίωμα και αίρει το παράνομο της προσβολής, όταν ασκείται κατά του πραγματικού οφειλέτη του ενάγοντος ή του τρίτου που απέκτησε από τον οφειλέτη και όχι κατά προσώπου που ουδεμία συμβατική σχέση είχε με τον ενάγοντα, όπως δέχθηκε το Εφετείο ότι συμβαίνει στην προκείμενη υπόθεση.
Η δια μεταγενέστερου δικογράφου παραίτηση από την αγωγή διάρρηξης δεν αίρει την επελθούσα προσβολή. Επομένως, το Εφετείο με τις παραπάνω παραδοχές του δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ και οι περί του αντιθέτου πρώτος και τρίτος λόγοι του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατά το μέρος που οι λόγοι αυτοί πλήττουν την ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. ΚΠολΔ) είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Περαιτέρω, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σε σχέση με τα περιστατικά που θεμελιώνουν την αγωγή αποζημίωσης και αποκλείουν την άρση του παρανόμου της προσβολής, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η αναιρεσείουσα προέβαλε πρωτοδίκως και επανέφερε με λόγο έφεσης ενώπιον του Εφετείου τον απορριφθέντα ως μη νόμιμο ισχυρισμό ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε καταχρηστικά, καθόσον η αναιρεσείουσα μετά τις διαμαρτυρίες του ενάγοντος και των τέκνων του διαπίστωσε ότι πραγματικός οφειλέτης της ήταν άλλο πρόσωπο που έφερε τα ίδια στοιχεία ονοματεπωνύμου και πατρωνύμου με εκείνα του αναιρεσιβλήτου και εντός δεκατριών ημερών από της επιδόσεως της αγωγής της έσπευσε και παραιτήθηκε από το δικόγραφο αυτής, ώστε και αν ακόμη γίνει δεκτό ότι ο αναιρεσίβλητος υπέστη προσβολή της προσωπικότητάς του αυτή είναι ασήμαντη και έπαυσε να υπάρχει.
Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δεν είναι ικανά από μόνα τους και χωρίς την επίκληση συμπεριφοράς του ενάγοντος που να δημιούργησε στην εναγόμενη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν ασκήσει κατ' αυτής αγωγή αποζημίωσης να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση της αγωγής κατά την έννοια του άρθρου 281 Α.Κ., ως προσδιοριστικά δε του βαθμού πταίσματος της αναιρεσείουσας και της ζημίας του αναιρεσιβλήτου συνεκτιμήθηκαν από την προσβαλλόμενη απόφαση.
Το Εφετείο που απέρριψε ως αβάσιμο τον ανωτέρω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας δεν παραβίασε με εσφαλμένη μη εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Επομένως, ο τέταρτος και τελευταίος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-3-2008 αίτηση της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος για αναίρεση της υπ' αριθ. 4176/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουνίου 2011
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 20 Ιουλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ