1279/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1279/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με το εκτεθέν περιεχόμενο, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, αφού τα φερόμενα ως μη ληφθέντα αποδεικτικά μέσα δεν κατατείνουν, κατά τα διαλαμβανόμενα στο αναιρετήριο, στην απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1279 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1279/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Συμεών Τριανταφυλλίδη. Της αναιρεσίβλητης: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Οδυσσέα Καραγιαννακίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-10-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας.
Εκδόθηκε η 132/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 507/2008 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-3-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημει-ώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 16-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσί-βλητης ζήτησε την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για την ίδρυση του λόγου αυτού, αρκεί μόνον η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, ενώ μόνο το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου δεν στοιχειοθετεί τον λόγο αυτόν αναιρέσεως, εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως συνάγεται ότι έχει ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο.
Οι αποδείξεις, που παρά τον νόμο δεν λήφθηκαν υπόψη, πρέπει να είναι κρίσιμες για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού, αφού μόνον ένας τέτοιος (ουσιώδης) ισχυρισμός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ. ΑΠ 42/2002), δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο στήριξε τη δικανική του πεποίθηση κυρίως σε άλλα αποδεικτικά μέσα.
Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα παρακάτω αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα, και συγκεκριμένα: α) τον 6893/21.9.2005 πίνακα προσωπικού, που η αναιρεσίβλητη είχε υποβάλει στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας Καβάλας και β) την 10182/14.5.2007 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Αικατερίνης Καραμπόγια του μάρτυρα ..., που ελήφθη με αίτηση της αναιρεσίβλητης και από τα οποία (αποδεικτικά μέσα) προκύπτει ότι ο εξετασθείς πρωτοδίκως με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης ως άνω μάρτυρας ..., στην κατάθεση του οποίου το Εφετείο θεμελίωσε την κρίση του περί της ουσιαστικής αβασιμότητας των αγωγικών αξιώσεων της αναιρεσείουσας, δεν ήταν αξιόπιστος, αφού αυτός κατέθεσε, 1) ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ότι στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης εργάζονταν δώδεκα άτομα, ενώ στον πίνακα, που είχε υποβληθεί στην Επιθεώρηση Εργασίας, είχε δηλωθεί ότι απασχολούνταν πέντε άτομα και 2) στην προδιαληφθείσα ένορκη βεβαίωση ότι εργαζόταν στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης επί 2 1/2 έτη, ενώ από το πιο πάνω έγγραφο της Επιθεώρησης Εργασίας προκύπτει ότι αυτός είχε προσληφθεί την 1.6.2005.
Με το εκτεθέν περιεχόμενο, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, αφού τα φερόμενα ως μη ληφθέντα αποδεικτικά μέσα δεν κατατείνουν, κατά τα διαλαμβανόμενα στο αναιρετήριο, στην απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο κάνει διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ΚΠολΔ, περιεχόμενο διαφορετικό από το πραγματικό, όχι όμως όταν, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, προβαίνει στην εκτίμηση του περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του. Η παραμόρφωση πρέπει να είναι προφανής και το έγγραφο να προσκομίζεται για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, το δε δικαστήριο πρέπει να μόρφωσε την γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου που παραμόρφωσε.
Εν προκειμένω, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 10.2.2006 απόδειξης, με το να δεχθεί ότι από αυτό προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα ουδεμία απαίτηση διατηρεί κατά της αναιρεσίβλητης. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αποδίδει στην απόδειξη περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό λόγω του διαγνωστικού λάθους ότι η δήλωση που εμπεριέχεται, ότι ουδεμία απαίτηση διατηρεί κατά της εργοδότριας, διαγιγνώσκεται ότι είναι δήλωση, ότι ουδεμία αξίωση έχει από τη σύμβαση εργασίας και όχι ότι ουδεμία απαίτηση έχει από τις αναφερόμενες στην απόδειξη κατά ποσό και είδος συγκεκριμένες αξιώσεις της, που αφορούσαν τις αποδοχές των μηνών Νοεμβρίου 2005-Ιανουαρίου 2006, το δώρο Χριστουγέννων 2005, το επίδομα αδείας 2005 και την αποζημίωση αδείας, επίδομα αδείας και δώρο Πάσχα 2006, με αποτέλεσμα, λόγω της εσφαλμένης αυτής ανάγνωσης, το Εφετείο, στηριζόμενο αποκλειστικά και πάντως κατά κύριο λόγο στο εν λόγω έγγραφο, να δεχθεί ότι έχουν εξοφληθεί οι αξιώσεις της αναιρεσείουσας και των μηνών Ιουλίου - Οκτωβρίου 2005.
Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Δικαστήριο, δεχόμενο ότι δεν αποδείχθηκε ότι η περιεχόμενη στην εξοφλητική απόδειξη δήλωσή της "ότι δεν διατηρεί καμιά απαίτηση από την αιτία αυτή", έχει την έννοια της εξόφλησης μόνο των δεδουλευμένων μισθών των μηνών που αναγράφονται σε αυτήν και ότι απέμειναν απλήρωτες οι δεδουλευμένες αποδοχές των προηγουμένων μηνών, αλλά ότι προέκυψε ότι αυτή είχε λάβει τους μισθούς του παραπάνω χρονικού διαστήματος, διότι διαφορετικά θα ήταν λογικό να διατηρήσει επιφύλαξη, δηλώνοντας ότι υπολείπεται η καταβολή των δεδουλευμένων μισθών του παραπάνω χρονικού διαστήματος, δεν προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση και δεν απέδωσε στο φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το πραγματικό, αλλά συνεκτιμώντας αυτό ως αποδεικτικό μέσο προέβη στην εκτίμηση του περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και στάθμιση αυτών και την αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί αυτό να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.
Ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπον αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία προς θεμελίωση κατά νόμον της αγωγής ή ενστάσεως περιστατικά, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε και τα ακόλουθα κρίσιμα περιστατικά: Η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, που διατηρεί ατομική επιχείρηση μεταφορών στη ..., προσέλαβε την 1.5.2005 την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα της λογίστριας και με αποδοχές τις προβλεπόμενες από τις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ, απασχολείτο δε επί πενθήμερο εβδομαδιαίως (Δευτέρα-Παρασκευή) από ώρα 09.00 έως 17.00.
Έτσι, με προϋπηρεσία άνω των 18 ετών σε προηγούμενη επιχείρηση, έγγαμη με δύο τέκνα, εκ των οποίων το ένα ανήλικο και το άλλο σπουδαστής κάτω των 24 ετών και με χρήση Η/Υ, οι αποδοχές της ανέρχονταν, σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ΔΑ 39/2004 και 23/2005 "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών όλης της Χώρας", α) από 1-5 έως 30.6.2005 σε 1429,19 ευρώ και β) από 1.7.2005 έως 31.1.2006 σε 1479,22 ευρώ.
Οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές της μετά την αφαίρεση των ασφαλιστικών εισφορών προς το ΙΚΑ (16%) και του φόρου μισθωτού υπηρεσιών (ΦΜΥ), τις οποίες όφειλε να καταβάλει η αναιρεσίβλητη, ανερχόταν: α) για το χρονικό διάστημα από 1-5-2005 έως 30-6-2005 στο ποσό των 1100 ευρώ (κρατήσεις ΙΚΑ 228,67 ευρώ και ΦΜΥ 100,52 ευρώ) και β) για το χρονικό διάστημα από 1-7-2005 έως 31-1-2006 επίσης στο ποσό των 1100 ευρώ (κρατήσεις ΙΚΑ 236,68 ευρώ και ΦΜΥ 142,54 ευρώ).
Λίγες ημέρες μετά την οικειοθελή αποχώρησή της από την εργασία της η αναιρεσείουσα, η οποία δεν είχε λάβει τους μισθούς των μηνών Νοεμβρίου 2005-Ιανουαρίου 2006 συνολικού ποσού 3.300 ευρώ (1100 ευρώ Χ 3 μήνες), καθώς επίσης και το δώρο Χριστουγέννων 2005, επίδομα αδείας 2005 και 2006, αποζημίωση αδείας 2006 και αναλογία δώρου Πάσχα 2006, προκειμένου να γίνει εκκαθάριση όλων των οφειλών της εργοδότριάς της προς αυτήν, συνέταξε η ίδια και υπέγραψε την από 10.2.2006 "ΑΠΟΔΕΙΞΗ", η γνησιότητα της οποίας δεν αμφισβητήθηκε, όπου αναγράφεται ότι έλαβε 5.451,38 ευρώ και ειδικότερα έλαβε το ποσό των 5.000 ευρώ με μία επιταγή της Τράπεζας ALFA BANK και με καταβολή μετρητών 431,38 ευρώ σε πλήρη εξόφληση των παραπάνω απαιτήσεών της και επιπροσθέτως δήλωσε ότι δεν διατηρεί καμία απαίτηση από την αιτία αυτή.
Η αναιρεσείουσα, είπε το Εφετείο, ουδόλως ανταπέδειξε ότι η περιεχόμενη στην παραπάνω έγγραφη εξοφλητική απόδειξη δήλωσή της, "ότι δεν διατηρώ καμία απαίτηση από την αιτία αυτή", είχε την έννοια της εξόφλησης μόνο των δεδουλευμένων μισθών των αναγραφομένων σε αυτή μηνών και ότι απέμεναν απλήρωτες οι δεδουλευμένες αποδοχές των προγενεστέρων μηνών.
Αντίθετα, προέκυψε ότι αυτή έλαβε τους μισθούς του παραπάνω χρονικού διαστήματος, διότι διαφορετικά το λογικό θα ήταν να διατηρήσει επιφύλαξη στην εξοφλητική απόδειξη, δηλώνοντας ότι υπολείπεται η καταβολή των δεδουλεμένων μισθών του ως άνω χρονικού διαστήματος, που δεν ανέγραψε στην απόδειξη, διότι, όπως προελέχθη, δεν είχε καμία απαίτηση.
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της καταβολής στην αναιρεσείουσα καθαρών μηνιαίων αποδοχών ποσού 1100 ευρώ για καθένα από τους μήνες Ιούλιο-Οκτώβριο 2005. Ειδικότερα, δεν συνιστά ενδοιαστική παραδοχή αλλά πραγματικό επιχείρημα, που συνέχεται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, η άποψη ότι, εάν η αναιρεσείουσα δεν είχε λάβει τις αποδοχές των μηνών Ιουλίου-Οκτωβρίου 2005, θα ήταν λογικό να διατηρήσει σχετική επιφύλαξη στην από 10.2.2006 απόδειξη, που η ίδια συνέταξε και υπέγραψε, κατά τα άνω, και αφορούσε την εξόφληση των τριών τελευταίων μηνών πριν από την αποχώρησή της, καθώς και των επιδομάτων εορτών, αδείας κλπ, και ακόμη ότι δεν μπορεί να γίνει πιστευτό ότι κάποιος εργαζόμενος, και μάλιστα χαμηλόμισθος, ανέχεται αδιαμαρτύρητα για επτά ολόκληρους μήνες τη μη καταβολή του μισθού του από τον εργοδότη.
Εξάλλου, η παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι η λύση της συμβάσεως επήλθε την 31.5.2006, με την οικειοθελή αποχώρηση της αναιρεσείουσας, αντί του ορθού 31.1.2006, οφείλεται σε προφανή παραδρομή, έτσι ώστε αφενός μεν δεν υπάρχει πράγματι ασάφεια και αντίφαση με την περαιτέρω παραδοχή ότι η προαναφερθείσα από 10.2.2006 απόδειξη συνετάγη από την αναιρεσείουσα λίγες ημέρες μετά τη λήξη της συμβάσεως και αφετέρου ουδόλως επηρεάζει το σαφές αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το Εφετείο, ως προς την εξόφληση των αξιώσεων της αναιρεσείουσας.
Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδονται οι παραπάνω αιτιάσεις, δεν είναι βάσιμος. Η προσβαλλόμενη απόφαση όμως εμπεριέχει ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα του ύψους των αποδοχών που η αναιρεσίβλητη όφειλε να καταβάλει στην αναιρεσείουσα κατά το χρονικό διάστημα των μηνών Ιουλίου 2005-Ιανουαρίου 2006 με το να δεχθεί ότι οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές ανέρχονταν στο ποσό των 1100 ευρώ τόσο κατά το χρονικό διάστημα από 1-5-2005 έως 30-6-2005, που οι νόμιμες μηνιαίες αποδοχές της ανέρχονταν σε 1429,19 ευρώ όσο και κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2005 έως 31-1-2006, που οι νόμιμες μηνιαίες αποδοχές της ανέρχονταν σε 1479,22 ευρώ, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που διέγνωσε στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 653 και 416 του ΑΚ σχετικά με την καταβολή των οφειλόμενων μηνιαίων αποδοχών στην αναιρεσείουσα κατά το δεύτερο ως άνω χρονικό διάστημα (1-7-2005 έως 31-1-2006), καθώς και των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων 2005 και επιδόματος αδείας 2005.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, εκτιμώμενος από τον αρ. 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρ. 9 παρ. 1, 45, 47 παρ. 1 β και 57 παρ. 1α του Ν. 2238/1994, περί φόρου μισθωτών υπηρεσιών, είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικασθεί σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, κατ' άρθρ. 178 και 183 του ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος την 507/2008 απόφαση του Εφετείου Θράκης.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια (1000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Μαίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ