Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds but allows third ground due to insufficient reasoning in lower court decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's supplementary appeal grounds because the required document was not served on the respondent within the statutory thirty-day period. However, the court allowed the third ground of appeal, which alleged a lack of reasoning regarding the duration of a contract's validity in the lower court's decision. The court ruled that the lower court failed to explain why the contract did not automatically renew after its initial term, thereby depriving the decision of a legal basis.
Legislator headnote
AI generatedArt. 569 para. 2 KPolD; Art. 559 no. 19 KPolD: Supplementary appeal grounds filed outside the strict thirty-day service deadline are inadmissible for lack of pre-trial procedure, whereas a ground alleging insufficient reasoning on a material issue requires the lower court to explicitly justify its findings on facts essential for applying the relevant legal provisions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1279 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1279/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρουμάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:Χ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Λαμπρόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΚΑΠΝΟΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" (ΣΕΚΕ), που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Νικόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-3-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 490/2000 του ίδιου Δικαστηρίου 7849/2000 προδικαστική και 7480/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 16-2-2006 αίτησή του και τους 12-2-2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, διάβασε την από 12-10-2007 έκθεση της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και τρίτου λόγων αναίρεσης και την παραδοχή του πρώτου και τρίτου προσθέτων λόγων κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό και την απόρριψη του δευτέρου λόγου αναιρέσεως και του δευτέρου προσθέτου λόγου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, αντίγραφο δε του δικογράφου αυτού επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η παράλειψη δε της καταθέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων προ της άνω προθεσμίας ή στη περίπτωση της εμπροθέσμου καταθέσεως, η παράλειψη της επιδόσεως του δικογράφου αυτών προ της αυτής προθεσμίας, επάγεται το απαράδεκτο αυτών για έλλειψη προδικασίας και εντεύθεν την απόρριψή τους και αυτεπαγγέλτως (Ολ. ΑΠ 43/1984, 54/1984). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει μεν ότι το δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναίρεσης κατατέθηκε εμπροθέσμως στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 13-2-2007, ήτοι τριάντα και πλέον ημέρες προ της 19-3-2007 που ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου ως ημέρα συζητήσεως της αναίρεσης, πλην όμως δεν αποδεικνύεται ότι επιδόθηκε αυτό στην αναιρεσίβλητη εντός της ίδιας προθεσμίας, εφόσον ο αναιρεσείων δεν προσκομίζει έκθεση επιδόσεως αυτού στην αναιρεσίβλητη, αν και με τις από 15-2-2007 κατατεθείσες προτάσεις του, επικαλείται έκθεση επιδόσεως αυτού. Επομένως οι εν λόγω πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά στη δικαιοπραξία ή γεννάται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης.
Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών, στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για την συμπλήρωση ή την ερμηνεία τους, στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Έμμεση διαπίστωση κενού στη σύμβαση ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση βουλήσεως προκύπτει όταν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, από την οποία αποκαλύπτεται, ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό, ή αμφιβολία σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως των συμβαλλομένων, συνεπεία των οποίων δημιουργήθηκε η ανάγκη προσφυγής σε ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως.
Η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει εκ του γεγονότος ότι το δικαστήριο για την αληθινή έννοια της συμβάσεως, έλαβε υπόψη του και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται έξω από το κείμενο της συμβάσεως ή χρησιμοποιεί επιχειρήματα ή επεξηγηματικές ή ενδοιαστικές εκφράσεις.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος για καταβολή συμφωνηθείσης μεσιτικής αμοιβής για την πραγματοποίηση από την αναιρεσίβλητη με τη διαμεσολάβησή του πωλήσεων καπνού προς την Κορέα, δέχθηκε ανελέγκτως, ως προς τα ενδιαφέροντα την υπόθεση σημεία, τα ακόλουθα:
Ο ενάγων Χ1 κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1970 έως 1990 προσέφερε έναντι αμοιβής στην εναγομένη τις υπηρεσίες του ως μεσίτης καπνών, όσον αφορά τις εξαγωγές καπνού της τελευταίας στην Κορέα με το σύστημα των παραγγελιών και των απευθείας πωλήσεων. Ειδικότερα, από το έτος 1970 μέχρι το έτος 1980, το Κρατικό μονοπώλιο της Κορέας αγόραζε Ελληνικά καπνά από τους καπνεμπόρους με παραγγελίες απευθείας προς αυτούς, μεταξύ δε αυτών κύρια θέση είχε η εναγομένη, λόγω των φιλικών διασυνδέσεων του ενάγοντος με τους διοικούντες το Μονοπώλιο της Κορέας αλλά και λόγω του συνεταιριστικού της χαρακτήρα.
Ειδικότερα η πώληση με παραγγελία γινόταν ως εξής: Έξι μήνες νωρίτερα πριν αρχίσουν οι πωλήσεις των χωρικών καπνών, η εναγομένη ελάμβανε έγγραφη παραγγελία από το Μονοπώλιο της Κορέας με την ποσότητα του καπνού που ήθελε αυτό να αγοράσει, την ποικιλία, την ποιότητα αυτού και την ένδειξη των τιμών. Ακολούθως η εναγομένη αγόραζε απευθείας από τους παραγωγούς καπνά ανάλογα με τις παραγγελίες που είχε.
Στη συνέχεια η εναγομένη, κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, άρχιζε την επεξεργασία των καπνών, κατά τη διάρκεια της οποίας, αντιπρόσωποι του Μονοπωλίου της Κορέας με ειδικές γνώσεις έλεγχαν την ποιότητα, εάν είναι σύμφωνη με τις προδιαγραφές του τσιγάρου της μετά την επεξεργασία, δέχονταν το κοστολόγιο και αγόραζαν τα καπνά υποχρεωτικά.
Από το έτος 1980 έως το έτος 1990, το Μονοπώλιο της Κορέας μετέβαλε τον πιο πάνω τρόπο αγοράς του καπνού και καθιέρωσε την αγορά καπνών με μειοδοτικούς διαγωνισμούς, σε πολλούς εκ των οποίων συμμετείχε επιτυχώς και η εναγομένη, κατ' εξαίρεση δε αγόραζε από την εναγομένη με το σύστημα των παραγγελιών ορισμένες ποσότητες για την πώληση των οποίων κατέβαλε στον ενάγοντα την συμφωνηθείσα αμοιβή του για την προσφορά των μεσιτικών του υπηρεσιών.
Στη συνέχεια κατά το έτος 1990, το Μονοπώλιο της Κορέας τροποποίησε και πάλι τον τρόπο αγοράς του καπνού, διότι διατήρησε μεν τους μειοδοτικούς διαγωνισμούς, επέβαλε όμως σε κάθε πώληση ελληνικών καπνών, ο πωλητής να αγοράζει σε ορισμένο κάθε φορά ποσοστό κορεάτικα προϊόντα, έπαυσε δε να προμηθεύεται από την εναγομένη με το σύστημα των παραγγελιών.
Έτσι κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1990 έως 1993, το Μονοπώλιο της Κορέας προμηθευόταν καπνά από την Ελλάδα, με το σύστημα των μειοδοτικών διαγωνισμών σε συνδυασμό με ανταλλαγές Κορεάτικων προϊόντων, με αποτέλεσμα η εναγομένη να ζημιώνεται, αφού πλέον εκείνο δεν αγόραζε καπνά από αυτή με το σύστημα των παραγγελιών.
Ενόψει τούτου η εναγομένη και στα πλαίσια περιορισμού των ως άνω ζημιογόνων συνεπειών, τον Δεκέμβριο του έτους 1993 ανέθεσε στον ενάγοντα να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες, εκμεταλλευόμενος τις φιλικές σχέσεις τις οποίες αυτός διατηρούσε με τα πρόσωπα του κυβερνητικού χώρου και του εμπορικού χώρου της Κορέας, προκειμένου το μονοπώλιο της χώρας αυτής να αγοράζει κατ' εξαίρεση από εκείνη καπνά με το σύστημα των παραγγελιών.
Περαιτέρω το Εφετείο, αφού εκθέτει το ειδικότερο περιεχόμενο του καταρτισθέντος μεταξύ των διαδίκων από ..... ιδιωτικού συμφωνητικού, με τον όρο 2 του οποίου ορίσθηκε ότι "η Σ.Ε.Κ.Ε (αναιρεσίβλητη) αναλαμβάνει να καταβάλει στον Χ1, (αναιρεσείοντα), για τις πραγματοποιούμενες στην Κορέα τακτικές απευθείας πωλήσεις καπνών, για προμήθεια η οποία ανέρχεται σε 4% επί της αξίας F.O.B του τιμολογίου", δέχθηκε περαιτέρω ανελέγκτως τα ακόλουθα:
Ο ενάγων δηλαδή, ανέλαβε σαν μεσίτης καπνών που ήταν, να διαμεσολαβήσει έναντι αμοιβής στο Μονοπώλιο της Κορέας, προκειμένου αυτό να αγοράζει κατ' εξαίρεση καπνά από την εναγομένη με το σύστημα των τακτικών απευθείας πωλήσεων, δηλαδή με το σύστημα των παραγγελιών, το οποίο ήταν αρκετά επικερδές για την εναγομένη, γιατί η τιμή του καπνού ήταν αντικείμενο διαπραγματεύσεων μεταξύ του αγοραστή και της πωλήτριας, συμμετέχοντος του μεσίτη, η πώληση του καπνού ήταν βεβαία από την αποστολή της παραγγελίας και πριν η πωλήτρια Σ.Ε.Κ.Ε αγοράσει τα καπνά από τους παραγωγούς και όχι με το σύστημα των εκτάκτων πωλήσεων, δηλαδή με εκείνο των μειοδοτικών διαγωνισμών και των ανταλλαγών των καπνών με Κορεάτικα προϊόντα, το οποίο απέφερε στην εναγομένη πολύ λίγα κέρδη, πολλές φορές δε και ζημίες, διότι με αυτό η εναγομένη θα συμμετείχε στις πωλήσεις μόνον εφόσον προσέφερε την μικρότερη τιμή πωλήσεως γι' αυτή και αγόραζε Κορεάτικα προϊόντα σε ποσότητες που θα καθόριζε ο αγοραστής (το μονοπώλιο)".
Και περαιτέρω το Εφετείο δεχόμενο, επίσης ανελέγκτως, ότι όλες οι πωλήσεις καπνού προς την Κορέα που πραγματοποίησε η αναιρεσίβλητη κατά το χρονικό διάστημα της διετούς ισχύος του άνω συμφωνητικού αλλά και μετά τη λήξη αυτού δηλαδή από το 1994 έως το 1997 ήσαν έκτακτες, διότι αυτές πραγματοποιήθηκαν κατόπιν μειοδοτικών διαγωνισμών και με ανταλλαγές Κορεάτικων προϊόντων και ως εκ τούτου δεν συνέτρεχε περίπτωση αμοιβής του ενάγοντος, αφού σύμφωνα με το προαναφερθέν συμφωνητικό "θα συνέτρεχε περίπτωση αμοιβής αυτού μόνο εάν πραγματοποιούντο τακτικές απευθείας πωλήσεις, δηλαδή πωλήσεις με το σύστημα των παραγγελιών", απέρριψε ακολούθως ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου.
Από τις παραδοχές όμως αυτές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχεται εμμέσως την ύπαρξη αμφιβολίας ως προς την έννοια του όρου "τακτικές απευθείας πωλήσεις" του εν λόγω ιδιωτικού συμφωνητικού. Τούτο συνάγεται κυρίως από το γεγονός ότι για τον προσδιορισμό της έννοιας του όρου αυτού και διαπίστωσης εντεύθεν των βουλήσεων των συμβληθέντων που δηλώθηκαν στο συμφωνητικό, προβαίνει σε αναφορά του ισχύοντος κατά το παρελθόν συστήματος πωλήσεων καπνών, υπό την προφανή έννοια ότι λαμβάνει υπόψη και στοιχεία που κείνται εκτός της συμβάσεως και προέκυψαν από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, (καταθέσεις μαρτύρων, ένορκες βεβαιώσεις και έγγραφα της δικογραφίας), ήτοι εκτός του ανωτέρω συμφωνητικού, αλλά και από το γεγονός ότι χρησιμοποιεί επανειλημμένως τον επεξηγηματικό σύνδεσμο "δηλαδή", προκειμένου να προσδιορίσει τις έννοιες των "τακτικών απευθείας πωλήσεων" ως εκείνες που πραγματοποιούντο με το σύστημα των παραγγελιών και των "εκτάκτων πωλήσεων", ως εκείνες που πραγματοποιούντο με το σύστημα των μειοδοτικών διαγωνισμών και των ανταλλαγών των καπνών με κορεάτικα προϊόντα.
Παρά τη διαπίστωση όμως εμμέσως της αμφιβολίας αυτής, παρέλειψε, προκειμένου να ανεύρει την αληθινή βούληση της δηλώσεως των συμβληθέντων, δηλαδή να ανεύρει τι πραγματικά εννοούσαν οι διάδικοι με τον όρο "τακτικές απευθείας πωλήσεις", να προσφύγει στους ερμηνευτικούς των δικαιοπραξιών κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Παραλείποντας όμως το Εφετείο να προσφύγει στους ανωτέρω κανόνες αφού δεν κάνει μνεία αυτών, παραβίασε ευθέως τους ανωτέρω κανόνες και είναι βάσιμος ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η ανωτέρω πλημμέλεια.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης για ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, ήταν αναγκαία για την κρίση ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα διάρκειας της ισχύος του προαναφερθέντος από ......
συμφωνητικού, ενώ δέχεται ότι, σύμφωνα με σχετικό όρο αυτού, η ανωτέρω συμφωνία αφορά πωλήσεις καπνών μέχρι 31-12-1995 και ανανεώνεται αυτομάτως για άλλα δύο χρόνια από τη λήξη της, αν στο μεταξύ δεν γίνει έγγραφη καταγγελία από έναν από τους συμβαλλομένους, στη συνέχεια δέχεται ότι μετά την λήξη του το ανωτέρω συμφωνητικό "δεν παρατάθηκε αυτόματα εκ των πραγμάτων", χωρίς όμως να αιτιολογεί τον λόγο αυτής της μη αυτόματης παράτασης.
Έτσι όμως η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογίας ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ισχύος της συμφωνίας αυτής επί διετία μετά την λήξη της στις 31-12-1995, ενόψει του ότι ο αναιρεσείων μεν, ισχυρίσθηκε με την αγωγή του ότι η εναγομένη πραγματοποίησε πωλήσεις καπνών με την μεσολάβησή του και κατά την διετία μετά την αρχική λήξη της συμφωνίας, η αναιρεσίβλητη δε, ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων η μη ανανέωση του ιδιωτικού συμφωνητικού τους και η οριστική κατάργηση αυτού στις 31-12-1995.
Επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 19 πλημμέλεια για έλλειψη αιτιολογίας αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της χρονικής διάρκειας ισχύος του από ..... συμφωνητικού είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο, η συγκρότηση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να καταδικασθεί δε η αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), που κατέθεσε έγγραφες προτάσεις, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 7480/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ