Legislator Case Law & Legislation
1279/2007 AI generated

1279/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1279/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1279/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΕΠΕΙΔΗ, από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος ο Άρειος Πάγος ερευνά αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση, εάν δε την επισπεύδει ο αντίδικός του ερευνά αν ο τελευταίος έχει κλητεύσει νομίμως και εμπροθέσμως τον απολειπόμενο και σε καταφατική περίπτωση η συζήτηση προβαίνει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1279 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1279/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος-καθού η κλήση: ..... , ο οποίος που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων-καλούντων: 1) ......, 2) ......, 3) ...... και 4) ...... Οι 2η, 3η και 4η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Γιαννόπουλο ο οποίος δήλωσε ότι η πρώτη των αναιρεσιβλήτων απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους λοιπούς οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπή σε δίκη ως κληρονόμοι της ανωτέρω αποβιώσασας.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 188/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 2387/2000 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 28-12-2000 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 30/4-11-2003 διάταξη του Αρείου Πάγου που διέταξε τη ματαίωση της υποθέσεως από το πινάκιο. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσείων με την από 22-11-2003 αίτησή του και εκδόθηκε η 1205/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 10-7-2006 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδη ανέγνωσε την από 27-12-2004 έκθεσή του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αλέξανδρου Κασιώλα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος ο Άρειος Πάγος ερευνά αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση, εάν δε την επισπεύδει ο αντίδικός του ερευνά αν ο τελευταίος έχει κλητεύσει νομίμως και εμπροθέσμως τον απολειπόμενο και σε καταφατική περίπτωση η συζήτηση προβαίνει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α΄, 287, 291 και 292 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην κατ' αναίρεση δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί, είτε εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, είτε αναγκαστικά με πρόσκληση του αντιδίκου του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, ο οποίος μπορεί να επισπεύσει την επανάληψη της δίκης, κοινοποιώντας στο διάδικο υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή δικόγραφο για επανάληψη της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ.9696/2-10-2006 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κατερίνης ....., αντίγραφο της από 10 -7-2006 κλήσης των αναιρεσιβλήτων για συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την επ' αυτής πράξη προσδιορισμού δικασίμου επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από τις αναιρεσίβλητες, που επισπεύδουν τη συζήτηση, στον αναιρεσείοντα, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλε την από το άρθρο 242 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως στο ακροατήριο.

Επομένως πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, η πρώτη των αναιρεσιβλήτων ..... αποβίωσε στις 21-7-2005, δηλαδή μετά την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως (5-1-2001), οι δε δεύτερη, τρίτη και τέταρτη αναιρεσίβλητες, θυγατέρες και μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της αποβιώσασας, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, γνωστοποίησαν το γεγονός του θανάτου της ως άνω καθολικής δικαιοπαρόχου τους και ταυτόχρονα δήλωσαν ότι συνεχίζουν για εκείνη τη διακοπείσα δίκη.

Ενόψει αυτών νομίμως επαναλήφθηκε η προκειμένη δίκη και νομίμως χωρεί η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως.

ΕΠΕΙΔΗ, η κατά το άρθρο 249 ΚΠολΔ αναστολή της δίκης, όταν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα, ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, απόκειται στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου μπορεί να τη διατάξει, χωρίς η σχετική κρίση του να υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.10 εδ. β΄ ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 17 παρ.2 του ν. 2915/2001, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη ως αληθινά χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν δημιουργείται στις περιπτώσεις που, σύμφωνα με το νόμο, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση με παρεμπίπτουσα απόφασή του να διατάξει απόδειξη (Ολ.

ΑΠ 12/1991), όπως σε υποθέσεις εκδικαζόμενες από το Μονομελές Πρωτοδικείο. Ειδικότερα, όπως ορίζεται με τις διατάξεις του άρθρου 270 παρ. 1,4,6 του ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 του ν. 2915/2001, οι οποίες εφαρμόζονται και στη δευτεροβάθμια δίκη (άρθρο 524 παρ.1 εδ. β΄ ΚΠολΔ), κατά τη διαδικασία ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου η συζήτηση είναι προφορική και το δικαστήριο αυτό δεν έχει υποχρέωση να εκδώσει απόφαση περί αποδείξεων, αλλά αποφαίνεται οριστικώς με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο, εκτός εάν κρίνει ότι είναι απαραίτητη η συμπλήρωση των αποδείξεων, οπότε και μπορεί να εκδώσει σχετική απόφαση περί αποδείξεως, σύμφωνα με το άρθρο 341 του ΚΠολΔ.

Περαιτέρω από τις ίδιες ως άνω διατάξεις του άρθρου 270 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κατά τη διαδικασία στο Μονομελές Πρωτοδικείο δεν υπάρχει υποκειμενικό βάρος απόδειξης, εκτός εάν κατ' εξαίρεση εκδοθεί από αυτό παρεμπίπτουσα απόφαση για συμπλήρωση των αποδείξεων, και επομένως, εάν δεν εκδοθεί τέτοια απόφαση, στη διαδικασία αυτή δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή από το δικαστήριο των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης.

Στην προκειμένη περίπτωση με το μοναδικό λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 10 και 13 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, που δίκασε την έφεσή του κατά της 118/1999 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, με το να απορρίψει το αίτημα του για αναστολή της δίκης μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί των από 15-10-1991 Αντιρρήσεων που αυτός είχε ασκήσει στο Ειρηνοδικείο Κατερίνης κατά του προσωρινού κτηματολογικού χάρτη και πίνακα του Διευθυντή Δασών του Νομού Πιερίας, οι οποίες αφορούσαν ένα τμήμα του επιδίκου ακινήτου, εμβαδού 2.204 τ.μ., χωρίς να διατάξει αποδείξεις επί του σχετικού ισχυρισμού του ότι το τμήμα αυτό διεκδικείται από το Δημόσιο, υπέπεσε στις από τις προαναφερθείσες διατάξεις πλημμέλειες.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ως προς μεν την αιτίαση από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, που στην προκειμένη περίπτωση δίκασε κατ' έφεση υπόθεση εκδικασθείσα σε πρώτο βαθμό από το Μονομελές Πρωτοδικείο, ενώπιον του οποίο τηρήθηκε η διαδικασία που ορίζει το άρθρο 270 παρ.1,4 και 6 ΚΠολΔ, δεν ήταν υποχρεωμένο να διατάξει, με παρεμπίπτουσα απόφαση, απόδειξη για τον παραπάνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ενώ η αναστολή ή όχι της δίκης, κατά το άρθρο 249 ΚΠολΔ, εναπόκειτο στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου εκείνου, ως προς δε την αιτίαση από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ο οποίος προϋποθέτει την εσφαλμένη κατανομή του βάρους απόδειξης με έκδοση προδικαστικής απόφασης, δεν ιδρύεται στην ίδια διαδικασία εκδίκασης των υποθέσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου, σε περίπτωση που δεν εκδόθηκε παρεμπίπτουσα απόφαση περί αποδείξεως, όπως στην προκειμένη περίπτωση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-12-2000 αίτηση αναιρέσεως του ..... κατά της υπ' αριθμ.2387/2000 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2007.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 6 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ