Supreme Court dismisses appeal against land ownership ruling due to death of defendant before appeal filing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court's decision regarding land ownership. The State argued the appeal should have been directed at the deceased defendant, but the Court found the State unaware of the death at the time of filing. Consequently, the appeal was validly directed at the heirs, and the original property judgment was upheld.
Legislator headnote
AI generatedArticles 34, 35, 127 of the Code of Civil Procedure; If the defendant dies before the appeal is filed and the appellant is aware of the death, the appeal must be directed at the heirs; otherwise, it is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1278 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1278/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Χριστίνα-Ζαφειρία Γαβριηλίδου, Μερόπη Τζουγκαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 29 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Λαυρέντιο Παππά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Φ. του Β., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Κ. Φ. του Ε., 3) Κ. Φ. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χρυσάνθη Παπουτσιδάκη, και κατέθεσαν προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια των υπό στοιχεία 2 και 3 αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 1 αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 9-11-2009 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμ. ...90 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Θεσσαλονίκης, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού υπό στοιχεία 2 και 3 ήδη αναιρεσίβλητες, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-12-1989 αγωγή της Σ. Φ. συζ. Ε., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 693/1990 μη οριστική, 38885/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1224/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-6-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγαθή Δερέ ανέγνωσε την εισηγητική της έκθεση, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. [1] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 34, 35, 127 ΑΚ, 62, 63, 286 επ., 313§1 περ. δ', 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει ν' απευθύνεται κατά του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, αν δε αυτός πεθάνει πριν την άσκησή της και το γεγονός αυτό είναι σε γνώση του αναιρεσείοντος, κατά το χρόνο άσκησης της αναίρεσης, αυτή πρέπει ν' απευθύνεται κατά των καθολικών διαδόχων του κλπ., διαφορετικά απορρίπτεται αυτεπάγγελτα ως απαράδεκτη (ΑΠ 581/2023, ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 170/2019).
Αν όμως ο αναιρεσείων δεν γνώριζε το θάνατό του, κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, αυτή, απευθυνόμενη κατά του αποβιώσαντος, δεν είναι άκυρη και χωρεί νόμιμα η συζήτησή της με τους καθολικούς διαδόχους (κληρονόμους), οι οποίοι καλούνται ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης.
Η ακυρότητα αυτή, ως αναγόμενη στην έλλειψη της διαδικαστικής προϋπόθεσης της ικανότητας να είναι κάποιος διάδικος, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εφόσον από τα προσκομιζόμενα από τους διάδικους στοιχεία προκύπτουν οι προϋποθέσεις αυτής (ΑΠ 858/2023, ΑΠ 194/2023, ΑΠ 539/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση από 12-06-2012 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου απευθύνεται, μεταξύ άλλων, και κατά του 1ου αναιρεσίβλητου, Ε.
Φ. του Β., ως αντιδίκου του κατά τη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο οποίος ήταν εν ζωή τόσο κατά τη συζήτηση της έφεσης, στις 19-01-2009, όσο και κατά την δημοσίευση, στις 16-06-2009, της προσβαλλόμενης απόφασης. Το γεγονός του επισυμβάντα, στις ...2009, θανάτου του παραπάνω αναιρεσιβλήτου δεν γνώριζε το αναιρεσείον κατά την κατάθεση, στις 14-06-2012, της αίτησης αναίρεσης στη Γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, εμφανίστηκαν οικειοθελώς, στο ακροατήριο, κατά τη σημερινή δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της, στο πινάκιο, οι καθολικοί διάδοχοι αυτού, Κ. Φ. του Ε. και Κ. Φ. του Ε., δια της πληρεξούσιας δικηγόρου τους, η οποία επανέλαβε, στο ακροατήριο, την με τις κατατεθείσες, στις ...2024, προτάσεις, γνωστοποίηση του επισυμβάντος, στις ...2009, θανάτου, του ανωτέρω αναιρεσιβλήτου, προσκομίζοντας τη με αριθμ. ...2009 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Δήμου Θεσσαλονίκης, το με αριθμ.
πρωτ. ... πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του άλλοτε Δήμου ..., 14516/25-4-2024 πιστοποιητικό μη δημοσίευσης διαθήκης του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και τη με αριθμ. ... πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομίας συνταγείσα από τη συμβ/φο Θεσσαλονίκης Ε. Ζ., και δήλωσε ότι οι προαναφερθέντες κληρονόμοι του, εκουσίως, συνεχίζουν τη δίκη.
Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και νομίμως συνεχίζεται η δίκη ως προς τον 1ο αναιρεσίβλητο από τους κληρονόμους αυτού 2ο και 3η των αναιρεσιβλήτων. [2] Με την κρινόμενη από 12-06-2012 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 1224/2009 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 14-03-2008 έφεση του αναιρεσείοντος - εναγόμενου, κατά της εκκαλούμενης με αριθμ. 38885/2007 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων, και δέχθηκε, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, την εισαχθείσα ενώπιόν του αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή της αρχικής ενάγουσας.
Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από το εναγόμενο - εκκαλούν μέσα στην καταχρηστική προθεσμία του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, ενόψει ότι οι διάδικοι δεν επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης, και είναι, συνεπώς, παραδεκτή και πρέπει (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1, 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.) να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571, 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).
ΙΙ. [1] Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 7 του ν. 147/1914, στις Νέες Χώρες, οι οποίες βρίσκονταν προηγουμένως κάτω από την άμεση επικυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους, διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις του Οθωμανικού Δικαίου "περί γαιών", οι οποίες ρυθμίζουν τα σχετικά με την κτήση δικαιωμάτων ιδιωτικής φύσεως επ' αυτών (βλ.
ΑΠ 1056/2013), ενώ οι δικαιοπραξίες γι' αυτά συντελούνται εφεξής κατά τους Ελληνικούς Νόμους. Στην κατηγορία των Νέων Χωρών ανήκει και η Μακεδονία, στην οποία από 01.02.1914 άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 3 του ίδιου ως άνω νόμου 147/1914, η Ελληνική Νομοθεσία. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 του ΕισΝΑΚ η κτήση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, που έλαβε χώρα πριν από την εισαγωγή του ΑΚ, κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο κατά τον οποίο έγιναν τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για την κτήση αυτών, ενώ η προστασία τους διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274 (καθ' ημάς 1856), του οποίου οι διατάξεις, που ρυθμίζουν τα δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως σ' αυτές, διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες Χώρες, με την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 147/1914, οι γαίες διακρίνονται στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες α) τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), (οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες), των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξούσιαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), (τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση), των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ) (οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ) (τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο (ΟλΑΠ 1/2013, ΑΠ 1806/2006).
Η παραχώρηση στους ιδιώτες των παραπάνω ακινήτων, τα οποία αποτελούν την κατηγορία των δημοσίων γαιών (εραζιί - εμιριγιέ) γίνεται με την χορήγηση από το κράτος εγγράφου τίτλου, ονομαζόμενου "ταπί", το οποίο φέρει το μονόγραμμα (τουγρά) του Σουλτάνου, με το οποίο παρέχεται σ' αυτούς δικαίωμα, όχι κυριότητας, αλλά διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ), αντικείμενο της οποίας είναι η αναφερόμενη στον τίτλο χρήση του εδάφους (ΑΠ 426/2023, ΑΠ 391/2023, ΑΠ 1931/2022).
Εξάλλου, με την παρ. 5 του ν. 79/1913 "περί κυρώσεως της μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας Συμβάσεως περί Ειρήνης της 01/14. 11.1913" ορίσθηκε ότι: "Τα μέχρι της καταλήψεως των εκχωρηθεισών χωρών κεκτημένα δικαιώματα, καθώς και αι δικαστικαί πράξεις και οι επίσημοι τίτλοι οι εκδοθέντες παρά την Οθωμανικήν Αρχήν έσονται σεβαστά και απαραβίαστα μέχρις εννόμου περί το εναντίον αποδείξεως".
Επίσης, με την παρ. 2, εδάφια τελευταία του ν. 147/1914, ορίζεται ότι: "Εν ταις χώραις ταις διατελούσαις τέως υπό την άμεσον κυριαρχίαν του Οθωμανικού Κράτους εισάγεται εν γένει η ελληνική αστική νομοθεσία. Διατηρούνται όμως εν ισχύει αι περί γαιών διατάξεις, αι ρυθμίζουσαι τα περί αυτών ιδιωτικής φύσεως δικαιώματα, των περί τούτων δικαιοπραξιών συντελουμένων εφεξής κατά τους Ελληνικούς Νόμους.
Κατά τα λοιπά παραμένουσιν οι εν ταις προσαρτημέναις χώραις προϋπάρχοντες αστικοί νόμοι". Βάσει των διατάξεων αυτών διατηρήθηκε στις προσαρτηθείσες μετά τους βαλκανικούς πολέμους χώρες το προϋπάρχον ιδιοκτησιακό καθεστώς επί των ακινήτων, η κυριότητα όμως των δημοσίων γαιών δεν ανήκε πλέον στο τουρκικό δημόσιο αλλά στο ελληνικό κράτος δικαιώματι πολέμου.
Διατηρήθηκε, επίσης, και το δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης στις εκτάσεις αυτές. Περαιτέρω, εξαίρεση του κανόνα ότι μόνο με τίτλο (ταπί) αποκτάται το δικαίωμα εξουσίασης για ορισμένη χρήση των δημοσίων γαιών καθιερώνει το άρθρο 78 του ίδιου παραπάνω νόμου "περί γαιών", σύμφωνα με το οποίο, εάν κάποιος καταλάβει και καλλιεργήσει δημόσιες και αφιερωμένες γαίες για δέκα (10) έτη, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση από το Δημόσιο, αποκτά δικαίωμα εγκαταστάσεως και είτε έχει έγκυρο τίτλο, είτε δεν έχει, οι γαίες δεν θεωρούνται σχολάζουσες, αλλά δίδεται σ' αυτόν δωρεάν νέος τίτλος.
Από το σαφές περιεχόμενο της παραπάνω διατάξεως, την ερμηνευτική εγκύκλιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης της 28 Σεφέρ 1304, του άρθρου 13 του νόμου "περί εγγράφων ταπίων" της 8 Δζεμαγηλ Αχίρ 1275 (καθ' ημάς 1857), του άρθρου 2 των διασαφητικών διατάξεων περί τοπίων της 15 Σαμπάν 1276, αλλά και το σύνολο των διατάξεων του νόμου περί γαιών (ειδικότερα των άρθρων 9, 30, 71), συνάγεται ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την απόκτηση του δικαιώματος αυτού της μονίμου εγκατάστασης είναι όχι μόνο η συνεχής επί δέκα (10) έτη κατοχή, αλλά και η ταυτόχρονη καλλιέργεια της γης.
Επομένως, η διάταξη του άρθρου 78 έχει εφαρμογή μόνο επί καλλιεργήσιμων γαιών και όχι επί βοσκοτόπων, δασών κ.λπ., τα οποία εξουσιάζονται μόνο με έκδοση τίτλου (ταπίου) (ΑΠ 957/2023, ΑΠ 1702/2022). Με το διάταγμα 2468/1917 της προσωρινής Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης (άρθρο 2 αυτού), το οποίο κυρώθηκε με τον Ν. 1072/1917, καταργήθηκε κατά βάση ο θεσμός των δημοσίων γαιών του οθωμανικού δικαίου.
Από της ισχύος του ως άνω διατάγματος, δηλαδή από 20-05-1917, το δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) μεταβλήθηκε σε δικαίωμα πλήρους και οριστικής κυριότητας των 4/5 εξ αδιαιρέτου, του υπολοίπου 1/5 εξ αδιαιρέτου παραμείναντος στο Δημόσιο, ενώ ο Ν. 2052/1920 επαναλαμβάνει στα άρθρα 49 επ. τις διατάξεις του διατάγματος 2468/1917.
Στη συνέχεια με τα άρθρα 101-104 του διατάγματος της 11/12.11.1929, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του Ν. 4226/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του νόμου 1540/1938, παραχωρήθηκε στους ιδιοκτήτες των 4/5 και το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου και έτσι αυτοί που είχαν αποκτήσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης έγιναν καθ' ολοκληρίαν κύριοι του ακινήτου και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών (ΑΠ 1068/2023, ΑΠ 1931/2022, ΑΠ 24/2020).
Το παραπάνω δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης μετά το θάνατο του εξουσιάζοντος μετέβαινε, με υπεισέλευση στην κληρονομία του, στα τέκνα του, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 54 του προαναφερόμενου Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" και των νόμων 12 Πανδ. (28.7), 14 παρ. 8 (11.7), 6 Πανδ. (29.2), 12 Πανδ. (38.16), 3.616 (2.19), Θεμ. φ.3 (3.19) του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, το οποίο ίσχυε, κατά τους νόμους αυτούς, και επί Τουρκοκρατίας, στην Ελλάδα, ως προς τους Χριστιανούς υπηκόους του Οθωμανικού Κράτους, δυνάμει σουλτανικών φιρμανιών, μετά δε την απελευθέρωση της Βόρειας Ελλάδος από τον τουρκικό ζυγό, εξακολούθησε να ισχύει σ' αυτήν, όπως και οι προαναφερόμενες διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών", σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 2 του ν. 147/1914 και το άρθρο 7 του ν.
ΔΡΑΔ/1913, ο οποίος, κατά το άρθρο 16 αυτού, εφαρμόστηκε στις Νέες Χώρες αναδρομικά από 6-10-1912 (ΑΠ 1551/2023, ΑΠ 1702/2022). Ενόψει αυτών, εφόσον, μετά το θάνατο του ασκούντα δικαίωμα εξουσίασης σε δημόσιο ακίνητο τα τέκνα αυτού υπεισήλθαν στην κληρονομία του και συνέχισαν να ασκούν το δικαίωμα αυτό, μετά από δεκαετή αδιαμφισβήτητη κατοχή αυτού που συμπληρώθηκε στο πρόσωπό τους ή του κληρονομηθέντα μέχρι τις 20-5-1917, γίνονταν κύριοι του εν λόγω ακινήτου τα τέκνα αυτού, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 49 του ν. 2052/1920 και των άρθρων 101-104 του Διατάγματος της 11/12-1-1929, κατά τις οποίες κρίνεται και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, η κτήση της κυριότητας αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ (ΑΠ 1702/2022, ΑΠ 1340/2010).
Από την αμέσως πιο πάνω διάταξη (του άρθρου 54) του νόμου περί "γαιών", σε συνδυασμό της με εκείνες των άρθρων 5, 8, 9 και 15 του νόμου περί ταπίων (της 26 Σεφφέρ 1278), - όπως το άρθρο 15 τροποποιήθηκε μεταγενέστερα-, προκύπτει, επίσης, ότι οι συγγενείς του θανόντα εξουσιαστή έχουν δικαίωμα να τους παραχωρηθεί από το Δημόσιο κατά προτίμηση το εξουσιαζόμενο εδαφικό τμήμα.
Η παραχώρηση αυτή είναι αυτοτελής, το αποκτώμενο δε με βάση αυτή δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) είναι νέο και δεν αποτελεί συνέχεια του προηγούμενου (ΑΠ 1429/2010). Για όσες δημόσιες γαίες δεν συνέτρεχαν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, δηλαδή άσκηση από ιδιώτη δικαιώματος διαρκούς εξουσίασης, βάσει ταπίου κατά την 20-05-1917 ή προκειμένου περί αγρών, καλλιέργεια αυτών επί δέκα έτη τουλάχιστον πριν την ημερομηνία αυτή χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, η κυριότητα παρέμενε στο Ελληνικό Δημόσιο (ΑΠ 1608/2023, ΑΠ 1931/2022, ΑΠ 854/2021). [2] Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 3, 9, 10, 11 και 14 της από 30-6-1923 σύμβασης της Λωζάνης "περί ανταλλαγής ελληνοτουρκικών πληθυσμών" και άρθρ. 1 της από 10-6-1930 ελληνοτουρκικής συμφωνίας, που υπογράφηκε στην Άγκυρα και κυρώθηκε με το Ν. 793/1930, όλα τα αγροτικά και αστικά ακίνητα των Ελλήνων υπηκόων μουσουλμανικού θρησκεύματος, που ήταν εγκατεστημένοι στην Ελλάδα και την εγκατέλειψαν από 28-10-1912 ή πρόκειται να την εγκαταλείψουν εξαιτίας της ανταλλαγής των πληθυσμών, περιέρχονται στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου κατά πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας και όχι ως διάδοχο των μουσουλμάνων.
Ανταλλάξιμοι δε μουσουλμάνοι θεωρούνται οι Τούρκοι υπήκοοι και όχι οι μουσουλμάνοι που δεν έχουν την υπηκοότητα αυτή οι οποίοι και δεν θεωρούνται ανταλλάξιμοι. Με τη διάταξη της παρ. 2 περίοδος 2 του άρθρου 9 του α.ν. 1909/1939 "περί αναλήψεως υπό του κράτους της διαχειρίσεως των εν Ελλάδι κτημάτων ανταλλαγμένων μουσουλμάνων", επιτράπηκε με βασιλικά διατάγματα η επέκταση και επί των κτημάτων των περί διοίκησης, εκποίησης και προστασίας των δημόσιων κτημάτων διατάξεων του από 11 Νοεμβρίου 1929 διατάγματος, όπως αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τους ν. 1539 κα 1540/1938 ή ορισμένων από τις εν λόγω διατάξεις και ο καθορισμός διαδικασίας εξώδικης λύσης των εκκρεμών ή μη διαφορών, είτε ανάγονται οι τελευταίες σε πραγματικά ή ενοχικά δικαιώματα με τον περιορισμό, όμως, ότι με την εν λόγω διαδικασία δεν μπορεί να αποκλειστεί οριστικά η αρμοδιότητα των τακτικών δικαστηρίων.
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.1 του Β.Δ/τος της 24.10/31.10.1940 "περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως των περί διαχειρίσεως και εκκαθαρίσεως των ανταλλαξίμων μουσουλμανικών κτημάτων διατάξεων", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 1 και 9 του α.ν. 1909/1939", ορίζεται ότι το δικαίωμα της κυριότητας και κάθε εμπράγματο δικαίωμα, εκτός της υποθήκης και της προσημείωσης, που προβάλλονται από οποιονδήποτε τρίτο, κάτοχο ή όχι, επί των κτημάτων, που από την έναρξη ισχύος του εν λόγω ΒΔ και εφεξής καταλαμβάνονται, ως ανταλλάξιμα, από την ΥΔΑΜΚ (Υπηρεσία Διαχείρισης Ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών Κτημάτων) πρέπει μέσα σε προθεσμία ενός έτους από την, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 5 αυτού, οριστικοποίηση του πρωτοκόλλου κατάληψης, να γνωστοποιηθούν με αίτηση αναγνώρισης του δικαιώματος των αιτούντων, η οποία υποβάλλεται από τους ενδιαφερομένους δια μέσου της Διεύθυνσης Δημοσίου Λογιστικού, στο κατά το άρθρο 6 του από 29.9.1939 Β.Δ/τος "περί οργανώσεως της υπηρεσίας διαχειρίσεως ανταλλαξίμων μουσουλμανικών κτημάτων" Γνωμοδοτικό Συμβούλιο, για απαιτήσεις κατά της ανταλλάξιμης περιουσίας.
Μετά την εξάντληση της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο αυτό (6) υποχρεούνται όσοι δεν αποδέχονται τη σχετική απόφαση του Υπουργού Οικονομικών να εγείρουν μέσα σε προθεσμία ενός έτους από την κοινοποίηση σ' αυτούς της απόφασης αυτής του Υπουργού, τακτική αγωγή περί διεκδίκησης των παραπάνω δικαιωμάτων τους.
Δικαιώματα από τα παραπάνω, για τα οποία δεν υποβλήθηκε εμπρόθεσμα η εν λόγω αίτηση προς το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο ή δεν ασκήθηκε η κατά το δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σχετική αγωγή παραγράφονται". Στη συνέχεια με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 930/1943 ορίστηκε ότι "η αληθής έννοια των διατάξεων του άρθρου 3 του από 24.10/31.10.1940 Β.Δ. "περί τροποποιήσεως κλπ" είναι ότι αι υπ' αυτού προβλεπόμενοι προθεσμίαι γνωστοποιήσεως δικαιωμάτων τρίτων, προσφυγής εις το Γνωμοδοτικόν Συμβούλιον, εγέρσεως αγωγών και συνεχίσεως εκκρεμών δικών μετά την παρέλευσιν των οποίων κηρύσσονται παραγεγραμμένα τα σχετικά δικαιώματα και απαιτήσεις αυτών, αποτελούν αποκλειστικάς προθεσμίας και όχι παραγραφάς".
Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι θεσπίστηκε βραχυπρόθεσμη αποσβεστική (αποκλειστική) προθεσμία, βάσει της οποίας αποσβέννυνται τα εμπράγματα δικαιώματα τα οποία προβάλλονται επί των ανταλλαξίμων κτισμάτων, με δύο τρόπους, δηλαδή είτε με την πάροδο έτους για την υποβολή αίτησης για διοικητική αναγνώριση αυτών, είτε με την πάροδο έτους για την άσκηση της σχετικής αγωγής, η οποία (αποκλειστική προθεσμία) αρχίζει, στην μεν πρώτη περίπτωση από την οριστικοποίηση του πρωτοκόλλου κατάληψης, ενώ στη δεύτερη από την κοινοποίηση της απορριπτικής απόφασης του Υπουργού Οικονομικών.
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 4 του Β.Δ/τος της 29.9/4.10.1939 ορίζεται ότι "κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου και μέχρι την έκδοση της άνω αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών αναστέλλεται κάθε σχετική παραγραφή και προθεσμία". Από τις προαναφερθείσες διατάξεις συνάγεται ότι για όλες τις περιπτώσεις, αφετηρία του χρόνου της ετήσιας αποσβεστικής, της ατά τα άνω προθεσμίας των αξιώσεων επί των παραπάνω κτημάτων, αποτελεί πάντοτε η γνώση από μέρους των ενδιαφερομένων της κατάληψης των κτημάτων αυτών ως ανταλλαξίμων, η οποία να προκύπτει από τις παραπάνω κοινοποιήσεις προς αυτούς και δεν αρκεί για την έναρξη του χρόνου της προθεσμίας η με οποιοδήποτε άλλο τρόπο γνώση των ενδιαφερομένων της γενόμενης κατάληψης ή της σύνταξης του σχετικού πρωτοκόλλου ή της παρόδου των οριζομένων στην παρ. 3 του άρθρου 6 του Β.Δ.
προθεσμιών, για την έκδοση της γνωμοδότησης του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου και της λήψης της απόφασης του Υπουργού, που ορίζεται μέσα σε έξι μήνες από την υποβολή της σχετικής αίτησης ως προς τη γνωμοδότηση και σε δύο μήνες από την έκδοση της γνωμοδότησης προς τη λήψη της Υπουργικής απόφασης. Οι προϋποθέσεις αυτές της έναρξης του χρόνου της ετήσιας προθεσμίας, δεν άλλαξαν με το ν.δ. 1042/1946, με το άρθρο 4 του οποίου επιτράπηκε η έγερση της αγωγής κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, μέσα σε έξι μήνες από της ισχύος του, ούτε και με τον ν. 2283/1952, με το άρθρο 14 παρ.1 του οποίου, παρατάθηκε για ένα ακόμη έτος από την έναρξη της ισχύος του, ο χρόνος άσκησης της αγωγής και, στη συνέχεια, με το άρθρο 15 παρ. 4 του Ν.Δ. 547/1970 για έξι μήνες και με το άρθρο 10 παρ. 3 του ν. 357/1976 για άλλους έξι μήνες η έγερση της αγωγής αυτής, αφού για να συμπληρωθεί ο νέος χρόνος λήξης της παραγραφής, η οποία ορίστηκε με τις διατάξεις αυτές, έπρεπε να είχε αρχίσει η διαδρομή αυτού, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραπάνω διατάξεις (ΑΠ 1068/2023, ΑΠ 87/2020, ΑΠ 583/2019, ΑΠ 225/2016). [3] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1α ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε, δηλαδή, έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων ή αντενστάσεων) Επομένως, η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται, ως λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. α' ΚΠολΔ είναι δυνατό να έχει, ως περιεχόμενο, την αιτίαση ότι η αγωγή, ένσταση, αντένσταση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ ήταν νόμιμη, σύμφωνα με συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 1542/2021). [4] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 34/2021).
Για να είναι, συνεπώς, ορισμένος ο από τον αρ. 19 του άνω άρθρου λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 582/2023, ΑΠ 1976/2022).
Δεν αρκούν, όμως, οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 1659/2022, ΑΠ 286/2016, ΑΠ 148/2008). [3] Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενο ότι στερείται νόμιμης βάσης, και, ειδικότερα, ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι οι άμεσοι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας - δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων και οι δικαιοπάροχοι αυτών κατείχαν το επίδικο ακίνητο από την εποχή της τουρκοκρατίας και το καλλιεργούσαν με σιτηρά συνεχώς, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, για μία τουλάχιστον δεκαετία μέχρι την 20-05-1917, χωρίς να γίνεται ειδικότερη αναφορά για το πότε, κατά την τουρκοκρατία, διαδέχθηκαν οι άμεσοι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας τους δικαιοπαρόχους αυτών, ώστε να προκύπτει ο χρόνος που το καλλιεργούσαν αυτοτελώς οι άμεσοι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας, με ποια αιτία (πώληση, κληρονομική διαδοχή ή άλλη αιτία) έγινε η διαδοχή μεταξύ αυτών, και χωρίς ειδικότερη αναφορά σε περίπτωση που υπήρχε κληρονομική διαδοχή, της συγγενικής σχέσης μεταξύ των άμεσων δικαιοπαρόχων της ενάγουσας (κληρονόμων) και των δικαιοπαρόχων αυτών (κληρονομηθέντων), ώστε να μην μπορεί να διαπιστωθεί αν οι άμεσοι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας - δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων είχαν δικαίωμα εξουσίασης, κατά την 20-05-1917, στη μεγαλύτερη πέριξ του επίδικου έκταση, στην οποία ενέπιπτε και το επίδικο, διότι αν οι άμεσοι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας εγκαταστάθηκαν : 1) με οποιαδήποτε, πλην κληρονομικής, άλλη σχέση αυτή αποτελούσε νέα εγκατάσταση και θα έπρεπε οι ίδιοι να καλλιεργήσουν το επίδικο, επί μία δεκαετία, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση μέχρι την 20-05-1917, το οποίο δεν προκύπτει από τα δεκτά γενόμενα με την προσβαλλόμενη απόφαση, και 2) αν οι συνδέονταν με κληρονομική διαδοχή, κατά την τουρκοκρατία, θα έπρεπε να προσδιορίζεται η συνδέουσα αυτούς συγγενική σχέση, ώστε να προκύπτει αν η συγγενική σχέση καλύπτει τη διαδοχή στο δικαίωμα εξουσίασης, καθόσον στην περίπτωση της μη κάλυψης θα επρόκειτο για νέα εγκατάσταση και θα έπρεπε να συσταθεί εκ νέου δικαίωμα εξουσίασης αυτοτελώς στους άμεσους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας, με συνεχή δεκαετή και χωρίς αμφισβήτηση καλλιέργεια του επίδικου αγρού.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας. Και, τούτο, διότι δεν αναφέρονται οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ δεν αρκούν αποσπασματικές και όλως περιορισμένες παραδοχές, επιλεκτικά αναφερόμενες από το αναιρεσείον. Σε κάθε περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής : "Κατά το έτος 1960 η αρχική ενάγουσα Σ.
Φ. του Ε., δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων, αγόρασε ατύπως από τους κατοίκους της ..., Ε. Χ. Α., Κ. Θ. ή Π. και Γ. Μ. υιού Μ., το επίδικο ακίνητο, εμβαδού 175,00 τ.μ. που βρίσκεται στην εκτός του πολεοδομικού σχεδίου περιοχή του Δήμου ..., επί της οδού ..., νότια της διανοιχθείσης οδού ..., και συνορεύει νότια με την οδό ..., βόρεια με ακίνητο με φερόμενους ιδιοκτήτες τους Τ.
Ν. και Τ. Χ., ανατολικά με ακίνητο, των τελευταίων ιδιοκτητών και με την ως άνω οδό ... και δυτικά με ακίνητο της φερόμενης ιδιοκτήτριας Α. Φ. Το επίδικο αποτελεί τμήμα μείζονος εκτάσεως συνολικού εμβαδού 12.540 τ.μ που βρίσκεται εξ ολοκλήρου μεταξύ των δύο κλάδων του παλαιού χειμάρρου "...", γνωστή με την ονομασία "..." ....
Η έκταση αυτή από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 κατατμήθηκε από τους προαναφερόμενους κατοίκους της ... σε αυτοτελή οικόπεδα, (μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται και το επίδικο) τα οποία πωλήθηκαν ατύπως σε δεκάδες αγοραστές όπως και στην αρχική ενάγουσα. Η τελευταία από το έτος 1960 αγόρασε ατύπως το επίδικο ακίνητο, το περιέφραξε με σιδερένιους πασσάλους και συρματόπλεγμα, φύτεψε δένδρα σ' αυτό, και κατασκεύασε επ' αυτού αρχικά ένα δωμάτιο το οποίο χρησιμοποίησε ως κατοικία της και στη συνέχεια μετά το έτος 1964 οπότε τέλεσε γάμο με τον πρώτο εκ των εφεσιβλήτων Ε.
Φ., προέβη σε επέκταση κατασκευάζοντας οικία περίπου 80 τ.μ. προς κάλυψη στεγαστικών αναγκών της οικογένειάς της αποτελούμενης από το ως άνω σύζυγό της και δύο τέκνα της, ήδη εφεσιβλήτους. Η εν λόγω οικία που αποτελούσε την οικογενειακή στέγη της οικογένειας της αρχικής ενάγουσας, είχε συνδεθεί με τα δίκτυα ύδρευσης και ηλεκτροφωτισμού και μετά το θάνατο της τελευταίας στις 11.3.2006, στεγάζεται σ' αυτήν ο σύζυγός της πρώτος εφεσίβλητος.
Έτσι η αρχική ενάγουσα νέμονταν με διάνοια κυρίου το επίδικο ακίνητο ασκώντας επ' αυτού τις ανωτέρω διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του. Η εν λόγω νομή του επιδίκου που άρχισε από το έτος 1960 οπότε περιήλθε στην κατοχή της αρχικής ενάγουσας με την αγορά του συνεχίστηκε αδιαλείπτως και αδιαταράκτως έως την άσκηση της ένδικης αγωγής και πάντως έως και το έτος 1985.
Ενόψει λοιπόν της με τον προεκτιθέμενο τρόπο άσκησης για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την εικοσαετία, φυσικής εξουσίας στο επίδικο με διάνοια κυρίου, η ενάγουσα έγινε, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγούμενη μείζονα σκέψη, αποκλειστική κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Ωστόσο, το γραφείο ΔΑΠ Θεσσαλονίκης συνέταξε το υπ' αρθμ. 1545/16.9.1985 πρωτόκολλο κατάληψης της ως άνω μείζονας εκτάσεως των 12.540 τ.μ, κείμενης στη θέση "..." στην οποία κατά τα προειρημένα εμπίπτει και το επίδικο ακίνητο, με την αιτιολογία ότι η εν λόγω έκταση ανήκει κατά κυριότητα στον ανταλλαγέντα Μουσουλμάνο Ι.
Χ. και έτσι περιήλθε στην Ανταλλάξιμη Περιουσία. Κατά τα μνημονευόμενα δε στο εν λόγω πρωτόκολλο: "Το σύνολο της έκτασης αυτής καλύπτεται από δρόμους, διόδους και αυθαίρετους κατόχους, οι οποίοι κτίσαν οικίες και παραπήγματα σύμφωνα με τον συνημμένο κτηματολογικό πίνακα" χωρίς όμως ταυτόχρονα να γίνεται (μνεία) και του τίτλου με τον οποίο ο ανωτέρω μουσουλμάνος έχει καταστεί κύριος της εν λόγω έκτασης.
Από την επισκόπηση δε του συνημμένου στο πρωτόκολλο πίνακα που τιτλοφορείται: "ΠΙΝΑΚΑΣ Αυθαιρέτων Κατόχων συνημμένος στο αρ. 1545/85 Πρωτόκολλο Κατάληψης στο ... ..." προκύπτει ότι σ' αυτόν γίνεται καταγραφή των οικοπέδων που εμπίπτουν στην ως άνω καταληφθείσα έκταση με αύξοντες αριθμούς, των ονομάτων των κατόχων και της έκτασής των.
Εκ των τριάντα πέντε (35) οικοπέδων που αναγράφονται στον εν λόγω πίνακα, το επίδικο ακίνητο φέρεται με αύξοντα αριθμό 18 με εμβαδό 175,00 τ.μ. και με κάτοχο την αρχική ενάγουσα, ενώ τα προαναφερόμενα δύο όμορα ακίνητα από τα οποία οριοθετείται το επίδικο φέρουν αύξοντες αριθμούς 17 με κατόχους τους Τ. Π., Τ. Ν.
και Τ. Χ., και 19 με κάτοχο την Φ. Α. Κατά του ως άνω πρωτοκόλλου η αρχική ενάγουσα, όπως και άλλοι κάτοχοι, άσκησε εμπροθέσμως την από 03.10.1985 ένσταση ενώπιον του Διευθυντού της Εφορίας Δημοσίων Κτημάτων ως προϊσταμένου του Γραφείου Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμου Περιουσίας, με την οποία αρνούμενη το χαρακτηρισμό του επιδίκου ως ανταλλαξίμου και την επ' αυτού κυριότητα του ως άνω ανταλλαγέντος Μουσουλμάνου και επικαλούμενη την ως άνω άτυπη αγορά από τους προαναφερόμενους κατοίκους της ...
καθώς και την αδιατάρακτη και αδιάλειπτη νομή της που ασκούσε για χρονικό διάστημα πλέον των 20 ετών υπό τα όμματα του Ελληνικού Δημοσίου, ζητούσε την εξαφάνιση του προσβαλλόμενου πρωτοκόλλου για το επίδικο ακίνητο. Με την υπ' αρθμ. ΕΔΚ 6155/12.2.1986 απόφαση της Οικονομικής Εφορίας Δημοσίων Κτημάτων Τμήμα ΔΑΠ, που επιδόθηκε στην ενιστάμενη - αρχική ενάγουσα στις 07.04.1986, απορρίφθηκε η ως άνω ένστασή της, με την αιτιολογία ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει κατά κυριότητα στον προαναφερόμενο ανταλλαγέντα Μουσουλμάνο και η ενιστάμενη δεν προσκόμισε τίτλους κυριότητας, αποφάσεις ή άλλο στοιχείο που να αποδεικνύει την κυριότητά της επί της κατεχόμενης απ' αυτήν εκτάσεως των 175 τ.μ.
Αξιοσημείωτο δε είναι ότι στο περιεχόμενο της ως άνω απορριπτικής αποφάσεως και πάλι δεν γίνεται μνεία οιουδήποτε τίτλου εξουσίασης στο όνομα του άνω ανταλλαγέντος Μουσουλμάνου. Μετά δε την απόρριψη της άνω ενστάσεις με σχετική απόφαση του αρμοδίου Εφόρου Δημοσίων Κτημάτων Θεσσαλονίκης (Τμήμα ΔΑΠ), καταχωρήθηκε η προαναφερόμενη μείζονα έκταση των 12.540 τ.μ.
για την οποία συντάχθηκε το ανωτέρω πρωτόκολλο, στο κτηματολόγιο ανταλλαξίμων κτημάτων της ΔΑΠ Θεσσαλονίκης, με αύξοντα αριθμό κτήματος 9684/Α. Κατά της άνω αποφάσεως που απέρριψε την ένσταση της αρχικής ενάγουσας κατά του πρωτοκόλλου καταλήψεως η τελευταία υπέβαλε εμπροθέσμως την με αρθμ. πρωτ. 2456/21.4.1986 αίτηση προς το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο του άρθρου 6 του Β.Δ 29- 9/4-10-1939, προβάλλοντας το δικαίωμα κυριότητάς της στο επίδικο ακίνητο και αμφισβητώντας ότι τούτο καθώς η ως άνω μείζονα έκταση για την οποία συντάχθηκε το πρωτόκολλο, ανήκε στον αναγραφόμενο στο πρωτόκολλο ανταλλαγέντα μουσουλμάνο και ισχυριζόμενη μάλιστα ότι αυτός είναι ανύπαρκτο πρόσωπο.
Για την αίτηση αυτή .... δεν έχει εκδοθεί ακόμη γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου και κατά συνέπεια ούτε και απόφαση του Υπουργού Οικονομικών σχετική με την παραδοχή ή απόρριψη αυτής. Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία πλήρως αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο, όπως και η ευρύτερη έκταση της οποίας αποτελεί τμήμα, και για την οποία εκδόθηκε το προαναφερόμενο πρωτόκολλο κατάληψης, δεν ανήκε σε ανταλλαγέντα μουσουλμάνο με το όνομα Ι.
Χ., ως αβασίμως διατείνεται το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο. Ειδικότερα δεν έχει ανευρεθεί τόσο στο Μακεδονικό αρχείο όσο και στο αρχείο της ΔΑΠ Θεσσαλονίκης τίτλος εξουσίασης στο όνομα αυτό, ούτε υπάρχει εγγραφή στα τουρκικά φορολογικά βιβλία και ούτε και άλλα στοιχεία υφίστανται από τα οποία να προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο καθώς και η μείζονα έκταση των 12.540 τ.μ.
της οποίας είναι τμήμα της, ανήκε σε ανταλλαγέντα μουσουλμάνο. Εξάλλου και το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο με το δικόγραφο της ένδικης έφεσής του ομολογεί ότι δεν βρέθηκε τίτλος στο όνομα του προαναφερθέντος μουσουλμάνου για την ανωτέρω μείζονα έκταση, αλλά ως ισχυρίζεται εμφανίζεται το ανωτέρω όνομα ως όριο αυτής.
Δηλαδή το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι η ΔΑΠ Θεσσαλονίκης προσέδωσε το χαρακτηρισμό του ανταλλαξίμου στο επίδικο ακίνητο, έχοντας ως μοναδικό στοιχείο τη γειτνίαση της μείζονος εκτάσεως στην οποία εμπίπτει τούτο με άλλα ακίνητα τα οποία είχαν χαρακτηρισθεί ως ανταλλάξιμα. Τούτο άλλωστε επιβεβαίωσε και ο προτεινόμενος υπό του Δημοσίου μάρτυρας Ι.
Τ., υπάλληλος της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης που κατ' αρχήν ανέφερε ότι για την υπόθεση γνωρίζει όσα προκύπτουν από τα έγγραφα της Υπηρεσίας του και εκτός των άλλων κατέθεσε και ότι: "Μεταξύ άλλων στοιχείων για να καταλήξουμε στην ανταλλαξιμότητα του επιδίκου λάβαμε υπόψιν ότι για γειτονικές εκτάσεις με το επίδικο δηλ.
με το μείζονα ακίνητο στο οποίο εμπίπτει και το επίδικο, ανήκαν στον ανταλλάξιμο μουσουλμάνο με το όνομα Ι. Χ. και συγκεκριμένα πρόκειται για τα ... και ... ότι αυτά φαίνονταν ότι ανήκαν τότε στον Ι. Χ..... Η υπηρεσία μας έκανε την κατάληψη του επιδίκου και των λοιπών παρακειμένων κτημάτων, χωρίς να έχει τίτλους για τον ανταλλαγέντα μουσουλμάνο Ι.
Χ. Είναι συνηθισμένο φαινόμενο στην υπηρεσία μας να προβαίνουμε σε καταλήψεις κτημάτων χωρίς τίτλους τούρκικους των ανταλλαξίμων. Ανάμεσα στα όμορα ακίνητα που αναφέρω παραπάνω με αριθμό ... και ... και στο επίδικο μεσολαβεί μία κοίτη του ρέματος ......". Όμως εκτός του ότι τα ανωτέρω ακίνητα ... και ... δεν εφάπτονται με την άνω μείζονα έκταση στην οποία εμπίπτει το επίδικο ακίνητο, καθόσον μεταξύ των μεσολαβεί μία κοίτη του ρέματος ..., και, συνεπώς, δεν πρόκειται περί ομόρων, ακινήτων, μόνο η γειτνίαση των ως άνω ανταλλαξίμων με την εν λόγω μείζονα έκταση δεν δικαιολογεί τον χαρακτηρισμό και της τελευταίας ως ανταλλάξιμης.
Εξάλλου το στοιχείο της γειτνίασης υφίστατο και το έτος 1961 οπότε είχαν καταληφθεί ως ανταλλάξιμα τα προειρημένα ακίνητα ... και ... δυνάμει των υπ' αριθ. ...1959 και ...1961 πρωτόκολλων κατάληψης και δη ως ανήκοντα στον προαναφερόμενο ανταλλαγέντα μουσουλμάνο Ι. Χ., και τότε είχε εξαιρεθεί και δεν είχε περιληφθεί σ' αυτά η ανωτέρω μείζονα έκταση που είχε κατατμηθεί σε οικόπεδα και ένα εξ αυτών είναι και το επίδικο.
Μετά την πάροδο 24 ετών και δη το έτος 1985 η ΔΑΠ Θεσσαλονίκης με την αιτιολογία ότι τα ως άνω γειτονικά ακίνητα χαρακτηρίσθηκαν ανταλλάξιμα, εξέδωσε το προμνημονευόμενο υπ' αρθμ. 1545/16.9.1985 πρωτόκολλο κατάληψης, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή της κανένα άλλο στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι και η εν λόγω έκταση ανήκε στον ανταλλαγέντα μουσουλμάνο Ι.
Χ. ή σε οποιοδήποτε άλλο ανταλλαγέντα μουσουλμάνο, ή εν πάση περιπτώσει οιονδήποτε άλλο στοιχείο το οποίο βασίμως θα μπορούσε να προσδώσει το χαρακτηρισμό του ανταλλαξίμου. Τα ανωτέρω κρίσιμα και ουσιώδη για την παρούσα δίκη ζητήματα, συνιστάμενα στο ότι, το επίδικο ακίνητο όπως και όλη η μείζονα έκταση στην οποία εμπίπτει, για την οποία συντάχθηκε το υπ' αριθμ. ...1985 πρωτόκολλο κατάληψης, δεν ανήκε σε ανταλλαγέντα μουσουλμάνο με το όνομα Ι.
Χ. ή σε άλλον ανταλλαγέντα μουσουλμάνο, αποτελούν και το πόρισμα της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με την υπ' αριθ. 693/1990 Πράξη του Πρωτοβαθμίου Δικαστήριο, ο οποίος γνωμοδότησε περί αυτού μετά από ενδελεχή έλεγχο και εφαρμογή των σχετικών τίτλων που λεπτομερώς παραθέτει στην εν λόγω πραγματογνωμοσύνη.
Επίσης, ο ως άνω πραγματογνώμονας γνωμοδότησε και περί του ότι το επίδικο ακίνητο κείται εκτός των ορίων του κτήματος ... Ενόψει των ως άνω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, καταρρίπτεται το τεκμήριο ανταλλαξιμότητας που υφίσταται από την καταχώρηση στο κτηματολόγιο ανταλλαξίμων κτημάτων της ΔΑΠ Θεσσαλονίκης του με αριθμό ...
μείζονος ακινήτου, στο οποίο εμπίπτει και το επίδικο, και εντεύθεν έπεται ότι το τελευταίο δεν ήταν έως τουλάχιστον τη σύνταξη του ως άνω πρωτοκόλλου κατάληψης και την ως άνω καταχώρηση, ανεπίδεκτο χρησικτησίας, ως ανήκον σε ανταλλαγέντα μουσουλμάνο, ως αβασίμως ισχυρίζεται το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο.
Επίσης, και ο διαλαμβανόμενος στην ένδικη έφεση ισχυρισμός του εκκαλούντος Δημοσίου περί του ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε σ' αυτό ως διάδοχο του Οθωμανικού Δημοσίου, διότι αποτελούσε δημόσια γαία και έτσι ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας είναι αβάσιμος καθόσον αποδείχθηκε ότι είχε περιέλθει στην κυριότητα ιδιωτών.
Ειδικότερα από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο και η μεγαλύτερη έκταση στην οποία εμπίπτει τούτο και περιλαμβάνεται στο υπ' αριθ. 1545/1985 πρωτόκολλο, το εξουσίαζαν χωρίς δημόσια αμφισβήτηση, καλλιεργώντας το ιδίως με σιτηρά, οι προαναφερόμενοι κάτοικοι ... Ε. Χ. Α., Κ. Θ. ή Π.
και Γ. Μ. υιού Μ., επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας έως το έτος 1917 και έτσι αυτό, βάσει των διατάξεων του δ/τος 2468/1917 της προσωρινής Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης (που κυρώθηκε με το ν. 1072/1917) και 101 έως 104 του Δ/τος της 11/12- 11-1929, εξέφυγε από την κυριότητα του δημοσίου, περιήλθε στους εξουσιαστές ιδιώτες και ήταν επιδεκτικό χρησικτησίας.
Η υπερδεκαετής αυτή εξουσίαση του επιδίκου έως το 1917 και η περιέλευσή του στην κυριότητα ιδιωτών, με τον τρόπο αυτό, επιβεβαιώνεται από τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως Θ. Σ. και Α. Σ. που γεννήθηκαν τα έτη 1930 και 1931, οι οποίοι κατέθεσαν ότι οι προαναφερόμενοι κάτοικοι ... καλλιεργούσαν με σιτηρά την εν λόγω μείζονα έκταση, ενώ κάποια τμήματα αυτής τα εκμίσθωναν σε τρίτους.
Χαρακτηριστική δε ως προς το θέμα τούτο είναι η κατάθεση του τελευταίου μάρτυρα ο οποίος εκτός των άλλων κατέθεσε και ότι: " Επίσης από διηγήσεις των παλαιοτέρων αλλά και από στοιχεία και έρευνες της περιοχής γνωρίζω ότι από την εποχή της Τουρκοκρατίας και πριν το 1900 οι 3 παραπάνω οικογένειες Π., Μ. και Α.
κατείχαν και εξουσίαζαν το επίδικο και την ευρύτερη έκταση στην οποία βρίσκεται καλλιεργώντας το με σιτηρά και εκμισθώνοντας το σε τρίτους. Και συγκεκριμένα οι κάτοικοι της περιοχής τους θεωρούσαν Δερβεναγάδες γιατί ήταν μεγαλοϊδιοκτήτες της εκτάσεως αυτής". Οι καταθέσεις αυτές ενισχύονται από το γεγονός ότι και όλες οι γειτονικές εκτάσεις εξουσιάζονταν και είχαν περιέλθει σε ιδιώτες και μάλιστα όχι μόνο εκείνες οι οποίες εμπίπτουν στο γειτονικό ακίνητο, το γνωστό ως κτήμα ..., αλλά και εκείνες που καταχωρήθηκαν ως ανταλλάξιμα ακίνητα, αφού προϋπόθεση για την κατάληψή τους αποτελούσε ότι αυτές ανήκαν σε ιδιώτες ανταλλαγέντες μουσουλμάνους και όχι στο Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχο του Οθωμανικού Δημοσίου.
Άλλωστε ενδεικτικό του ότι όλες οι εκτάσεις της περιοχής και συνεπώς και το επίδικο είχαν περιέλθει σε ιδιώτες και δεν ανήκαν στο Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχο του Οθωμανιού Δημοσίου, είναι και το γεγονός ότι ουδεμία άλλη υπηρεσία του Δημοσίου, πλην του γραφείου ΔΑΠ Θεσσαλονίκης, είχε ποτέ ενδιαφερθεί για την τύχη του επιδίκου και μάλιστα, όταν η ευρύτερη έκταση μεταξύ των δύο κλάδων του ρεύματος ..., διαχωρίσθηκε σε οικόπεδα και ανηγέρθηκαν σ' αυτά οικίες, που αποτέλεσαν ολόκληρο οικισμό, ο αρμόδιος έφορος δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια, όπως σύνταξη πρωτοκόλλου αποβολής βάσει του άρθρου 115 του Δ/τος της 11/22.11.1929 στην οποία όφειλε να προβεί εάν υπήρχε αυθαίρετη κατάληψη κτήματος που είχε περιέλθει στο Ελληνικό Δημόσιο κατά διαδοχή από το Οθωμανικό Δημόσιο.
Η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου περί του ότι το επίδικο ακίνητο καθώς και η ανωτέρω μείζονα έκταση στην οποία εμπίπτει είχε περιέλθει με υπερδεκαετή έως το 1917 εξουσίαση στην κυριότητα των προαναφερόμενων τριών ιδιωτών, δεν αναιρείται από το υπ' αριθμ. πρωτ. ΔΔ 2895/8.10.2001 έγγραφο της Δ/νσης Δασών Θεσσαλονίκης Τμήμα Δασικών Χαρτογραφήσεων που αναφέρεται στην ερμηνεία αεροφωτογραφιών της ως άνω μείζονος εκτάσεως.
Τούτο διότι οι αεροφωτογραφίες που διαλαμβάνονται στο ως άνω έγγραφο δεν απεικονίζουν την υφιστάμενη κατάσταση της ως άνω εκτάσεως κατά το έτος 1917, που εν προκειμένω αποτελεί τον κρίσιμο χρόνο, αλλά ανάγονται σε πολύ μεταγενέστερο χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα στα έτη 1945, 1960, 1978, 1988 και 1994. Ειδικότερα, δε εκ των αεροφωτογραφιών λήψης του έτους 1945 στις οποίες απεικονίζεται η ως άνω έκταση με υδροχαρή βλάστηση στην κοίτη και γυμνό πρανές, δεν μπορεί να υποστηριχθεί η άποψη ότι και πριν από 28 έτη από την ως άνω λήψη ήτοι κατά το έτος 1917 δεν υφίστατο καλλιέργεια με σιτηρά της υπό εξέταση περιοχής.
Επίσης, από τις εν λόγω αεριοφωτογραφίες δεν αποδεικνύεται ούτε η υφιστάμενη επί του επιδίκου ακινήτου κατάσταση του χρονικού διαστήματος από το έτος 1960 οπότε περιήλθε στην κατοχή της αρχικής ενάγουσας έως το έτος 1978 καθόσον κατά τα ενδιάμεσα έτη δεν έχουν ληφθεί αεροφωτογραφίες. Εξάλλου δεν ασκεί επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου τούτου περί της κυριότητας της αρχικής ενάγουσας στο επίδικο, το γεγονός ότι κατά τα αναφερόμενα στην ανωτέρω έκθεση του πραγματογνώμονα το, επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβάνεται ούτε στους επικαλούμενους από την αρχική ενάγουσα υπ' αριθ. 80, 81, 82 και 84 τίτλους κυριότητας του τουρκικού κτηματολογίου (ταπιά).
Τούτο διότι, εν προκειμένω κρίσιμο και ουσιώδες στοιχείο είναι το επίδικο να ήταν επιδεκτικό χρησικτησίας κατά το χρόνο που δυνάμει της άτυπης αγοραπωλησίας περιήλθε στην κατοχή της αρχικής ενάγουσας, και τούτο κατά τα προειρημένα πλήρως αποδείχθηκε, καθόσον οι ανωτέρω πωλητές του είχαν αποκτήσει δικαίωμα εξουσιάσεως με τη συνεχή επί δεκαετία κατοχή και καλλιέργεια αυτού, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση μέχρι το έτος 1917 και όχι με βάση τους ως άνω τούρκικους τίτλους (ταπιά).
Περαιτέρω πρέπει να λεχθεί ότι, αναγνωριστικές αγωγές όμοιου με την ένδικη αγωγή περιεχομένου, έχουν ασκήσει και άλλοι κάτοχοι οικοπεδικών τμημάτων της ως άνω μείζονος έκτασης για την οποία εκδόθηκε το προαναφερόμενο πρωτόκολλο κατάληψης, μεταξύ των οποίων και οι φερόμενοι ως αυθαίρετοι κάτοχοι στον ως άνω συνημμένο στο πρωτόκολλο πίνακα και δη ο Χ.
Κ. του με αύξοντα αριθμό ..., οι Τ. Ν. και Τ. Χ. του με αύξοντα αριθμό ..., (το οποίο κατά τα προεκτεθέντα είναι όμορο του επιδίκου) και ο Ι. Μ. του με αύξοντα αριθμό ... Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκαν αντιστοίχως οι υπ' αρθ 2395/2000, 722/2002, 2414/2004, τελεσίδικες αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου με τις οποίες έγινε δεκτό ότι όλη η ως άνω έκταση για την οποία εκδόθηκε το προαναφερόμενο πρωτόκολλο στην οποία εμπίπτει και το έπίδικο, δεν ανήκε σε ανταλλαγέντα μουσουλμάνο, είχε περιέλθει με υπερδεκαετή έως το 1917 εξουσίαση στην κυριότητα των προαναφερομένων ιδιωτών κατοίκων ...
και έτσι ήταν επιδεκτικό χρησικτησίας και ακολούθως αναγνωρίστηκαν οι προμνημονευόμενοι κύριοι των ανωτέρω γειτονικών ακινήτων, οι οποίοι τα νέμονταν με διάνοια κυρίου, επί εικοσαετία τουλάχιστον ως τη σύνταξη του εν λόγω πρωτοκόλλου....". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος - εκκαλούντος - εναγόμενου κατά της εκκαλούμενης απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή δεκτή η αγωγή της δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, Σ.
συζ. Ε. Φ., και αναγνωρίστηκε η κυριότητα αυτής στο επίδικο ακίνητο. Ειδικότερα, με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε : 1) Ότι η δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων, Σ. συζ. Ε. Φ. κατέστη κυρία με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, ενός ακινήτου, εμβαδού 175,00 τ.μ. που βρίσκεται στην εκτός του πολεοδομικού σχεδίου περιοχή του Δήμου ..., επί της οδού ..., με άσκηση επί του τμήματος πράξεων νομής διανοία κυρίου, από τις αρχές της δεκαετίας του 1960, οπότε το αγόρασε ατύπως και από τους Ε.
Χ. Α., Κ. Θ. ή Π. και Γ. Μ. υιού Μ., ήτοι περίφραξη αυτού με σιδηροπασσάλους και συρματόπλεγμα, φύτεμα δένδρων, κατασκευή επ' αυτού αρχικά δωματίου, χρήση του ως στέγης της, επέκταση μετά το 1964 σε κατοικία 80 τ.μ., περίπου, σύνδεση με τα δίκτυα ύδρευσης και ηλεκτροφωτισμού, συνεχή, αδιάλειπτη χρήση του ως οικογενειακής στέγης, με το σύζυγό της και τα δύο τέκνα τους, και μετά τον επισυμβάντα, στις 11-03-2006, θάνατό αυτής, χρήση ως κατοικίας του συζύγου της, μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής. 2) Το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα της μείζονος έκτασης των 12.450 τ.μ., που βρίσκεται εξ ολοκλήρου μεταξύ των δύο κλάδων του παλαιού χειμάρρου "...", γνωστή με την ονομασία "..." δεν περιήλθε, με πρωτότυπο τρόπο, στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ως ανταλλάξιμο, διότι κατά την τουρκοκρατία ούτε αυτό ούτε η μείζονα έκταση ανήκε στην κυριότητα του ανταλλαγέντα Τούρκου - μουσουλμάνου Ι.
Χ., ούτε σε άλλον ανταλλαγέντα Τούρκο - μουσουλμάνο. 3) Ότι το επίδικο ακίνητο, αλλά και η ανωτέρω μείζονα έκταση, κατά την τουρκοκρατία αποτελούσε καλλιεργήσιμη γη, που καλλιεργείτο με σιτηρά, από τους ως άνω δικαιοπαρόχους της Σ. Φ., Ε. Χ. Α., Κ. Θ. ή Π. και Γ. Μ. υιού Μ., για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας έως και την 20-05-1917. 3) Ότι το επίδικο ακίνητο εξέφυγε από την κυριότητα του αναιρεσείοντος, στο οποίο είχε περιέλθει ως διάδοχο του Οθωμανικού Δημοσίου, διότι από 20-05-1917, το δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) των προαναφερθέντων άμεσων δικαιοπαρόχων της Σ.
Φ. μεταβλήθηκε σε δικαίωμα πλήρους και οριστικής κυριότητας των 4/5 εξ αδιαιρέτου, του υπολοίπου 1/5 εξ αδιαιρέτου παραμείναντος στο Ελληνικό Δημόσιο και στη συνέχεια με τα άρθρα 101-104 του διατάγματος της 11/12.11.1929, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του Ν. 4226/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του νόμου 1540/1938, παραχωρήθηκε στους προαναφερθέντες οι οποίοι παρέμειναν κύριοι αυτού μέχρι το έτος 1960, οπότε παρέδωσαν, με άτυπη πώληση, τη νομή του επίδικου ακινήτου στην δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων. [2] Με αυτά που δέχθηκε και έτσι έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης κυριότητας από την δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Σ.
Φ., και της ιδιότητας του ακινήτου ως δεκτικού χρησικτησίας, μη ανήκοντος στην κυριότητα του αναιρεσείοντος, με πρωτότυπο τρόπο, διαλαμβάνοντας πλήρη αιτιολογία ότι δεν είναι ανταλλάξιμο ακίνητο καθώς και ότι εξέφυγε της κυριότητας του αναιρεσείοντος, με τη μετατροπή σε πλήρη κυριότητα της διαρκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ), που είχαν οι άμεσοι δικαιοπάροχοι της προαναφερθείσας Σ.
Φ., Ε. Χ. Α., Κ. Θ. ή Π. και Γ. Μ. υιού Μ., με υπερδεκαετή, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, πριν την 20-05-1917 καλλιέργεια αυτού με σιτηρά, η οποία στο πρόσωπο των προαναφερθέντων άμεσων δικαιοπαρόχων ήταν συνεχής και χωρίς να μεσολαβήσει διαδοχή (καθολική ή ειδική), με αποτέλεσμα να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 3, 9, 20, 68 και 78 του ν.
της 2ας Ραμαζάν 1274 (1856) "περί γαιών", της 28 Σεφέρ 1304, άρθρου 13 του Ν. "περί εγγράφων ταπίων της 15 Σαμπάν 1276", 54 του προαναφερόμενου Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" και των νόμων 12 Πανδ. (28.7), 14 παρ. 8 (11.7), 6 Πανδ. (29.2), 12 Πανδ. (38.16), 3.616 (2.19), Θεμ. φ.3 (3.19) του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, παρ. 5 του ν. 79/1913 "περί Κυρώσεως της μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας Συμβάσεως περί Ειρήνης της 1/14-11-1913" και της παρ. 2 εδ.
τελευταία του ν. 147/1914, δ/γμα 2468/1917 (άρθρ. 2), που κυρώθηκε με το ν. 1072/1917, άρθρ. 101-104 του διατάγματος της 11/12.11.1929, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του Ν. 4226/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του νόμου 1540/1938, 974, 1045 ΑΚ. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρ. 559, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα είναι και αβάσιμος.
[3] Περαιτέρω, το αναιρεσείον, με τον, από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτο λόγο αναίρεσης πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενο ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 5, 3 παρ. 1 και 2 του βδ/τος της ...1940 και 6 παρ. 3 και 4 του βδ/τος ...1939 και των άρθρων 279 και 280 ΑΚ, και απέρριψε την ένσταση περί απαράδεκτης άσκησης της αγωγής, λόγω έλλειψης έννομου συμφέροντος, επειδή παρήλθε η αποσβεστική προθεσμία άσκησης της αγωγής, που πρότεινε με τις προτάσεις του το αναιρεσείον στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε με σχετικό λόγο έφεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επικαλούμενο ειδικότερα ότι μετά την απόρριψη, με την επιδοθείσα, στις 07-04-1986, στην δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων, με αριθμ. 6084/12-02-1986 απόφαση της ΥΔΑΜΚ, της σχετικής ένστασης της δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων κατά του με αριθμ. 1545/1985 πρωτοκόλλου κατάληψης της ΥΔΑΜΚ, το πρωτόκολλο αυτό κατέστη οριστικό και καταχωρήθηκε όλη η ανωτέρω έκταση στα κτηματολόγια της ΥΔΑΜΚ, ως ανταλλάξιμο, με αριθμό ..., και ότι στις 22-4-1986 η δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων υπέβαλε την από 22-04-1986 αίτηση, προς το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο του άρθρου 6 του βδ/τος ...1939, για την αναγνώριση της κυριότητάς της στο επίδικο, χωρίς όμως να έχει εκδοθεί σχετική γνωμοδότηση του ανωτέρω συμβουλίου, με αποτέλεσμα να παρέλθει μετά τη συμπλήρωση της προβλεπόμενης από τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 3 και 4 του ανωτέρω βδ/τος αναστολής της παραγραφής (22-12-1986) η ετήσια προθεσμία προς άσκηση της αγωγής.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την ως άνω ένσταση ως εξής : "Η ως άνω ένσταση ... είναι μη νόμιμη, ως ερειδόμενη επί εσφαλμένης νομικής προϋποθέσεως ως προς το χρόνο ενάρξεως της ενιαύσιας παραγραφής του άρθρου 3 παρ. 1 εδβ του βδ/τος ...1940. Τούτο διότι, ... προϋπόθεση για την έναρξη της ενιαύσιας παραγραφής που προβλέπει το άρθρο 3 παρ. 1 εδαφ β του Β.Δ/τος ...1940 για την άσκηση της διεκδικητικής αγωγή, μετά την υποβολή αίτησης για διοικητική αναγνώριση των δικαιωμάτων των ενδιαφερομένων προς το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο επί απαιτήσεων κατά της ανταλλαξίμου περιουσίας, είναι η κοινοποίηση στον ενδιαφερόμενο απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, εκδιδόμενης μετά την έκδοση γνωμοδότησης του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου, με την οποία απορρίπτεται η εν λόγω αίτηση για αναγνώριση των δικαιωμάτων του (ενδιαφερομένου) και τέτοια κοινοποίηση, όπως εκθέτει το Ελληνικό Δημόσιο, δεν έχει γίνει εν προκειμένω, εφόσον δεν έχει εκδοθεί ακόμη ούτε γνωμοδότησή του κατά το άρθρο 6 του βδ/τος της ...1939 Γνωμοδοτικού Συμβουλίου, ούτε και ακολούθως και απορριπτική απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.
Συνακόλουθα τούτων, η αξίωση της αρχικής ενάγουσας να διεκδικήσει το επίδικο ακίνητο δεν έχει υποπέσει στην επικαλούμενη από εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο ως άνω ενιαύσια παραγραφή ή κατ' ακριβολογίαν δεν έχει αποσβεσθεί λόγω της παρόδου της ενιαύσιας αυτής αποκλειστικής προθεσμίας, η οποία τα προειρημένα δεν έχει ακόμη αρχίσει, και εντεύθεν έπεται ότι κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αναγνωριστικής αγωγής υπήρχε έννομο συμφέρον της αρχικής ενάγουσας προς άσκηση αυτής.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και, επομένως, ο παραπάνω πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Και, τούτο, ανεξαρτήτως του ότι στηρίζεται και σε εσφαλμένη προϋπόθεση διότι κατά τα δεκτά, με την προσβαλλόμενη απόφαση, γενόμενα πραγματικά περιστατικά δεν πρόκειται για ανταλλάξιμο ακίνητο αλλά για καλλιεργήσιμη γη που εξέφυγε, κατά τα ως άνω, από την κυριότητα του αναιρεσείοντος. [4] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση ότι προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008) ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη (ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 111/2023, ΑΠ 1530/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη, επικαλούμενο ότι παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τα παρακάτω αποδεικτικά μέσα, άλλως δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη αυτά, τα οποία, ως εκκαλούν, νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε, στο Εφετείο, για την απόδειξη αντίστοιχου λόγου έφεσής της, που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και δη ότι δεν ήταν δεκτικό καλλιέργειας δέκα έτη πριν από το 1917: 1) τη με αριθμ.
πρωτ. ΔΔ ...2001 έκθεση ερμηνείας αεροφωτογραφιών της Διεύθυνσης Δασών Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με την οποία το μείζον ακίνητο, μέρος του οποίου αποτελεί το επίδικο, κατά τον κρίσιμο χρόνο, είναι κοίτη, με υδροχαρή βλάστηση, και γυμνού πρανούς χειμάρρου της ..., και μόνο το έτος 1978 άρχισε να εμφανίζει κάποια δόμηση η περιοχή, 2) την από 21-04-1986 αίτηση της Σ.
Φ. προς το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο Διαχείρισης Ανταλλαξίμων Κτημάτων, στο οποίο, μεταξύ άλλων, αναφέρει, επί λέξει, σχετικά με το επίδικο ακίνητο "... το κατέλαβον ομού μετ' άλλων, ως ελέχθη, από το έτος 1960 και επ' αυτού κατασκεύασα την οικία μου χωρίς μέχρι σήμερον ουδείς να με ενοχλήση πλην των ειρημένων Πυλαιωτών.." και, συνεπώς, δεν το αγόρασε, άτυπα, από κάποιους κατοίκους ..., με το όνομα Α.
και Π. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Και, τούτο, διότι από τη σχετική βεβαίωση του Εφετείου, που περιέχεται στην απόφασή του, ήτοι "Από την επανεκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, που εξετάστηκαν νομότυπα στα θέματα που τάχθηκαν με την υπ' αριθμ. 693/1990 Πράξη του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, και περιέχονται στην υπ' αριθμ. 10526/2004 έκθεση εξέτασης μάρτυρος του ορισθέντος με την ως άνω Πράξη Εισηγητή Δικαστή και την οποία νομότυπα μετ' επικλήσεως προσκομίζουν οι διάδικοι, εκτιμώμενες (καταθέσεις) καθεμία χωριστά και σε συνδυασμό μεταξύ τους, ανάλογα με τον τρόπο γνώσεως και το βαθμό αξιοπιστίας καθενός απ' αυτούς (μάρτυρες), απ' όλα τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, που λαμβάνονται υπόψη όλα ανεξαιρέτως, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται εισηγητικές εκθέσεις που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων οι οποίες εξετάσθηκαν σε άλλες όμοιες δίκες που διεξήχθηκαν για ακίνητα που εμπίπτουν στην μείζονα έκταση στην οποία ανήκει και το επίδικο ακίνητο και αποφάσεις που εκδόθηκαν επί των δικών αυτών, από την υπ' αριθμ. 48820/2006 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Κ.
Α. του Α., που ορίσθηκε πραγματογνώμονας με την ίδια ως άνω Πράξη - χωρίς όμως, η ρητή αναφορά ορισμένων εγγράφων να προσδίδει σ' αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη εν σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα, ...
και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται ελεύθερα προς σχηματισμό της δικανικής κρίσεως σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.. αποδείχθηκαν κατά την κρίση του Δικαστηρίου τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία μεταξύ άλλων γίνεται και ρητή μνεία της ανωτέρω ερμηνείας αεροφωτογραφιών, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, ότι η αρχική ενάγουσα, δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων, κατέστη κυρία, με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, νεμόμενη, διανοία κυρίου, για περισσότερο από είκοσι έτη, το επίδικο ακίνητο, έκτασης 175 τ.μ., που βρίσκεται στην εκτός του πολεοδομικού σχεδίου περιοχή του Δήμου ..., επί της οδού ..., και αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερης έκτασης, το οποίο εξουσίαζαν, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, καλλιεργώντας το, ιδίως, με σιτηρά, οι κάτοικοι ...
Ε. Χ. Α., Κ. Θ. ή Π. και Γ. Μ. υιός Μ., για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας έως το έτος 1917, και με βάση τις διατάξεις του δ/τος 2468/1917 της Προσωρινής Κυβέρνησης Θεσσαλονίκης (που κυρώθηκε με το ν. 1072/1917) και 101 έως 104 του Δ/τος της 11/12-11-1917, εξέφυγε από την κυριότητα του αναιρεσείοντος και ήταν δεκτικό χρησικτησίας, ενώ δεν ήταν ούτε ανταλλάξιμο, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα από την αναιρεσείον ως αγνοηθέντα, άνω αποδεικτικά μέσα.
Και, τούτο, ανεξαρτήτως του ότι με τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, υπό την επίφαση θεμελίωσης του ανωτέρω λόγου αναίρεσης, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. ΚΠολΔ) επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 1269/2023, ΑΠ 1109/2023, ΑΠ 1964/2022).
IΙΙ. Κατ' ακολουθίαν, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχήν του αιτήματός τους, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-06-2012 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της με αριθμ. 1224/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου