Supreme Court dismisses appeal by State for lack of legal interest and procedural error regarding land expropriation case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Athens Court of Appeal's decision rejecting the State's land expropriation appeal. The State argued it had a legal interest in the outcome regarding the land's classification and compensation, but the Court found no specific legal interest in the appeal's specific grounds. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible due to lack of legal interest and insufficient reasoning.
Legislator headnote
AI generatedArticles 556, 559 of the Code of Civil Procedure; A party who won a lawsuit may appeal only if they have a specific legal interest, which must be explicitly claimed and substantiated in the appeal document.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1278 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1278/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Κανέλλα Τζαβέλλα-Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ζωή Μαυρίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Β. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σωτηρία Κουκούλη-Μιχαλάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-9-2007 (αρ.εκθ.κατ. 11302/646/2010) αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5685/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2633/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-10-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κανέλλα Τζαβέλλα-Δημαρά ανέγνωσε την από 21-1-2021 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Παρασκευής Καλαϊτζή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη, από 10-10-2013 (αριθ. έκθ. κατάθ. 740/2013), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 2633/2013, τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, εκτός των άλλων, απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος την, από 4-1-2013 (αριθ. έκθ. κατάθ. 51/2013), έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της με αριθμό 5685/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, δικάζοντας την από 3-9-2007 (ΓΑΚ 11302/2010, ΑΚΔ 646/2010) αγωγή του αναιρεσιβλήτου, εκτός των άλλων, απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ως προς το αναιρεσείον. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 αριθ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τον λόγο της (άρθρο 577 αριθ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 556 παρ. 2 ΚΠολΔ, αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Ως νικήσας διάδικος θεωρείται και ο εναγόμενος, όταν, για οποιοδήποτε λόγο απορρίφθηκε η αγωγή, που στρέφεται εναντίον του, ο οποίος έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση, εφόσον έχει προς τούτο έννομο συμφέρον, τη συνδρομή του οποίου πρέπει ρητά να επικαλείται στο δικόγραφο της αναίρεσης.
Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ και η έλλειψή του, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, κατ` άρθρο 73 ΚΠολΔ, συνεπάγεται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, ως απαράδεκτης. Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το οποίο πρέπει να υφίσταται τόσο κατά το χρόνο άσκησης όσο και κατά το χρόνο συζήτησης της αναίρεσης, απαιτείται όχι μόνο γενικώς για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ειδικώς για κάθε λόγο αναίρεσης, πρέπει δε ο αναιρεσείων να επικαλείται αυτό για τη νομιμοποίησή του στην αίτηση αναίρεσης.
Το έννομο συμφέρον πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και να είναι ατομικό και άμεσο του διαδίκου, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης και προκύπτει κυρίως από την βλάβη που υφίσταται. Βλάβη του διαδίκου υπάρχει όταν βλάπτεται (ηττάται), δηλαδή, όταν απορρίπτονται, ολικά ή μερικά, οι προτάσεις του ή όταν γίνονται, ολικά ή μερικά, δεκτές έναντι αυτού αιτήσεις του αντιδίκου του.
Η βλάβη, δηλαδή του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του. Ειδικότερα, ο διάδικος που νίκησε έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει αναίρεση, εφόσον υφίσταται βλάβη, η οποία εξαρτάται από το αν η απόφαση αναπτύσσει δυσμενείς γι` αυτόν συνέπειες, όπως συμβαίνει και όταν αυτός βλάπτεται από την αιτιολογία της απόφασης και, ειδικότερα, αν από αυτή δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του σε άλλη δίκη, αν, δηλαδή, η αιτιολογία της αποφάσεως αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και φέρει ως εκ τούτου προσόντα διατακτικού (ΑΠ 39/2020, ΑΠ 744/2019).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δε κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ως απαράδεκτο που ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης νοείται, όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων, ήτοι που αφορά σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (δικονομικό απαράδεκτο) (ΟλΑΠ 2/2001). Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της, τα αναγκαία κατά νόμο περιστατικά, για την κρίση στην συγκεκριμένη περίπτωση των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή για τη μη συνδρομή του, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 97/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης, με αριθμό 2633/2013 απόφασης, προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε τα εξής: "Στην προκείμενη περίπτωση, φέρονται ενώπιον του Δικαστηρίου προς συζήτηση: Α) η από 4-1-2013 έφεση του νικήσαντος εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου κατά της 5685/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε, ως προς αυτό (εκκαλούν), την αγωγή του Κ.
Β. ως αόριστη, ενώ αντίθετα, δέχτηκε αυτή ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε τον ενάγοντα δικαιούχο της αποζημίωσης του απαλλοτριουμένου για δημόσια ωφέλεια ακινήτου έναντι των: 1) Β. - Α. Κ. του Ν. και 2) Γ. Κ. του Ν., που αμφισβητούσαν την, κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης, κυριότητά του επί του απαλλοτριουμένου ακινήτου και Β) η από 15-1-2013 έφεση του ηττηθέντος ενάγοντος Κ.
Β. κατά της ίδιας ως άνω απόφασης, που απέρριψε την αγωγή του ως αόριστη, ως προς το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Οι εφέσεις αυτές ασκηθείσες υπό και κατά των αυτών διαδίκων και στρεφόμενες κατά της ίδιας απόφασης πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικαστούν (άρθρα 33 και 246 ΚΠολΔ). Η πρώτη έφεση, που ασκήθηκε από τον νικήσαντα διάδικο, δηλαδή το Ελληνικό Δημόσιο, ως προς το οποίο απορρίφθηκε ως αόριστη η αγωγή, για το λόγο ότι δεν διευκρίνιζε αν ενάγεται ως υπόχρεος σε αποζημίωση του απαλλοτριουμένου ακινήτου ή αν αξίωνε εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτού, δεν πλήττει την εκκαλουμένη απόφαση, ως προς το κεφάλαιό της τούτο, ζητώντας ενδεχομένως να απορριφθεί η αγωγή, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του εκκαλούντος, ως ουσία αβάσιμη (αντί ως αόριστη), αλλά με αμφότερους τους λόγους της, η έφεση πλήττει την εκκαλουμένη μόνο ως προς το κεφάλαιό της, με το οποίο δέχτηκε την αγωγή και αναγνώρισε τον ενάγοντα δικαιούχο της αποζημίωση για την απαλλοτρίωση του περιγραφομένου σ' αυτή ακινήτου, έναντι των δύο άλλων συνεναγομένων του εκκαλούντος, που αξίωναν δικαίωμα κυριότητας επί του απαλλοτριουμένου, δηλαδή έναντι των: 1) Β. - Α.
Κ. του Ν. και 2) Γ. Κ. του Ν., αφού με τους λόγους έφεσης υποστηρίζει το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο ότι έσφαλε η εκκαλουμένη που αναγνώρισε τον ενάγοντα δικαιούχο της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση του πιο πάνω ακινήτου: (α) ενώ αυτός (ενάγων) έπαυσε να επικαλείται την κυριότητά του επ' αυτού, μετά την παραίτησή του από το πρώτο αγωγικό του αίτημα για αναγνώρισή της και β) ενώ υπήρχε αμφισβήτηση της κυριότητας του ενάγοντος επί του απαλλοτριωθέντος.
Το γεγονός ότι με την έφεση αυτή πλήττεται η εκκαλουμένη μόνο κατά το πιο πάνω κεφάλαιό της, με το οποίο δέχτηκε την αγωγή και όχι κατά το κεφάλαιό της, με το οποίο την απέρριψε ως αόριστη, ως προς το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, προκύπτει ευθέως και σαφώς από το ίδιο το δικόγραφο της έφεσής του, αλλά διευκρινίζεται ρητώς και με τις έγγραφες προτάσεις του.
Με το ανωτέρω, όμως, περιεχόμενο η ασκηθείσα εμπροθέσμως, δηλαδή εντός μηνός από την επίδοση, στις 5-12-2012, της εκκαλουμένης απόφασης, κρινόμενη έφεση του Ελληνικού Δημοσίου είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, αφού ασκήθηκε από τον νικήσαντα διάδικο, ως προς τον οποίο απορρίφθηκε για τυπικό λόγο (αοριστία) η αγωγή και πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση όχι κατά το κεφάλαιό της αυτό, που αφορά το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο (αφού δεν ζητείται να απορριφθεί ως προς αυτό η αγωγή για ουσιαστικούς λόγους, που θα δικαιολογούσε αυτονοήτως το έννομο συμφέρον του), αλλά κατά το άλλο κεφάλαιό της, με το οποίο έγινε δεκτή ως ουσία βάσιμη η αγωγή, ως προς τους δύο άλλους συνεναγομένους του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, χωρίς μάλιστα να επικαλείται περαιτέρω συγκεκριμένο έννομο συμφέρον να πλήξει την απόφαση, κατά το κεφάλαιο τούτο, που δεν αφορά το εκκαλούν.
Μετά δε την κατά τα άνω απόρριψη της πρώτης εμπροθέσμως ασκηθείσας έφεσης του νικήσαντος Ελληνικού Δημοσίου ως απαράδεκτης, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην νομική σκέψη της παρούσας, πρέπει να απορριφθεί ως εκπρόθεσμη, η δεύτερη, από 16-1-2013 έφεση του ηττηθέντος ενάγοντος κατά του πιο πάνω Ελληνικού Δημοσίου, αφού ασκήθηκε μετά την πάροδο μηνός από την επίδοση σ' αυτό, στις 5-12-2012, της εκκαλουμένης (βλ.
την από 5-12-2012 επί του κοινοποιηθέντος δικογράφου της έφεσης επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Π.), καθώς δεν μπορεί αυτή να θεωρηθεί ως αντέφεση, λόγω της κατά τα άνω απόρριψης, για τυπικούς λόγους (ως απαράδεκτης) της εμπρόθεσμης έφεσης του Ελληνικού Δημοσίου. Και τούτο πέραν του ότι η κρινόμενη εκπρόθεσμη έφεση του ηττηθέντος ενάγοντος δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αντέφεση και για τον πρόσθετο λόγο ότι με αυτή πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση, ως προς άλλο κεφάλαιο, το οποίο δεν συνέχεται αναγκαίως με εκείνο, που πλήττεται με την εμπρόθεσμη έφεση του εκκαλούντος - εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου (δηλαδή την ουσιαστική παραδοχή της αγωγής ως προς τους άλλους δύο συνεναγομένους του εκκαλούντος και την έναντι αυτών αναγνώριση του ενάγοντος ως δικαιούχου της αποζημίωσης), καθώς ο εκκαλών - ηττηθείς ενάγων, με την εκπρόθεσμη έφεσή του παραπονείται για την απόρριψη της αγωγής του, ως αόριστης, ως προς το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και για την σε βάρος του επιβολή της δικαστικής δαπάνης του εναγομένου.
Συνεπώς, αμφότερες οι κρινόμενες εφέσεις πρέπει να απορριφθούν για τυπικούς λόγους, ως απαράδεκτες, η μεν έφεση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, για έλλειψη συγκεκριμένου εννόμου συμφέροντος του νικήσαντος εκκαλούντος να πλήξει την εκκαλουμένη απόφαση, ως προς το κεφάλαιο που δεν το αφορά και η έφεση του ηττηθέντος ενάγοντος προεχόντως ως εκπρόθεσμη".
Με τον (μοναδικό) λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον παρά το νόμο απέρριψε την έφεσή του ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος, δεχόμενη ότι τούτο δεν επικαλείται συγκεκριμένο έννομο συμφέρον, παρότι το επικαλείτο, άλλως ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του ίδιου άρθρου, διότι διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες για την απορριπτική αυτή κρίση.
Ο λόγος, κατά τα ειδικότερα στο περιεχόμενό του εκτιθέμενα για την δικαιολόγηση του εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου (ότι το δικαίωμα κυριότητας επί του απαλλοτριωθέντος αγρού δεν είχε κριθεί κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτησης από την εκκαλουμένη, ότι το Δασαρχείο Μεγάρων αδυνατεί να αποφανθεί για τη μορφή της επίδικης έκτασης, αν δηλαδή αποτελεί δημόσια δασική έκταση ή όχι, διότι δεν έχει στοιχεία για την ακριβή τοποθέτηση αυτής επί του εδάφους και ότι το Ελληνικό Δημόσιο υποχρεώνεται με την εκκαλουμένη να καταβάλει την ένδικη αποζημίωση στον αναιρεσίβλητο χωρίς να έχει κριθεί αν υπάρχουν δικαιώματα του Δημοσίου επ' αυτού), καθόσον αφορά την πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, καθόσον με την ως άνω κρίση του το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο.
Τούτο δε διότι τα επικαλούμενα δεν στοιχειοθετούν το απαιτούμενο, σύμφωνα με αναφερόμενα στη μείζονα πρόταση, ειδικό έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος (νικήσαντος διαδίκου) προς άσκηση έφεσης κατά της ανωτέρω απόφασης, αφού το τελευταίο με αυτήν (έφεση) δεν έπληξε την εκκληθείσα απόφαση κατά το κεφάλαιό της, με το οποίο απέρριψε την αγωγή έναντι αυτού ως αόριστη (ζητώντας να απορριφθεί αυτή κατ' ουσίαν), αλλά πρόσβαλε αυτήν κατά το κεφάλαιό της, που δεν το αφορούσε, ήτοι κατά το κεφάλαιο, ως προς το οποίο η αγωγή του αναιρεσιβλήτου έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη έναντι των υπολοίπων εναγόμενων, Β. - Α.
Κ. και Γ. Κ. (που δεν είναι εδώ διάδικοι). Περαιτέρω, ως προς την πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, το οποίο δεν συμβαίνει εν προκειμένω, αφού η έφεση ως προς το αναιρεσείον απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 9/2019, ΑΠ 538/2018).
Κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10-10-2013 (αριθ. έκθ. κατάθ. 740/2013) αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 2633/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Οκτωβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ