Supreme Court dismisses appeal on child support, upholding lower court's partial acceptance of claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision on child support obligations. The appellant argued that the lower court failed to consider specific claims regarding the child's needs and the father's financial capacity, while the respondent maintained the judgment was legally sound. The court ruled that the lower court correctly applied family law provisions to establish the father's duty to pay monthly support based on his income and the child's dependency.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1484, 1485, 1486, 1489, 1493, 1496 of the Civil Code; An appeal is inadmissible if the lower court has correctly applied substantive family law provisions to determine child support obligations based on the parties' financial circumstances and the child's needs.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1278 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1278/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη και Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαΐου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Σ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη που ανακάλεσε την από 3/5/2019 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Δ., κατοίκου ... οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Χαραλάμπους και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/3/2016 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 170/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 187/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7/3/2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Aπό τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 8 και 9 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα εξής: α) Ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη "πράγματα", ουσιώδεις, δηλαδή, για την έκβαση της δίκης θεμελιωτικούς αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος.
Δεν ιδρύεται, όμως, αν οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί είναι αόριστοι, μη νόμιμοι, απαράδεκτοι ή αλυσιτελείς, διότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004). Ούτε, επίσης, ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης αν οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί, ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκαν για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991).
Και, β) κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται, αφενός μεν κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, με οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ενδίκου μέσου, της ανακοπής της τριτανακοπής, καθώς και κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και συντελεί, έτσι, στην εξέλιξη της διαδικασίας, για το σκοπό έκδοσης οριστικής απόφασης, εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο δίκης, όχι όμως και εκείνη της ένστασης, της αντένστασης και γενικά εκείνη που αναφέρεται σε κάθε άλλου είδους "πράγματα", με την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚπολΔ (ΑΠ 483/2011, ΑΠ 2129/2007, ΑΠ 28/2005, 1486/97, 1002/03).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006 και ΟλΑΠ 4/2005).
Κατά δε τον αριθμό 19 του ίδιου, ως άνω άρθρου ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός, συναπτόμενος προς τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, δεν αφορά τις επί διαδικαστικών ζητημάτων διαγνώσεις του (ΑΠ 1908/2008, ΑΠ 1446/2007, ΑΠ 1440/2005, ΑΠ 405/2004).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ.14 ΚΠολΔ, η απόφαση αναιρείται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 2001/2009, ΑΠ 1518/2008, ΑΠ 902/2008).
Τέλος, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 96, 104, 143 παρ. 1, 159 παρ. 1, 544 παρ. 4 ΚΠολΔ, 211, 219 και 238 ΑΚ, ο διάδικος, για λογαριασμό του οποίου παραστάθηκε, ως δικηγόρος, πρόσωπο, που δεν είχε δικαστική πληρεξουσιότητα, δικαιούται να εγκρίνει μεταγενεστέρως τις πράξεις του δικηγόρου, που προηγήθηκαν.
Η έγκριση αυτή μπορεί να γίνει και σιωπηρώς, εξετάζεται δε η ύπαρξή της και αυτεπαγγέλτως, καθόσον ανάγεται στην υπόσταση της πληρεξουσιότητας. Μια τέτοια έγκριση, που έχει αναδρομική ενέργεια, συνάγεται, ιδίως, από τη νόμιμη παράσταση του διαδίκου σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας και την παραδοχή των μέχρι τότε διαδικαστικών πράξεων ως ισχυρών (ΟλΑΠ 15/2008, ΑΠ 736/2011, ΑΠ 2018/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου, μεταξύ άλλων, τις εξής αιτιάσεις: α) Από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον, ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και, παραδεκτώς, προταθέντα ισχυρισμό του (ένσταση), περί ακυρότητας των παραιτήσεων της ήδη αναιρεσίβλητης, από τις προηγούμενες, της ένδικης, αγωγές της, λόγω ελλείψεως πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του εκάστοτε παραιτουμένου από το δικόγραφο, κάθε μιας αυτών, δικηγόρου.
Ο λόγος αυτός, κατά την υπόψη αιτίασή του, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου προκύπτει, ότι αυτό έλαβε υπόψη του την ως άνω ένσταση του ήδη αναιρεσείοντος και την απέρριψε ως αβάσιμη, με το να δεχθεί τα αντίθετα και δη ότι οι δικηγόροι, που παραιτήθηκαν από τις προηγούμενες, της ένδικης, αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης είχαν την, προς τούτο, πληρεξουσιότητα αυτής.
β) Από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, μη λαμβάνοντας υπόψη την ίδια, ως άνω, ένστασή του, την άφησε αδίκαστη. Ο λόγος αυτός, ως παραβίαση από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η φερόμενη ως μη δικασθείσα από το Εφετείο ένσταση ("αίτηση") δεν αποτελεί, κατά τα προεκτεθέντα, κεφάλαιο δίκης, ώστε να ιδρύεται η επικαλουμένη αναιρετική πλημμέλεια.
γ) Από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, διότι η ανωτέρω κρίση του Εφετείου, ήτοι περί εγκυρότητας των επίμαχων παραιτήσεων της ήδη αναιρεσείουσας από τα δικόγραφα των προηγουμένων, της ένδικης, αγωγών της, από τους, σύμφωνα με την προσβαλλομένη απόφασή του, νομίμως, διορισμένους, από αυτή (αναιρεσείουσα), πληρεξουσίους δικηγόρους της, είναι αναιτιολόγητη.
Και αυτή η αιτίαση είναι απαράδεκτη, αφού δεν συνάπτεται με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά αφορά τις επί διαδικαστικών ζητημάτων διαγνώσεις του. δ) Από τον αριθμό 14 άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν απέρριψε ως απαράδεκτες τις προηγούμενες, της ένδικης, αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης, λόγω ελλείψεως πληρεξουσιότητας των φερομένων ως πληρεξουσίων δικηγόρων αυτής, για την άσκησή τους (αγωγών), παρότι αυτός (αναιρεσείων), παραδεκτά, είχε προτείνει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε ενώπιον του Εφετείου το σχετικό ισχυρισμό του.
Όπως προκύπτει, όμως, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο, αναφορικά με την ως άνω προβαλλομένη αιτίαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, πράγματι η ενάγουσα είχε ασκήσει ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου τέσσερις τακτικές αγωγές διατροφής για λογαριασμό της ανήλικης θυγατέρας της, ήτοι την από 3-7-2006 και με αριθμό κατάθεσης 135816/2042/2006 αγωγή της, από την οποία παραιτήθηκε στις 26-11-2007, την από 20-5-2008 και με αριθμό κατάθεσης 101052/1598/2008 αγωγή της, από την οποία παραιτήθηκε στις 2-11-2009, την από 16-10-2010 και με αριθμό κατάθεσης 79301/1079/2010 αγωγή της, από την οποία παραιτήθηκε στις 19-3-2012 και την από 21-7-2012 και με αριθμό κατάθεσης 146733/1692/2012 αγωγή της, από την οποία παραιτήθηκε στις 28-9-2015, όλες δε οι παραιτήσεις έγιναν, με σχετικές δηλώσεις του πληρεξουσίου δικηγόρου της, πριν τη συζήτηση των υποθέσεων στο ακροατήριο του Δικαστηρίου...".
Η εν λόγω αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στηρίζει επαρκώς την απόρριψη του ανωτέρω, ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, περί απαραδέκτου της ασκήσεως των επίμαχων αγωγών της ήδη αναιρεσίβλητης, αφού με τη νόμιμη παράσταση των πληρεξουσίων δικηγόρων της, που δήλωσαν την παραίτησή της από τα σχετικά αγωγικά δικόγραφα, αυτή (ήδη αναιρεσίβλτη - ενάγουσα) ενέκρινε, με αναδρομική ενέργεια, σιωπηρώς, ως ισχυρές τις μέχρι τότε διαδικαστικές πράξεις, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η άσκηση αυτών (αγωγών).
Συνεπώς, το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην επικαλουμένη με τον υπόψη λόγο αναιρετική πλημμέλεια, ο οποίος, ως εκ τούτου, είναι αβάσιμος. Και, ε) από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου ΚΠολΔ, διότι, με το να δεχθεί ότι η επίδοση, προς αυτόν, των ως άνω αγωγών της ήδη αναιρεσίβλητης, από τις οποίες, κατά τα προεκτεθέντα, αυτή παραιτήθηκε, αποτελεί έγκυρη όχληση, γενεσιουργό υπερημερίας του, για τις ένδικες απαιτήσεις της και να τις δεχθεί (το Εφετείο), εντεύθεν, ως οφειλόμενες νομιμοτόκως, παραβίασε, ευθέως, τις διατάξεις των άρθρων 340, 345 και 346 ΑΚ.
Κατά το άρθρο 340 ΑΚ, "ο οφειλέτης ληξιπρόθεσμης παροχής γίνεται υπερήμερος, αν προηγήθηκε δικαστική ή εξώδικη όχληση του δανειστή". Κατά δε το άρθρο 345 ΑΚ, "όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή, ο δανειστής, σε περίπτωση υπερημερίας, έχει δικαίωμα να απαιτήσει τον τόκο υπερημερίας, που ορίζεται από το νόμο ή με δικαιοπραξία χωρίς να είναι υποχρεωμένος να αποδείξει ζημία ...".
Και, κατά το άρθρο 346 ΑΚ, "ο οφειλέτης χρηματικής παροχής, και αν δεν είναι υπερήμερος οφείλει νομίμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή για το ληξηπρόθεσμο χρέος". Εξάλλου, κατά το άρθρο 215 παρ. 1 εδάφιο α' ΚΠολΔ, "η αγωγή ασκείται με κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται και με επίδοση αντιγράφου της στον εναγόμενο".
Τέλος, κατά το άρθρο 221 παρ. 1 ΚΠολΔ, "με την άσκηση της αγωγής σύμφωνα με το άρθρο 215, η κατάθεσή της έχει ως συνέπεια: α) την εκκρεμοδικία, β) το αμετάκλητο της δικαιοδοσίας και αρμοδιότητας του δικαστηρίου και, γ) την προτίμηση ανάμεσα σε περισσότερα δικαστήρια και η επίδοσή της έχει ως συνέπεια τα αποτελέσματα που το ουσιαστικό δίκαιο ορίζει ότι επέρχονται από την έγερση της αγωγής".
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει, ότι η επίδοση στον εναγόμενο αγωγής, για επιδίκαση χρηματικής απαιτήσεως, δεν είναι μόνο διαδικαστική πράξη, αλλά έχει και χαρακτήρα οιονεί δικαιοπραξίας οχλήσεως, που ενέχει πρόσκληση του δανειστή απευθυντέα προς τον οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής, ανεξαρτήτως του διαδικαστικού χαρακτήρος της ως στοιχείου ασκήσεως της αγωγής και μέσου ενάρξεως της δίκης, ώστε ως εναρκτήρια αυτής διαδικαστική πράξη να συνεπάγεται την τοκογονία του ληξηπρόθεσμου χρέους, χωρίς υπερημερία του εναγομένου οφειλέτη (άρθρο 346 ΑΚ) και ως όχληση να καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο, υπό την επιφύλαξη της ενστάσεως του άρθρου 342 ΑΚ, και υπόχρεο να πληρώσει το νόμιμο τόκο υπερημερίας, όχι ως άμεσο αποτέλεσμα της ασκήσεως της αγωγής, η οποία τέτοια συνέπεια δεν έχει, αλλά της οχλήσεως, που και όταν ασκείται με την αγωγή, της οποίας δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο, ούτε τη νομική της φύση ούτε την αυτοτέλειά της έναντι της αγωγής αποβάλλει.
Η κατά τα άρθρα 294, 295 παρ. 1 και 297 ΚΠολΔ, παραίτηση του ενάγοντος από το δικόγραφο της αγωγής, που συνιστά ανάκληση της ενυπαρχούσης σ' αυτή συγκεκριμένης αιτήσεως, για παροχή δικαστικής προστασίας, υπό την έννοια παραιτήσεως, μόνο από την έναντι της πολιτείας αξίωση για έκδοση αποφάσεως επί συγκεκριμένης δίκης, έχουσα ως αποτέλεσμα το ότι η αγωγή θεωρείται ως μη ασκηθείσα, συνεπάγεται την ανατροπή, εξ υπαρχής, μόνο των αποτελεσμάτων, που επήλθαν με και από την άσκηση αυτής.
Γιατί το προαναφερθέν, από την παραίτηση, αποτέλεσμα αφορά μεν την άσκηση της αγωγής ως σύνθετης διαδικαστικής πράξεως (κατάθεση και επίδοση αντιγράφου της), δεν αφορά, όμως και την επίδοση στον εναγόμενο αντιγράφου της αγωγής, για επιδίκαση αντικειμένου απαιτήσεως κατά το μέρος, που η επίδοσή του έχει χαρακτήρα οχλήσεως, ως οιονεί δικαιοπραξίας, ανεξάρτητης από την επίδοση ως διαδικαστικής πράξεως, παρά την υλική σύμπτωσή τους.
Αντίθετη, της ανωτέρω, εκδοχή δεν μπορεί να στηριχθεί στη διάταξη του άρθρου 221 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά το μέρος, που διακρίνει τις συνέπειες της επιδόσεως της αγωγής, από εκείνες της καταθέσεως, γιατί με τη διάταξη αυτή σκοπείται ο ακριβής προσδιορισμός της διαδικαστικής πράξεως, που επιφέρει το, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, αποτέλεσμα της ασκήσεως αγωγής και όχι και ο αποκλεισμός της δυνατότητας αυτοτελούς υπάρξεως της μονομερούς δικαιοπραξίας ή οιονεί δικαιοπραξίας του ουσιαστικού δικαίου, που το επιδιδόμενο δικόγραφο, τυχόν, περιέχει και που δύναται να συντελείται με την απεύθυνση και περιέλευση σε ορισμένο πρόσωπο δηλώσεως οιουδήποτε τύπου.
Συνεπώς, η παραίτηση από του δικογράφου αγωγής, καταλύουσα, αναδρομικώς, την επίδοση της αγωγής, ως διαδικαστικής πράξεως, ούτως ώστε να μην οφείλονται, εξ αιτίας της, τόκοι κατά το άρθρο 346 ΑΚ, αλλ' όχι και κατά το μέρος, που συνιστά απλή όχληση, δεν συνεπάγεται άρση, αναδρομική ή μη, των κατά το άρθρο 345 ΑΚ εννόμων συνεπειών της υπερημερίας του εναγόμενου οφειλέτη, η οποία έχει ήδη, μετά την όχληση, ως όρο της, τυχόν επέλθει (ΟλΑΠ 13/1994). Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, ότι η αναιρεσίβλητη, με τις προαναφερθείσες, προγενέστερες της ένδικης, αγωγές της, που επιδόθηκαν, νομίμως, στον αναιρεσείοντα, ζήτησε την επιδίκαση των απαιτήσεων, που ενασκήθηκαν με την ένδικη αγωγή της και, ακολούθως, ότι με την παραίτησή της (αναιρεσίβλητης) από τα δικόγραφα των ως άνω, προηγουμένων, αγωγών της, δεν εξέλιπε η με την επίδοσή τους επελθούσα όχληση, ως δημιουργική υπηρημερίας του αναιρεσείοντος και οφειλής του για αντιστοίχους τόκους, σύμφωνα με το άρθρο 345 ΑΚ, τους οποίους και αναγνώρισε ως οφειλόμενους, δεν παρεβίασε, ευθέως, τις προαναφερθείσες διατάξεις, των άρθρων 340, 345 και 346 του ΑΚ και, συνεπώς, ο υπόψη αναιρετικός λόγος, κατά την οικεία (από τον αριθμό 1, άρθρου 559 ΚΠολΔ), αιτίασή του, είναι αβάσιμος.
ΙΙ. Με το δεύτερο αναιρετικό λόγο, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι: α) με την παράλειψή του να λάβει υπόψη την, παραδεκτώς, προβληθείσα ένστασή του, περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως της, αρχικώς, ενάγουσας, ως ασκούσας τη γονική μέριμνα της τότε ανήλικης και ήδη ενηλικιωθείσας, αναιρεσίβλητης, πλέον, θυγατέρας των διαδίκων, για τη δικαστική επιδίωξη των ενδίκων απαιτήσεων, αφού οι σχετικές δαπάνες διατροφής και εκπαίδευσής της δεν καλύφθηκαν από την ίδια, αλλά από τρίτα πρόσωπα και, β) με το να αφήσει την ίδια ένσταση αδίκαστη, υπέπεσε, αντίστοιχα, στις πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, είναι απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενοι, για την θεμελίωσή τους, ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, δεν αποτελούν "πράγματα", ούτε "αιτήσεις", κατά την προαναφερθείσα έννοια, αντίστοιχα, των αριθμών 8 και 9 άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά αρνητικούς, της ένδικης αγωγής, ισχυρισμούς του ήδη αναιρεσείοντος, ως εναγομένου, οι οποίοι δεν ιδρύουν τις υπόψη αναιρετικές πλημμέλειες. Ενώ, κατά το μέρος του, με το οποίο, υπό την επίκληση αυτών των αναιρετικών λόγων, πλήττεται η αξιολόγηση των αποδείξεων και η εκτίμηση, από το Εφετείο, πραγματικών γεγονότων, είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1484 του ΑΚ, "σε περίπτωση αναγνώρισης εκούσιας ή δικαστικής, αν ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, το τέκνο έχει ως προς όλα θέση τέκνου γεννημένου σε γάμο απέναντι στους δύο γονείς και τους συγγενείς". Κατά το άρθρο 1489 του ΑΚ, "αν δεν υπάρχουν κατιόντες, υποχρέωση διατροφής έχουν οι πλησιέστεροι ανιόντες, που ενέχονται σε ίσα μέρη, αν είναι περισσότεροι στον ίδιο βαθμό. Οι γονείς έχουν υποχρέωση να διατρέφουν το τέκνο τους από κοινού ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του". Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 1487 του ΑΚ, συνάγεται ότι, ο πατέρας του ανήλικου άγαμου τέκνου, το οποίο αναγνωρίσθηκε εκουσίως ή δικαστικώς ως δικό του τέκνο και δεν έχει εισοδήματα, από περιουσία ή από εργασία, υποχρεούται να το διατρέφει, ανάλογα με τις δυνάμεις του, από κοινού με τη μητέρα του τέκνου.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης, κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αγωγή διατροφής της, κατά του ήδη αναιρεσείοντος - εναγομένου, ως κατόπιν δικαστικής αναγνωρίσεως φυσικού, εκτός γάμου, τέκνου του, εν συνεχεία, δέχθηκε, εν μέρει, την ουσιαστική της (αγωγής) βασιμότητα, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, με τις ακόλουθες, ουσιαστικές, παραδοχές: "....Από τις εκτός γάμου σχέσεις των διαδίκων, η ενάγουσα γέννησε στις 12-2-2001 ένα θήλυ τέκνο, την Ε., ηλικίας 15,5 ετών περίπου κατά το χρόνο συζήτησης της υπό κρίση αγωγής, το οποίο αναγνωρίστηκε ως φυσικό τέκνο του εναγόμενου, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 7/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη, δυνάμει της υπ' αριθ. 1634/22-7-2014 απόφασης του Αρείου Πάγου. Εξάλλου αποδείχθηκε ότι το ανήλικο τέκνο των διαδίκων αδυνατεί να διαθρέψει τον εαυτό του, καθόσον στερείται εισοδημάτων και περιουσίας, ενώ λόγω της ηλικίας του, αδυνατεί να εργαστεί.
Συνεπώς, υπόχρεοι προς διατροφή του είναι οι γονείς του από κοινού, ανάλογα με τις οικονομικές τους δυνάμεις. Η ενάγουσα, από το έτος 2006 έως το έτος 2009 ήταν τραπεζική υπάλληλος και εργαζόταν στην ... PLC ως υψηλόβαθμο στέλεχος, ενώ τα δηλωθέντα ετήσια εισοδήματά της, ανέρχονταν για το έτος 2006 στο ποσό των 45.853 ευρώ, για το έτος 2007 στο ποσό των 46.106 ευρώ και για το έτος 2008 στο ποσό των 48.874 ευρώ.
Ακολούθως, η ενάγουσα το έτος 2009 έκανε χρήση του δικαιώματος της εθελούσιας εξόδου από την τράπεζα και έλαβε τη νόμιμη αποζημίωση ύψους 88.000 ευρώ, μετά δε ελάμβανε μειωμένη μηνιαία σύνταξη ποσού 1.250 ευρώ και από το έτος 2014 ποσού 1.050 ευρώ. Τα δηλωθέντα ετήσια εισοδήματα αυτής ανήλθαν, για το έτος 2009 στο ποσό των 17.000 ευρώ, για το έτος 2010 στο ποσό των 6.200 ευρώ, για το έτος 2011 στο ποσό των 14.467 ευρώ, για το έτος 2012 στο ποσό των 14.658 ευρώ, για το έτος 2013 στο ποσό των 13.386 ευρώ και για το έτος 2014 στο ποσό των 12.750 ευρώ περίπου.
Η ενάγουσα από τη συνταξιοδότησή της σε ηλικία 48 ετών και μετέπειτα δεν εργάστηκε, παρά τις σχετικές προσπάθειες που κατέβαλε να απασχοληθεί ως ασφαλιστική σύμβουλος, ενώ από την ένταξή της σε πρόγραμμα επιχειρηματικότητας ανέργων γυναικών, έλαβε επιχορήγηση για χρονικό διάστημα 36 μηνών και από 5-10-2010, ποσού 24.000 ευρώ.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα έχει στην κυριότητά της μία ημιτελή μη ηλεκτροδοτούμενη εξοχική κατοικία επιφάνειας 100 τμ και ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε οικόπεδο 400 τμ, στον ..., την ψιλή κυριότητα δύο παλαιών ακινήτων, ήτοι ενός διαμερίσματος επιφάνειας 71,55 τμ, και ενός καταστήματος επιφάνειας 24,85 στην ..., των οποίων, δυνάμει της υπ' αριθ. 195/2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Καλλιθέας διατάχθηκε ο πλειστηριασμός, λόγω υπαγωγής της ενάγουσας στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010, συνεπεία ανεξόφλητων δανείων της και ένα διαμέρισμα 3ου ορόφου στη ..., επιφάνειας 112,50 τ.μ., το οποίο αποτελεί την οικογενειακή της στέγη.
Επομένως αυτή δεν επιβαρύνεται με δαπάνες στέγασης, παρά μόνο κατά την αναλογία της με τις λειτουργικές δαπάνες της κατοικίας. Τέλος, η ενάγουσα είναι ιδιοκτήτρια με ποσοστό 100% ενός οχήματος τζιπ μάρκας HONDA 2.000 κ.ε., έτους πρώτης κυκλοφορίας 2005, το οποίο αγόρασε με δάνειο που αποπλήρωσε το έτος 2008. Άλλα εισοδήματα, ή περιουσιακά στοιχεία, δεν αποδείχθηκε ότι έχει η ενάγουσα.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, είναι πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του Ομίλου "... ανώνυμη εμπορική και βιομηχανική εταιρία πληροφορικής" και κύριος μέτοχος αυτής με ποσοστό 34,85%. Η εν λόγω εταιρία είναι μία από τις μεγαλύτερες εταιρίες λογισμικού στην Ελλάδα και μία από τις πεντακόσιες ταχύτερα αναπτυσσόμενες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις.
Από την παραπάνω επιχείρηση ο εναγόμενος είχε εισοδήματα τουλάχιστον 180.000 ευρώ ετησίως και πλέον των 15.000 ευρώ μηνιαίως, επιπλέον δε ελάμβανε και μερίσματα. Ειδικότερα, το έτος 2015, ο ίδιος έλαβε το πρόσθετο ποσό των 80.000 ευρώ, ενώ είχε δηλώσει αυτοτελή φορολογούμενα ποσά για το οικονομικό έτος 2007 το ποσό των 251.331,95 ευρώ, για το οικονομικό έτος 2008 το ποσό των 316.909,33 ευρώ, για το οικονομικό έτος 2009 το ποσό των 342.814,62.ευρώ, για το οικονομικό έτος 2010 το ποσό των 299.676,94 ευρώ, για το οικονομικό έτος 2011 το ποσό των 154.830,52 ευρώ, για το οικονομικό έτος 2012 το ποσό των 116.718,32 ευρώ, για το οικονομικό έτος 2013 το ποσό των 150.076,93 ευρώ και για το οικονομικό έτος 2014 το ποσό των 120.607,56 ευρώ.
Επίσης αυτός δήλωσε κατά τη χρονική περίοδο 2007- 2013 εισοδήματα από ακίνητα συνολικού ύψους 200.000 ευρώ και για τα έτη 2011, 2012, 2013 και 2014 εισοδήματα από μισθωτές υπηρεσίες συνολικού ποσού 60.000 ευρώ. Εξάλλου ο εναγόμενος διαμένει στην ..., σε διώροφη οικία επιφάνειας 240 τμ, με υπόγειο επιφάνειας 114 τμ και χώρους στάθμευσης επιφάνειας 92 τμ., χτισμένη σε οικόπεδο 580,13 τμ, στην οποία έχει δικαίωμα επικαρπίας σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου μαζί με τη σύζυγο του.
Συνεπώς ο ίδιος δεν επιβαρύνεται με δαπάνες στέγασης, παρά μόνο κατά το ήμισυ με τις λειτουργικές δαπάνες της οικίας. Επιπλέον στο εν λόγω ακίνητο υπάρχει εγγεγραμμένη υποθήκη ύψους 480.000 ευρώ από την Τράπεζα …... Επίσης, ο εναγόμενος κατέβαλε ετησίως 38.000 ευρώ για δόσεις εξόφλησης στεγαστικού δανείου ύψους 400.000 ευρώ.
Περαιτέρω, ο ίδιος έχει στην πλήρη κυριότητα του 13 οριζόντιες ιδιοκτησίες-γραφεία, συνολικού εμβαδού 200 τμ, σε πολυκατοικία επί της οδού ... από το έτος 2011, οι οποίες, ωστόσο, δεν του αποφέρουν εισόδημα, καθώς στερούνται υποδομών και εγκαταστάσεων και δεν είναι μισθωμένες, ενώ είναι επικαρπωτής οικίας στο ..., επιφάνειας 200 τμ περίπου, μετά βοηθητικών χώρων, η οποία χρησιμεύει για εξοχική κατοικία της οικογένειάς του.
Άλλα εισοδήματα, ή περιουσιακά στοιχεία, δεν αποδείχθηκε ότι έχει ο εναγόμενος. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι, αυτός είναι υπόχρεος για τη διατροφή της συζύγου του Α. Α., η οποία δεν εργάζεται και των ανηλίκων τέκνων του από το γάμο του με αυτήν, τα οποία αδυνατούν να εργαστούν, διότι οι θυγατέρες του φοιτούσαν στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση στο κολέγιο ...
με ετήσια δίδακτρα 20.000 ευρώ αμφότερες και μετέπειτα το μεγαλύτερο τέκνο από το έτος 2013 σε πανεπιστημιακό ίδρυμα στο Λονδίνο, με δαπάνη σπουδών και διαβίωσης το ποσό των 23.000 ευρώ περίπου ετησίως. Ωστόσο δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος δαπανά χρήματα για τη φροντίδα των υπέργηρων γονέων του. Άλλα εισοδήματα, ή περιουσιακά στοιχεία, δεν αποδείχθηκε ότι έχει ο εναγόμενος.
Περαιτέρω, η ανήλικη θυγατέρα των διαδίκων, διαμένει, όπως προαναφέρθηκε, με την ενάγουσα, στην ως άνω κατοικία της στη ... και βαρύνεται και αυτή κατά την αναλογία της, με τις λειτουργικές δαπάνες της οικίας. Οι λοιπές δαπάνες για τη συντήρηση, τη διατροφή, την ένδυση, την περίθαλψη και την ψυχαγωγία της ανήλικης είναι οι συνήθεις δαπάνες για τα παιδιά της ηλικίας της.
Η ανήλικη, για το σχολικό έτος 2006-2007 φοιτούσε στο ιδιωτικό νηπιαγωγείο "..." με ετήσια δίδακτρα ποσού 5.000 ευρώ, και για τα σχολικά έτη 2007-2008, 2008-2009, 2009-2010, 2010-2011, 2011-2012 και 2012-2013 φοιτούσε στο ιδιωτικό Δημοτικό σχολείο "...", με ετήσια δίδακτρα ποσού αντίστοιχα 5.630, 6.954, 5.340, 5.540, 4.750 και 4.538 ευρώ, ενώ για το σχολικό έτος 2013-2014 φοιτούσε στην πρώτη τάξη του Γυμνασίου στο ιδιωτικό σχολείο "...", με ετήσια δίδακτρα ποσού 5.582 ευρώ.
Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι το ανήλικο τέκνο των διαδίκων παρακολουθούσε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, μαθήματα εκμάθησης ξένων γλωσσών σε φροντιστήριο, αλλά ότι συμμετείχε σε εξετάσεις για την απόκτηση διπλώματος αγγλικής γλώσσας το έτος 2010 με δαπάνη ποσού 67 ευρώ και γαλλικής γλώσσας το έτος 2013 με δαπάνη ποσού 150 ευρώ καθώς και σε εξετάσεις για την πιστοποίηση γνώσεων πληροφορικής με κόστος 60 ευρώ.
Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η ανήλικη, κατά το επίδικο διάστημα, παρακολουθούσε εξωσχολικές δραστηριότητες και ειδικότερα αυτή έκανε μαθήματα μπαλέτου, επί τρίμηνο το 2006, στη σχολή μπαλέτου της Ά. Τ. στο ..., με συνολικό κόστος 210 ευρώ, το έτος 2009-2010 στη σχολή μπαλέτου Α. Δ. στη …. με συνολικό κόστος 1.280 ευρώ, το έτος 2012-2013 στη σχολή κλασικού μπαλέτου "...", με συνολικό κόστος 800 ευρώ και το έτος 2013-2014 στη σχολή χορού της Κ.
Ρ. στο ..., με συνολικό κόστος 1.005 ευρώ. Επίσης αυτή έκανε κολύμβηση στο κολυμβητήριο ... από 6-9-2006 έως 30-6-2007 με συνολικό κόστος 330 ευρώ και στον αθλητικό όμιλο ... "..." το έτος 2011-2012 με συνολικό κόστος 680 ευρώ, συμμετείχε σε θεατρική ομάδα στο θεατρικό όμιλο "..." από 1-11-2006 έως 31-5-2007, με συνολικό κόστος 315 ευρώ, έκανε μαθήματα αρμονίας στο μουσικό ωδείο "..." κατά τη χρονική περίοδο 2007-2009 με ετήσια δίδακτρα 494 ευρώ και κατά τη χρονική περίοδο 2010-2011 συμμετείχε στο σώμα ελληνικού οδηγισμού με ετήσια συνδρομή 142 ευρώ.
Επιπλέον η ανήλικη είχε ανάγκη ψυχολογικής υποστήριξης, λόγω συναισθηματικής ανασφάλειας που της δημιούργησαν τα οικογενειακά ζητήματα και χρειάστηκε παρακολούθηση αυτής από παιδοψυχολόγο κατά τα έτη 2007, 2008 και 2009 με μηνιαίο κόστος κατά μέσο όρο το ποσό των 140 ευρώ. Κατόπιν αυτών με βάση τις παραπάνω οικονομικές δυνατότητες των διαδίκων, και λαμβανομένων υπόψη των συνολικών διατροφικών αναγκών του ανηλίκου τέκνου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του, με μέτρο τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής σε χωριστή διαβίωση των γονέων του, η απαιτούμενη ανάλογη γι' αυτό διατροφή, ανέρχεται στο ποσό των 1.200 ευρώ το μήνα.
Ενόψει δε των προεκτεθέντων εισοδημάτων και των εν γένει οικονομικών δυνάμεων των διαδίκων, ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλει στο ανήλικο τέκνο του, κατά το λόγο της οικονομικής του δυνατότητας προς το άθροισμα των οικονομικών δυνατοτήτων αμφοτέρων των γονέων το ποσό των 950 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 26-7-2006 έως 25-7-2010 και το ποσό των 1.100 ευρώ και για τη χρονική περίοδο από 26-7-2010 έως 30-4-2014 ως συμμετοχή του στη διατροφή της ανήλικης, χωρίς να διακινδυνεύει η δική του διατροφή.
Κατά το υπόλοιπο δε ποσό, που απαιτείται για τη διατροφή του τέκνου, συμμετέχει η ενάγουσα με τα εισοδήματα από την εργασία της και με την προσφορά των προσωπικών της φροντίδων και περιποιήσεων που αποτιμώνται σε χρήμα. Όμως, για τον παρελθόντα της κρινόμενης αγωγής χρόνο από 1-5-2014 έως 14-8-2014, δεν αποδείχθηκε όχληση διατροφής προς τον εναγόμενο, ούτε πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει σαφής και κατηγορηματική άρνηση του εναγομένου για την εκπλήρωση της εν λόγω, παροχής του, ώστε να μην απαιτείται η όχλησή του, η δε επικαλούμενη από την ενάγουσα από 14-8-2014 εξώδικη δήλωση είναι χρονικά μεταγενέστερη.
Επομένως, για τον προαναφερόμενο χρόνο δεν υφίσταται υποχρέωση διατροφής. Επομένως, πρέπει η αγωγή, να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος οφείλει να προκαταβάλλει, το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα στην ενάγουσα, για λογαριασμό του ως άνω ανηλίκου τέκνου τους, διατροφή σε χρήμα, ως ακολούθως:
α) για το χρονικό διάστημα από 26-7-2006 έως 25-7-2010 το ποσό των 950 ευρώ μηνιαίως και β) για το χρονικό διάστημα από 26-7-2010 έως 30-4-2014 το ποσό των 1.100 ευρώ μηνιαίως, άπαντα τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση κάθε ληξιπρόθεσμης παροχής και μέχρι την εξόφληση....". Με την ως άνω απόφασή του, το Εφετείο, με την οποία δέχθηκε, εν μέρει, την αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, έναντι του ήδη αναιρεσείοντος - εναγομένου, φυσικού πατέρα της, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1484, 1485, 1486, 1489 παρ. 2, 1493 και, 1496 του ΑΚ, οι οποίες ήταν, εν προκειμένω, εφαρμοστέες και, ορθώς, εφάρμοσε, καθ' όσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής τους εφαρμογής.
Ειδικότερα, στην αναιρεσιβαλλομένη, αναφέρονται: 1) Η ύπαρξη μεταξύ της εκτός γάμου γεννηθείσας αναιρεσίβλητης και του αναιρεσείοντος σχέσης τέκνου και γονέα, αντιστοίχως, που αναγνωρίσθηκε με την 7/2014, αμετάκλητη, απόφαση του Εφετείου Αθηνών, 2) Η αδυναμία της αναιρεσίβλητης να διατρέφει τον εαυτό της, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, της ανηλικότητάς της, διότι δεν είχε περιουσία και αδυνατούσε να εργασθεί, όπως και η προσδιοριστική του μεγέθους της διατροφής της περιουσιακή κατάσταση των γονέων της. 3) Η υποχρέωση του ήδη αναιρεσείοντος να καταβάλει, διατροφή στην ήδη αναιρεσίβλητη, με βάση τα εισοδήματα από την, εν γένει, εργασία του, ενόψει της παράλληλης υποχρέωσης που είχε να καταβάλει διατροφή στη σύζυγο και δύο, ακόμη, ανήλικα τέκνα του και της μικρότερης συνεισφοράς της μητέρας της αναιρεσίβλητης, και, 4) η οικονομική δυνατότητα του ήδη αναιρεσείοντος να ανταποκριθεί στην ανωτέρω υποχρέωσή του.
Συνακόλουθα, ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμοί 1 και 19 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
IV. Επομένως, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμόν 187/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που υπέβαλε αυτή, με τις, ενώπιον του Αρείου Πάγου, προτάσεις της (άρθρα 106, 176, 183 και, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 07-03-2018 αίτηση αναίρεσης της 187/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Σεπτεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ