Appeal allowed when lower court failed to consider a specific acquittal judgment submitted as evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision, ruling that the lower court failed to consider a specific acquittal judgment submitted by the appellant. The appellant argued that the lower court ignored this evidence despite its submission, while the respondent contended that all evidence had been reviewed. The court found that the acquittal judgment was not explicitly mentioned in the lower court's reasoning, creating a valid ground for appeal under Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 335, 338, 339, 341, 346 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the non-consideration of evidence is admissible if the lower court's decision fails to explicitly address a specific piece of evidence submitted by the parties, even if other evidence is generally acknowledged.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1278 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1278/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Λ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Παπαναγιώτου.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κωνσταντία Καζά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-10-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1917/2006 μη οριστική, 2291/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 710/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 18-6-2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 12-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 18-6-2007 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθ. 710/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολ..Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσεκόμισαν είτε προς άμεση είτε προς έμμεση απόδειξη. Για την βασιμότητα του λόγου αυτού, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να εκτιμήσει κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 2/2008). Ο λόγος απορρίπτεται, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσεκομίσθησαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ..π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα (Α.Π. 109/2012, 1573/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση δια της από ενδίκου αγωγής του ο ήδη αναρεσίβλητος εξέθετεν ότι οι εναγόμενοι Π. Κ., Κ. Γ. και Ι. Λ.. ήδη αναιρεσείων, επί σκοπώ πορισμού παρανόμου περιουσιακού οφέλους, τον παρέπεισαν, παραστήσαντες ψευδώς ότι δι' επενδύσεως χρημάτων στην μνημονευομένη σ' αυτή (αγωγή) εταιρεία (ΑΕΛΔΕ) θα είχε εξασφαλισμένα προκαθορισμένα υψηλά κέρδη σε ορισμένες ημερομηνίες και έτσι τους κατέβαλε διαδοχικώς το συνολικό χρηματικό ποσό των 17.000.000 δραχμών, κατά το οποίο και ζημιώθηκε, ενώ υπέστη επί πλέον δια της εις βάρους του αδικοπραξίας και ηθική βλάβη, για την οποία δικαιούται ευλόγου χρηματικής ικανοποιήσεως, ανερχομένης στο ποσό των 5.000.000 δραχμών.
Εζήτησε δ' ακολούθως με την αγωγή αυτή να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και δια προσωπικής των κρατήσεως να καταβάλουν σ' αυτόν τα ως άνω χρηματικά ποσά (νομιμοτόκως). Επί της ως άνω αγωγής εξεδόθη η υπ' αριθμ. 2291/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε αυτήν εν όλω μεν ως προς την περιουσιακή ζημία, εν μέρει δε ως προς δια χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος προς τον ενάγοντα το ποσό των 52.890 € (νομιμοτόκως).
Μετά από άσκηση εφέσεως κατά της ανωτέρω αποφάσεως από τον τρίτο των εναγομένων και ήδη αναιρεσείοντα εξεδόθη η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 710/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (με απορριπτική επ' αυτής (εφέσεως) κατ' ουσίαν κρίση,) η οποία έχει ως εξής: "Ο 3ος εναγόμενος (αναιρεσείων), αυτοκινητιστής κατ' επάγγελμα ...
γνωρίστηκε με τους 1ο και 2ο εναγομένους ... το καλοκαίρι του 1999. Οι 1ος και 2ος παραπάνω εναγόμενοι είχαν ως επάγγελμα αποκλειστικά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών και συγκεκριμένα την λήψη και την διαβίβαση εντολών, με αντικείμενο κινητές αξίες για λογαριασμό των πελατών τους. Το εν λόγω επάγγελμα ασκούσαν μέσω της εδρεύουσας στην Αργυρούπολη - Αττικής ...
εταιρίας ... με τον διακριτικό τίτλο "UNITRUST (Γιούνιτραστ) ΑΕΑΑΕ ", που συνεστήθη με το με αριθμ. 37/ 22.7.1999 καταστατικό ... και λειτούργησε μέχρι το καλοκαίρι του έτους 2000. Νόμιμος εκπρόσωπος της παραπάνω εταιρίας ήταν ο 2ος εναγόμενος Κ. Γ. και μέλος του πρώτου διοικητικού της συμβουλίου υπήρξε ο 1ος εναγόμενος, Κ.
Κ.. Περαιτέρω κατά τον μήνα Αύγουστο του έτους 1999, που οι αγοραπωλησίες των μετοχών είχαν εισέτι ανοδική πορεία, ο 3ος εναγόμενος μετέβη στην παραπάνω διεύθυνση, όπου βρίσκονταν τα γραφεία της εταιρίας των λοιπών εναγομένων, με σκοπό να επενδύσει ορισμένα χρήματα δικά του. Έκτοτε ο 3ος εναγόμενος κατά καιρούς επένδυε διάφορα χρηματικά ποσά στην εταιρία "UNITRUST (Γιούνιτραστ) ΑΕΑΑΕ ", ανήλθαν δε τελικά, στο ποσό των 80.000.000 δραχμών περίπου.
Αποτέλεσμα της συνεργασίας του 3ου εναγομένου μετά των λοιπών εναγομένων ήταν η ανάπτυξη μεταξύ τους μιας φιλικής σχέσης. Εξάλλου η κόρη τον 3ου εναγομένου... συνδεόταν με ιδιαίτερη φιλία με την κόρη του ενάγοντος, αυτός δε σε συζητήσεις πληροφορήθηκε ότι ο 3ος εναγόμενος είχε τοποθετήσει επωφελώς χρήματα στην παραπάνω εταιρία των 1ου και 2ου των εναγομένων, με απολαβή υψηλών κερδών, ο ίδιος δε διέθετε σημαντικό χρηματικό ποσόν, γύρω στα 17.000.000 δρχ.
και τότε ήλθε για πρώτη φορά σε επαφή και συνεννόηση με τον εκκαλούντα σχετικά με την επένδυση των χρημάτων του στην παραπάνω εταιρία, προκειμένου να αποκομίσει και αυτός εξησφαλισμένα, και προκαθορισμένα κέρδη. Έτσι ο ενάγων πείστηκε προς τούτο από τον εκκαλούντα και από τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 2000 και εντεύθεν έγινε πελάτης της προαναφερθείσας ανώνυμης εταιρίας στην οποία παρέδωσε αρχικά το ποσόν των 5.000.000 δραχμών προς επένδυση ...
Στα πλαίσια της συνεργασίας τους αυτής, η οποία όπως αποδείχτηκε, έως και τον μήνα Μάιο του 2000 εξελισσόταν ομαλά, ο ενάγουν προχώρησε σε επένδυση χρημάτων πεισθείς στις διαβεβαιώσεις τόσον του εκκαλούντα όσον και των λοιπών εναγομένων, τους οποίους γνώρισε πλέον διαμέσου του εκκαλούντος στα γραφεία της ανωνύμου εταιρίας και όλοι μαζί στη συνέχεια (εναγόμενοι) κατόπιν συνεννόησης και συναπόφασής τους, του παρέστησαν ψευδώς, εκμεταλλευόμενοι την αμέριστη εμπιστοσύνη που είχε στον 3ο εναγόμενο εξ αιτίας της προαναφερομένης σχέσης των θυγατέρων τους, ότι τα μέλη της εταιρίας (1ος και 2ος των εναγομένων) είναι φερέγγυα πρόσωπα με μεγάλη οικονομική επιφάνεια και εμπειρία στον χρηματιστηριακό και ασφαλιστικό κύκλο, ότι διατηρούν την παραπάνω εταιρία που ασχολείται με επενδύσεις κυρίως με αμοιβαία κεφάλαια και μετοχές ασφαλιστικών εταιριών και εταιριών υψηλής κεφαλοποίησης, ότι η εταιρία αυτή διαθέτει ίδια κεφάλαια άνω του ενός δισεκατομμυρίου δραχμών, με μεγάλη δραστηριότητα στην Ελλάδα και την Κύπρο, ότι αν τους κατέβαλε τα χρήματα του, είχαν την δυνατότητα να τα επενδύσουν επωφελέστατα, με μεγάλα και άμεσα, κέρδη, τα οποία κάθε πελάτης ελάμβανε σε τακτά και προκαθορισμένα χρονικά διαστήματα και ημερομηνίες και ότι θα ήταν πλήρως εγγυημένο το κεφάλαιο του στα χέρια τους.
Έτσι ο ενάγων πέραν του παραπάνω ποσού των 5.000.000 δρχ. που παρέδωσε στον 2ο εναγόμενο τον Φεβρουάριο του 2000, τον Μάϊο του ιδίου έτους του παρέδωσε άλλα 5.000.000 δρχ, συνολικά δηλαδή 10.000.000 δρχ., λαμβάνοντας προς εξασφάλιση του από τους εναγομένους, αρχικά την με αρ. ... τραπεζική επιταγή της Ιονικής Τράπεζας, ποσού 6.000.000 δρχ.
με ημερομηνία εκδόσεως την 20-5-2000 η οποία όμως, όπως αποδείχτηκε, ήταν ακάλυπτη, ενώ στην συνέχεια την από 26.5.2000 απόδειξη της παραπάνω εταιρίας, στην οποία ανεγράφετο ότι η τελευταία του οφείλει το συνολικό χρηματικό ποσόν των 11.500.000 δρχ. δηλαδή κεφάλαιο 10.000.000 δρχ. που ο ίδιος είχε, κατά τα προλεχθέντα, παραδώσει προς επένδυση στην εταιρία καθώς και 1.500.000 δραχμές απόδοση του κεφαλαίου για το χρονικό διάστημα, από τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 2000 μέχρι και τον μήνα Μάιο του ιδίου έτους.
Το μοναδικό ποσόν που έλαβε ο ενάγων ως κέρδος από την υποτιθέμενη επένδυση στην εταιρία "UNITRUST ΑΕΛΔΕ ", ήταν το ποσόν του 1.000.000 δρχ. κατά τον μήνα Μάρτιο του 2000. Κατά την διάρκεια των καλοκαιρινών μηνών του έτους 2000 ο ενάγων όμως ευρισκόμενος σε ανάγκη να χρησιμοποιήσει το κεφάλαιο του παραπάνω ποσού των 10.000.000 δρχ., ζήτησε από τους εναγομένους να παραλάβει το εν λόγω χρηματικό ποσόν, μαζί με τις οποιεσδήποτε έως τότε οικονομικές αποδόσεις του, πλην όμως οι εναγόμενοι του ανέφεραν ότι τη δεδομένη χρονική στιγμή υφίστατο πρακτική γ' αυτούς δυσκολία να του επιστρέψουν τα χρήματα του, καθόσον μεγάλα χρηματικά κεφάλαια των επενδύσεών τους παρέμειναν "εγκλωβισμένα" στην Κύπρο χρειάζονταν δε οι ίδιοι περισσότερα κεφάλαια για να δυνηθούν να τα απεγκλωβίσουν.
Μετά ταύτα συμφώνησαν όλοι οι εναγόμενοι με τον ενάγοντα να τους παραδώσει αυτός επί πλέον άλλα 7.000.000 δρχ., ο τελευταίος δε πεισθείς στις παραπάνω παραστάσεις των εναγομένων περί της πρόσκαιρης οικονομικής τους αδυναμίας να προβούν στην επιστροφή στον ίδιο του κεφαλαίου του και των κερδών κατόπιν επιπλέον και της διαβεβαίωσης του 3ου εναγομένου που τον επισκέφθηκε στην οικία του και του εγγυήθηκε προσωπικά την επιστροφή του ποσού που θα έδινε για την διευκόλυνση του απεγκλωβισμού των παραπάνω κεφαλαίων, παρέδωσε το επιπλέον αυτό χρηματικό ποσόν, αφού άλλωστε οι εναγόμενοι του επέδειξαν και ακολούθως του παρέδωσαν την με αριθμ. ...
τραπεζική επιταγή της Ε.Τ.Ε, εκδόσεως της εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΡΑΣΟΦΤ", ποσού 52.000.000 δραχμών που έφερε ως ημερομηνία εκδόσεως της την 30-10-2000, η οποία όπως εκ των υστέρων αποδείχθηκε, ήταν καθ' ολοκληρίαν πλαστή. Αντιληφθείς την πλαστότητα του εν λόγω αξιόγραφου πολύ πριν την ημερομηνία που ανέγραφε η επιταγή (δηλαδή 20-10-2000) ο ενάγων αναζήτησε από τους εναγομένους επίμονα, σε πολλές συναντήσεις τους, που επακολούθησαν, την επιστροφή των χρημάτων του, οι τελευταίοι (εναγόμενοι) κάτω από το βάρος της πίεσης του δέχθηκαν και του παρέδωσαν την με αρ. ...
τραπεζική επιταγή της Τράπεζας Εργασίας, ποσού 17.000.000 δρχ. εκδόσεως του εκκαλούντος, που έφερε ως ημερομηνία εκδόσεως της την 20-10-2000. Η εν λόγω όμως τραπεζική επιταγή ουδέποτε πληρώθηκε, αφού δεν υπήρχαν όπως αποδείχθηκε στον ... τραπεζικό λογαριασμό του δικαιούχου Ι. Λ. (εκκαλούντος) τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια προς πληρωμή αυτής, ο δε ενάγων δεν την σφράγισε πειθόμενος στις παρακλήσεις του 3ου εναγομένου που επικαλείτο την στενή φιλία των θυγατέρων τους.
Έκτοτε οι εναγόμενοι απέφευγαν συστηματικά κάθε επικοινωνία με τον ενάγοντα, στον οποίο μέχρι σήμερα δεν έχουν επιστρέψει το ποσόν των 17.000.000 δρχ. που τους κατέβαλε συνολικά κατά τα προαναφερθέντα, πειθόμενος στις παραπάνω παραστάσεις των εναγομένων, οι οποίες όπως εκ των υστέρων αποδείχθηκε, ήσαν ψευδείς, εφόσον ουδέποτε η παραπάνω εταιρία είχε την δυνατότητα να προβαίνει σε χρηματοοικονομικές εργασίες για τις οποίες υπήρχε προκαθορισμένο κέρδος, αντίθετα ήταν παντελώς αφερέγγυα αφού δεν είχε κεφάλαια ώστε να μπορεί να εξασφαλιστεί η απαίτηση του ενάγοντα με αποτέλεσμα να υποστεί ισόποση ζημία στην περιουσία του.
Την αληθινή δε κατάσταση, ότι δηλαδή οι εναγόμενοι ήσαν αφερέγγυα πρόσωπα, στερούνταν οικονομικής επιφανείας και δεν είχε κεφάλαια η εταιρεία, αλλά αντίθετα είχαν μεγάλο οικονομικό άνοιγμα και διέθεταν τα χρήματα που παρελάμβαναν από τους πελάτες τους για να καλύψουν διάφορες οικονομικές υποχρεώσεις τους και όχι για να τα επενδύσουν, εάν εγνώριζε ο ενάγουν δεν θα προέβαινε ο ίδιος στις καταβολές των προαναφερομένων χρηματικών ποσών στους εναγομένους.
Έτσι ο ενάγων υπέστη ζημία στην περιουσία του ανερχομένη στο ποσόν των 17.000.000 δρχ. ή 49.890 ευρώ με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος των εναγομένων, στην επίτευξη του οποίου και εξαρχής σκόπευαν αυτοί. Ο 3ος εναγόμενος αρνείται την οποιαδήποτε συμμετοχή του στην κατά τα παραπάνω εξαπάτηση τον ενάγοντος, ισχυριζόμενος :
ότι οι 1ος και 2ος των εναγομένων τον εξαπάτησαν και είναι το μεγαλύτερο θύμα τους, αφού η ζημία που του προξένησαν ανέρχεται σε 80.000.000 δρχ. περίπου, ότι πράγματι γνώρισε τον ενάγοντα στους λοιπούς εναγομένους, πλην όμως ουδέποτε συνέπραξε με τους τελευταίους για να τον πείσουν να τους εμπιστευθεί οποιοδήποτε χρηματικό ποσόν, ότι ο ίδιος όχι μόνον δεν απεκόμισε οποιοδήποτε όφελος αλλά αντίθετα ζημιώθηκε, ότι όλοι οι ζημιωθέντες τον είχαν διορίσει αντιπρόσωπο τους και με αυτή την ιδιότητα του παραδίδονταν από τον 2ο εναγόμενο επιταγές προς εξασφάλιση της ομάδας των επενδυτών, τις οποίες όχι μόνον επεδείκνυε αλλά και τους μετέφερε και τις υποσχέσεις του, ότι οι 1ος και 2ος των εναγομένων μετέρχονταν την απάτη, το διαπίστωσε, όπως και όσοι άλλοι είχαν εμπιστευθεί σ' αυτούς τα χρήματα τους, όταν οι επιταγές που του είχαν παραδώσει προς εξασφάλιση, αποδείχτηκαν χωρίς αντίκρυσμα και οι υποσχέσεις που του έδιναν ψεύτικες, ότι ο ίδιος (εκκαλών) ύστερα από προτροπή του 1ου εναγομένου έδωσε στη σύζυγο του ενάγοντα, Α., την επιταγή των 17.000.000 δρχ.
έκδοσης του, ως εγγύηση, με την προοπτική μετά την εξόφληση της επιταγής των 52.000.000 δρχ. που είχε στα χέρια του να επιστρέψει τα χρήματα στον ενάγοντα και να πάρει απ' αυτόν την επιταγή του. Επί των παραπάνω ισχυρισμών του εκκαλούντος λεκτέα τα ακόλουθα : Ο εκκαλών από τα χρήματα που κατόπιν υποδείξεώς του ή μεσολαβήσεως του εμπιστεύονταν τρίτοι στους 1ο και 2ο εναγομένους είχε οπωσδήποτε προσωπικό χρηματικό όφελος, δηλαδή συμμετείχε αυτός με κέρδος -όπως γίνεται δεκτό και στο με αρ. 589/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών που επισυνάπτεται - στην προσέλκυση πελατών στις δραστηριότητες της παραπάνω εταιρίας και επομένως είχε κάθε συμφέρον να την εμφανίζει φερέγγυα και αξιόπιστη, όπως και έπραξε στην συγκεκριμένη περίπτωση.
Επί πλέον από τα στοιχεία της δικογραφίας και ιδίως από την από 8.10.2003 κατάθεση της Α. Τ., προκύπτει ότι η επιταγή των 17.000.000 δρχ. δόθηκε από τον 3ο εναγόμενο μετά την αποκάλυψη της πλαστότητας της επιταγής των 52.000.000 δρχ. από τον ενάγοντα για την σύζυγο του. Οι τελευταίοι δηλαδή είχαν ήδη στα χέρια τους την πλαστή επιταγή των 52.000.000 δρχ., γνώριζαν την πλαστότητα της και στη συνέχεια διαμαρτύρονταν και ζητούσαν την επιστροφή των χρημάτων τους, εξάλλου εάν ο εκκαλών δεν ενεργούσε σε συνεννόηση και συνεργασία, με τους 1ο και 2ο εναγομένους δεν είχε λόγο να εκδώσει την προσωπική του αυτή επιταγή των 17.000.000 δρχ., το τελευταίο αυτό γεγονός επιβεβαιώνει την βασιμότητα των όσων ιστορεί ο ενάγων για τις επιταγές που κατείχε ο εκκαλών και τον καθησύχαζε.
Συνεπώς ύστερα από τα παραπάνω καθίσταται φανερόν ότι οι προαναφερθέντες ισχυρισμοί του εκκαλούντος στερούνται ουσιαστικής βασιμότητας. Η εκκαλουμένη απόφαση συνεπώς που έκρινε ομοίως με συνοπτικότερη αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με αντίστοιχο μέρος της παρούσης, δεν έσφαλε αλλά ορθά τον νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει να απορριφθούν cue αβάσιμα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο 3ος εναγόμενος στους δύο πρώτους λόγους της έφεσής του".
Την ανωτέρω απόφαση μέμφεται ο αναιρεσείων -τρίτος εναγόμενος με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και με τον μοναδικό λόγο αυτής που συνίσταται στην παραβίαση της διατάξεως του άρθρον 559 αριθμ. 11 εδ. γ' τον Κ.Πολ.Δ. Συγκεκριμένα ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο για την διαμόρφωση της δικανικής του πεποιθήσεως δεν έλαβε υπόψη του κρίσιμα αποδεικτικά μέσα που αυτός είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει ενώπιον του για την απόδειξη των ισχυρισμών του και ειδικότερα τα αναφερόμενα αναλυτικώς στο αναιρετήριο πενήντα εννέα (59) έγγραφα, τα οποία αποδεικνύουν πλήρους τους ισχυρισμούς του ότι υπήρξε και ο ίδιος θύμα απάτης των συνεναγομένων του και δεν είχε οποιαδήποτε συμμετοχή και σχέση στην υπ' αυτών εξαπάτηση του ενάγοντος, ήδη αναιρεσιβλήτου και συνεπώς εάν είχαν ληφθεί υπόψη από το Εφετείο θα οδηγούσαν στην απόρριψη της εναντίον του αγωγής.
Εκ των ως άνω εγγράφων ιδιαιτέρα βαρύτητα αποδίδεται από τον αναιρεσείοντα στην υπ' αριθμ. 1384/2006 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία αυτός μόνος εξ όλων των λοιπών κατηγορουμένων κηρύχθηκε αθώος για τα αδικήματα της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό της κακουργηματικής απάτης, και της καταρτίσεως πλαστού εγγράφου, τα οποία σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 589/2004 παραπεμπτικό βούλευμα τον Συμβουλίου Εφετών Αθηνών εφέρετο να έχει διαπράξει από κοινού μετά των συγκατηγορουμένων του.
Ο ανωτέρω ισχυρισμός και λόγος αναιρέσεως τουλάχιστον ως προς την προδιαληφθείσα αθωωτική για τον αναιρεσείοντα απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κρίνεται βάσιμος, διότι παρά την ρητή αναφορά στην προσβαλλομένη απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων και όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από το περιεχόμενο της εν λόγω αποφάσεως και ειδικότερα από τις παραδοχές αυτές που αφορούν τους προειρημένους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι ελήφθη υπόψη και η συγκεκριμένη αθωωτική απόφαση.
Έτσι, ενώ στην προσβαλλομένη απόφαση, προς αντίκρουση των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος περί μη συμμετοχής του στην εξαπάτηση του αναιρεσιβλήτου παρά των συνεναγομένων του, γίνεται ειδική αναφορά στο υπ' αριθμ. 589/2004 βούλευμα τον Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο αυτός παρεπέμφθη από κοινού με τους τελευταίους και με βάση τα ίδια πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ένδικη αγωγή, στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, δεν μνημονεύεται η εκδοθείσα από το Δικαστήριο αυτό υπ' αριθμ. 1384/2006 απόφαση, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε αθώος των αξιοποίνου πράξεων για τις οποίες παρεπέμφθη, με την αιτιολογία ότι δεν απεδείχθη ότι αυτός από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του ιδιοποιήθηκε τα χρήματα του αναιρεσιβλήτου ή ότι είχε οποιαδήποτε συμμετοχική δράση με οποιαδήποτε μορφή στην πράξη των λοιπών, απεναντίας μάλιστα και αυτός είχε εμπιστευθεί στους ως άνω κατηγορουμένους πολύ μεγαλύτερο ποσό (80.000.000 δρχ.) και υπέστη ζημία, έχων υποβάλει σχετική μήνυση.
Την απόφαση αυτή καθώς και τα σχετικά πιστοποιητικά της Γραμματείας του Εφετείου Αθηνών και του Αρείου Πάγου ότι κατέστη αμετάκλητη είχε νομίμως επικαλεσθεί και προσκομίσει ο αναιρεσείων ενώπιον του δικάσαντος Εφετείου, το οποίο όμως με βάση τα προεκτεθέντα, δεν είναι αναμφίβολο ότι έλαβε υπόψη του για την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος.
Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο μοναδικός, ως άνω λόγος εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11γ Κ.Πολ.Δ. και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές κατά το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει, και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, ως ηττώμενος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 710/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 18η Μαρτίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 12η Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ