Legislator Case Law & Legislation
1278/2010 AI generated

Supreme Court remands appeal case regarding lawyer fees contract validity and unjustified withdrawal of mandate.

Case Number 1278/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Court of Appeal's dismissal of a civil action. The appellant argued that the withdrawal of his legal mandate was unjustified, while the lower court failed to provide sufficient reasoning regarding the validity of the fee agreement and the necessity of the referral to the disciplinary council. The Court found the lower court's reasoning insufficient on these critical points, necessitating a remand for further examination by a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Art. 96(5) & Art. 170 of the Lawyers Code; Art. 559(19) & Art. 580(3) of the Code of Civil Procedure: A contract for legal services contingent on the final outcome of the case remains valid until the case is fully concluded, and a lower court's decision must provide adequate reasoning regarding the validity of such contracts and the justification for disciplinary referrals to allow for effective appellate review.

Keywords

AI generated
contingent lawyer fees unjustified withdrawal of mandate legal ethics referral insufficient reasoning remand for retrial lawyer code provisions final judgment requirement

Cited Legislation

AI generated
Art. 96(5) of the Lawyers Code 1954
Art. 170 of the Lawyers Code 1954
Art. 559(19) of the Code of Civil Procedure
Art. 580(3) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1278 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1278/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματι-κούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ

Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Δελαπόρτα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, η οποία παρίσταται ατομικώς αλλά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της Ψ3, 2) Ψ2, 3) Ψ3, 4) Ψ4, 5) Ψ5 και 6) Ψ6. Εκπροσωπήθηκαν όλοι τους από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Πανταζή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-11-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 38/2005 μη οριστική απόφαση, η 318/2005 οριστική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου και η 2413/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31-10-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 16-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των δεύτερου και τέταρτου, κατά το δεύτερο μέρος τους, λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσι-βλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρ. 96 παρ. 5 του ΝΔ 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", η συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή του δικηγόρου από την έκβαση της δίκης, τότε μόνο ισχύει, όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να λάβει κάποια αμοιβή. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τη διάταξη της παρ. 4 του ίδιου άρθρου συνάγεται, ότι η αμοιβή του δικηγόρου που έχει συμφωνηθεί από την έκβαση της δίκης προϋποθέτει ότι η δίκη θα κερδηθεί τελεσιδίκως και συνεπώς ζήτημα αμοιβής του δικηγόρου τότε μόνο δύναται να ανακύψει όταν κερδηθεί τελεσιδίκως η δίκη, από την έκβαση της οποίας είχε συμφωνηθεί ότι θα εξαρτάται η αμοιβή.

Η περί εργολαβίας της δίκης ως άνω συμφωνία εξακολουθεί να υπάρχει και να ισχύει μέχρι περατώσεως τελεσιδίκως της δίκης, εκτός εάν καταργηθεί με νεότερη αντίθετη συμφωνία, η οποία μπορεί να γίνει ατύπως και σιωπηρώς, αρκεί να προκύπτει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη θέλησαν την κατάργηση της σύμβασης εργολαβίας δίκης και τον καθορισμό της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου για κάθε δικαστική ή δικηγορική ενέργειά του, είτε με βάση τη νέα συμφωνία, είτε με βάση τα προβλεπόμενα ελάχιστα νόμιμα όρια της αμοιβής.

Περαιτέρω, κατά το άρθρ. 170 του ίδιου κώδικα, αν έχει συμφωνηθεί αμοιβή και ανακληθεί αδικαιολόγητα η εντολή προς τον δικηγόρο, ο εντολέας υποχρεούται να εκτελέσει αμέσως όλες τις υποχρεώσεις του από τη συμφωνία. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι σε περίπτωση εργολαβίας δίκης, στην οποία υπάρχει συμφωνία περί αμοιβής, αν η εντολή προς τον δικηγόρο ανακληθεί αδικαιολόγητα, ο τελευταίος δικαιούται τη συμφωνημένη αμοιβή υπό την προϋπόθεση ότι, αν δεν μεσολαβούσε η ανάκληση της εντολής, θα διεξήγε επιτυχώς τη δίκη στην οποία αφορούσε η εντολή με βέβαιη κατάληξη την έκδοση ευνοϊκής για τον εντολέα του τελεσίδικης απόφασης.

Η κρίση περί αυτού του δικαστηρίου της ουσίας είναι νομική, διότι σχηματίζεται από τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανέλεγκτα έγιναν δεκτά από αυτό, με βάση α) γενικότερα κριτήρια αξίας, που αντλούνται από τις εκάστοτε κρατούσες αντιλήψεις πολιτισμού και β) τους κανόνες της κοινής πείρας και συνεπώς, ελέγχεται αναιρετικά για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Εξάλλου, το δικαίωμα του εντολέα να άρει την εμπιστοσύνη του από τον εντολοδόχο και να αφαιρέσει από αυτόν την ανατεθείσα υπόθεση ασκείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 167 και 724 Α.Κ., με μονομερή και απευθυντέα στον αντισυμβαλλόμενο δήλωση βουλήσεως, η δε λύση της εντολής επέρχεται με την περιέλευση αυτής στο πρόσωπο που απευθύνεται.

Η ανάκληση της εντολής μπορεί να γίνει και σιωπηρά, αρκεί ο εντολέας να καταστήσει γνωστή τη βούλησή του αυτή στον εντολοδόχο. Τέλος, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, διότι στην κρίση του αυτή προβαίνει το δικαστήριο ανέλεγκτα, κατά το άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για τον λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: Στις 26 Σεπτεμβρίου 2000 κατά το ναυάγιο του πλοίου "...", ιδιοκτησίας της εταιρείας "Ελλάς Φλάινγκ Ντόλφινς Α.Ν.Ε.", απεβίωσε, λόγω πνιγμού, ο ..., σύζυγος της πρώτης αναιρεσίβλητης, πατέρας των τέκνων της (Ψ3 και Ψ2), υιός του τρίτου και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων και γαμβρός (επί θυγατρί) του πέμπτου και έκτης εξ αυτών.

Μετά την πάροδο εύλογου χρονικού διαστήματος από τον θάνατο του συγγενούς τους, ο αδερφός της πρώτης αναιρεσίβλητης, Ξ, ανέλαβε την υποχρέωση ανευρέσεως δικηγόρου που θα εκπροσωπούσε την οικογένεια του θανόντος στις αστικές και ποινικές υποθέσεις κατά των υπευθύνων του ναυαγίου. Ο Ξ, αφού αρχικά απευθύνθηκε σε διάφορους δικηγόρους, τελικώς, με την προτροπή του συναδέλφου του στην τράπεζα ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ ..., απευθύνθηκε στον δικηγόρο της εν λόγω τράπεζας Άγγελο Παπαδημητρίου, ο οποίος του συνέστησε τον αναιρεσείοντα με τον οποίο ήλθε σε επαφή για τις πρώτες συνεννοήσεις για λογαριασμό των αναιρεσιβλήτων.

Τον Μάρτιο του 2001 επισκέφθηκε τον αναιρεσείοντα στο γραφείο του και η πρώτη αναιρεσίβλητη ως εκπροσωπούσα τον εαυτό της και τα παιδιά της, αλλά και τους γονείς της και τους γονείς του αποβιώσαντος συζύγου της, οι οποίοι, λόγω του βαρύτατου πένθους και της ηλικίας τους δεν ήταν σε θέση να χειριστούν τα ζητήματα των αποζημιώσεων.

Κατά την εκεί επίσκεψή της η πρώτη αναιρεσίβλητη, η οποία είχε ήδη ενημερωθεί από τον αδελφό της (Ξ) για τις συνεννοήσεις που αυτός είχε κάνει με τον αναιρεσείοντα, ανέθεσε σε αυτόν τον χειρισμό της υπόθεσης για την επιδίκαση σε αυτήν και τους λοιπούς αναιρεσίβλητης αποζημίωσης για χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, που αυτοί υπέστησαν από τον θάνατο του συγγενού τους, για την επιδίκαση διατροφής στην ίδια και τα παιδιά της και την παρακολούθηση του ποινικού μέρους της υπόθεσης, ώστε να παραστούν ως πολιτικώς ενάγοντες.

Συμφωνήθηκε δε ότι ο αναιρεσείων ως αμοιβή του θα ελάμβανε ποσοστό 12% επί του όποιου εισπραχθησόμενου από τους αναιρεσιβλήτους ποσού, είτε αυτό θα εισπράττετο με οριστικές ή τελεσίδικες αποφάσεις, των οποίων την έκδοση ο αναιρεσείων θα επιτύγχανε, είτε θα εισπράττετο μετά από δικαστικό ή εξώδικο συμβιβασμό, ενώ σε περίπτωση αποτυχίας δεν θα ελάμβανε καμία αμοιβή.

Η συμφωνία αυτή για την αμοιβή του αναιρεσείοντος ήταν προφορική και αφορούσε όλους τους αναιρεσιβλήτους, καθόσον η πρώτη εξ αυτών είχε αναλάβει τυπικά και ουσιαστικά τον χειρισμό της όλης υπόθεσης, ενεργώντας κατ' εντολή και για λογαριασμό όλων. Κατόπιν απαίτησης του αναιρεσείοντος τόσο η πρώτη αναιρεσίβλητη και τα εκπροσωπούμενα από αυτήν ανήλικα τότε παιδιά της, όσο και οι λοιποί αναιρεσίβλητοι, αφού με τις 5776/2001. 5777/2001, 5778/2001 πράξεις ανακλήσεως πληρεξουσίου του Συμβολαιογράφου Σάμου Νικ.

Σταθάκου, ανακάλεσαν, προηγηθείσες εντολές που είχαν δώσει σε άλλους δικηγόρους, με τα 5779/2001 και 5490/2001 ειδικά πληρεξούσια των Συμ/φων Σάμου Νικ. Σταθάκου και Αθηνών Μαρίας Κωνσταντίνου Δανιά-Σινάνη, ανέθεσαν στον αναιρεσείοντα την εντολή του χειρισμού της συγκεκριμένης υπόθεσής τους. Στα πλαίσια της ανατεθείσας εντολής ο αναιρεσείων άσκησε κατά της πλοιοκτήτριας εταιρείας την από 15-3-2001 αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων που αφορούσε τις απαιτήσεις των εντολέων του για χρηματικές τους ικανοποιήσεις λόγω ψυχικής οδύνης και την από 16-3-2001 αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων που αφορούσε τις απαιτήσεις της πρώτης αναιρεσίβλητης και των δύο παιδιών της για αποζημίωση για στέρηση διατροφής.

Επί των αιτήσεων αυτών εκδόθηκε η 2289/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία έγιναν δεκτές και διατάχθηκε η συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας της πλοιοκτήτριας και συγκεκριμένα του πλοίου "..." μέχρι του ποσού των 190.000.000 δρχ. και επιπλέον επιδικάσθηκε ως προσωρινή μηνιαία αποζημίωση για στέρηση διατροφής (της πρώτης αναιρεσίβλητης και των τέκνων της) το ποσό των 200.000 δρχ.

Στη συνέχεια συνέταξε και κατέθεσε την από 3-5-2001 τακτική αγωγή απευθυνόμενη στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, που αφορούσε τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης των αναιρεσιβλήτων. Παράλληλα, ο αναιρεσείων παρακολουθούσε και την εξέλιξη του ποινικού μέρους της υπόθεσης, την πορεία της κυρίας ανάκρισης και την έκδοση των σχετικών βουλευμάτων, ενώ η δικάσιμος της παραπάνω τακτικής αγωγής είχε ορισθεί μετ' αναβολή από τη δικάσιμο της 14-5-2002 για την 11-11-2003.

Από τον Μάρτιο του 2001 που ανατέθηκε στον αναιρεσείοντα η εντολή μέχρι το Σεπτέμβριο του 2003 δεν υπήρξαν προβλήματα στις σχέσεις αυτού και των αναιρεσιβλήτων. Κατά μήνα Σεπτέμβριο 2003, συνεχίζει το Εφετείο και ενώ πλησίαζε η ημερομηνία εκδίκασης της παραπάνω τακτικής αγωγής, όταν ο αναιρεσείων μετέφερε πρόταση της πλοιοκτήτριας εταιρείας για συμβιβαστική επίλυση της υπόθεσης με την υπογραφή πρακτικού συμβιβασμού, οι αναιρεσίβλητοι αποφάσισαν να διορίσουν στην υπόθεση και δεύτερο δικηγόρο, όχι διότι είχαν κάποιο παράπονο από τον αναιρεσείοντα αλλά για να αισθάνονται μεγαλύτερη ασφάλεια για την όσο το δυνατόν ευνοϊκότερη γι' αυτούς εξέλιξη της υπόθεσής τους, τόσο της αστικής όσο και της ποινικής.

Την πρόθεσή τους αυτή, για τον διορισμό και δεύτερου δικηγόρου, γνωστοποίησε στον αναιρεσείοντα η πρώτη αναιρεσίβλητη αρχικά τηλεφωνικώς και στη συνέχεια σε επίσκεψή της στο γραφείο του, συνοδευόμενη από τον πέμπτο αναιρεσίβλητο στις 22-9-2003, ζήτησαν δε από αυτόν αντίγραφα των δικαστικών αποφάσεων που είχαν εκδοθεί μέχρι εκείνο το χρονικό σημείο και αντίγραφο της ως άνω από 3-5-2001 τακτικής αγωγής.

Ο αναιρεσείων δυσανασχέτησε με την απόφαση των αναιρεσιβλήτων να διορίσουν και δεύτερο δικηγόρο και μέσω εταιρείας ταχυμεταφορών απέστειλε, στις 30-9-2003, τρία εργολαβικά δίκης που αφορούσαν τους τέσσερις πρώτους αναιρεσιβλήτους (η δεύτερη αναιρεσίβλητη ήταν τότε ανήλικη) και δύο εργολαβικά δίκης στους πέμπτο και έκτη των αναιρεσιβλήτων, στα οποία περιλαμβάνετο η συμφωνία περί αμοιβής του, που είχε καταρτισθεί με την πρώτη αναιρεσίβλητη ως εκπροσωπούσα όλους τους αναιρεσι-βλήτους τον Μάρτιο του 2001.

Ο αναιρεσείων που είχε πληροφορηθεί κατά τα ανωτέρω τη σύμπραξη και δεύτερου δικηγόρου στις υποθέσεις των αναιρεσιβλήτων (αστική και ποινική), στα εργολαβικά δίκης που απέστειλε, συμπεριέλαβε και όρο (5ος), σύμφωνα με τον οποίο "σε περίπτωση που ο εντολέας επιθυμεί να προσλάβει έτερο δικηγόρο ή δικηγόρους για το χειρισμό της ίδιας υποθέσεως σε καμία περίπτωση η πρόσληψη αυτή δεν μειώνει το ανωτέρω ποσοστό του 12% που είχε συμφωνηθεί να λάβει ο δεύτερος των συμβαλλομένων (αναιρεσείων).

Επίσης, ο δεύτερος των συμβαλλομένων δικηγόρος δεν φέρει την παραμικρή ευθύνη για τυχόν ζημία που πιθανώς προκληθεί στην πορεία, δικαστική ή εξωδικαστική της υποθέσεως αυτής από τους χειρισμούς ετέρου δικηγόρου ή δικηγόρων που πιθανών επιλέξει η πρώτη των συμβαλλομένων". Ο όρος αυτός δεν είχε συμπεριληφθεί στην αρχική συμφωνία του Μαρτίου 2001.

Η αναιρεσίβλητη, εκπροσωπώντας τον εαυτό της και τα δυο ανήλικα παιδιά της, απέστειλε στις 16-10-2003 υπογεγραμμένο το δικό της και των παιδιών της εργολαβικό δίκης με τη γνωστοποίηση του ονοματεπωνύμου του δεύτερου διορισθέντος από τους αναιρεσιβλήτους δικηγόρου, της διεύθυνσης και του αριθμού του τηλεφώνου του.

Οι υπόλοιποι αναιρεσίβλητοι, χωρίς να αμφισβητήσουν την ανάθεση εντολής στον αναιρεσείοντα δεν απέστειλαν υπογεγραμμένα τα εργολαβικά δίκης που τους απεστάλησαν από τον αναιρεσείοντα. Στη συνέχεια αμφότεροι οι δικηγόροι των αναιρεσιβλήτων, τόσο ο αναιρεσείων όσο και ο δεύτερος διορισθείς Δημήτριος Πανταζής, κατέθεσαν μεν χωριστές προτάσεις κατά τη συζήτηση της υπόθεσης των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εκπροσωπώντας τους όμως από κοινού.

Ο αναιρεσείων στις 20-10-2003 κατέθεσε σε βάρος του δικηγόρου Δημ. Πανταζή αναφορά στο Δ.Σ.Α. κατηγορώντας τον για αντιδεοντολογική συμπεριφορά και στη συνέχεια, μετά τη συζήτηση της υπόθεσης των αναιρεσιβλήτων στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά, κατέθεσε κατά του ιδίου και δεύτερη (συμπληρωματική) αναφορά στο Δ.Σ.Α.

Με αφορμή τις αναφορές αυτές σχηματίσθηκε η 22/2004 πειθαρχική δικογραφία κατά του ως άνω δικηγόρου (Δ. Πανταζή), στα πλαίσια της οποίας η πρώτη αναιρεσίβλητη απέστειλε στα μέλη του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δ.Σ.Α. αναφορά με την οποία, χωρίς να καταφέρεται κατά του αναιρεσείοντος εξήρε τον επιτυχημένο χειρισμό των υποθέσεών τους από αυτόν και επεξηγούσε τον λόγο και τον τρόπο που διόρισαν τον Δ.

Πανταζή ως δεύτερο δικηγόρο της υπόθεσης. Επί των αναφορών του αναιρεσείοντος εκδόθηκε η 210/2004 απόφαση του Πρωτοβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δ.Σ.Α., με την οποία επιβλήθηκε στον εγκαλούμενο δικηγόρο ποινή προσωρινής παύσεως ενός (1) μηνός, κατά της οποίας ο τελευταίος άσκησε έφεση. Μετά ταύτα και ενώ αναμενόταν η δημοσίευση της απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς επί της τακτικής αγωγής των αναιρεσιβλήτων, ο αναιρεσείων με την από 13-1-2004 εξώδικη δήλωσή του που κοινοποιήθηκε στους αναιρεσιβλήτους στις 6-2-2004 και την οποία συνυπογράφει και ο δικηγόρος Άγγελος Παπαδημητρίου, δηλώνουν πλην άλλων σε αυτούς ότι παύουν να τους εκπροσωπούν εφεξής, θεωρώντας ότι με τις εν γένει ενέργειές τους ανεκάλεσαν τις προς αυτούς δοθείσες εντολές αδικαιολογήτως.

Σε απάντηση των ως άνω εξώδικων δηλώσεων του αναιρεσείοντος και του Άγγελου Παπαδημητρίου, οι αναιρεσίβλητοι με τις από 12-2-2004 εξώδικες απαντήσεις - διαμαρτυρίες που επιδόθηκαν στον αναιρεσείοντα στις 24-2-2004, αρνήθηκαν ότι ανακάλεσαν τη δοθείσα σε αυτόν εντολή, εξέφραζαν την προς το πρόσωπό του εμπιστοσύνη και διατύπωναν την απορία τους για την άρνησή του να συνεργασθεί με τον δεύτερο δικηγόρο (Δ.

Πανταζή). Την άρνησή τους δε, ότι ανακάλεσαν τη δοθείσα προς τον αναιρεσείοντα εντολή, διατύπωσαν ρητώς οι αναιρεσίβλητοι και κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δηλώνοντας κατά τρόπο σαφή ότι ουδέποτε είχαν πρόθεση να "αντικαταστήσουν" τον αναιρεσείοντα αλλά απλώς ήθελαν στις υποθέσεις τους να συμπράξει και δεύτερος δικηγόρος.

Επί της παραπάνω τακτικής αγωγής των αναιρεσιβλήτων εκδόθηκε η 1812/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή και αναγνωρίσθηκε ότι η υπ' αυτών εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην πρώτη αναιρεσίβλητη και τα εκπροσωπούμενα από αυτήν παιδιά της το ποσό των 150.000 Ευρώ στον καθένα, στον τρίτο και τετάρτη το ποσό των 100.000 Ευρώ στον καθένα και στον καθένα από τους πέμπτο και έκτη 30.000 ευρώ, εντόκως όλα τα ποσά από την άσκηση της αγωγής, ήδη δε με την 576/2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς που εκδόθηκε επί εφέσεως της πλοιοκτήτριας εταιρείας κατά της παραπάνω 1812/2004 οριστικής απόφασης, περιορίστηκαν τα παραπάνω ποσά, από 150.000 σε 120.000 ευρώ, από 100.000 σε 70.000 ευρώ και από 30.000 σε 25.000 Ευρώ.

Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, είπε το Εφετείο, δεν αποδείχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι ανακάλεσαν σε οποιοδήποτε στάδιο του χειρισμού των ως άνω υποθέσεών τους από τον αναιρεσείοντα τη δοθείσα σε αυτόν σχετική εντολή είτε ρητώς, είτε σιωπηρώς. Το γεγονός δε ότι οι τρίτος, τέταρτη, πέμπτος και έκτη εξ αυτών δεν υπέγραψαν τα αποσταλέντα από τον αναιρεσείοντα εργολαβικά δίκης, διαφωνώντας ως προς το ύψος της συμφωνηθείσας αμοιβής, δεν συνιστά ανάκληση της εντολής, αφού, όπως προεξετέθη και αποδείχθηκε η ανάθεση και η συμφωνία της αμοιβής του αναιρεσείοντος ποσοστού 12% επί του εισπραχθησόμενου ποσού, καταρτίσθηκαν προφορικά από τον αναιρεσείοντα και την πρώτη αναιρεσίβλητη, η οποία ενεργούσε και για λογαριασμό όλων των αναιρεσιβλήτων κατ' εντολή τους, αφού ήταν ο κύριος "χειριστής" της υπόθεσης και η οποία τελικώς υπέγραψε το αποσταλέν από τον αναιρεσείοντα εργολαβικό δίκης.

Ο διορισμός δε από τους αναιρεσιβλήτους δεύτερου δικηγόρου σε καμία περίπτωση δεν συνιστά ανάκληση της εντολής, πράγμα που ρητά κατά τα άνω δήλωσαν στον αναιρεσείοντα και για την όποια αντιδεοντολογική συμπεριφορά του δεύτερου δικηγόρου (Δ. Πανταζή) ουδεμία ευθύνη μπορεί να έχουν οι αναιρεσίβλητοι.

Με βάση τα πιο πάνω δεκτά γενόμενα περιστατικά το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή ως ουσία αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε ασαφές και ανεπαρκείς αιτιολογίες στον υπαγωγικό του συλλογισμό ως προς τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρ. 170 του Κωδ.

Δικηγόρων. Ειδικότερα, α) αν και δέχεται ότι μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2003 δεν υπήρχαν προβλήματα στις σχέσεις των διαδίκων σχετικά με την εκτέλεση της εντολής από τον αναιρεσείοντα, δεν διευκρινίζεται η αναγκαιότητα της αναφοράς που υπέβαλε η πρώτη αναιρεσίβλητη προς το Πειθαρχικό Συμβούλιο του Δ.Σ.Α., το οποίο είχε επιληφθεί της πειθαρχικής αγωγής εις βάρος του υπ' αυτής διορισθέντος ως δεύτερου δικηγόρου Δημητρίου Πανταζή, αφού η εις βάρος του τελευταίου πειθαρχική δίωξη κινήθηκε κατόπιν αναφοράς του αναιρεσείοντος και στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθεται μόνο ότι με την αναφορά της η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν καταφερόταν κατά του αναιρεσείοντος, του οποίου εξήρε μάλιστα τον επιτυχημένο χειρισμό των υποθέσεών τους και επεξηγούσε τον λόγο και τον τρόπο διορισμού του Δημητρίου Πανταζή ως δεύτερου δικηγόρου.

Δοθέντος όμως ότι ο αναιρεσείων επικαλείτο με την αγωγή του ότι η υποβολή της αναφοράς εκ μέρους της άνω αναιρεσίβλητης στρεφόταν κατ' αυτού και συνιστούσε, σε συνδυασμό με τα λοιπά εκτιθέμενα περιστατικά, αδικαιολόγητη αφαίρεση της εντολής που του είχε ανατεθεί, στη δε απόφαση γίνεται, εντελώς αορίστως και χωρίς οποιαδήποτε αιτιολογία, μνεία ότι "για την οποιαδήποτε αντιδεοντολογική συμπεριφορά του δεύτερου δικηγόρου ουδεμία ευθύνη μπορεί να έχουν οι εναγόμενοι", η ελλιπής κατά τα άνω αιτιολόγηση καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο επί του ουσιώδους για την έκβαση της δίκης αυτού ζητήματος και β) αν και δέχεται ότι όλοι οι αναιρεσίβλητοι είχαν συνάψει σύμβαση εργολαβίας δίκης με τον αναιρεσείοντα με ποσοστό αμοιβής 12% αλλά ότι μόνο η πρώτη εξ αυτών υπέγραψε εργολαβικό δίκης για τον εαυτό της και για τα τέκνα της, όχι όμως και για λογαριασμό των υπολοίπων, δεν καθίσταται σαφές από την προσβαλλόμενη απόφαση πώς η άρνηση υπογραφής εργολαβικού δίκης και πάντως η άρνηση της συμφωνίας περί αμοιβής εκ μέρους των τελευταίων δεν σημαίνει άρνηση της συμφωνίας περί εργολαβίας δίκης, γεγονός που επίσης καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο επί του ουσιώδους ζητήματος της υπάρξεως ή μη αδικαιολόγητης ανάκλησης της εντολής.

Επομένως, οι δεύτερος και τέταρτος κατά το δεύτερο μέρος λόγοι αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι παραπάνω αιτιάσεις είναι βάσιμοι. Κατά συνέπεια, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2413/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Μαίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ