Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, citing lack of evidence and inadmissible arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the lower court's judgment, ruling that the appeal was procedurally flawed and substantively unsupported. The appellant argued that the lower court accepted a legal presumption without proof and misinterpreted procedural documents, but the court found these claims inadmissible because they relied on non-evidentiary procedural papers. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the opposing parties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 576, 623 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the acceptance of a res judicata without proof is inadmissible if the lower court dismissed the claim as inadmissible or illegal without entering the evidentiary phase.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1278 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1278/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Μήτση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ψ1, 2. Ψ2 και 3. Ψ3. Οι δύο πρώτοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Γρίβα, ο τρίτος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-1996 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 73/1997 του ίδιου Δικαστηρίου και 521/2001 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 10-12-2004 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 21-1-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ.......έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Άρτας ......, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 23-4-2007, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση με επισημείωση στο πινάκιο για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης, μη απαιτουμένης νέας κλήσης (άρθρα 575 σε συνδυασμό με 226 παρ. 4 εδαφ. γ ΚΠολΔ), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, στον τρίτο αναιρεσίβλητο Ψ3. Επομένως, εφ' όσον αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ..
Η κατά τα άρθρα 623 επ. ΚΠολΔ διαταγή πληρωμής δεν αποτελεί μεν δικαστική απόφαση, αλλά υπό ορισμένες προϋποθέσεις δημιουργείται βάσει αυτής δεδικασμένο. Τούτο συμβαίνει, εκτός των περιπτώσεων των άρθρων 632 παρ. 1 και 633 παρ. 2 εδαφ. γ ΚΠολΔ, (άσκησης, δηλαδή, από τον οφειλέτη εμπρόθεσμης ανακοπής μετά την επίδοση σ' αυτόν της διαταγής πληρωμής και απορρίψεως αυτής κατ' ουσίαν (άρθρο 632 παρ. 1 ΚΠολΔ) ή δεύτερης επίδοσης της διαταγής πληρωμής και άπρακτης της δεκαήμερης προθεσμίας προς άσκηση ανακοπής ή απόρριψη της τυχόν ασκηθείσης ανακοπής) και στην περίπτωση κατά την οποία ο οφειλέτης, πριν η διαταγή πληρωμής αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, ασκήσει ανακοπή κατά της επισπευδομένης σε βάρος του, δυνάμει της διαταγής πληρωμής, αναγκαστικής εκτέλεσης (άρθρο 933 ΚΠολΔ) και απορριφθεί αυτή τελεσιδίκα κατ'ουσίαν.
Διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο θα διαγνώσει παρεμπιπτόντως της ύπαρξη της αξιώσεως για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής και συνεπώς το ζήτημα αυτό θα καλυφθεί από το δεδικασμένο αν συντρέχουν και οι λοιποί όροι του άρθρου 311 ΚΠολΔ. Ειδικότερα στην περίπτωση αυτή, το δεδικασμένο δεν πηγάζει στην κυριολεξία από τη διαταγή πληρωμής αλλά από την τελεσίδικη απόφαση που απορρίπτει την ανακοπή κατά της εκτελέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγους αναιρέσεως, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 16 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις, ότι παρά το νόμο το Εφετείο δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου, απορρέοντος από τις υπ' αριθμ. 780/1990 και 878/1991 διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, οι οποίες εκδόθηκαν από τον πρώτο αναιρεσίβλητο σε βάρος του αναιρεσείοντος, και απέρριψε με βάση την παραδοχή αυτή ως μη νόμιμη την αγωγή του αναιρεσείοντος κατά τα κεφάλαιά της περί αναγνωρίσεως ανυπαρξίας οφειλής του, ποσού 4.500.000 δραχμών, προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο, προερχόμενη από την αγορά σιδήρου και υλικών και αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας των αναιρεσιβλήτων, αφού οι ανωτέρω διαταγές πληρωμής δεν του είχαν επιδοθεί για δεύτερη φορά ώστε να αποκτήσουν ισχύ δεδικασμένου, παραβιάζοντας έτσι και τις διατάξεις των άρθρων 321, 322 και 324 Κ.Πολ.Δ.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε εν τοις πράγμασι, ότι το δεδικασμένο απορρέει από τις υπ' αριθμ. 186/1991 και 208/1991 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, οι οποίες εκδόθηκαν επί των ανακοπών εκτελέσεως που άσκησε ο αναιρεσείων κατά των προαναφερομένων διαταγών πληρωμής, μετά την επίσπευση σε βάρος του από τον πρώτο αναιρεσίβλητο αναγκαστικής εκτελέσεως με βάση αυτές, οι οποίες (αποφάσεις) κατέστησαν τελεσίδικες μετά την απόρριψη με τις υπ' αριθμ. 18 και 19/1993 αποφάσεις του Εφετείου Ιωαννίνων των εφέσεων που άσκησε κατ' αυτών ο αναιρεσείων, με εντεύθεν συνέπεια, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, να διαγνωσθεί παρεμπιπτόντως η ύπαρξη της αξιώσεως του πρώτου αναιρεσιβλήτου για την οποία εκδόθηκαν οι εν λόγω διαταγές πληρωμής και να καλυφθεί ως εκ τούτου το ζήτημα αυτό από το δεδικασμένο.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, αλλά απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη, όπως στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθμ. 10 αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δέχθηκε χωρίς απόδειξη την ύπαρξη δεδικασμένου μετά την τελεσίδικη απόρριψη των ανακοπών κατά της εκτελέσεως των προαναφερθεισών διαταγών πληρωμής ως προς την απαίτηση του πρώτου αναιρεσιβλήτου που ενσωματώνουν αυτές, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των προτάσεων των αναιρεσιβλήτων, ως προς τους περιεχόμενους σ' αυτές ισχυρισμούς, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως για το λόγο ότι "έγγραφα" κατά τον προκείμενο λόγο είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ αποδεικτικά έγγραφα που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου και συνεπώς δεν θεωρούνται έγγραφα με την εν λόγω έννοια τα διαδικαστικά (ΑΠ 31/1999) στα οποία περιλαμβάνεται και το δικόγραφο των προτάσεων των αναιρεσιβλήτων.
Τέλος, οι συλλήβδην με ατελή επανάληψη του κειμένου του νόμου και όχι ενάριθμα, αναφερόμενοι λόγοι αναιρέσεως, εκτιμώμενοι ως αιτιάσεις από τους αριθμούς 8, 11, 12 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως αόριστοι, αφού δεν αναφέρονται καθόλου τα αναγκαία για τη θεμελίωσή τους στοιχεία.
Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων, πρώτου και δευτέρου, αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν έγγραφες προτάσεις, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10 Δεκεμβρίου 2004 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 521/2001 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαΐου
2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ