Legislator Case Law & Legislation
1278/2007 AI generated

1278/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1278/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1278/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, αν με δικαστική απόφαση ή με άλλο τίτλο από τους αναφερόμενους στα άρθρα 1261-1263 του ίδιου κώδικα επιτραπεί η εγγραφή υποθήκης για την ασφάλεια ορισμένης απαίτησης μέχρι ορισμένο ποσό, το ακίνητο που υποθηκεύθηκε ασφαλίζει την απαίτηση μόνο για το ποσό αυτής για το οποίο έχει εγγραφεί η υποθήκη στα βιβλία υποθηκών, η δε απόσβεση της απαίτησης αυτής με οποιοδήποτε τρόπο, όπως με δημόσια παρακατάθεση, κατά τα άρθρα 427 επ.

Keywords

AI generated
withdrawal of social benefits withdrawal of debt enforcement objection to debt enforcement third-party claim procedure in attachment expired residence permit loan write-off
AI generated
2027/2014
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλονται οι αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσες κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 1038/2009 και 5622/2010 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, η πρώτη των οποίων απέρριψε στην ουσία την από 8.4.2008 έφεση και τους από 10.9.2008 πρόσθετους λόγους έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 982/2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε σχέση ειδικότερα με τις περιεχόμενες στην ένδικη από 15.2.2006 αγωγή της αξιώσεις της κατά της αναιρεσίβλητης που απορρίφθηκαν ως μη νόμιμες ή ως αόριστες με την πρωτόδικη απόφαση, ενώ η δεύτερη των εφετειακών αποφάσεων απέρριψε στην ουσία μεν την ως άνω έφεση και τους ως άνω πρόσθετους λόγους έφεσης, ως απαράδεκτους δε τους από 30.7.2010 πρόσθετους λόγους έφεσης κατά της αυτής πρωτόδικης απόφασης σε σχέση ειδικότερα με την ένδικη αγωγική αξίωση της αναιρεσείουσας που απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη με την πρωτόδικη απόφαση και ως προς την οποία (αξίωση) ανεστάλει με την πρώτη των εφετειακών αποφάσεων η εκδίκαση της υπόθεσης λόγω εκκρεμοδικίας.
1697/2017
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 39798/2011 ανακοπή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14249/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 401/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
755/2018
Supreme Court allows appeal against debt restructuring decision, remanding case for further trial on insolvency grounds.
894/2024
Supreme Court dismisses bank's appeal on procedural grounds, ruling the appeal was filed outside the three-year limitation period.
232/2025
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1278 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1278/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Υπό εκκαθάριση ΑΕ με την επωνυμία "Μεταλλουργική Βιομηχανία Ευάγγελος Μυτιληναίος ΑΕ", που εδρεύει στα Οινόφυτα Βοιωτίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστράτιο Σταμούλη.

Της αναιρεσίβλητης: Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (ΑΤΕ) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γιανναράκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-4-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 153/2002 του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών λόγω αρμοδιότητος, 117/2003 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών και 9002/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 6-4-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 29-1-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1257, 1258, 1260, 1262, 1264, 1268,1269, 1289, 1306 και 1329 του ΑΚ, η υποθήκη εγγράφεται πάντοτε για ορισμένη χρηματική ποσότητα, ήτοι γι' αυτήν που ορίζεται στον τίτλο, ο οποίος παρέχει το δικαίωμα για εγγραφή της.

Συνεπώς, αν με δικαστική απόφαση ή με άλλο τίτλο από τους αναφερόμενους στα άρθρα 1261-1263 του ίδιου κώδικα επιτραπεί η εγγραφή υποθήκης για την ασφάλεια ορισμένης απαίτησης μέχρι ορισμένο ποσό, το ακίνητο που υποθηκεύθηκε ασφαλίζει την απαίτηση μόνο για το ποσό αυτής για το οποίο έχει εγγραφεί η υποθήκη στα βιβλία υποθηκών, η δε απόσβεση της απαίτησης αυτής με οποιοδήποτε τρόπο, όπως με δημόσια παρακατάθεση, κατά τα άρθρα 427 επ.

ΑΚ, εφόσον είναι πλήρης, επιφέρει απόσβεση και της υποθήκης, η οποία εξαλείφεται από το βιβλίο υποθηκών, είτε με τη συναίνεση του δανειστή είτε με τελεσίδικη απόφαση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1317 και 1324 ΑΚ. Εξάλλου με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 10 παρ.1-3 του Ν. 257/1976 " Περί επιβολής έκτακτης εφάπαξ εισφοράς επί των τυχόντων δανείων και πιστώσεων κ.λ.π." ορίσθηκαν τα εξής :

Με το άρθρο 1 ότι "επιβάλλεται έκτακτη εφάπαξ εισφορά σε όλα ανεξαιρέτως τα φυσικά και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου στα οποία χορηγήθηκαν δάνεια, πιστώσεις και πάσης φύσεως χρηματοδοτήσεις σε δραχμές από λειτουργούσες στην Ελλάδα Τράπεζες κ.λ.π." και με το άρθρο 10 παρ. 1-3 ότι " εκάστη Τράπεζα ή Οργανισμός υποχρεούται να καταβάλει στο αρμόδιο Δημόσιο Ταμείο την εισφορά που αναλογεί στο εις αυτήν χρεωστικό υπόλοιπο δανείων, πιστώσεων και εν γένει χρηματοδοτήσεων, η οποία αναγράφεται στο απόσπασμα του ατομικού φύλλου βεβαιώσεως, σε τρεις δίμηνες ισόποσες δόσεις....

Το καταβληθέν τούτο ποσό μετατρέπεται αυτοδικαίως σε δάνειο της Τράπεζας ή του Οργανισμού προς τον υπόχρεο σε εισφορά....Υφιστάμενες κατά το χρόνο χορηγήσεως του δανείου, για την καταβολή της κατά το άρθρο 1 του παρόντος νόμου εισφοράς, ασφάλειες πάσης μορφής, οι οποίες παρασχέθηκαν για την απαίτηση επί χορηγηθέντος δανείου, πιστώσεως ή χρηματοδοτήσεως, εξασφαλίζουν κατά την αυτή σειρά και τάξη, δυνάμει της παρούσας διάταξης, αυτοδικαίως και χωρίς καμία άλλη διατύπωση και το κατά την προηγούμενη παράγραφο δάνειο, τους τόκους και τα συναφή έξοδα.

Ο αρμόδιος υποθηκοφύλακας, κατόπιν αιτήσεως της Τράπεζας ή του Οργανισμού και προσαγωγής αντιγράφου του αποσπάσματος του ατομικού φύλλου βεβαιώσεως, προβαίνει στη δέουσα σημείωση στο περιθώριο του τόμου εγγραφής, της κατά το προηγούμενο εδάφιο υφιστάμενης υποθήκης ή προσημείωσης και για το ποσό του προς εξόφληση της εισφοράς δανείου μετά των επ' αυτού τόκων και λοιπών εξόδων.

Η αίτηση πρέπει να υποβληθεί εντός τρίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας από την κοινοποίηση του αποσπάσματος του ατομικού φύλλου, η οποία δύναται να παραταθεί επί ένα ακόμη δίμηνο με απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών, άλλως, οι υφιστάμενες ασφάλειες δεν επεκτείνονται και επί του προς εξόφληση της εισφοράς δανείου".

Από τις παραπάνω διατάξεις του Ν. 257/1976 προκύπτει, αφενός ότι το ποσό της έκτακτης εισφοράς που με το νόμο αυτό υποχρεώθηκε να καταβάλει Τράπεζα (ή Πιστωτικός Οργανισμό) για λογαριασμό οφειλέτη της από δάνειο ή πίστωση ή άλλη χρηματοδότηση, εφόσον εκείνος δεν προτίμησε να καταβάλει την εισφορά αυτή απευθείας στο Δημόσιο εξ ιδίων, μετατρέπεται αυτοδικαίως, κατ' επιταγή του νόμου, σε δάνειο της Τράπεζας προς τον υπόχρεο σε εισφορά οφειλέτη της και αφετέρου ότι οι υπάρχουσες κατά το χρόνο χορήγησης του δανείου ή της πίστωσης κάθε μορφής ασφάλειες, που είχαν παρασχεθεί για εξασφάλιση της απαίτησης της Τράπεζας από το δάνειο ή την πίστωση που είχε χορηγήσει, εξασφαλίζουν αυτοδικαίως, και χωρίς άλλη διατύπωση, και τη μετατρεπόμενη σε δάνειο από την καταβολή της έκτακτης εισφοράς απαίτηση αυτής, υπό τον όρο, αν πρόκειται για υποθήκη ή προσημείωση, της υποβολής εκ μέρους της Τράπεζας, μέσα στην τασσόμενη από την άνω διάταξη του άρθρου 10 παρ.3 του Ν. 257/1976 ανατρεπτική προθεσμία, αιτήσεως προς τον αρμόδιο υποθηκοφύλακα να προβεί σε σχετική σημείωση, στο περιθώριο του τόμου της εγγραφής της υφιστάμενης υποθήκης, και για το ποσό του από την καταβολή της εισφοράς δανείου.

Η σημείωση αυτή από τον αρμόδιο υποθηκοφύλακα και του ποσού του προς εξόφληση της εισφοράς δανείου δεν αποτελεί παροχή νέας ασφάλειας, αλλά επέκταση από το νόμο της υφιστάμενης υποθήκης ή προσημείωσης υπέρ της νέας αυτής απαίτησης της Τράπεζας από την καταβολή της ρηθείσης έκτακτης εισφοράς. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά:

Η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη Τράπεζα, με την υπ' αριθμ. 1065/17-12-1974 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό ( αλληλόχρεο) λογαριασμό, χορήγησε στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία πίστωση ύψους αρχικά 1.000.000 δραχμών και μετά τις αλλεπάλληλες διαδοχικές αυξήσεις του ποσού αυτής που ακολούθησαν, με τελευταία εκείνη που έγινε στις 13-2-1976, 23.000.000 δραχμών.

Για την εξασφάλιση πληρωμής των απαιτήσεων της εναγόμενης τράπεζας από την ως άνω πιστωτική σύμβαση, η ενάγουσα παραχώρησε σ' αυτήν, με το υπ' αριθμ.84845/3-3-1976 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιώς Μιχαήλ Λεβέντη, υποθήκη, μεταξύ άλλων, και επί ενός ακινήτου της, εμβαδού 6.000 τ.μ., κειμένου στη θέση "....." της περιφέρειας του Δήμου Τανάγρας, μέχρι το ποσό των 50.000 δραχμών, μετά των τόκων και εν γένει εξόδων, η οποία υποθήκη και εγγράφηκε στις 5-4-1976 για το ποσό αυτό στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Θηβών, στον τόμο 174 και με αύξοντα αριθμό 22632.

Εν συνεχεία τη 1-10-1976, μετά από σχετική αίτηση της εναγόμενης Τράπεζας, γράφθηκε από τον αρμόδιο υποθηκοφύλακα στο περιθώριο του ίδιου τόμου και αριθμού εγγραφής της υφιστάμενης υπέρ αυτής στο παραπάνω ακίνητο της ενάγουσας ως άνω υποθήκης σημείωση υποθήκης και για το ποσό των 8. 612.359 δραχμών, το οποίο κατέβαλε η εναγομένη στο αρμόδιο δημόσιο Ταμείο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 257/1976, για αναλογούσα στο εις αυτήν χρεωστικό υπόλοιπο της ανωτέρω σύμβασης παροχής πίστωσης έκτακτη εισφορά που με το νόμο αυτό επιβλήθηκε σε βάρος της ενάγουσας, ως οφειλέτριάς της από την εν λόγω πιστωτική σύμβαση.

Η οφειλή της ενάγουσας προς την εναγομένη από τη σύμβαση αυτή παροχής πίστωσης ανερχόταν στις 20-9-1999 στο ποσό των 92.262.425 δραχμών, για κεφάλαιο, πλέον τόκων από 1-1-1994, ποσό για το οποίο και εκδόθηκε σε βάρος της ενάγουσας η υπ' αριθμ. 1638/1999 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Στις 29-3-2002 η ενάγουσα παρακατέθεσε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ της εναγομένης το ποσό των 146,74 ευρώ, που αντιστοιχεί στο ποσό των 50.000 δραχμών, για το οποίο αρχικά είχε εγγραφεί η υποθήκη, λόγω αρνήσεως της εναγομένης να το εισπράξει.

Με την παρακατάθεση, όμως, του ποσού αυτού, ανεξαρτήτως του ότι δεν καλύπτονται και οι τόκοι της πίστωσης, για το μέρος αυτής που αντιστοιχεί στο ασφαλιζόμενο με την υποθήκη κεφάλαιο των 50.000 δραχμών, δεν έχει αποσβεσθεί και η απαίτηση της εναγομένης από την καταβολή υπ' αυτής του ποσού της έκτακτης εισφοράς των 8.612.359 δραχμών, που βάρυνε την οφειλέτριά της ενάγουσα, η οποία απαίτησή της εξασφαλίζεται και αυτή με την υπάρχουσα υποθήκη, που είχε εγγραφεί υπέρ αυτής στο ακίνητο της ενάγουσας, για ασφάλεια της απαίτησής της από τη χορηγηθείσα σε εκείνη πίστωση.

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι, αφού με τη γενόμενη από την ενάγουσα παρακατάθεση του ποσού των 146,74 ευρώ δεν επήλθε απόσβεση και της απαίτησης της εναγομένης από την καταβολή της παραπάνω έκτακτης εισφοράς του άρθρου 1 του Ν.257/1976, δεν έχει αποσβεσθεί η προαναφερόμενη υποθήκη και επομένως η ένδικη αγωγή της ενάγουσας για εξάλειψη της υποθήκης αυτής, λόγω απόσβεσης της απαίτησης της εναγομένης για την οποία αυτή είχε εγγραφεί, είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ακολούθως δε απέρριψε την έφεση της ενάγουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1258, 1269 του ΑΚ και 1 και 10 παρ.1-3 του Ν. 257/1976, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αλλ' ούτε και τη διάταξη του άρθρου 1289 ΑΚ που δεν εφάρμοσε, αφού η κρίση του Εφετείου ότι η παρακατάθεση του ποσού των 146,74 ευρώ από την αναιρεσείουσα δεν επέφερε απόσβεση της παρασχεθείσης από αυτήν στο ακίνητό της, για την απαίτηση της αναιρεσίβλητης από τη χορηγηθείσα πίστωση, υποθήκης, στηρίζεται στην παραδοχή ότι η αρχική αυτή υποθήκη επεκτάθηκε αυτοδικαίως πριν από την παρακατάθεση του άνω χρηματικού ποσού, δυνάμει των διατάξεων του ως άνω άρθρου 10 παρ.1-3 του Ν. 257/1976, και στη μετατραπείσα σε δάνειο προς την αναιρεσείουσα απαίτηση της αναιρεσίβλητης από την καταβολή της έκτακτης εισφοράς που με το άρθρο 1 του ίδιου νόμου επιβλήθηκε σε βάρος της αναιρεσείουσας, και όχι στην παραδοχή ότι η εν λόγω υποθήκη ασφαλίζει και τους τόκους του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 1289 ΑΚ χρονικού διαστήματος.

Επομένως ο μοναδικός λόγος της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-4-2005 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία " Μεταλλουργική Βιομηχανία Ευάγγελος Μυτιληναίος ΑΕ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 9002/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2007.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 6 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ