Legislator Case Law & Legislation
1277/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on property ownership claim based on Ottoman land laws and adverse possession. The court rejects arguments regarding title generation and procedural errors.

Case Number 1277/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance's decision rejecting the plaintiffs' property ownership claim. The plaintiffs argued that the appellant had acquired ownership via adverse possession, but the court found the necessary elements for title generation were not proven. Consequently, the court ruled that the appellant's arguments regarding the invalidity of the plaintiffs' title and procedural errors were unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal must be rejected if the lower court correctly applied the law to the facts, and that claims based on adverse possession require proof of title generation which, if lacking, renders the property ineligible for such acquisition.

Keywords

AI generated
property ownership claim adverse possession Ottoman land laws appeal dismissal Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553(1)(b), 556(1), 558(a), 564(1), 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 22(1), 3 of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1277 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1277/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Αθανάσιο Θεοφάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 6η Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαγδαληνή Καραγεώργου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. χήρας Χ. Ν., το γένος Ν. και Θ. Ν., κατοίκου ..., 2) Α. Μ. του Α. και Μ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ζήση Ευαγ. Σαμαρά, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-1-2019 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 203/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 36/2021του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-5-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 05.05.2021 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 36/2021 τελεσίδικη απόφαση του, Μονομελούς Εφετείου ..., το οποίο απέρριψε την από 02.09.2019 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 203/2019 οριστικής αποφάσεως του μονομελούς Πρωτοδικείου ..., το οποίο είχε κάνει δεκτή την από ...

αγωγή κυριότητας από τα άρθρα 6§§2α', 3ββ' ν. 2664/1998 των αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§1, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.).

Μετά την παραχώρηση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα, οι διατάξεις του Οθωμανικού "Νόμου περί των Γαιών" της 7ης ... 1274 (έτους ...)/1856 (καθ' ημάς) "..." (οθΝπΓαιών) καταργήθηκαν και ορίσθηκε ότι "Η Ελληνική Κυβέρνησις θέλει αναγνωρίσει εν ταις παραχωρουμέναις χώραις το της ιδιοκτησίας δικαίωμα επί των αγροκηπίων, βοσκών, λειμώνων, νομών (γρασιδοτόπων-...), δασών και παντός είδους γαιών, ή ακινήτων κατεχομένων υπό ιδιωτών ή κοινοτήτων, δυνάμει φιρμανίων, χοδζετίων, ταπίων και άλλων τίτλων, ή δυνάμει των Οθωμανικών νόμων επίσης θέλουσιν αναγνωρισθή οι τίτλοι ιδιοκτησίας των κτημάτων, άτινα καλούνται βακούφια, και χρησιμεύουσιν εις συντήρησιν τζαμίων, εκπαιδευτηρίων σχολείων και άλλων ευαγών ή αγαθοεργών ιδρυμάτων." βάσει του άρθρου 4 της από 20.06/02.07.1881 συμβάσεως μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, που κυρώθηκε με τον ν.

ΠΛΖ'/11.03.1882 (Φ.Ε.Κ. Α' 14 της 13.03.1882) "Περί κυρώσεως της μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας συμβάσεως της 20 Ιουνίου (2 Ιουλίου) 1881, αφορώσης εις τα νέα όρια μεταξύ των δύο Κρατών". Αναγνωρίσθηκαν δηλαδή και μετατράπηκαν σε πλήρη κυριότητα των δικαιούχων των δικαιωμάτων αυτών και οι μεταξύ αυτών κτηματικές σχέσεις υπήχθησαν έκτοτε στο κοινό δίκαιο.

Συνεπώς, από την παραχώρησή της στην Ελλάδα, εισήχθη στη Θεσσαλία η ημεδαπή νομοθεσία, η οποία ρυθμίζει τις έννομες σχέσεις που εφεξής δημιουργούνται, με τη διάκριση, ότι, ως προς το παρελθόν, αυτές ρυθμίζονται κατά τον προϊσχύσαντα Οθωμανικό Νόμο περί των Γαιών της 7ης ... 1274 (έτους ...)/1856 (καθ' ημάς) "..." (οθΝπΓαιών), θεωρούμενο ως νόμο όχι αλλοδαπό, αλλά εσωτερικό.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3 του οθΝπΓαιών, οι γαίες διακρίνονται στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες: α. Τις γαίες καθαρής ιδιοκτησία ("mulk", "arazi-i memluke") (οικόπεδα, οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες κτλ), των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβιβάσεως, β.

τις δημόσιες γαίες ("arazi-i empiriye") (τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση), των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσιάσεως ("tassaruf"), γ. τις αφιερωμένες γαίες ("arazi-i mevkufe"), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ.

τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες ("arazi-i metruke") (δημόσιοι δρόμοι, πλατείες κτλ), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο οθωμανικό δημόσιο, και ε. τις νεκρές γαίες ("arazi-i mevat") (βουνά, ορεινά και πετρώδη μέρη, αδέσποτα), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε, δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο μετά δε την παραχώρηση της Θεσσαλίας, διαδέχθηκε αυτό (Οθωμανικό Δημόσιο) το Ελληνικό Δημόσιο, εκτός αν, με βάση τα προεκτεθέντα, είχε αποκτηθεί νομίμως δικαίωμα από τρίτο.

Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 9, 19, 30, 68 και 71 του ιδίου οθΝπΓαιών, επί των δημοσίων γαιών, μόνο δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως ("τεσσαρούφ", "tassaruf") μπορούσαν να αποκτήσουν οι ιδιώτες, με την έκδοση εγγράφου τίτλου, ονομαζομένου ταπίο ("tapu"), που φέρει το εμβληματοποιημένο σουλτανικό συμπλεγμένο μονόγραμμα ("τουρά", "τουγράς", "tugra), αντικείμενο της οποίας είναι η αναφερόμενη στον τίτλο χρήση του εδάφους (Α.Π. 4/2023, Α.Π. 625/2014, Α.Π. 385/2012).

Όπως δε προκύπτει από τα άρθρα 36 και 37 του ιδίου, ως άνω, οθΝπΓαιών, το πιο πάνω δικαίωμα μπορούσε να μεταβιβασθεί εν ζωή ή αιτία θανάτου ή και να γίνει ανταλλαγή γαιών μόνο κατόπιν αδείας της αρχής. Εξαίρεση του κανόνα ότι μόνο με τίτλο (ταπίο) αποκτάται το δικαίωμα εξουσιάσεως για ορισμένη χρήση των δημοσίων γαιών καθιερώνει το άρθρο 78 του ιδίου οθΝπΓαιών, σύμφωνα με το οποίο, εάν κάποιος καταλάβει και καλλιεργήσει δημόσιες και αφιερωμένες γαίες για δέκα (10) έτη, χωρίς αμφισβήτηση, αποκτά δικαίωμα εγκαταστάσεως και είτε έχει έγκυρο τίτλο, είτε δεν έχει, οι γαίες δεν θεωρούνται σχολάζουσες, αλλά δίδεται σ' αυτόν δωρεάν νέος τίτλος.

Από το σαφές περιεχόμενο της παραπάνω διατάξεως, του άρθρου μόνου της ερμηνευτικής εγκυκλίου του Υπουργείου Δικαιοσύνης της 28ης ... "Περί του δικαιώματος εγκαταστάσεως επί των δασών", του άρθρου 13 του νόμου "Περί ταπίων" της 8ης ... - αχίρ ..., του άρθρου 2 των διασαφητικών διατάξεων (περί ταπίων) της 15ης ... 1276, αλλά και του συνόλου των διατάξεων του οθΝπΓαιών (ειδικότερα δε των διατάξεων των άρθρων 9, 30, 71), συνάγεται ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την απόκτηση του δικαιώματος αυτού της μόνιμης εγκαταστάσεως είναι όχι μόνο η συνεχής επί δέκα (10) έτη κατοχή, αλλά και η ταυτόχρονη καλλιέργεια της γης.

Επομένως, η διάταξη του άρθρου 78 έχει εφαρμογή μόνο επί καλλιεργησίμων γαιών και όχι επί οικοπέδων και κήπων, έστω και αν καλλιεργούνται με κηπευτικά και με οπωροφόρα δένδρα, ούτε επί των λοιπών δημόσιων γαιών [λειμώνων, δασών, χειμερινών και θερινών (δηλαδή βοσκοτόπων) και παρομοίων τόπων], οι οποίες εξουσιάζονταν μόνο με έκδοση εγγράφου τίτλου (ταπίου) κατ' εφαρμογήν και των άρθρων 2 και 3 των οδηγιών της 23 ... 1923 "Περί εξελέγξεως τίτλων δασών" (Ολ.Α.Π. 609/1963, Α.Π. 24/2020, Α.Π. 1204/2014, Α.Π. 1122/2008) ενώ τυχόν εγκατάλειψη της δημοσίας γης επί τριετία, χωρίς να υπάρχει δικαιολογημένο κώλυμα για την καλλιέργεια, είχε ως αποτέλεσμα την έκπτωση του δικαιούχου από το δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως, σύμφωνα με τα άρθρα 68, 69 έως 71 και 75 του άνω νόμου, η οποία είχε ως συνέπεια την αυτοδίκαιη επαναφορά του πιο πάνω δικαιώματος στο Οθωμανικό Δημόσιο.

Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1248 και 1660 του Οθωμανικού Α.Κ., στην πρώτη από τις οποίες προβλέπονται οι τρόποι κτήσεως κυριότητας, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται η χρησικτησία, και στη δεύτερη που προβλέπει τη δεκαπενταετή αποσβεστική παραγραφή υπέρ του κατόχου, χωρίς συγχρόνως να αναγνωρίζει την κτητική παραγραφή (χρησικτησία), προκύπτει, ότι δεν είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία υπό το κράτος του Οθωμανικού δικαίου, με την επιφύλαξη των προαναφερθέντων για την κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) από εκείνον που καλλιέργησε δημόσια γη επί δεκαετία, κατά το άρθρο 78 του οθΝπΓαιών (Α.Π. 1291/2021, Α.Π. 120/2018, Α.Π. 1817/2011).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 8 παρ.1 κωδ. (7-39), ν. 9 παρ. 1 πανδ. (50-4), ν. 2 παρ. 20, πανδ. (41-4), ν. 6 πρ.πανδ. (44-3), ν.76 παρ. 1, πανδ. (18-1) και 7 παρ. 3 πανδ. (23-3) του βζρδ, με τις οποίες κρίνεται η απόκτηση του δικαιώματος κυριότητας πριν από την εισαγωγή του Α.Κ., κατ' άρθρο 51 Εισ.Ν.Α.Κ., μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία, μετά από άσκηση νομής με καλή πίστη και διάνοια κυρίου αδιαλείπτως, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού ο οποίος χρησιδέσποζε να συνυπολογίζει στον χρόνο της νομής του και εκείνο του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού (Α.Π. 279/2019, Α.Π. 69/2018, Α.Π. 946/2017).

Ως "καλή πίστη" δε νοείται, κατά τις διατάξεις των ν. 27 πανδ. (18.1), 15 παρ. 3, 48 πανδ. (41.3) 11 πανδ. (51.4), 5 παρ. 5, 1 (41.10) και 109 πανδ. (50.16), η ειλικρινής πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας, άλλου επ' αυτού (Α.Π. 1187/2022, Α.Π. 1789/2005). Επίσης, προκειμένου για έκτακτη χρησικτησία που άρχισε υπό το κράτος του προϊσχύσαντος βζρδ, είναι απαραίτητη η ύπαρξη καλής πίστεως, η οποία προϋποθέτει την ύπαρξη περιστατικών που καθιστούν εύλογη την πεποίθηση του χρησιδεσπόζοντος για το ανεπίληπτο της νομής του (Α.Π. 625/2014, Α.Π. 464/2004).

Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21.06/10.07.1837 "Περί διακρίσεως κτημάτων" συνάγεται ότι έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, και σε δημόσια κτήματα, όπως είναι τα δάση ή η δασικές εκτάσεις, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός μεν του ν.

ΔΞΗ (4068)/1912 "Περί αναστολής παραγραφών, προθεσμιών και δικαστικών εν γένει πράξεων εν καιρώ επιστρατείας" και των διαταγμάτων, που εκδόθηκαν με βάση τη διάταξη του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.04/16.05.1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των Κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης, περί απαγορεύσεως λήψεως προσωρινών μέτρων κατά του Δημοσίου και της Αεροπορικής Αμύνης κλπ" (Ολ.

Α.Π. 75/1987, Α.Π. 764/2022, Α.Π. 78/2015). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1045 του Α.Κ., για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία συνεχή εικοσαετία. Νομέας, κατά το άρθρο 974 του ιδίου κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο ακίνητο, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.

Περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερομένων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα, σε κάθε περίπτωση, περιστατικά. Ο διάδικος που προβάλλει χρησικτησία, πρέπει να επικαλεσθεί τη νομή και να καθορίσει συνάμα τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θελήσεως του κατόχου να κατέχει το πράγμα ως εάν να ήταν δικό του.

Τέτοιες δε πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η οριοθέτηση, η περιμάνδρωση, η περιτοίχιση και η καταμέτρηση των διαστάσεών του κτλ χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων μέσα στον χρόνο της χρησικτησίας. Οι στηριζόμενοι στις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ισχυρισμοί του ..., προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αγωγής, αποτελούν ενστάσεις, ως γεγονότα διακωλυτικά της γενέσεως του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος, και όχι αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής.

Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση αυτών των ισχυρισμών (καταλυτικών ενστάσεων), πρέπει να αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο και, για τον λόγο αυτό, τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών του και εντεύθεν της απορρίψεώς τους τις φέρει εκείνο (Ελληνικό Δημόσιο) και όχι ο ενάγων (Α.Π. 2019/2022, Α.Π. 1182/2018).

Για να είναι όμως ορισμένη η αγωγή που στηρίζεται σε απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με χρησικτησία, δεν απαιτείται να εκτίθεται σ' αυτή ότι το ακίνητο δεν είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας ούτε να δικαιολογείται για ποιο λόγο αυτό δεν συμβαίνει ενώ από τις διατάξεις των άρθρων 1094, 1045 και 1054 του Α.Κ., προκύπτει ότι ο ισχυρισμός ότι ορισμένο πράγμα είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας συνιστά ένσταση του αντιδίκου του επικαλουμένου κτήση κυριότητας με χρησικτησία (Α.Π. 894/2020, Α.Π. 977/2007) που είναι διακωλυτική του επικαλουμένου με την αγωγή δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος στο επίδικο και πρέπει να προτείνεται από τον εναγόμενο, αφού ούτε από το δικαστήριο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως και, όταν εναγόμενο είναι το Ελληνικό Δημόσιο, αυτό επίσης πρέπει να επικαλεσθεί και, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να αποδείξει, ότι το επίδικο ακίνητο είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας, διότι περιήλθε στην κυριότητά του με κάποιο νόμιμο τρόπο, τον οποίο πρέπει συγκεκριμένα να προσδιορίζει για να είναι ορισμένη η σχετική ένστασή του.

Η απλή άρνηση από τον ενάγοντα της ενστάσεως ανεπιδέκτου χρησικτησίας του επιδίκου, λόγω αποκτήσεως κυριότητας από το ίδιο, τον οποίο προβάλλει το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν καθιστά την αγωγή αόριστη, αλλά υποχρεώνει αυτό (Ελληνικό Δημόσιο) σε απόδειξη των περιστατικών που θεμελιώνουν τη δική του κυριότητα στο επίδικο (Α.Π. 1187/2022).

Η ανεπάρκεια των εκτιθεμένων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από τον νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται αναιρετικά με τον λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ενστάσεως.

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η έλλειψη εξειδικεύσεως των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντιστοίχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με λόγο από τους αριθμούς 8 ή, αναλόγως, 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 853/2021, Α.Π. 192/2016).

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ.

λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη. Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 29/2021, Α.Π. 480/2010).

Τέλος, κατά το άρθρο 338§1 του Κ.Πολ.Δ. κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξεως των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποία διώκεται η δικαστική διάγνωση.

Το βάρος αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής προϋποθέσεως των θεμελιωτικών της αξιώσεως του πραγματικών γεγονότων.

Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως έχει περιοριστεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως και την εφαρμογή της διαδικασίας του ήδη καταργηθέντος άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ. και, ακολούθως, του άρθρου 237 του Κ.Πολ.Δ. σε όλες τις υποθέσεις. Αντίθετα αντικειμενικό βάρος αποδείξεως είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στην περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας.

Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης σχέσεως, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμ. 13 του Κ.Πολ.Δ.

λόγο αναιρέσεως (Α.Π. 1935/2022, Α.Π. 658/2014, Α.Π. 692/2008). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε, κατά πιστή αντιγραφή, τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο είναι ένας αγρός, ο οποίος έχει έκταση 11.759 τ.μ.

και βρίσκεται στη θέση "...", της κτηματικής περιφέρειας ..., συνορευόμενο βορείως με ακίνητο ΚΑΕΚ ..., ανατολικώς με ΚΑΕΚ ..., νοτίως εν μέρει με ακίνητο ΚΑΕΚ ... και εν μέρει με ακίνητο ΚΑΕΚ ... και δυτικώς εν μέρει με ακίνητο ΚΑΕΚ ... και εν μέρει με ακίνητο ΚΑΕΚ .... Το ανωτέρω αγροτεμάχιο περιήλθε στην κατοχή του δικαιοπάροχου των εναγουσών, Ι.

Ν. του Ν., τον Μάρτιο του 1968, δυνάμει άτυπης δωρεάς από την μητέρα του, Θ. σύζυγο Ν. Ν., το γένος .... Έκτοτε κα μέχρι το χρόνο θανάτου του ανωτέρω, την ..., αυτός το νέμονταν αδιαλείπτως με διάνοια κυρίου, ασκώντας επί αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής, όπως εποπτείας καθαρισμού, καλλιέργειας αλλά και εκμισθώσεως του σε τρίτους προς καλλιέργεια, όπως βεβαιώνεται στη με αριθμ. 14.757/07.02.2019 ένορκη βεβαίωση από τους εξετασθέντες μάρτυρες στα πλαίσια αυτής, ..., ...

και .... Καθ' όλο δε αυτό το χρονικό διάστημα ουδείς διαμαρτυρήθηκε για το γεγονός ότι ο ανωτέρω δικαιοπάροχος των εναγουσών ασκούσε τις προαναφερθείσες πράξεις νομής. Συνεπεία των ανωτέρω, αυτός κατέστη αποκλειστικός κύριος του ως άνω επίδικου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο και δη με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ουδέποτε προέβαλε, διά των αρμοδίων οργάνων του δικαιώματα επί του ως άνω ακινήτου, κοινοποιώντας εμπράγματη αγωγή ή πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής και καθορισμού αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση ή μήνυση για κατάληψη δημοσίου κτήματος, ούτε όχλησε με οποιονδήποτε τρόπο τον ανωτέρω στην κατά τα ανωτέρω άσκηση της νομής στο επίδικο ακίνητο, ούτε άσκησε διακατοχικές πράξεις σε αυτό, αλλά ούτε και προσκόμισε κάποιο έγγραφο από το οποίο να αποδεικνύεται ότι εγείρει βασίμως δικαιώματα επί αυτού.

Το τελευταίο στηρίζει την προβολή του δικαιώματος κυριότητας στο επίδικο στον ισχυρισμό, όπως αυτός προκύπτει από το σύνολο των πρωτοδίκως κατατεθεισών προτάσεων του, ότι αυτό αποτελούσε δημόσια γαία. Με βάση τη γενική διαδοχή του ... στα δικαιώματα επί των δημόσιων γαιών (Ν. 21.06/10.07.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων") θεσπίστηκε βέβαια μαχητό τεκμήριο κυριότητας υπέρ αυτού, σύμφωνα με το οποίο το Ελληνικό Δημόσιο τεκμαίρεται ότι έχει αποκτήσει δικαίωμα κυριότητας επί των πιο πάνω κτημάτων με πρωτότυπο τρόπο, αρκεί όμως να επικαλεστεί και να αποδείξει, επί μεν των δημόσιων γαιών, ότι αυτές περιήλθαν στην κυριότητά του ως διαδόχου του Οθωμανικού Δημοσίου, επί δε των γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ότι τις απέκτησε λόγω της κατάληψης ή της δήμευσής τους.

Ο τρόπος όμως αυτός της απόκτησης κυριότητας θα πρέπει να στηρίζεται στη θετική επίκληση και απόδειξη από το Ελληνικό Δημόσιο των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και όχι στην αρνητική επίκληση της όποιας έλλειψης παρουσιάζουν οι τίτλοι, που επικαλείται ο ιδιώτης για τη θεμελίωση της δικής του κυριότητας, διότι από την ύπαρξη μιας τέτοιας έλλειψης δεν τεκμαίρεται η ύπαρξη κυριότητας του Δημοσίου ..., όπως στην προκειμένη περίπτωση, όπου το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, με την υπό κρίση έφεση αλλά και με τις πρωτοδίκως κατατεθείσες προτάσεις του, πέραν της αναφοράς του νομικού πλαισίου του δημόσιων γαιών, ουδέν αναφέρει ειδικότερα για το επίδικο ακίνητο και δη σε ποια κατηγορία δημόσιας γαίας αυτό ανήκει.

Εφόσον λοιπόν δεν αποδείχθηκε, ότι πρόκειται για δημόσιο κτήμα δεν είναι αναγκαίο να συντρέχει η προϋπόθεση για συμπλήρωση της τριακονταετούς καλόπιστης νομής των απώτερων δικαιοπαρόχων του δικαιοπαρόχου των εναγουσών μέχρι την 11.09.1915 ... . Αντιθέτως, αποδείχθηκε, ότι το επίδικο ακίνητο ήταν πάντοτε καλλιεργήσιμος αγρός (που ανήκε σε ιδιώτες) και όχι δημόσια γαία, ενώ ουδόλως αποδείχθηκε ότι αυτό ανήκε κατά κυριότητα στο Τουρκικό Δημόσιο και συνακόλουθα, ότι στη συνέχεια περιήλθε στην κυριότητα του εναγόμενου ... "δικαιώματι πολέμου", ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, και συνεπώς δεν ήταν αναγκαίο να διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά που να θεμελιώνουν κτήση κυριότητας τον ενάγοντος με έκτακτη χρησικτησία σε βάρος του εναγόμενου ...

μέχρι τις 11.09.1915, αφού τα περιστατικά αυτά είναι απαραίτητα για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία στην περίπτωση που πρόκειται για δημόσιο κτήμα, δηλαδή για ακίνητο τον οποίου το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο έχει γίνει κύριος και όχι όταν πρόκειται για καλλιεργούμενη ιδιωτική ιδιοκτησία ... . Επομένως, ο σχετικός με τα ανωτέρω λόγος της ένδικης έφεσης είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης της κτηματικής περιφέρειας ..., της οποίας η απόφαση περί έναρξης δημοσιεύθηκε μετά το θάνατο του ανωτέρω δικαιοπαρόχου των εναγουσών, το ανωτέρω ακίνητο έλαβε ΚΑΕΚ ..., πλην όμως καταχωρίστηκε ως αγνώστου ιδιοκτήτη. Η εγγραφή όμως αυτή τυγχάνει ανακριβής, καθόσον ο ανωτέρω αποβιώσας, κατά το χρόνο του θανάτου του, ήταν ήδη αποκλειστικός κύριος αυτού.

Συνακόλουθα, με τον τρόπο αυτό αμφισβητείται και η κυριότητα των εναγουσών, στις οποίες μετά το θάνατο του, το επίδικο αγροτεμάχιο περιήλθε δυνάμει της με αριθμ. ... δημόσιας διαθήκης του συμβολαιογράφου ..., Γ. Τ., η οποία δημοσιεύθηκε νομίμως με το με αριθμ. ... πρακτικό δημοσίευσης του Ειρηνοδικείου ..., με την οποία εγκαθιστούσε αυτές ως κληρονόμους του σε αυτό κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου εκάστη.

Την επαχθείσα με τον ανωτέρω τρόπο κληρονομία, οι ενάγουσες αποδέχθηκαν δυνάμει της με αριθμ. ... δήλωσης αποδοχής κληρονομίας του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, η οποία καταχωρήθηκε κατά άρθρο 7Α παρ. 1 του Ν. 2664/1998 στο οικείο κτηματολογικό φύλλο του επίδικου ακινήτου.

Συνεπώς προς τα ανωτέρω, η κριθείσα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη οριστική απόφαση αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή, ήταν καθ' όλα τα στοιχεία της επαρκώς ορισμένη, μη καταλείπουσα ουδεμία αμφιβολία για την ταυτότητα του επίδικου ακινήτου, με αναφορά στην έκταση του, στις όμορες ιδιοκτησίες, στην άσκηση συγκεκριμένων διακατοχικών πράξεων από το δικαιοπάροχο των εναγουσών καθώς και του τρόπου που αυτές στη συνέχεια απέκτησαν την κυριότητα του από τον ανωτέρω, απορριπτόμενου του περί αντιθέτου ισχυρισμού του εναγόμενου - εκκαλούντος ..., ο οποίος προβλήθηκε πρωτοδίκως και επαναφέρεται με ειδικό λόγο έφεσης ... .

Επομένως, η αγωγή έπρεπε να γίνει δεκτή κατ' ουσία και να αναγνωριστεί ότι ο δικαιοπάροχος των εναγουσών, Ι. Ν. του Ν. κατέστη αποκλειστικός κύριος του ανωτέρω ακινήτου με ΚΑΕΚ ... και περαιτέρω να διαταχθεί η διόρθωση της πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ..., ώστε να καταχωριστεί αυτός ως αποκλειστικός κύριος του ως άνω ακινήτου με αιτία κτήσης την έκτακτη χρησικτησία αντί της εσφαλμένης καταχώρησης του επίδικου ακινήτου ως "αγνώστου ιδιοκτήτη". ... .

Ενόψει πάντων των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη οριστική απόφαση του έκανε δεκτή την από ... με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 56/... αγωγή ως ουσία βάσιμη, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου αλλά και την εκτίμηση των αποδείξεων και οι περί του αντιθέτου λόγοι έφεσης του εκκαλούντος ...

τυγχάνουν απορριπτέοι ως αβάσιμοι, όπως και ή ένδικη έφεση στο σύνολο της.". Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον αιτιάται το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο για το ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1α' του Κ.Πολ.Δ. της αποδιδομένης πλημμελείας συνισταμένης στο ότι εσφαλμένα εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1045 του Α.Κ.

ενώ εφαρμοστέες, στην υπόψη περίπτωση, ήσαν οι διατάξεις των άρθρων 3 του Οθωμανικού "Νόμου περί των Γαιών" της 7ης ... 1274 (έτους ...)/1856 (καθ' ημάς) "..." (οθΝπΓαιών), της από 20.06/02.07.1881 συμβάσεως μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, που κυρώθηκε με τον ν. ΠΛΖ'/11.03.1882 (Φ.Ε.Κ. Α' 14 της 13.03.1882) "Περί κυρώσεως της μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας συμβάσεως της 20 Ιουνίου (2 Ιουλίου) 1881, αφορώσης εις τα νέα όρια μεταξύ των δύο Κρατών", του ν.

ΔΞΗ (4068)/1912 "Περί αναστολής παραγραφών, προθεσμιών και δικαστικών εν γένει πράξεων εν καιρώ επιστρατείας" και των διαταγμάτων, που εκδόθηκαν με βάση τη διάταξη του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.04/16.05.1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των Κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης, περί απαγορεύσεως λήψεως προσωρινών μέτρων κατά του Δημοσίου και της Αεροπορικής Αμύνης κλπ." και 2 και 4 του α.ν. 1539/1938 "Περί προστασίας των Δημοσίων κτημάτων", τις οποίες δεν εφήρμοσε.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και τούτο διότι οι συνιστώσες αυτόν (λόγο αναιρέσεως) αιτιάσεις, οι οποίες δεν διατυπώνονται με βάση τις ανέλεγκτες αναιρετικώς παραδοχές του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά με βάση εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που το αναιρεσείον θεωρεί ότι αποδείχθηκαν από τα επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα και είναι κατά τους ισχυρισμούς αληθινά, δεν ιδρύουν την επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια.

Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον αιτιάται το αυτό Δικαστήριο διότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ. και τούτο ενόψει του ότι η αγωγή των αναιρεσιβλήτων κρίθηκε ορισμένη, παρά την εκ μέρους του άρνηση της σχετικής διαδικαστικής προϋποθέσεως, καίτοι δεν είχαν εκτεθεί στο δικόγραφό της τα αναγκαία στοιχεία για τη γένεση του επικαλουμένου και αξιουμένου με αυτή (αγωγή) δικαιώματος.

Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι έπρεπε στο δικόγραφο της αγωγής να εκτίθενται πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις του βζρδ, ότι έως τις 11.09.2015 ο απώτατος δικαιοπάροχος του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων είχε αποκτήσει, με έκτακτη χρησικτησία, την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και τούτο διότι στηρίζεται στη μη ισχύουσα παραδοχή, σύμφωνα με όσα δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ότι το επίδικο ακίνητο είχε κάποτε περιέλθει με προβλεπόμενο στο νόμο τρόπο στην κυριότητα του αναιρεσείοντος και το δικαίωμά του αυτό της κυριότητας καταλύθηκε από τον χρησιδεσπόσαντα απώτατο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων, του απαιτουμένου χρόνου χρησικτησίας συμπληρωθέντος στις 11.09.1915.

Έτι περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ. ισχυριζόμενο ότι εσφαλμένα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο χαρακτήρισε ένσταση, αποδεικτέα από αυτό (αναιρεσείον), τον ισχυρισμό του ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στην κυριότητά του, περιήλθε δε στην κυριότητά του ως διάδοχο του Οθωμανικού Δημοσίου, στο οποίο ανήκε ως δημόσια γαία, ενώ, κατ' ορθή εκτίμηση, ο ως άνω ισχυρισμός του συνιστούσε αρνητική απάντηση στην αγωγή.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και τούτο διότι, εφόσον η ένδικη αγωγή κρίθηκε ότι στηρίζεται σε πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας (έκτακτη χρησικτησία) εκ μέρους του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, της νομής του εκτεινομένης χρονικά από το έτος 1968 έως και το χρονικό σημείο του θανάτου του (...), ορθώς ο ισχυρισμός του εναγομένου - αναιρεσείοντος, ότι οι εναγόμενες - αναιρεσίβλητες δεν μπορούσαν να χρησιδεσπόσουν στο ένδικο ακίνητο μετά τις 11.09.1915, εφόσον αυτό (ακίνητο) είχε περιέλθει στην κυριότητά του με τον επικαλεσθέντα τρόπο, χαρακτηρίσθηκε και κρίθηκε ως ένσταση, σύμφωνα με την οποία το πράγμα (επίδικο ακίνητο) για την ως άνω αιτία ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας.

Ενόψει των ανωτέρω, και οι τρεις λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν όπως και η αίτηση περί αναιρέσεως στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί, λόγω της ήττας του, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος των αναιρεσιβλήτων, το αναιρεσείον, στα δικαστικά έξοδα αυτών (αναιρεσιβλήτων), τα οποία θα καταλογισθούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191§2 Κ.Πολ.Δ., 22§§1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ.

Β' 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5§12 του ν. 1738/1987).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 05.05.2021 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 36/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου .... Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300,00€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Αυγούστου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ