Legislator Case Law & Legislation
1277/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor dispute judgment, remands case for retrial due to procedural error.

Case Number 1277/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the University of Thessaly's appeal against the Third Chamber of Larissa Court of Appeal's labor dispute judgment. The university argued the lower court incorrectly declared the plaintiff's claim determined despite insufficient factual details, violating Article 559(14) of the Code of Civil Procedure. The court found the lower court's assessment of the claim's completeness erroneous and ordered a remand for a new hearing to resolve the dispute.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(14), 560, 580(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible if a court of first instance incorrectly declares a claim determined or indeterminate, requiring the case to be remanded for retrial.

Keywords

AI generated
labor dispute procedure indeterminate claim appeal admissibility remand for retrial procedural error legal sufficiency costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180(1), 183, and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1277 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1277/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Βόλο, ως οιονεί νομίμου καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό 'Ιδρυμα (Τ.Ε.Ι.) Θεσσαλίας" και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασίλειου Δημήνικου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσίβλητων: 1) …. και 14) ..., κατοίκου Τιρνάβου Λάρισας, που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Γαβαλά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 55/21-1-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν η 158/2005 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 458/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 5-5-2010 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 1191/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου που απέρριψε την αίτηση ως προς ορισμένους των αναιρεσειόντων και ως προς τους λοιπούς, παρέπεμψε την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο δικαστήριο για περαιτέρω εκδίκαση.

Εκδόθηκε η 133/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της ανωτέρω απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 24-9-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 24.9.2020 και με αριθμό κατάθεσης 36/2020 αίτηση αναίρεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ", ως οιονεί καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα (Τ.Ε.Ι.) Θεσσαλίας", προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 133/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία εκδόθηκε μετά την αναίρεση με την υπ' αριθμ. 1191/2017 απόφαση του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου αυτού της υπ' αριθμ. 458/2007 απόφασης του ίδιου Εφετείου, και με την οποία (133/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας) έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η με αριθμ. κατάθεσης 309/29.9.2005 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και μετά την εξαφάνιση της υπ' αριθμ. 158/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας και εκδίκασης της από 19.1.2004 και με αριθμό κατάθεσης 55/21.1.2004 αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, έκρινε νόμω και ουσία βάσιμη την αγωγή. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές.

Αν, όμως, αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζομένη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "Οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", συνάγεται ότι, οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υπόθεσης απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (Ολ.

ΑΠ 15/2011, 42/2005, ΑΠ 1305/2018, 1402/2018). Τέτοιο δικονομικό έδαφος για την μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης επανεκδίκαση της υπόθεσης από το Εφετείο δεν υπάρχει και όταν ο Άρειος Πάγος έκρινε για το ορισμένο ή τη νομική βασιμότητα της αγωγής (ΑΠ 176/2016, 1297/2010). Ως "νομικό ζήτημα" θεωρείται το εννοιολογικό περιεχόμενο που προσέδωσε η αναιρετική απόφαση στον κανόνα δικαίου, στην παράβαση του οποίου θεμελιώθηκε η αναίρεση, μπορεί δε αυτός να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο, για τους κατ` ιδίαν λόγους αναίρεσης που θεσπίζει το άρθρο 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 534/2015, 1708/2014).

Κατά δε το άρθρο 562 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης κατά απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, εφόσον με τον λόγο αυτόν προσβάλλεται η απόφαση κατά το τμήμα της εκείνο κατά το οποίο συμμορφώθηκε με την αναιρετική (ΑΠ 387/2021,199/2012, 411/2010).

Εν προκειμένω το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως δικαστήριο της παραπομπής μετά από αναίρεση της υπ' αριθμ. 458/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας με την υπ' αριθμ. 1191/2017 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, η οποία έκρινε ότι το Εφετείο με την ως άνω απόφασή του παραβίασε α) με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 2 του Συντάγματος, 21 ν. 2190/1994 και 19 παρ. 11 β' του Ν. 1404/1983, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες και β) με τη μη εφαρμογή τους, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 και 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες...", και συμμορφούμενο με την απόφαση του Αρείου Πάγου δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως και κατ' ουσία βάσιμη ως προς τους ενάγοντες ήδη αναιρεσιβλήτους, και αναγνώρισε ότι καθένας από αυτούς συνδέεται με το εναγόμενο με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με έναρξη την ημερομηνία της αρχικής πρόσληψής τους, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας".

Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίον προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ της ευθείας παραβίασης των άρθρων 103 του Συντάγματος, 21 του Ν. 2190/1994, 11, 15 και 19 παρ. 1 Ν. 1404/1983 είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, κατ` άρθρο 562 παρ.1 ΚΠολΔ, διότι το ως άνω ζήτημα της νομιμότητας της ένδικης αγωγής ως προς τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους έχει κριθεί με την 1191/2017 αναιρετική απόφαση, κατά τρόπο δεσμευτικό, όχι μόνο για το δικαστήριο της παραπομπής (Εφετείο), που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και για τον Άρειο Πάγο, στον οποίο επανέρχεται η υπόθεση με νέα αίτηση αναίρεσης κατά της εν λόγω αποφάσεως.

Από τις διατάξεις των άρθρων 648 § 1 ΑΚ και 6 Ν. 765/1943, ο οποίος έχει κυρωθεί με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, κατά τις οποίες, αντιστοίχως, "Με τη σύμβαση εργασίας ο εργαζόμενος έχει υποχρέωση να παρέχει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, την εργασία του στον εργοδότη και αυτός να καταβάλει το συμφωνημένο μισθό" και "Δια του όρου "μισθωτός" νοούνται τα φυσικά πρόσωπα άτινα παρέχουσι εις έτερον φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον οιασδήποτε φύσεως εξηρτημένην εργασίαν έναντι αμοιβής.

Ως αμοιβή θεωρείται πάσα παροχή χορηγουμένη εις τον μισθωτόν (αμοιβή εις χρήμα ή εις είδος, φιλοδωρήματα κλπ) ανεξαρτήτως του τρόπου καθορισμού ταύτης (αμοιβή καθοριζομένη βάσει του αποτελέσματος της εργασίας ανεξαρτήτως χρόνου εργασίας - αμοιβή κατ' αποκοπήν)", συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υφίσταται, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.

Εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία είναι η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ` αυτή εργαζόμενο συνέπειες, που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσεώς του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο (Ολ.

ΑΠ 28/2005), αφορά δε κυρίως το εργατοϋπαλληλικό προσωπικό. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 8 §§ 1 εδ. α' και 3 Ν. 2112/1920, κατά τις οποίες, αντιστοίχως, "Είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικειμένη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή δια τον υπάλληλον" και "Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ωρισμένην χρονικήν διάρκειαν εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογήται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου", συνάγεται ότι επί συνάψεως αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, εάν δεν δικαιολογείται η συνομολογηθείσα διάρκεια αυτών από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο αναγόμενο ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων εργασίας, ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.

Οι εν λόγω διατάξεις, όπως εξ αυτών προκύπτει, έχουν εφαρμογή μόνον επί συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ή άλλων συμβάσεων υποκρυπτουσών σχέση εξαρτημένης εργασίας, ως ειδικοί κανόνες του εργατικού δικαίου θεσπισθέντες εν όψει της ανάγκης μείζονος προστασίας, την οποία έχουν κατά τεκμήριο οι παρέχοντες εξαρτημένη εργασία (Ολ.

ΑΠ 20/2007). Ο χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσεως, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε και που δεν αφορά μόνο το χαρακτηρισμό της ως εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ή έργου αλλά και ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σε αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος (ή ο έχων ισχύ νόμου κανονισμός), διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρ. 26 § 3 και 87 § 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΕΔ 3/2001, Ολ.

ΑΠ 13/2017, 7 και 8/2011, 6/2001). Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού, από το δικαστήριο, της έννομης σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ. ΑΠ 18/2006 και 19/2007), αφορά δε το διοικητικό και εργατοτεχνικό προσωπικό με σχέση ιδιωτικού δικαίου, το οποίο εμπίπτει στον έλεγχο του Α.Σ.Ε.Π.

Συνεπώς, επί πλειόνων καταρτισθεισών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου του εργαζομένου, για το χαρακτηρισμό αυτών ως ενιαίας σύμβασης (ή σχέσης) εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ` εφαρμογή των άνω διατάξεων των άρθρων 648 § 1 ΑΚ, 6 Ν. 765/1943 και 8 του Ν. 2112/1920, κρίσιμα εξεταστέα ζητήματα είναι, εάν οι συμβάσεις τους έχουν το χαρακτήρα της εξαρτημένης εργασίας, ήτοι, εάν ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, εάν έχουν το χαρακτήρα της διαδοχικότητας και, τέλος, εάν υπαγορεύτηκαν από αντικειμενικούς λόγους, που δικαιολογούνται από τη φύση τους, ήτοι καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη και ο καθορισμένος χρόνος διάρκειάς τους έγινε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων που απορρέουν από τις διατάξεις αυτές. .

Και κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, πράγμα που συμβαίνει όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ. 1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας με την προσβαλλόμενη απόφαση και κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε μεταξύ άλλων τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: " Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι προσλήφθηκαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ, κατά τους χρόνους που αναφέρονται στην αγωγή ήτοι πριν την ισχύ των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος ήτοι πριν την 18.4.2001 και απασχολούνται έκτοτε με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και η εκπαιδευτική τους δραστηριότητα, εκτός από τη διδασκαλία και τη συμμετοχή τους σε όλες τις εξεταστικές περιόδους, την εποπτεία πτυχιακών εργασιών των σπουδαστών, συνίστατο ότι επίσης συνεισέφεραν στην κατάρτιση του προγράμματος σπουδών.

Ότι τo εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι οι συμβάσεις των εναγόντων δεν θα μπορούσαν να είναι αορίστου χρόνου για τον λόγο ότι οι ανάγκες αυτού είναι μεταβλητές και καθορίζονται από τον αριθμό των σπουδαστών που δηλώνουν κάθε διδακτικό εξάμηνο τα μαθήματα που επιθυμούν να παρακολουθήσουν αλλά και από τον αριθμό των εισαγομένων - εγγραφομένων σπουδαστών, ο οποίος είναι κυμαινόμενος κατά έτος, καθώς και τον αριθμό των μονίμων εκπαιδευτικών που διορίζονται.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος και, επομένως, απορριπτέος δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τις σχετικές συμβάσεις εργασίας, τα προγράμματα σπουδών κάθε έτος επαναλήφθηκαν και δεν προέκυψε λόγος να μην ανανεωθεί σύμβαση εργασίας λόγω έλλειψης σπουδαστών. Οι παραπάνω δε ανάγκες δεν είναι ούτε απρόβλεπτες ούτε προσωρινές αλλά πάγιες και διαρκείς, ενώ η εργασία που προσέφεραν οι εν λόγω ενάγοντες απέβλεπε στην ικανοποίηση συνεχών αναγκών του εναγομένου, στον τομέα που απασχολείτο ο καθένας και οι οποίες (ανάγκες) δεν μπορούσαν να αντιμετωπιστούν από τους διδάσκοντες μόνιμους εκπαιδευτικούς, γιατί αυτοί δεν επαρκούσαν.

Ούτε εξάλλου μπορεί να γίνει λόγος για κάλυψη παροδικών και έκτακτων αναγκών του εναγομένου, αφού οι συμβάσεις των εναγόντων ανανεώνονταν σταθερά, με τέτοια συχνότητα και διάρκεια, από την οποία προκύπτει ότι πρόκειται για ανάγκες που συνδέονται με την ομαλή και κανονική λειτουργία του εναγομένου, η δε εργασία τους ήταν πλήρως ενταγμένη στην εκπλήρωση του καταστατικού σκοπού του εναγομένου και εξυπηρετούσαν πάγιες, διαρκείς, τακτικές και προβλέψιμες ανάγκες του στους ως άνω τομείς.

Επίσης, η ορισμένη διάρκεια των συμβάσεων εργασίας των ανωτέρω εναγόντων με το εναγόμενο δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή τον σκοπό της εργασίας που παρείχαν ούτε από τις συνθήκες λειτουργίας του εναγομένου αλλά ούτε από κάποιον άλλο αντικειμενικό λόγο, όπως είναι η προσωρινή αναπλήρωση εκπαιδευτικού - επιστημονικού - εργαστηριακού προσωπικού ή η εκτέλεση σωρευμένης ή παροδικού χαρακτήρα εργασίας.

Αντίθετα, από όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν και, ιδίως, από τις αυξημένες ανάγκες λειτουργίας του εναγομένου προκύπτει ότι η ορισμένη χρονική διάρκεια των ανωτέρω αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας των εναγόντων έγινε με πρόσθεση καταστρατήγησης των διατάξεων του Ν.2112/1920, με συνέπεια να καθίσταται άκυρος ο όρος των ως άνω συμβάσεων ως προς τον χρονικό περιορισμό της διάρκειάς τους με το εναγόμενο, να συνιστά μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας για κάθε ενάγοντα, με έναρξη την ημερομηνία της αρχικής πρόσληψης καθενός εξ αυτών. ..".

Βάσει των ως άνω παραδοχών το Εφετείο έκρινε ότι οι ενάγοντες εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του ΤΕΙ Θεσσαλίας και συνακόλουθα ότι συνδέοντο με ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας .

Με την ως άνω κρίση του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 648 παρ.1 ΑΚ και 6 Ν.765/1943 και 8 Ν.2112/1920, καθ' όσον διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς και ελλιπείς αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα ότι οι ανάγκες του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ στους τομείς που αφορούσαν οι συμβάσεις των αναιρεσιβλήτων δεν ήταν πρόσκαιρες και παροδικές, αλλά πάγιες, διαρκείς και προβλέψιμες, προκειμένου να αναγνωριστεί ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι συνδέονται με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού, με αποτέλεσμα να είναι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος και ούτω στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως.

Ειδικότερα το Εφετείο, από τις ως άνω ανέλεγκτες παραδοχές του, ενώ δέχεται ότι τα προγράμματα σπουδών κάθε έτος επαναλήφθηκαν και δεν προέκυψε λόγος να μην ανανεωθεί η σύμβαση εργασίας εκάστου των αναιρεσιβλήτων με το αναιρεσείον ΝΠΔΔ λόγω έλλειψης σπουδαστών, δεν αιτιολογεί πως οι συμβάσεις των αναιρεσιβλήτων με το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, οι οποίες αφορούσαν διαφορετικό γνωστικό αντικείμενο κάθε ακαδημαϊκή περίοδο κάλυπταν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες τοιαύτες.

Ούτε επίσης αιτιολογεί ότι οι συμβάσεις των αναιρεσιβλήτων ήταν προβλέψιμες αφού οι συμβάσεις των αναιρεσιβλήτων δεν μπορούσαν να προβλεφθούν σύμφωνα με τις προβλέψεις της προηγούμενης ακαδημαϊκής περιόδου αλλά με βάση τις μεταβλητές και διαμορφούμενες κάθε ακαδημαϊκή περίοδο ακαδημαϊκές ανάγκες εξαρτώμενες από τον αριθμό των σπουδαστών και τη διαμόρφωση του ακαδημαϊκού προγράμματος.

Επίσης, ουδόλως αιτιολογεί συγκεκριμένα ότι υπήρχαν συνεχείς ελλείψεις σε διδακτικό προσωπικό στον τομέα που απασχολείτο κάθε αναιρεσίβλητος και ότι οι ανάγκες του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ δεν μπορούσαν να αντιμετωπιστούν από τους διδάσκοντες μόνιμους εκπαιδευτικούς, και όχι απλά ότι αυτοί δεν επαρκούσαν.

Επιπλέον, ουδέν διαλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση για την ύπαρξη ή μη εξαρτήσεως στη σχέση που συνέδεε τους αναιρεσιβλήτους με το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, δηλαδή της εκπλήρωσης του αντικειμένου κάθε σύμβασης εργασίας εκ μέρους εκάστου των αναιρεσιβλήτων υπό τον πλήρη έλεγχο και εποπτεία του αναιρεσείοντος - εργοδότη, στοιχείο που δεν συνάδει άλλωστε με το δημόσιο λειτούργημα των αναιρεσιβλήτων.

Επομένως, ο εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2 και 216 παρ. 1 στοιχ. α και β του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς.

Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.

Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 837/2019, 862/2015, 291/2015, 1864/2011, 329/2007). Η κρίση του δικαστηρίου ότι η αγωγή δεν είναι ορισμένη παρά την επαρκή έκθεση των αναγκαίων στοιχείων αυτής ή αντίθετα ότι είναι ορισμένη παρά την ανεπαρκή έκθεση των εν λόγω στοιχείων ελέγχεται αναιρετικά μέσω του λόγου του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο αναίρεση συγχωρείται εάν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Από την προαναφερόμενη αοριστία (ποσοτική - ποιοτική) αντιδιαστέλλεται η νομική αοριστία, η οποία συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής κατά την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο κρίνοντας αυτήν ως αόριστη ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη, κρίση, η οποία ελέγχεται αναιρετικά μέσω του λόγου του αριθμ. 1 εδ.

α' του άρθρου 559 ή 560 ΚΠολΔ, κατά το οποίο αναίρεση συγχωρείται εάν έχει παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου (σχετ. ΟλΑΠ 18/1998, 1573/1981, ΑΠ 515/2016, 991/2014, 57/2005). Το αναιρεσείον με τον τρίτο λόγο της αίτησής του προβάλλει την αιτίαση ότι εσφαλμένα το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ορισμένη την ένδικη αγωγή και απέρριψε σχετικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί ποσοτικής αοριστίας.

Ωστόσο, από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει, ότι είναι νομικά πλήρης και επαρκής ως προς την αναφορά των παραπάνω περιστατικών, που αποτελούν προϋποθέσεις για την εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου στους οποίους θεμελιώνεται το αίτημα των εναγόντων και, συνεπώς, το Εφετείο που έκρινε την αγωγή ορισμένη και απέρριψε τον περί αοριστίας αυτής ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο μη απορρίψεως ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας της αγωγής.

Κατόπιν τούτων, κατά παραδοχή του ως άνω γενομένου δεκτού αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 133/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, εν όψει δε του ότι πρόκειται περί δεύτερης αναίρεσης, πρέπει να διακρατηθεί η υπό κρίση υπόθεση και να αναβληθεί η έκδοση αποφάσεως, προκειμένου να συζητηθεί η υπόθεση σε νέα δικάσιμο του Τμήματος τούτου επιμελεία των διαδίκων (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, το οποίο κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176,180παρ.1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 133/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Κρατεί την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση.

Αναβάλλει την έκδοση αποφάσεως, προκειμένου να συζητηθεί η υπόθεση σε νέα δικάσιμο του Τμήματος τούτου επιμελεία των διαδίκων. Και

Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσιβλήτων τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ