Supreme Court dismisses appeal on labor contract modification, upholding lower court's award of severance and damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's rejection of the employee's claim regarding a unilateral modification of their employment contract. The employee argued that the employer's conduct constituted a constructive dismissal entitling them to statutory severance and damages, while the employer contended the modification was valid. The court ruled that the appeal lacked merit because the lower court correctly found the employer's actions amounted to a constructive dismissal, justifying the awarded compensation.
Legislator headnote
AI generatedArt. 7 para. 1 of Law 2112/1990; A unilateral modification of employment terms detrimental to the employee is deemed a constructive dismissal, entitling the employee to statutory severance and damages.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1277 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1277/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Πελαγία Ακάσογλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Κοκοτίνη), Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Aρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 25 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:
Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Ν.Π. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΘΛΗΤΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ ΚΑΙ ΕΙΔΩΝ ΚΥΝΗΓΙΟΥ» και το δ.τ. «Ν.Π. Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρόεδρο, Διευθύνοντα Σύμβουλο και Νόμιμο εκπρόσωπό της Κ. Π. του Ν., ο οποίος παραστάθηκε και διόρισε πληρεξούσια την παρούσα δικηγόρο Θεοδώρα Κωνσταντά, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου:
Θ. Α. του Δ., κατοίκου ... Αττικής, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ανδρέα Μελέτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31.08.2017 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1975/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3224/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 12-10-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Με την από 12.10.2020 (υπ’ αριθ. εκθ. καταθ. 955/2020) αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία του ισχύοντος άρθρου 614 παρ. 3 ΚΠολΔ (σε συνδυασμό προς τα ισχύοντα άρθρα 621, 591, 522, 421 ΚΠολΔ), υπ’ αριθ. 3224/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την ως άνω απόφαση, έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν η από 06.12.2018 (υπ’ αριθμ. καταθ. 8073/2018) έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της υπ’ αριθ. 1975/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η από 31.08.2017 αγωγή του και αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση και δικάστηκε η αγωγή, έγινε αυτή εν μέρει δεκτή. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του διαλαμβανομένου σ’ αυτή μοναδικού λόγου (άρθρα 577 §§ 1 και 3, 591 παρ. 7 ΚΠολΔ).
[II] Κατά το άρθρο 7 εδ. α' ν. 2112/1990 «Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι’ ην ισχύουσιν οι διατάξεις του παρόντος νόμου».
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, «μονομερής μεταβολή» θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται χωρίς τη συγκατάθεση του εργαζομένου-υπαλλήλου και χωρίς ο εργοδότης να έχει δικαίωμα για την τροποποίηση αυτή από το νόμο, την ατομική σύμβαση εργασίας ή τον (τυχόν) κανονισμό εργασίας ούτε να ανήκει στην από το διευθυντικό δικαίωμά του απορρέουσα εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα, που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχείρησής του ή γίνεται κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ). Για την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης δεν αρκεί η μεταβολή των όρων εργασίας να είναι μονομερής, αλλά απαιτείται επιπλέον να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ’ αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή και ηθική ζημία.
Από την παραπάνω διάταξη, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 288, 648, 652 παρ.1 και 656 παρ.1 ΑΚ, προκύπτει ότι στην περίπτωση σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για τον υπάλληλο μεταβολή των όρων εργασίας, ο τελευταίος έχει διαζευκτικά (άρθρο 305 ΑΚ) τις εξής δυνατότητες:
(α) να αποδεχθεί, ρητώς ή σιωπηρώς την μεταβολή, με αποτέλεσμα την κατ' άρθρο 361 ΑΚ κατάρτιση νέας σύμβασης, τροποποιητικής της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη (άρθρα 174, 178, 179 ΑΚ),
(β) να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη ως άτακτη καταγγελία, εκ μέρους του, της εργασιακής σύμβασης και να απαιτήσει την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (άρθρα 3 ν. 2112/1920, 5 ν. 3198/1955) και
(γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του, σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, στην περίπτωση δε αυτήν, εάν ο εργοδότης δεν τις αποδεχθεί, καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας ή, εκφράζοντας (ο υπάλληλος) την αντίδρασή του, να παράσχει τη νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί, σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους.
Βλαπτική μεταβολή θεωρείται και ο υποβιβασμός και η ανάθεση στον εργαζόμενο καθηκόντων υποδεέστερης ειδικότητας ή θέσης στην επιχείρηση που συνεπάγεται, άμεσα ή έμμεσα, δυσμενείς υλικές ή και ηθικές συνέπειες, όπως μείωση των αποδοχών του (ΑΠ 216/2017, ΑΠ 132/2016, ΑΠ 447/2015, ΑΠ 791/2014, ΑΠ24/2014). Κρίσιμος χρόνος για τον χαρακτηρισμό της μονομερούς μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας, ως βλαπτικής ή μη και δη για την κρίση ως προς τον χαρακτήρα της νέας θέσης, στην οποία τοποθετείται ο εργαζόμενος από τον εργοδότη, ως υποδεέστερης ή μη, σε σχέση με αυτήν, που κατείχε προηγουμένως, είναι ο χρόνος της πραγματοποίησης της μεταβολής αυτής, αφού κατά τον χρόνο αυτόν και με τα υπάρχοντα τότε δεδομένα, καλείται και, ο εργαζόμενος να την αποδεχθεί ή να την αποκρούσει, και εφόσον αυτή η μεταβολή είναι οριστική και μόνιμη κατά τον άνω χρόνο (ΑΠ 126/2011).
Τέλος, κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση κάθε δικαιώματος, όπως είναι και το δικαίωμα καταβολής αποζημίωσης, λόγω καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Ειδικότερα, από τον συνδυασμό της διάταξης αυτής με τις διατάξεις των άρθρων 3 ν. 2112/1920 και 1 και 5 ν. 3198/1955 προκύπτει ότι σε κάθε περίπτωση καταγγελίας από τον εργοδότη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου υπαλλήλου απαιτείται, εκτός των άλλων και η καταβολή στον υπάλληλο της νόμιμης αποζημίωσης, ανεξάρτητα από τον λόγο που προκάλεσε την καταγγελία, εκτός από τις περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις (υποβολή μήνυσης για αξιόποινη πράξη, ανώτερη βία) ως εκ τούτου δε, ο εργοδότης οφείλει τη νόμιμη αποζημίωση και όταν καταγγέλλει την σύμβαση εργασίας για κάθε άλλη (εκτός δηλ.
της συνισταμένης σε καταμηνυθείσα αξιόποινη πράξη) υπαίτια μη εκπλήρωση ή πλημμελή εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων του υπαλλήλου, όταν, όμως, ο τελευταίος δεν εκπληρώνει τις συμβατικές του υποχρεώσεις ή εκπληρώνει αυτές πλημμελώς, κακόβουλα, δηλ. με αποκλειστικό σκοπό να εξαναγκάσει τον εργοδότη να τον απολύσει για να εισπράξει τη νόμιμη αποζημίωση, τότε μόνον η ενάσκηση της αξίωσης για την καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης είναι καταχρηστική με την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 216/2017, ΑΠ 525/2016, ΑΠ 2241/2013, ΑΠ 38/2004, ΑΠ 1080/2003, ΑΠ 233/2003).
Επίσης, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ και από την ρητή διατύπωσή της είναι προφανές ότι για την εφαρμογή της και την θεμελίωση της σχετικής ένστασης απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί, κατά νομική και λογική αναγκαιότητα, η ύπαρξη του σχετικού δικαιώματος και συνακόλουθα, η καταρχήν παραδοχή αυτού (όπως ισχύει για όλες τις ουσιαστικές ενστάσεις), του οποίου, όμως, η άσκηση και μόνον υπερβαίνει «προφανώς» στην συγκεκριμένη περίπτωση τα εκεί αναφερόμενα αντικειμενικά κριτήρια (ΟλΑΠ 17/1995, ΑΠ 216/2017).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, και αν το δικαστήριο παρά το νόμο και εκτιμώντας εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335, 262 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι «πράγματα» κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθμός 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους στο δικαστήριο της ουσίας, θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 14/2004).
Αποτελούν «πράγματα» και οι επί μέρους λόγοι εφέσεως, που περιέχουν παράπονα κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 248/2019, ΑΠ 781/2017, ΑΠ 250/2014, ΑΠ 845/2011). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό («πράγμα») και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 377/2019).
[III] Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την παραδεκτά προταθείσα από την ίδια στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και με τις προτάσεις της επαναφερθείσα ενώπιόν του, ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος (άρθρ. 281 ΑΚ).
[IV] Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα:
Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με την από 31.08.2017 αγωγή του, εξέθεσε ότι, από την 12.09.2001, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και πλήρους απασχόλησης, προσέφερε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρία, που έχει ως αντικείμενο την εμπορία αθλητικών ειδών και κυνηγετικών όπλων, ως υπάλληλος πωλήσεων, στο επί της οδού ..., στην Αθήνα, κατάστημά της, μέχρι την 16.06.2017, όταν, θεωρώντας την από τον Μάρτιο του 2016 και μέχρι την 16.06.2017, σε βάρος του συμπεριφορά των εκπροσώπων της εναγομένης, ως μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας και ως άτακτη καταγγελία της (σύμβασης) από την εναγομένη, κατά τα ειδικώς αναφερόμενα στην αγωγή, απεχώρησε από την εργασία του και επέδωσε στην εναγομένη την από 16.06.2017 σχετική «δήλωσή» του, με την οποία ζητούσε και την πληρωμή της νόμιμης αποζημίωσης καταγγελίας.
Αιτήθηκε, στη συνέχεια, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει, ως αποζημίωση απόλυσης, το ποσό των 17.850,01 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας από την 16-6-2017, άλλως, επιδικίας από την επίδοση της αγωγής και, επίσης, να αναγνωριστεί ότι του οφείλει το ποσό των 15.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, για ηθική βλάβη, λόγω παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητάς του, συνεπεία της σε βάρος του συμπεριφοράς της, με τον νόμιμο επιδικίας τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Την αγωγή αρνήθηκε η εναγομένη και πρότεινε επιπλέον με καταχώρηση στα πρακτικά ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και με τις προτάσεις της, για την αντίκρουση της αγωγής, την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του σχετικού δικαιώματος του ενάγοντος αρθρ. (άρθρο 281 ΑΚ), συνιστάμενη στο ότι ο ενάγων δεν εκπλήρωνε ή εκπλήρωνε πλημμελώς τις συμβατικές του υποχρεώσεις, κακόβουλα, με αποκλειστικό σκοπό να αναγκάσει την ίδια (εναγομένη) να τον απολύσει, για να εισπράξει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ’ αριθμ. 1975/2018 απόφασή του δέχθηκε την προαναφερόμενη ένσταση της εναγομένης ως βάσιμη κατ' ουσίαν και απέρριψε την αγωγή ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής, άσκησε έφεση ο ενάγων, παραπονούμενος για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ώστε ν' απορριφθεί η αγωγή, με την παραδοχή στην ουσία της ως άνω ένστασης από το άρθρο 281 ΑΚ. Η εναγομένη, ως εφεσίβλητος, επανέφερε με τις προτάσεις της, παραδεκτώς, ενώπιον του Εφετείου, την ανωτέρω ένστασή της.
Ειδικότερα, από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων της εναγομένης και τότε εφεσιβλήτου ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι η τελευταία για τη θεμελίωση της ανωτέρω ένστασής της, επικαλέστηκε τα ακόλουθα κρίσιμα:
(α) Ότι από το έτος 2014, όταν ο ενάγων διαγνώστηκε με σκλήρυνση κατά πλάκας και ενημέρωσε την εναγομένη, προφορικά, λάμβανε συνεχώς αναρρωτικές άδειες και υπέβαλε συχνά αιτήσεις για κανονικές άδειες, επικαλούμενος τα προβλήματά του υγείας, ενώ δεν έδινε σαφείς απαντήσεις σε σχετικές ερωτήσεις του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης για τη σοβαρότητα του προβλήματος υγείας του καθώς και για το αν μπορούσε να εργασθεί στην επιχείρηση χωρίς κίνδυνο της υγείας του.
(β) Ότι ο ενάγων, μετά την προσκόμιση την 19.05.2017 στο νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης ιατρικής βεβαίωσης-γνωμάτευσης του Γ.Ν. Ευαγγελισμός, μετά από απαίτηση του τελευταίου, που ήθελε να ενημερωθεί για την κατάσταση της υγείας του, σύμφωνα με την οποία (βεβαίωση) «έπασχε από σκλήρυνση κατά πλάκας διεγνωσμένη από το έτος 2014 υπό αγωγή και τακτική νευρολογική παρακολούθηση, που τώρα βρίσκεται σε ύφεση και ο ασθενής δύναται να ασκήσει τα εργασιακά του καθήκοντα», άρχισε με ύφος προκλητικά αδιάφορο να καθυστερεί την εκτέλεση οποιασδήποτε εργασίας του ζητείτο, ενώ ενώπιον των πελατών, που έπρεπε να εξυπηρετήσει, προφασιζόταν ότι δεν ήξερε που βρίσκονταν τα απαιτούμενα εμπορεύματα και τους παρέπεμπε στον υπεύθυνο της εταιρίας Π. .
(γ) Ότι την 12.06.2017 ο ενάγων ζήτησε εντελώς αιφνιδιαστικά τριήμερη άδεια, από 14.06.2017 έως και 16.06.2017, παρά το γεγονός ότι στο διάστημα αυτό ήταν ο μοναδικός εργαζόμενος και είχε προγραμματισθεί να γίνει μετακόμιση των εμπορευμάτων από την αποθήκη του καταστήματος στον κυρίως χώρο του, ενώ όταν ο υπεύθυνος της εταιρίας του πρότεινε να συζητήσουν το θέμα του αιτήματός του για άδεια, την επόμενη μέρα, αυτός δεν επανήλθε στην εργασία του και την 14.06.2017 απέστειλε με e-mail στην εναγομένη βεβαίωση του ιατρού Β. Ν., σύμφωνα με την οποία έπασχε από «εμπύρετο γαστρεντερίτιδα με συνοδό προλιποθυμικό επεισόδιο» και έχρηζε ανάπαυσης τριών (3) ημερών, «στην οικία του μετά της αγωγής, ήτοι από 14.06.2017 μέχρι και την 16.06.2017 (χρονικό διάστημα για το οποίο είχε αιτηθεί και της ως άνω αδείας)» ενώ, την 16.06.2017, κοινοποίησε στην εναγομένη εξώδικη διαμαρτυρία-δήλωση-πρόσκληση, την οποία κοινοποίησε και προς το Τμήμα Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων Ανατολικού Τομέα Αθηνών, ισχυριζόμενος ότι οι εκπρόσωποι της εναγομένης με τη συμπεριφορά τους προσέβαλαν την προσωπικότητά του και τον μείωσαν ως άνθρωπο και εργαζόμενο, και ότι από την 16.06.2017 θεώρησε νομίμως όλη αυτή τη συμπεριφορά των υπευθύνων της εναγομένης ως καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 3224/2020 απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα:
Ότι «ο ενάγων προσελήφθη από την εταιρία Ν. Π. & ΣΙΑ Ε.Π.Ε. - συγχωνευθείσα, κατόπιν, δι’ απορροφήσεώς της, με την εναγόμενη Α.Ε. εμπορίας αθλητικών ειδών και κυνηγετικών όπλων, η οποία κατέστη καθολική διάδοχός της και υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της, ως εργοδότριας - την 12.09.2001, ως υπάλληλος πωλήσεων, στο επί της οδού ..., στην Αθήνα, κατάστημά της, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και πλήρους απασχόλησης, προσέφερε δε τις υπηρεσίες του στην ως ανωτέρω εργοδότριά του μέχρι τις 16.06.2017, οπότε και απεχώρησε από την εργασία του, αφού θεώρησε τη συμπεριφορά του νομίμου εκπροσώπου της εναγόμενης εταιρίας εναντίον του ως καταγγελία της εργασιακής συμβάσεώς του».
Ότι «ειδικότερα, από τον Μάρτιο του 2016, ο ενάγων άρχισε να απομακρύνεται, σταδιακά, από τη βασική αρμοδιότητά του, η οποία, κατά τη σύμβαση, ήταν οι πωλήσεις διαφόρων εμπορευμάτων προς τους πελάτες της εναγομένης και να του ανατίθενται άλλα καθήκοντα, βοηθητικές εργασίες, για παράδειγμα, όπως τακτοποίηση αποθηκών ή μεταφορά δεμάτων, σε σημείο που, από τον Σεπτέμβριο του 2016 και εξής, αποτελούσαν, σχεδόν τη μοναδική απασχόλησή του, ενώ είχε σε μεγάλο βαθμό αποκοπεί ακόμα και από πελάτες που ο ίδιος είχε προσελκύσει, ως αθλητής της τοξοβολίας - μάλιστα, ο τομέας της τοξοβολίας εντάχθηκε στον κύκλο εργασιών της εναγομένης, αποκλειστικά, χάρη στον ενάγοντα».
Ότι «περαιτέρω, όταν, την 16.03.2017,οενάγων επέστρεψε στην εργασία του, μετά από δεκαπενθήμερη, αναρρωτική άδεια - είχε διαγνωστεί με σκλήρυνση κατά πλάκας από το 2014-, οι μόνες εργασίες που του ανατίθεντο ήταν διάφορες μεταφορές καθώς και η μετακόμιση από τη μισθωμένη αποθήκη της εναγομένης σε μια άλλη, συχνά δε, ο νόμιμος εκπρόσωπος της εργοδότριας εταιρίας Κ. Π. και η σύζυγός του - η οποία, επίσης, εργαζόταν στο κατάστημα - αμφισβητούσαν την ικανότητα του ενάγοντος να εργάζεται, λόγω της ασθένειάς του, τον συμβούλευαν συνεχώς να λάβει αναρρωτική άδεια ή κανονική και τον υποτιμούσαν, λέγοντας του ότι δεν μπορεί να εξυπηρετεί πια τους πελάτες, ενώ έφθασαν στο σημείο να του ζητήσουν και ιατρική βεβαίωση για την κατάσταση της υγείας του - την οποία και τους προσκόμισε ο ενάγων - όπου αναφέρεται ότι 'τώρα η νόσος βρίσκεται σε ύφεση και ο ασθενής δύναται να ασκήσει τα εργασιακά του καθήκοντα', σύμφωνα άλλωστε με τις κατ’ επανάληψη διαβεβαιώσεις του ενάγοντος προς τους εργοδότες του».
Ότι, «ωστόσο και αφού έλαβαν γνώση της ως άνω από 22.05.2017 ιατρικής γνωμάτευσης, ο Κ. Π. και η σύζυγος του συνέχισαν να υποτιμούν τον ενάγοντα και να του αναθέτουν μόνο χειρονακτικές εργασίες, αποκλείοντας τον από το κύριο αντικείμενό του, που ήταν η εξυπηρέτηση των πελατών -κατά περίπτωση δε, του έκαναν παρατηρήσεις για τη διάρκεια του διαλείμματος του (να μην υπερβαίνει τα πέντε λεπτά), τον χρόνο που μιλούσε στο τηλέφωνο, ή ακόμα και για το νερό που έπινε-, όλα αυτά δε, εξώθησαν τον ενάγοντα να αποχωρήσει από την εργασία του καθώς θεώρησε ότι η ανωτέρω αντιμετώπισή του ισοδυναμούσε, στην ουσία, με καταγγελία της συμβάσεώς του από την εναγόμενη εταιρία, στην οποία και επέδωσε την από 16.06.2017 σχετική δήλωσή του».
Ότι, «κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η εν λόγω συμπεριφορά της εναγομένης εμπίπτει, σαφώς, στην έννοια της μονομερούς, βλαπτικής για τον υπάλληλο, μεταβολής των όρων της εργασιακής συμβάσεως, επειδή ήταν, αφενός αντίθετη προς τους όρους της συμβάσεως - κατά την οποίαν ο ενάγων είχε προσληφθεί ως πωλητής αθλητικών ειδών και όχι ως μεταφορέας -και, αφετέρου, καταχρηστική, καθόσον η εναγομένη άσκησε το διευθυντικό δικαίωμά της υπερβαίνοντας, προφανώς, τα όρια που επιβάλλουν ο οικονομικός σκοπός του και η καλή πίστη (άρθρο 281 ΑΚ) διότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό πως ο ως άνω υποβιβασμός του ενάγοντος από υπάλληλο πωλήσεων σε εργάτη -μεταφορέα εξυπηρετούσε τους σκοπούς αυτού του δικαιώματος, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχείρησης, ενώ ουδόλως ελήφθησαν υπόψη τα δικαιολογημένα συμφέροντα του ενάγοντος, ο οποίος, εάν και ασθενής, υποχρεωνόταν στις ως ανωτέρω επίπονες εργασίες, υφιστάμενος, μάλιστα, τις παρατηρήσεις και τα σχόλια των εργοδοτών του για την κατάσταση της υγείας του».
[V] Με βάση τα παραπάνω το Εφετείο δέχθηκε ότι «ο ενάγων είχε το εκ του άρθρου 7 εδ. α' ν. 2112/1920 δικαίωμα να εκλάβει την επίδικη συμπεριφορά των εκπροσώπων της εργοδότριας εταιρίας ως καταγγελία της εργασιακής συμβάσεώς του και να απαιτήσει την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης από την αιτία αυτή, ποσού 17.850,01 ευρώ».
Στη συνέχεια, το εφετείο έκρινε ότι, «λόγω της ανωτέρω συμπεριφοράς των εκπροσώπων της εναγομένης, ο ενάγων υπέστη προσβολή της προσωπικότητάς του και ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να του επιδικαστεί, ως χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, το οποίο, βάσει των εν γένει συνθηκών της προκειμένης περίπτωσης μονομερούς βλαπτικής μεταβολής όρων εργασιακής συμβάσεως, της στενοχώριας, της τρώσης της αξιοπρέπειας του ενάγοντος, του βαθμού υπαιτιότητας του εργοδότη καθώς και της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των μερών, θεωρείται εύλογο».
Κατέληξε δε, το Εφετείο στο ότι «το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή του εκκαλούντος, ως ουσία αβάσιμη, έσφαλε, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τα ανωτέρω, δεκτών γενομένων, ως βάσιμων, των σχετικών λόγων της υπό κρίση εφέσεως" και αφού δέχθηκε την έφεση ως βάσιμη κατ’ ουσίαν και εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση προς εκδίκαση κατ’ ουσίαν και δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και, ειδικότερα, (α) «υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα, ως αποζημίωση απόλυσης, το ποσό των 17.850,01 ευρώ» και β) «αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 2.000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο και τα δύο ποσά από την επίδοση της αγωγής».
Από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η ως άνω ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ της εναγομένης, η οποία αποτέλεσε αντικείμενο της δίκης ενώπιον του Εφετείου, μετά από την έρευνα του σχετικού λόγου της έφεσης του ενάγοντος, με τον οποίο όπως προαναφέρθηκε παραπονείτο για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, με βάση τις οποίες το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο οδηγήθηκε στην παραδοχή της ως άνω ενστάσεως και την απόρριψη, στη συνέχεια της αγωγής του, μολονότι στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως δε διαλαμβάνεται ιδιαίτερη αιτιολογία, απορρίφθηκε εκ του πράγματος, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων περιστατικών αντίθετων προς αυτά που την συγκροτούν.
[VI] Κατά συνέπεια ο μοναδικός λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η ένδικη αναίρεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠοΛΔ) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12.10.2020 (υπ'αριθμ. εκθ. καταθ. 955/2020) αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθ. 3224/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800 ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1 Ιουλίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 2 Νοεμβρίου 2021.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ