Supreme Court dismisses appeal for vague grounds and failure to cite specific legal errors in the appeal request.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Public Employment Organization against a first-instance judgment on unjust enrichment. The appellants argued for specific legal errors but failed to clearly identify the precise legal defects in the lower court's decision. The court ruled that the appeal grounds were indefinite and lacked the necessary specificity required by law to establish a valid legal error.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118(4), 566(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal must clearly and concisely state the legal error alleged; vague or incomplete grounds are rejected without supplementation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1277 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1277/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17η Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.)", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Περικλή Αγγελίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Δ. Ν. του Χ., κατοίκου ..., 2) Δ. Γ.-Γ. του Α., κατοίκου ... 3) Κ. Π. του Σ., κατοίκου ... 4) Μ.-Μ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 5) Σ. Ο. του Γ., κατοίκου ..., 6) Α. Φ. του Ν., κατοίκου ..., 7) Γ. Γ. του Δ., κατοίκου ... 8) Χ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 9) Ε. Π. του Ν., κατοίκου ..., 10) Σ. Α. του Α., κατοίκου ... 11) Α.-Τ. Ζ. του Σ., κατοίκου ..., 12)Δ. Φ. του Γ., κατοίκου ..., 13) Γ. Δ. του Α., κατοίκου ... και 14) Δ. Κ. του Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Καρούζου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-12-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν η 2129/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2782/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 4-5-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα. Γενικά, για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναίρεσης, δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που προβλέπει το σχετικό λόγο, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που, σύμφωνα με αυτήν, απαιτούνται για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης.
Ειδικότερα ως προς τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο παραβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να καθορίζεται ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Αν δε το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της για να είναι ορισμένος και, άρα, παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αρ.1 ), δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, πραγματικό μέρος της υπόθεσης, η έννοια που αποδίδει αυτός στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει, επιπλέον, να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής.
Και τούτο, διότι η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 578), το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Η παράθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, με βάση το περιεχόμενό του, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό.(ΟλΑΠ1/2016, ΟλΑΠ2/2013, ΟλΑΠ20/2005).Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ'επιλογή του αναιρείοντος,αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση ,έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα. (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996,ΑΠ19/2020). 2.Στην προκειμένη περίπτωση με την αίτηση αναιρέσεως του εναγομένου προσβάλλεται η 2782/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση των εναγόντων ήδη αναιρεσιβλήτων ,εξαφανίστηκε η εκεί εκκαλουμένη ,δικάστηκε εκ νέου η αγωγή,έγινε αυτή δεκτή κατ' ουσίαν ως προς την επικουρική, κατα τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, βάση της και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει στον καθένα ενάγοντα,για την παροχή εργασίας τους στο τελευταίο , τα εκεί αναφερόμενα χρηματικά ποσά, ως διαφορές αποδοχών και επιδομάτων ,μεταξύ των πράγματι καταβληθέντων με βάση τα συμφωνητικά για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και των αντίστοιχων αποδοχών σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου των υπαλλήλων της δημόσιας διοίκησης, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2008 έως 2010,νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. .Με τους λόγους της αίτησης, πρώτο,δεύτερο , τρίτο και τέταρτο υπό στ.
ε , αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη,κατ' ορθή υπαγωγή, η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια υπό την επίκληση ότι το Εφετείο, α) αποφαινόμενο ότι οι ενάγοντες που είχαν ενταχθεί σε προγράμματα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας δήθεν συνδέονταν με το αναιρεσείον με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, ανεπίτρεπτα, κατά παράβαση των διατάξεων της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μετάλλαξε το χαρακτήρα των Ευρωπαϊκών προγραμμάτων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας τα οποία εισήχθησαν στην Ελλάδα με το άρθρο 20 § 15 Ν 2639/1998 (1ος λόγος αναίρεσης), β) κρίνοντας ότι η υπαγωγή των αναιρεσιβλήτων σε προγράμματα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας δεν συνιστά μέτρο διευκόλυνσης για την ένταξη αυτών στην αγορά εργασίας εν γένει, όπως πρότεινε το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τις δυνάμει του άρθρου 148 § 2 της Συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ εκδοθείσες κατευθυντήριες γραμμές για την απασχόληση, όπως τούτο έγινε αποδεκτό από το Ελληνικό Κράτος με το άρθρο 20 § 15 Ν. 2639/1998, εξέδωσε απόφαση ικανή να θέσει σε κίνδυνο την υλοποίηση της Ευρωπαϊκής στρατηγικής για την απασχόληση, άρα κοινοτικού στόχου υπό την έννοια του άρθρου 4 § 3 της Συνθ.ΕΕ (2ος λόγος αναίρεσης).
γ) κρίνοντας ότι "οι ενάγοντες συνδέονταν με το εναγόμενο νπδδ με την έννομη σχέση της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου ... Κατ` επέκταση οι προαναφερόμενες συμβάσεις στις οποίες προέχει το στοιχείο της παροχής εργασίας, δεν δύνανται να εξαιρεθούν από την Οδηγία 1999/707ΕΚ" έσφαλε διότι η Οδηγία αυτή δεν είναι δυνατόν να αποτελέσει εφαρμοστέο δίκαιο αλλά μόνο εργαλείο ερμηνείας, ενώ όσον αφορά τις διατάξεις του Ν. 2112/1920, ο χαρακτήρας των επίδικων συμβάσεων ως "συμβάσεων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας" τις εξαιρεί οπωσδήποτε από το πεδίο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 § 1 Ν. 2112/1920 (3ος λόγος αναίρεσης) και δ)κρίνοντας ότι τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 8 παρ.3 του ν.2112/2020 , ότι εμπόδιο για την εφαρμογή της διάταξης αυτής δεν αποτελούν οι διατάξεις του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος εσφαλμένα ερμήνευσε την προαναφερθείσα συνταγματική διάταξη (4ος υπό στοιχ.ε λόγος αναίρεσης).
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αρ. 1), εκ της μη εφαρμογής διατάξεων που ήταν κατά το αναιρεσείον εφαρμοστέες,(ως προς τους πρώτο,δεύτερο και τρίτο λόγους) και εκ της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής διατάξεων (ως προς τον τέταρτο ,υπό στ.ε λογο), είναι αόριστοι καθόσον δεν καθορίζεται στο αναιρετήριο η νομική πλημμέλεια του δικαστηρίου, δηλαδή σε τί συνίσταται ακριβώς το σφάλμα που αποδίδεται στο Εφετείο, ούτε και αναφέρονται, πλην ελαχίστων κατ` επιλογή αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης , το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά, με τις κρίσιμες παραδοχές του Εφετείου, υπό τις οποίες συντελέσθηκαν οι προβαλλόμενες παραβιάσεις των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, (στο αναιρετήριο περιέχονται και παραδοχές που δεν αντιστοιχούν σ'αυτές της προσβαλλόμενης ) με συνέπεια να μην καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος.Επομένως,οι πιο πάνω λόγοι , ενιαίως κρινόμενοι , είναι απαράδεκτοι. 3.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, ως πράγματα, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη, αν και προτάθηκαν, ή η λήψη υπόψη, αν και δεν προτάθηκαν, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 11/1996).
Επίσης, δεν είναι πράγματα, υπό την ως άνω έννοια, τα νομικά επιχειρήματα, που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους, που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου (ΟλΑΠ 31/1997 ΑΠ 71/2019) ή η νομολογία των δικαστηρίων.(ΑΠ 66/2020, ΑΠ 701/2011). Εξ άλλου ,κατά τη διάταξη του άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ,εκτός των αναφερομένων σ' αυτή εξαιρέσεων, για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως, πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση της προτάσεώς του στο αναιρετήριο Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως.
Όπως δε συνάγεται από την πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (ΑΠ 4/2020, ΑΠ 59/2020, ΑΠ142/2013). Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως , υπό στοιχεία α,γ και δ αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη, κατ' ορθή εκτίμηση, η από τον αρ.8 του άρθρου 559ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια υπό την επίκληση ότι το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην κρίση ότι οι ενάγοντες- αναιρεσίβλητοι παρείχαν εξαρτημένη εργασία στα πλαίσια προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας και δικαιούνται να λάβουν τα ποσά που θα ελάμβανε ο αντίστοιχος εργαζόμενος με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου,χωρίς να λάβει υπόψη τους νομικούς ισχυρισμούς που είχε προβάλλει με τις προτάσεις του και ειδικότερα:
ότι αντικειμενικός λόγος υλοποίησης των προγραμμάτων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας αποτελεί η εξυπηρέτηση του συμφέροντος των συμμετεχόντων με την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας τη διασφάλιση στενής σχέσης των ανέργων με την αγορά εργασίας με σκοπό αύξησης της απασχόλησης όπως και την εκεί επικαλούμενη νομολογία του ΔΕΕ.Όμως οι ανωτέρω αιτιάσεις περί αγνόησης νομικών ισχυρισμών και της νομολογίας δεν συνιστούν πράγμα κατά την ανωτέρω έννοια και ως εκ τούτου δεν ιδρύεται η από τον αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.
Επομένως, ο τέταρτος, κατά τα ανωτέρω μέρη, λόγος της αιτήσεως είναι απαράδεκτος. Ακόμη, ο ίδιος τέταρτος λόγος κατά το στοιχ.β μέρος αυτού είναι απαράδεκτος ως ερειδόμενος σε αναληθή προϋπόθεση ενόψει του ότι το αποδιδόμενο μ' αυτόν σφάλμα της προσβαλλόμενης ότι "έκρινε ως αντικειμενικό λόγο για τη σύναψη συμβάσεων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας συνιστά μόνον η προσωρινή αναπλήρωση εργαζομένου ...και όχι η εξυπηρέτηση του συμφέροντος των εναγόντων" δεν διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Τέλος ,με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως, υπό στοιχείο στ., το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη ,κατ' ορθή εκτίμηση,την από τον αρ.1 του άρθρου 559ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, επικαλούμενος την παρά το νόμο απόρριψη της ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος από μέρους των εναγόντων, που είχε υποβάλει με τις πρωτόδικες προτάσεις του.
Ο λόγος αυτός της αιτήσεως ,πέραν της αοριστίας του, εφόσον δεν γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο ότι τον ανωτέρω περί καταχρηστικής ασκήσεως ισχυρισμό του το εδώ αναιρεσείον, εφεσίβλητο - εναγόμενο είχε επαναφέρει νομίμως ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι προεχόντως απαράδεκτος ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση ,παραδεκτώς επισκοπούμενη ,δεν απέρριψε ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος από μέρους των εναγόντων .Περαιτέρω, η με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως επικαλούμενη παραβίαση του άρθρου 110 ΚΠολΔ , υπό την επίκληση ότι το δικαστήριο της ουσίας "αντιπαρήλθε δια της σιωπής τις κατατεθείσες προτάσεις του χωρίς να αντιμετωπίσει τις ενστάσεις του όπως αυτές διατυπώθηκαν επ' ακροατηρίω και δια των προτάσεών του" είναι απαράδεκτος εφόσον δεν αναφέρεται 1) η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση και 2)ειδικώς οι ισχυρισμοί - ενστάσεις τις οποίες το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, ώστε να κριθεί τυχόν παραβίαση. 4 Το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ως προς την έκθεση σ' αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία εκτιμά κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφασή του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπ' όψη γεγονότα μη διαλαμβανόμενα σ' αυτή και ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην κρίση περί του νόμω βασίμου της ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή επειδή δεν έλαβε υπ' όψη τέτοια γεγονότα, αν και περιείχοντο σ' αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αρ.8 και 14 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως. (ΑΠ 108/2020, ΑΠ 180/2016, ΑΠ 34/2015, ΑΠ 1192/2012).
Ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής δεν περιλαμβάνεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ και ειδικότερα η αοριστία ούτε προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση ούτε αφορά τη δημόσια τάξη. Ως εκ τούτου είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής αν ο ισχυρισμός αυτός δεν είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας.
Για την πληρότητα δε του σχετικού από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο αναιρεσείων πρότεινε στο δικαστήριο, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τον περί αοριστίας ισχυρισμό. Διαφορετικά ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να επιτρέπεται η αναφορά και προσφυγή σε άλλα εκτός του αναιρετηρίου έγγραφα.(ΑΠ46/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση κατά την αληθινή έννοια, ότι παρά το νόμο το Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτη ως αόριστη την ένδικη αγωγή, για τους αναφερόμενους στο αναιρετήριο λόγους, χωρίς όμως να αναφέρεται σ' αυτό, αν το αναιρεσείον πρότεινε στο Εφετείο τον σχετικό περί της αοριστίας ισχυρισμό.
Επομένως, ο έκτος λόγος της αιτήσεως.κατά το μέρος αυτό,με τον οποίο προσάπτεται ,κατ' επιτρεπτή εκτίμηση ,η από τον αρ.14 του άρθρου559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια είναι αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος. Περαιτέρω ,η με τον ίδιο, έκτο λόγο της αιτήσεως αποδιδόμενη αιτίαση ότι έσφαλε η προσβαλλομένη δεχόμενη ότι οι αγωγικές αξιώσεις καταβολής μισθολογικών διαφορών και επιδομάτων αδείας και εορτών είναι νόμιμες κατ' επίκληση της αρχής της ισότητας άλλως της ίσης μεταχείρισης ,ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης καθόσον όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, παραδεκτώς επισκοπούμενη (ΚΠολΔ561 αρ.2) το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή ,κατά την επικουρική της βάση, κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις (ΑΚ904) και με βάση αυτές επιδίκασε τα ειδικότερα εκεί αναφερόμενα χρηματικά ποσά για κάθε ενάγοντα, αφού είχε απορρίψει ,μεταξύ άλλων, τις κατά τις αρχές της ισότητας και ίσης μεταχείρισης βάσεις της αγωγής .Επομένως, ο κατά το μέρος αυτό λόγος της αιτήσεως είναι απαράδεκτος.
Ακόμη, ο ίδιος λόγος του αναιρεσείοντος ,κατά το μέρος που μέμφεται την προσβαλλομένη ότι έσφαλε με το να επιδικάσει επιδόματα κίνησης και ειδικής παροχής,χωρίς αναφορά των διατάξεων που φέρονται ότι έχουν παραβιασθεί, των αντίστοιχων σε σχέση μ' αυτά παραδοχών της προσβαλλομένης και της αποδιδόμενης πλημμέλειας, είναι απαράδεκτος σύμφωνα με τα αναφερόμενα ανωτέρω στον αρ.1 της παρούσης απόφασης.
Επίσης, η κατά το τελευταίο μέρος του ίδιου έκτου λόγου αιτίαση, με αναφορά α) της διάταξης του άρθρου 16 του ν.1405/1983 και β) της διάταξης του άρθρου 4 του Συντάγματος, πέραν της αοριστίας ως εκ της μη αναφοράς της αποδιδόμενης πλημμέλειας και των συναφών παραδοχών, ώστε να κριθεί το ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα σε σχέση μ' αυτές που οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας δεν στήριξε το πόρισμα του στις ανωτέρω διατάξεις.
Επομένως ,και ο κατά το μέρος αυτό έκτος λόγος της αιτήσεως είναι απαράδεκτος ενώ με τοις λοιπές αναφερόμενες στον έκτο λόγο αιτιάσεις πλήττεται απαραδέκτως η ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο. (ΑΠ 778/2009). Παρατηρείται ,ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση επιδικάσθηκαν τα εκεί χρηματικά ποσά με βάση τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις η οποία κατά το μέρος τούτο δεν αποτελεί αντικείμενο αναιρετικού ελέγχου ελλείψει προτάσεως σχετικού αναιρετικού λόγου.
Ακολούθως, το υποβαλλόμενο με την ένδικη αίτηση αίτημα του αναιρεσείοντος -εναγομένου περί υποβολής προδικαστικού ερωτήματος προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με το άρθρο 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκειμένου αυτό να αποφανθεί για τη νομική φύση των συναπτομένων στο πλαίσιο εφαρμογής της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής για την Απασχόληση συμβάσεων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (stage) λόγω του απαραδέκτου όλων των λόγων της αιτήσεως, καθίσταται άνευ αντικειμένου, αφού δεν θα χωρήσει περαιτέρω έρευνα της βασιμότητας τους. 5.
Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2). κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-5-2018 αίτηση περί αναιρέσεως της 2782/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών .
Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Δεκεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ