Supreme Court dismissed appeal for failure to cite substantive law violation and ignored non-essential claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court of Lamia's decision. The appellant argued the lower court ignored claims regarding the fictitious nature of a property sale contract, but the court ruled these were merely negative defenses rather than independent legal grounds. Consequently, the appeal was rejected because the lower court had properly considered all evidence without needing specific mention of every document.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1), 559(19) C.P.C.; An appeal for violation of substantive law requires a precise misapplication of a rule regulating rights and obligations, or a failure to cite facts essential to the judgment that directly impact the outcome.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1277 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1277/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα , Θωμά Γκατζογιάννη και Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "... ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεράσιμο Ποταμιάνο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ά. Σ. του Α., 2) Α. Σ. του Σ., 3) Μ. συζύγου Α. Σ., το γένος Γ. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Πανταζή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/3/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 204/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 37/2014 του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2/3/2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εκτός των άλλων και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Δηλαδή, πρέπει να παραβιάζονται κανόνες, οι οποίοι ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, τη κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρηση τους (ΑΠ 1399/2011, ΑΠ 159/2004).
Εσφαλμένη, κατ' ακρίβειαν, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος, στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά, τα οποία δέχτηκε, ανέλεγκτα, το δικαστήριο της ουσίας υπάγονταν στον κανόνα αυτόν ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006, 36/1988).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν, στη συγκεκριμένη, περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 24/1992).
Για το ορισμένο δε αμφοτέρων των ως άνω λόγων, εφόσον, στην προκειμένη περίπτωση, κρίθηκε κατ' ουσίαν η υπόθεση, δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο μόνο το σύντομο ιστορικό της υπόθεσης και οι κατά τις απόψεις του αναιρεσείοντος παραδοχές του Εφετείου, με επιγραμματικές αναφορές, αλλά να παρατίθενται με πληρότητα, οι ουσιαστικές παραδοχές του, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε τούτο, ως αποδειχθέντα, για να στηρίξει τη φερομένη ως λανθασμένη ή ανεπαρκώς αιτιολογημένη κρίση του.
Και τούτο, γιατί, μόνο κατ' αυτό τον τρόπο, μπορεί να κριθεί, αν η νομική πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΟλΑΠ 28/1998, ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1644/2010, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 495/2010, ΑΠ 954/2008, ΑΠ 609/2008, ΑΠ 2173/2007, ΑΠ 1036/2000, ΑΠ 1353/2001).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού, πλέον, πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 319/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα αιτιάται το Εφετείο για, ευθεία και εκ πλαγίου, παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 138 παρ. 1, 139, 180, 174, 873, 513, 335 και 1329 του ΑΚ, υποστηρίζοντας ότι, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε αυτές και διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Ο λόγος, όμως, αυτός, ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις του, είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, καθόλου, οι κρίσιμες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, παρά μόνο, ένα σύντομο ιστορικό της υπόθεσης και οι κατά τις απόψεις της αναιρεσείουσας παραδοχές του Εφετείου.
Ενώ, με τις λοιπές αιτιάσεις των ίδιων, ως άνω, λόγων και, ειδικότερα ότι εσφαλμένα, η αναιρεσιβαλλομένη, δέχθηκε ως εικονική την ένδικη σύμβαση πώλησης, παρότι αυτή ήταν πραγματική και οι συμβαλλόμενοι (διάδικοι), εν προκειμένω, αποσκοπούσαν στην επέλευση των αποτελεσμάτων των δηλώσεων βουλήσεώς των, ήτοι στην πώληση των συγκεκριμένων οριζοντίων ιδιοκτησιών, πλήττεται, ανεπίτρεπτα, η περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, διότι τα επικαλούμενα, για τη θεμελίωσή τους, περιστατικά, συνιστούν την, κατά την εκδοχή της αναιρεσείουσας, εκτίμηση των αποδείξεων, ώστε να συναχθεί το επιθυμητό σ' αυτή πόρισμα.
ΙΙ. Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως, επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περί πραγματικών γεγονότων, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 1190/1981, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1181/2010, ΑΠ 694/2009, ΑΠ 1711/2008). Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων (ΑΠ 179/2003). Για την πληρότητα αυτού του αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο, που να προκύπτει η ταυτότητά του. β) Ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας. γ) Ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού. δ) Το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου. Και, ε) ο νόμιμος τρόπος, που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1185/2010, ΑΠ 333/2009, ΑΠ 1242/2008, ΑΠ 2173/2007).
Με το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο ότι, προκειμένου να καταλήξει στο καταφατικό της βασιμότητας της εναντίον του ένδικης αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη του τα, προς απόδειξη των ανταποδεικτικών του ισχυρισμών, νόμιμα προσκομισθέντα, με επίκληση, ενώπιόν του, από αυτόν, έγγραφα και συγκεκριμένα:
α) την υπ' αριθμό 624/03-12-2012 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αταλάντης, β) την υπ' αριθμό 1081/2013 απόφαση του Ζ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, γ) το από 21-10-2009 υπόμνημα - έγγραφες εξηγήσεις του Ι. Τ., νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας, ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αταλάντης Κ. Χ., δ) τις, από 08-10-2009 και 21-10-2009, ένορκες καταθέσεις του ανωτέρω ενώπιον της ίδιας ως άνω Ειρηνοδίκου, ε) δύο δικόγραφα μηνύσεως κατά του προαναφερθέντος νομίμου εκπροσώπου της για το αδίκημα της πλαστογραφίας τεσσάρων επιταγών, που εκδόθηκαν σε ολοσχερή εξόφληση του τιμήματος της ένδικης πώλησης και, στ) σειρά παραστατικών που είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει ως σχετικά με αριθμούς 66 έως και 150, συνολικού ποσού 319.306 ευρώ.
Ο λόγος όμως αυτός, όπως, ορθώς, εκτιμάται, ως από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ (όχι δε και από τον αριθμ. 12, που επικαλείται η αναιρεσείουσα), πέραν του ότι είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, αφού, δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων και, το περιεχόμενο των ως άνω, φερομένων ως αγνοηθέντων, αποδεικτικών μέσων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Και τούτο διότι, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Εφετείο, ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και, από: ".. όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο, από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω, φερόμενα ως αγνοηθέντα, έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και όλα αυτά τα έγγραφα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγησή τους.
III. Τέλος, ο λόγος αναίρεσης του αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και, άρα, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι αβάσιμοι ή οι απαράδεκτοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 109/12).
Με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου αναιρετικού λόγου, από τον αριθμό 8 άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα, ψέγει το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τους ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμούς της, περί ελλείψεως εικονικότητας της ένδικης σύμβασης πώλησης, διότι αυτή, όπως αποδείχθηκε, από τα σχετικά παραστατικά, τα οποία αυτή είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει, κατέβαλε, στους ήδη αναιρεσείοντες, ενάγοντες, το αληθές τίμημα του ακινήτου, το οποίο της μετεβίβασαν με την ένδικη σύμβαση, ισούμενο με την, από 482.000 ευρώ, εργολαβική της αμοιβή, την οποία είχαν αναγνωρίσει, ως οφειλόμενη και της όφειλαν. Ο λόγος, όμως, αυτός, είναι απαράδεκτος, αφού τα όσα, ως άνω, επικαλείται η αναιρεσείουσα, για τη θεμελίωσή του, αποτελούν αρνητικούς, της ένδικης, περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας, ως εικονικής, της επίμαχης σύμβασης πώλησης ακινήτου, αγωγής και όχι "πράγματα", υπό την προαναφερθείσα έννοια, ώστε, με τη μη λήψη υπόψη αυτών, να ιδρύεται ο παρών αναιρετικός λόγος. Και τούτο, πέραν του ότι, με τις ως άνω προβαλλόμενες αιτιάσεις, πλήττεται, ανεπίτρεπτα, η ουσιαστική κρίση του Εφετείου.
ΙV. Επομένως, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμόν 37/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που υπέβαλαν αυτοί, με τις, ενώπιον του Αρείου Πάγου, προτάσεις τους (άρθρα 106, 176, 183 και, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 02-03-2016 αίτηση αναίρεσης της 37/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ