Supreme Court dismisses appeal for lack of clear grounds and invalid implicit admission of claim validity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the single-instance court's decision regarding legal fees. The appellant argued for a fee reduction based on the number of appellants, but the court found no valid grounds for appeal as the lower court's reasoning was sufficient. The court rejected the claim of an implicit admission of the lawsuit's validity because the opposing party explicitly denied it in written submissions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 520(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal must contain clear and specific grounds alleging judicial error, and an implicit admission of a claim's validity is invalid if the opposing party explicitly denied it in written submissions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1277 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1277/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 7 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Α. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Κωνσταντόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Νοσοκομείο Ειδικών Παθήσεων …" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πανούση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-2-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4840/2013 του ίδιου δικαστηρίου και 2482/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-12-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα ανέγνωσε την από 30-1-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 520 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. το δικόγραφο της εφέσεως πρέπει να περιέχει, εκτός από τα απαιτούμενα κατά τα άρθρα 118-120 του ίδιου κώδικα στοιχεία, και τους λόγους της εφέσεως. Οι λόγοι της εφέσεως αποτελούν παράπονα κατά της εκκαλούμενης αποφάσεως που αναφέρονται είτε σε παραδρομές του εκκαλούντος είτε σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστή, πρέπει δε να είναι σαφείς και ορισμένοι, να καθορίζονται δηλαδή σ’ αυτούς με πληρότητα οι αιτιάσεις που αποδίδονται στην εκκαλούμενη απόφαση, ώστε να μπορεί ο δικαστής να κρίνει για το νόμιμο και το βάσιμό τους.
Τέτοιος λόγος εφέσεως, αναγόμενος σε σφάλμα του δικαστή, είναι και η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Το σφάλμα της αποφάσεως ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται αλλά αρκεί να προβάλλεται ότι εξαιτίας αυτού του σφάλματος το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατέληξε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό.
Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως (άρθρο 522 Κ.Πολ.Δ.), είναι υποχρεωμένο να κρίνει την ορθότητα του διατακτικού της εκκαλούμενης αποφάσεως μετά από καθολική εκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως και όχι μόνο με βάση τα μερικότερα παράπονα του εκκαλούντος που συνδέονται με αυτήν.
Αν δεν υπάρχει στην έφεση ένας τουλάχιστον λόγος σαφής και ορισμένος, το δικόγραφό της είναι άκυρο και η έφεση απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως (Α.Π. 738/2013). Εξ άλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
Α.Π. 1/1999, Α.Π. 420/2017). Το δε κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Α.Π. 420/2017).
Περαιτέρω κατά μεν το άρθρο 352 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "H ομολογία του διαδίκου, προφορική ή γραπτή, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη δίκη ή του εντεταλμένου δικαστή, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε", κατά δε το άρθρο 354 του ίδιου κώδικα: "Οποιος ομολόγησε μπορεί να ανακαλέσει την ομολογία του μόνο αν αυτός αποδείξει ότι δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια".
Τέλος κατά το άρθρο 261 Κ.Πολ.Δ.: "Κάθε διάδικος οφείλει να απαντά με σαφήνεια γενικά ή ειδικά για την αλήθεια ή όχι των πραγματικών ισχυρισμών του αντιδίκου του. Εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστή να κρίνει σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση".
Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίση αίτηση ο αναιρεσείων δικηγόρος ισχυρίζεται ότι κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου άσκησε την ένδικη αγωγή του με την οποία ζήτησε την επιδίκαση των αναφερόμενων σ’ αυτήν χρηματικών ποσών για οφειλόμενες δικηγορικές αμοιβές. Ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή κατά ένα μέρος της και υποχρέωσε το εναγόμενο να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 33.349 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Ότι ειδικότερα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι αυτός είχε εκπροσωπήσει το εναγόμενο στις 9-6-2006 σε δίκη ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης προς απόκρουση αγωγής εβδομήντα επτά εργαζομένων του, με την οποία οι τελευταίοι ζητούσαν το συνολικό χρηματικό ποσό των 758.912 ευρώ και ότι στις 11-2-2009 αυτός το είχε εκπροσωπήσει στην κατ’ έφεση δίκη για την ίδια υπόθεση ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, δέχθηκε δε περαιτέρω ότι το εναγόμενο του όφειλε για τις ενέργειές του αυτές το συνολικό ποσό των 30.356,48 ευρώ και μετά από αφαίρεση του καταβληθέντος σ’ αυτόν ποσού των 83 ευρώ, το ποσό των 30.273,48 ευρώ.
Ότι το εναγόμενο (το οποίο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν είχε αμφισβητήσει ειδικώς το γεγονός ότι κατά την παράσταση του ενάγοντος ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης στη δικάσιμο της 11-2-2009 οι τότε αντίδικοι του εναγομένου εκκαλούντες ήταν εβδομήντα επτά και συνακόλουθα το είχε συνομολογήσει κατά το άρθρο 261 Κ.Πολ.Δ.), απαραδέκτως για πρώτη φορά με την προσθήκη των εγγράφων προτάσεών του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και με την έφεσή του επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ισχυρίσθηκε ότι στην κατ’ έφεση δίκη ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά την πιο πάνω δικάσιμο (11-2-2009) οι τότε αντίδικοι του εναγομένου εκκαλούντες ήταν τριάντα επτά και όχι εβδομήντα επτά, όπως στην πρωτόδικη δίκη.
Ότι το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε το σχετικό λόγο της εφέσεως του εναγομένου και περιόρισε το πρωτοδίκως επιδικασθέν σ’ αυτόν για την πιο πάνω αιτία ποσό από 30.273,48 ευρώ σε 22.388 ευρώ. Ότι έτσι το εφετείο υπέπεσε στις εξής αναιρετικές πλημμέλειες: α) του άρθρου 559 αριθ. 14 περ. β Κ.Πολ.Δ.
και συγκεκριμένα παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτο τον προαναφερθέντα λόγο της εφέσεως του εναγομένου αφού, όπως κατά λέξη αναγράφεται στο αναιρετήριο: "...το αντίδικο δεν προέβαλλε ουδέν σε σχέση με ενδεχόμενη ανάκληση της ομολογίας του και αφετέρου διότι, κατά τους κανόνες απόδειξης δεν μπορούσε η ομολογία του άρθρου 352 του Κ.Πολ.Δ.
να αρθεί με την επίκληση οιουδήποτε εγγράφου και μόνον" (πρώτος λόγος αναιρέσεως), β) του άρθρου 559 αριθ. 14 περ. β Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτο τον ανωτέρω λόγο της εφέσεως του εναγομένου λόγω της αοριστίας του, η οποία έγκειται στο ότι, όπως κατά λέξη αναγράφεται στο αναιρετήριο: "...δεν διευκρινίζεται σε ποιους ενάγοντες και εκκαλούντες, δηλαδή τα ονόματα και η ταυτότητά τους, της δίκης που δικαιούμαι αμοιβής, αναφέρεται για να είναι σαφής, ορισμένος και κατά συνεκδοχή παραδεκτός ο λόγος" (δεύτερος λόγος αναιρέσεως), γ) του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.
και συγκεκριμένα ότι, όπως επίσης κατά λέξη αναγράφεται στο αναιρετήριο: "...δεν διέλαβε καμία αιτιολογία σε σχέση με την ανατροπή της πρωτόδικης ομολογίας... στερώντας την απόφαση νομικής βάσης" (τρίτος λόγος αναιρέσεως) και δ) του άρθρου 559 αριθ. 8 παρ. β Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι, αφού δεν προβλήθηκε λόγος εφέσεως που να αφορά την ανάκληση της ομολογίας, έλαβε υπόψη της ισχυρισμό που δεν προτάθηκε (τέταρτος λόγος αναιρέσεως).
Από τους λόγους αυτούς είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι: α) ο δεύτερος (από το άρθρο 559 αριθ. 14 περ. β Κ.Πολ.Δ.) διότι κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη για το ορισμένο και παραδεκτό του λόγου εφέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην εκκαλούμενη απόφαση εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, αρκεί να επικαλεσθεί ο εκκαλών ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εκτίμησε εσφαλμένα τις αποδείξεις και εξαιτίας αυτού του σφάλματος κατέληξε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να απαιτείται να εξειδικεύεται το σφάλμα της αποφάσεως ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και β) ο τρίτος (από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.) διότι δεν συνιστά ανεπάρκεια των αιτιολογιών της αποφάσεως η μη ειδική μνεία των αποδεικτικών στοιχείων, αφού κατά τα προεκτεθέντα, για να είναι επαρκείς οι αιτιολογίες, ενδιαφέρει τι αποδείχθηκε και όχι πώς αυτό αποδείχθηκε.
Σε κάθε περίπτωση όμως οι λόγοι αυτοί αλλά και όλοι οι άλλοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι διότι στηρίζονται στην προϋπόθεση ότι υπήρξε σιωπηρή ομολογία της βασιμότητας της αγωγής και των επί μέρους κονδυλίων της εκ μέρους του εναγομένου. Τέτοια ομολογία όμως δεν υπήρξε αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των από 30-1-2013 εγγράφων προτάσεων του εναγομένου ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αυτό ρητώς αρνήθηκε στο σύνολό της την ένδικη αγωγή, ισχυριζόμενο κατά λέξη: "Αρνούμαι την υπό κρίση αγωγή, πρωτίστως ως παραγεγραμμένη, αλλά και ως παντελώς αόριστη, αβάσιμη, αναληθή και αναπόδεικτη, πρέπει δε αυτή να απορριφθεί".
Στη συνέχεια με την από 30-1-2013 προσθήκη των εγγράφων προτάσεών του και με τον πέμπτο λόγο της από 5-4-2013 εφέσεώς του επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση το εναγόμενο προέβαλε ειδικότερη (επικουρική) άρνηση σε σχέση με τη ζητούμενη αμοιβή του ενάγοντος για τη δίκη που διεξήχθη πρωτοδίκως στις 9-6-2006 ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και σε δεύτερο βαθμό στις 11-2-2009 ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, επικαλούμενο ότι στο μεν πρώτο βαθμό οι τότε ενάγοντες αντίδικοι του εναγομένου ήταν εβδομήντα επτά, στο δε δεύτερο βαθμό ήταν τριάντα επτά διότι μόνο αυτοί άσκησαν έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως και ότι, αν γινόταν δεκτό ότι είχε χορηγήσει στον ενάγοντα την επικαλούμενη εντολή, με βάση τον αριθμό αυτό (των τριάντα επτά εκκαλούντων) θα έπρεπε να υπολογισθεί η αμοιβή του στο δεύτερο βαθμό.
Η επικουρική αυτή αιτιολογημένη άρνηση του ανωτέρω επί μέρους κονδυλίου της αγωγής δεν συνιστά απαράδεκτη ανάκληση ομολογίας, αφού κατά τα προεκτεθέντα ομολογία δεν υπήρξε. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-12-2015 αίτηση για αναίρεση της 2482/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ