Legislator Case Law & Legislation
1277/2017 AI generated

1277/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1277/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/7/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16692/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 20/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/3/2016 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

1277/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μ.). Η αναιρεσίβλητη όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά την προαναφερομένη δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο ούτε πληρεξούσιος δικηγόρος της κατέθεσε έγγραφη δήλωση (κατ` άρθρο 242 παρ. 2 και 573 ΚΠολΔ) μη παραστάσεως στο ακροατήριο.

Keywords

AI generated
statutory deadline right to a decision criminal prosecution for defamation infringement procedure instantaneous offence forfeiture period
AI generated
853/2022
Οι υπό στοιχεία 1, 2, 3, 4, 5, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 25, 26, 28 αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Μανώλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Οι υπό στοιχεία 6, 7, 14, 21, 22, 23, 24, 27 αναιρεσείοντες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων, δια των προτάσεών του δήλωσε ότι το ορθό όνομα του υπό στοιχείο 1 αναιρεσείοντος είναι Τ. Μ. και όχι Κ. Μ. όπως εσφαλμένα αναγράφεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως και ότι το ορθό όνομα της υπό στοιχείο 23 αναιρεσείουσας είναι Σ. Μ. και όχι Σ. Μ. όπως εσφαλμένα αναγράφεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως.
2021/2017
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
539/2019
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
206/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
1181/2019
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1277 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1277/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Σ. Α. του Η., κατοίκου ... Μεγάλης Βρετανίας, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κατρά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... S.A.", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/7/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16692/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 20/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/3/2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε την συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως. Αν η κλήση επεδόθη νομοτύπως προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση από την προσκομιζόμενη υπ` αριθμ. …/7-6-2016 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Σ. Τ., προκύπτει, ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία ορίστηκε δικάσιμος για συζήτησή της, η αναφερομένη στην αρχή της παρούσας, καθώς και κλήση για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε στις 7-6-2016 νομίμως και εμπροθέσμως (δι' εγχειρίσεως, λόγω απουσίας του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσιβλήτου ανώνυμης εταιρείας ..., στον ευρεθέντα στο κατάστημα αυτής υπάλληλό της Δ.

Μ.). Η αναιρεσίβλητη όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά την προαναφερομένη δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο ούτε πληρεξούσιος δικηγόρος της κατέθεσε έγγραφη δήλωση (κατ` άρθρο 242 παρ. 2 και 573 ΚΠολΔ) μη παραστάσεως στο ακροατήριο.

Επομένως, παρά την απουσία της, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρα 568 παρ. 4 εδ. α` και 576 παρ. 2 εδ. α` και γ` ΚΠολΔ).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει, ότι η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως έχει ως ακολούθως: Με την από 23-7-2012 (υπ' αριθμ. εκθ. κατάθ. .../2012) αγωγή της κατά της ήδη αναιρεσειούσης Σ. Α. του Η., που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "..." ζήτησε, να υποχρεωθεί η πρώτη να της καταβάλει το ποσό των 26.396,52 ευρώ, πλέον νομίμων τόκων, ως υπ' αυτής οφειλόμενο τίμημα από διαδοχικές μεταξύ τους συμβάσεις πωλήσεως φαρμακευτικών προϊόντων.

Επί της αγωγής αυτής και αφού δέχθηκε ότι βάσει της υπ' αριθμ. .../4-10-2012 εκθέσεως επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Σ. Σ., επεδόθη αυτή (αγωγή) νομίμως και εμπροθέσμως στην εναγομένη -ήδη αναιρεσείουσα- με κλήση προς συζήτηση κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 4-6-2013, το ως άνω δικαστήριο εξέδωσε κατά την τακτική διαδικασία και ερήμην της τελευταίας την υπ' αριθμ. 16622/2013 οριστική απόφασή του, με την οποίαν την δέχθηκε ως νόμω και ουσία βάσιμη, υποχρεώνοντας την εναγομένη να καταβάλει στην ανωτέρω αντίδικό της το προαναφερόμενο ποσό.

Κατά της αποφάσεως αυτής, που, βάσει της υπ' αριθμ. .../2013 εκθέσεως επιδόσεως του προαναφερομένου δικαστικού επιμελητή, της επεδόθη με θυροκόλληση στο επί της οδού … αρ. … στην … κατάστημα φαρμακείου την 10-9-2013, η εναγομένη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης την από 21-10-2014 (υπ' αριθμ. εκθ.

καταθ. …/2014) έφεσή της, με την οποίαν προβάλλοντας ακυρότητα της ως άνω επιδόσεώς της, ζήτησε την παραδοχή της (εφέσεως) ως εμπροθέσμως ασκηθείσης, περαιτέρω ως κατ' ουσίαν βασίμου και ακολούθως την απόρριψη της κατ' αυτής ως άνω αγωγής. Το ανωτέρω εφετείο επί της εφέσεως αυτής εξέδωσε, κατά την τακτική διαδικασία και αντιμωλία των διαδίκων, την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 20/2016 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποίαν την απέρριψε ως εκπροθέσμως ασκηθείσα.

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως η εναγομένη άσκησε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) την κρινομένη αίτηση, η οποία είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του όπως ο νόμος ορίζει", κατά δε το άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ "οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να παρίστανται σε όλες τις συζητήσεις της υπόθεσης, ακόμη και όταν γίνονται κεκλεισμένων των θυρών και πρέπει για το σκοπό αυτό να καλούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου".

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσής του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου". Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις προκύπτει, ότι κάθε διάδικος δικαιούται να παρίσταται στις επισπευδόμενες από άλλο διάδικο διαδικαστικές πράξεις επί της υποθέσεώς του για να αναπτύσσει το δικαίωμα υπερασπίσεώς του και προς τούτο πρέπει να του δίνεται η δυνατότητα με την νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευσή του και με τις διατυπώσεις που τάσσει ο νόμος, χωρίς να είναι απαραίτητο και να ακουσθεί πραγματικά ο καλούμενος διάδικος, αρκεί ότι του δόθηκε η δυνατότητα αυτή (ΑΠ 1919/2009, ΑΠ 915/2008).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 124 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν το πρόσωπο έχει στον τόπο όπου πρόκειται να γίνει η επίδοση κατοικία, κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο, είτε μόνο του είτε με άλλον ή εργάζεται εκεί ως υπάλληλος, εργάτης ή υπηρέτης, η επίδοση σε άλλο μέρος δεν μπορεί να γίνει χωρίς τη συναίνεσή του. Από την διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει, ότι η επίδοση οποιουδήποτε εγγράφου μπορεί να γίνει κατ` επιλογήν του δικαστικού επιμελητή είτε στην κατοικία του αποδέκτη, είτε στον τόπο της εργασίας ή της επαγγελματικής του δραστηριότητας.

Περαιτέρω, κατά δε το άρθρο 129 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν προτιμηθεί ο χώρος της εργασίας και ο αποδέκτης δεν βρίσκεται εκεί το έγγραφο παραδίδεται στα χέρια του διευθυντή του καταστήματος, του γραφείου ή του εργαστηρίου ή σε έναν από τους συνεργάτες, συνεταίρους, υπαλλήλους ή υπηρέτες, που προσφέρουν εργασία ή υπηρεσίες στο συγκεκριμένο αυτό τόπο, εφόσον έχουν συνείδηση των πράξεων τους και δεν συμμετέχουν στη δίκη ως αντίδικοι του αποδέκτη της επίδοσης.

Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 119 παρ. 1 και 3 και 120 του ΚΠολΔ, με τις οποίες ορίζεται, ότι οι διάδικοι οφείλουν να αναγράφουν στα δικόγραφα τους την ακριβή διεύθυνση της κατοικίας τους, (οδός και αριθμό), ότι κάθε μεταβολή της διεύθυνσης πρέπει να γνωστοποιείται με τα δικόγραφα που κοινοποιούνται εκατέρωθεν ή με τις προτάσεις ή με χωριστό δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση, επισυνάπτεται στη δικογραφία και κοινοποιείται στον αντίδικο, ότι η επίδοση εγγράφου, που αφορά εκκρεμή δίκη, συμπεριλαμβανομένης και της οριστικής αποφάσεως είναι έγκυρη, όταν γίνει στην κατά το άρθρο 119 ΚΠολΔ αναφερόμενη διεύθυνση και αν ακόμα ο αποδέκτης της επιδόσεως δεν είχε πια εκεί την κατοικία του, εφ' όσον αυτός δεν είχε δηλώσει (γνωστοποιήσει) κατά έναν από τους περιοριστικώς ως άνω οριζόμενους τρόπους μεταβολή της κατοικίας του, σαφώς προκύπτει, ότι με αυτές (ως άνω διατάξεις) διαγράφεται η υποχρέωση εκείνου που ενεργεί την διαδικαστική πράξη για αναγραφή της διευθύνσεως της κατοικίας ή του καταστήματός του προς προσδιορισμού του τόπου νομίμου επιδόσεως και όχι του αντιδίκου του.

Από τις ίδιες δε αυτές διατάξεις και, ιδίως, εκείνη του άρθρου 120 του ΚΠολΔ, εκτός άλλων, συνάγεται και ότι ο όρος "εκκρεμής δίκη" που χρησιμοποιείται από αυτό, νοείται ως το διαδικαστικό στάδιο από της καταθέσεως ενός δικογράφου, από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 119, και μέχρις ότου το δικαστήριο απεκδυθεί της εξουσίας του επ' αυτού, είτε δια της εκδόσεως οριστικής αποφάσεως, είτε με την κατ' άλλο τρόπο περάτωση της δίκης, ως και ότι η παράλειψη της με αυτές καθιερουμένης υποχρεώσεως κάθε διαδίκου να γνωστοποιεί την μεταβολή της κατοικίας, γραφείου του κλπ, παρέχει στον αντίδικό του το δικαίωμα να την θεωρήσει αμετάβλητη (ΑΠ 587/2003).

Συνάγεται ακόμη από τις διατάξεις αυτές, ότι εκείνος προς τον οποίον έγινε η επίδοση της οριστικής αποφάσεως, προκειμένου να υποστηρίξει τον περί εκπροθέσμου ασκήσεως της εφέσεως ισχυρισμό του, πρέπει να ισχυρίζεται και να αποδεικνύει, ότι ο επισπεύδων την επίδοση γνώριζε την πραγματική κατοικία του ή ότι ο ίδιος πριν την επίδοση είχε γνωστοποιήσει στον τελευταίο την μεταβολή της (ΟλΑΠ 3/2007, ΑΠ 724/2013, ΑΠ 1750/2009).

Σκοπός των διατάξεων αυτών, κατά τις οποίες είναι έγκυρη η επίδοση στη διεύθυνση κατοικίας του παραλήπτη του επιδιδόμενου εγγράφου, την οποία αυτός δήλωσε είτε αρχικώς είτε μετά νόμιμη, ως άνω, γνωστοποίηση μεταβολής της κατοικίας του, ακόμη και αν πράγματι δεν κατοικεί εκεί ούτε έχει κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο (πλασματική κατοικία) είναι η πάταξη της στρεψοδικίας με την επίκληση ακυροτήτων της επιδόσεως από τον παραλήπτη του επιδιδόμενου εγγράφου, ώστε να διασφαλίζονται τα έννομα συμφέροντα του αντιδίκου του για την ομαλή και κατά το δυνατό χωρίς προσκόμματα διεξαγωγή και ολοκλήρωση της δίκης με την έκδοση δικαστικής αποφάσεως, επί της αιτουμένης παροχής εννόμου προστασίας (ΑΠ 724/2013, ΑΠ 1553/2008).

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος, αυτός (όπως και εκείνος του αριθ. 19 του ΚΠολΔ) δεν ιδρύεται, όταν παραβιαστούν κανόνες δικονομικού δικαίου, δηλαδή κανόνες, που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ 1687/2013, ΑΠ 608/2008, ΑΠ 1140/2005, ΑΠ 405/2004). 'Έτσι, δικονομικού δικαίου κανόνας είναι και εκείνος του άρθρου 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που καθιερώνει το δικονομικό δικαίωμα της υπερασπίσεως του διαδίκου (ΟλΑΠ 12/2000), στο οποίο περιλαμβάνεται και εκείνο της ακροάσεως του διαδίκου κατά την δίκη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Επί παραλείψεως κηρύξεως προσωρινού απαραδέκτου, όπως είναι το απαράδεκτο της συζητήσεως, ο λόγος αυτός στοιχειοθετείται, όταν το απαράδεκτο αυτό επιβάλλεται από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξεως, που προηγήθηκε όπως είναι η ακυρότητα της κλητεύσεως, ή (και) προς εξασφάλιση της ασκήσεως δικονομικού δικαιώματος, όπως είναι πρωτίστως το θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα της υπερασπίσεως κατ' άρθρο 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 12/2000, ΑΠ 1521/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του το δικάσαν Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε τα εξής: "με την ένδικη έφεση εκκαλείται η υπ' αριθμό 16692/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά τη τακτική διαδικασία. Η εφεσίβλητος κατέθεσε νομίμως και εμπροθέσμως την υπ' αριθμόν εκθέσεως καταθέσεως .../2-8-2012 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης σε βάρος της εκκαλούσας, την οποία και επέδωσε νομίμως σε αυτήν όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. .../4-10-2012 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Σ.

Σ.. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλούμενη υπ' αριθ. 16.692/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία επιδόθηκε στην εκκαλούσα στις 10-9-2013, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμόν .../10-9-2013 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Σ. Σ.. Από την ως άνω προσκομιζόμενη και επικαλούμενη αρ. .../10-9-2013 έκθεση επίδοσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της εκκαλούμενης απόφασης επιδόθηκε νομίμως στην εκκαλούσα την Τρίτη 10-9-2013 και επομένως η 30ήμερη προθεσμία για την άσκηση εφέσεως, άρχισε την επομένη Τετάρτη 11-9-2013, έληξε δε την Παρασκευή 11-10-2013.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της έφεσης αυτή κατατέθηκε από το δικαστικό πληρεξούσιο της εκκαλούσας στην γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 21-10-2014, ήτοι μετά τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας (βλ. την υπ' αριθ. 4117/21-10-2014 πράξη της Γραμματέας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης). Επομένως, πρέπει να απορριφθεί αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη, καθισταμένης δεκτής και της σχετικής ενστάσεως της εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας.

Η εφεσίβλητος ορθώς και νομίμως, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην οικεία θέση της ανωτέρω νομικής σκέψης, προέβη στην επίδοση της υπ' αριθμόν έκθεσης κατάθεσης .../2- 8-2012 αγωγής προς την εκκαλούσα, καθώς, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 3791Δ74-10-2012 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Σ.

Σ., η επίδοση αυτή έγινε στο κατάστημα που διατηρούσε η εκκαλούσα, με άλλη κατά τους ορισμούς του νόμου, ήτοι την κα Χ. Γ., λόγω της συστέγασης, και εν απουσία της ιδίας της εκκαλούσας η επίδοση επίσης νομίμως πραγματοποιήθηκε στην υπάλληλό της, κα Π. Π.. Η άδεια ίδρυσης φαρμακείου της εκκαλούσας επί της οδού … αρ.

… ανακλήθηκε μόλις την 5-11-2012, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου ... από 5-12-2012 απόφαση ανάκλησης αδείας ίδρυσης και λειτουργίας της φαρμακοποιού Α. Σ. του Η. στο Δήμο … Κι. …, που η ίδια η εκκαλούσα επικαλείται στην έφεσή της.

Συνεπώς, κατά την ημερομηνία επίδοσης της αγωγής, ήτοι την 4-10-2012 εξακολουθούσε να είναι σε πλήρη ισχύ η άδεια ίδρυσης και λειτουργίας της φαρμακοποιού Α. Σ. του Η. (εκκαλούσας) στο Δήμο …. Κατ' επέκταση, ο διενεργών την επίδοση δικαστικός επιμελητής διαπιστώνοντας ότι πράγματι εντός του καταστήματος επί της οδού … αρ.

… ήταν σε λειτουργία η επιχείρηση της εκκαλούσας, χωρίς να επηρεάζει εν προκειμένω η στο μεταξύ συστέγασή της, αφού στην περίπτωση αυτή απλώς εισφέρονται αμφότερες οι άδειες των συστεγαζομένων φαρμακοποιών, προέβη ορθώς και νομίμως στην ως άνω επίδοση. Καμμιά επιρροή, μάλιστα, δεν έχουν στην νομιμότητα της ανωτέρω επίδοσης οι ισχυρισμοί της εκκαλούσας ότι διέμενε μόνιμα στο εξωτερικό, αφού η επίδοση δεν πραγματοποιήθηκε στην κατοικία της, αλλά στο κατάστημά της, όπου η ίδια παραδέχεται ότι όντως ήταν σε ισχύ η άδεια ίδρυσης και λειτουργίας αυτού και λειτουργούσε αυτό κανονικά.

Ορθώς δε η επίδοση έγινε στην υπάλληλο του φαρμακείου Π. Π., υπάλληλο και της ιδίας, καθόσον, μάλιστα, διά εγγράφου αποδείξεως δυνάμει της υπ' αριθμόν Πρωτοκόλλου .../4-7-2012 απόφασης δέσμευσης πίστωσης υπέρ της στο πλαίσιο της Υπουργικής Απόφασης για την υλοποίηση της επιχορήγησης 200.000 θέσεων πλήρους απασχόλησης με επιδότηση εργοδοτικών εισφορών, για τη διατήρηση τουλάχιστον 400.000 θέσεων εργασίας σε επιχειρήσεις και γενικά εργοδότες του ιδιωτικού τομέα σε συνδυασμό με την από 21-10-2015 εκτύπωση από τον Κρατικό Ιστότοπο "Διαύγεια", εκ της οποίας προκύπτει και απόλυτη ταυτοποίηση της εκκαλούσας με το μοναδικό Αριθμό Φορολογικού Μητρώου της, η ίδια δε η εκκαλούσα είχε υποβάλλει αίτηση και έλαβε σχετική επιδότηση εργοδοτικών εισφορών.

Ακολούθως, ως επισημάνθηκε ανωτέρω, η εκδοθείσα επί της ανωτέρω αγωγής υπ' αριθμόν 16.692/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης επιδόθηκε, δια θυροκολλήσεως, στο κατάστημα της εκκαλούσας, δυνάμει της υπ' αριθμόν ...10-9-2013 έκθεσης επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Σ.

Σ., ορθώς και νομίμως, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην οικεία θέση της ανωτέρω νομικής σκέψης. Λαμβανομένου υπόψη του σκοπού και κατ' αναλογική εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 119 και 120 ΚΠολΔ και δεδομένου ότι κατά τα ανωτέρω η αγωγή της εφεσίβλητης σε βάρος της εκκαλούσας επιδόθηκε καθόλα νόμιμα και νομότυπα σε αυτήν, η εκκαλούσα όφειλε να ενημερώσει την εφεσίβλητο εταιρία, κάτι το οποίο δεν αποδείχθηκε ότι έπραξε η εκκαλούσα, για οποιαδήποτε αλλαγή ή παύση της δραστηριότητας, κοινοποιώντας της συγχρόνως κάποια διεύθυνση προς επιχείρηση των επιδόσεων, τις οποίες θα ανέμενε στο πλαίσιο της ανοιγείσας δίκης.

Εν τούτοις, η εκκαλούσα προφανώς προς το σκοπό στρεψοδικίας απέφυγε να προβεί στις ενέργειες αυτές, με αποτέλεσμα να προκρίνεται και στην περίπτωση αυτή η αναλογική εφαρμογή του άρθρου 120 ΚΠολΔ, ήτοι η ανωτέρω επίδοση δέον όπως θεωρηθεί έγκυρη, παρότι η εκκαλούσα κατά την ημερομηνία της 10-9-2013 δεν διατηρούσε πλέον το κατάστημα επί της οδού … αρ.

… . Για όλους τους ανωτέρω λόγους η εν λόγω επίδοση κρίνεται ως έγκυρη, από την επομένη δε αυτής, ήτοι από την 11-9-2013 εκκίνησε η προθεσμία άσκησης έφεσης, η οποία και παρήλθε άπρακτη, αφού η υπό κρίση έφεση κατατέθηκε το πρώτον την 21-10-2014, δηλαδή 13 και πλέον μήνες αργότερα και για το λόγο αυτό είναι εκπρόθεσμη και κατ' επέκταση απαράδεκτη.".

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζομένη, ότι το δικαστήριο παρά το νόμο εκήρυξε απαράδεκτη την ως άνω από 21-10-2014 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. …/21-10-2014) έφεσή της κατά της υπ' αριθμ. 16692/29-7-2013 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δεχθέν ότι αυτή (έφεση) ασκήθηκε μετά την πάροδο της κατά το άρθρο 518 παρ.1 του ΚΠολΔ τριακονθημέρου προθεσμίας από της γενομένης κατά την 10-9-2013 επιδόσεως της εφεσιβαλλομένης αποφάσεως, η οποία (επίδοση) έγινε, βάσει υπ' αριθμ. .../10-9-2013 εκθέσεως επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Σ.

Σ., με θυροκόλληση στο επί της οδού … αριθμ. … στην … κατάστημα φαρμακείου, που διατηρούσε και λειτούργησε στο όνομά της μέχρι των μέσων του έτους 2012, ενώ η επ' ονόματί της άδεια λειτουργείας του ανεκλήθη τελικώς με την υπ' αριθμ. την υπ' αριθμ. Α/Π .../5-11-2012 απόφαση του Αντιπεριφερειάρχη Θεσσαλονίκης, καίτοι αυτή περί τα μέσα του έτους 2011 αποχώρησε και εγκατεστάθη στο εξωτερικό, αρχικώς στη … Ελβετίας και εν συνεχεία στο … Αγγλίας, με εκ τούτου περαιτέρω συνέπεια να μη λάβει ποτέ γνώση της κατά τα ανωτέρω γενομένης επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως, να είναι αυτή άκυρη ως μη γενομένη στον τόπο της κατοικίας της και να μη συνεπάγεται την έναρξη της ως άνω προθεσμίας της εφέσεως, η οποία, επομένως, ως ασκηθείσα κατά τον ανωτέρω χρόνο (21-10-2014), ήτοι προς της παρόδου τριετίας από της κατά την 29-7-2013 δημοσιεύσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως ετύγχανε εμπρόθεσμη και κατά συνέπεια παραδεκτή.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατά το ανωτέρω σκέλος του είναι απαράδεκτος, γιατί η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται, όπως κατά τις προαναφερόμενες σχετικές διατάξεις και αιτιολογίες είχε υποχρέωση, ούτε και στον δεύτερο βαθμό επεκαλέσθη, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της εφέσεώς της και των προτάσεών της στο εφετείο, ότι η επισπεύσασα την επίδοση αναιρεσίβλητη εγνώριζε την πραγματική κατοικία της στο εξωτερικό ή ότι η ίδια (αναιρεσείουσα) πριν την επίδοση είχε γνωστοποιήσει στην τελευταία την μεταβολή της, η δε τελευταία (αναιρεσίβλητη), ενόψει του επικαλουμένου από την ίδια την αναιρεσείουσα, ότι στην ανωτέρω διεύθυνση επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως λειτουργούσε μέχρι των μέσων του έτους 2012 επ' ονόματί της φαρμακείο, σε υπάλληλο του οποίου έγινε η επίδοση της αγωγής, εδικαιούτο να παραγγείλει την επίδοση της αποφάσεως στην διεύθυνση αυτή, ως μόνη γνωστή σε αυτήν.

Εν όψει τούτων το εφετείο, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στον αόριστο αυτό λόγο εφέσεως, η δε παραδοχή αυτού, ότι η κατά τα ανωτέρω γενομένη επίδοση στην διεύθυνση που διατηρούσε το κατάστημά της η αναιρεσείουσα τυγχάνει νόμιμη κατ' ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 119 και 120 του ΚΠολΔ, ούσα πλεοναστική δεν έχει έννομη επιρροή.

Ο αυτός λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην πληττομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζομένη, ότι με την ανωτέρω κρίση του το δικαστήριο στέρησε σε αυτήν του υπερασπιστικού δικαιώματος της κατά το άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος και 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ δικαιώματος της ακροάσεως είναι απαράδεκτος, γιατί με τον λόγο αυτόν πλήττεται η παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικοί κανόνες, όπως, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, είναι και οι ανωτέρω κανόνες.

Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 117, 139, 438 και 440 του ΚΠολΔ, η έκθεση επιδόσεως που συντάσσει ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής συνιστά δημόσιο έγγραφο, το οποίο παρέχει πλήρη απόδειξη ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτήν, ότι έγιναν από το δικαστικό επιμελητή ή ενώπιόν του. Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με την προσβολή της ως πλαστής.

Τα περιστατικά, αντιθέτως, που βεβαιώνονται σ' αυτήν, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο δικαστικός επιμελητής, αλλά τα οποία δεν υποπίπτουν από τη φύση τους στην άμεση αντίληψή του, όπως είναι και η βεβαίωση στην έκθεση επιδόσεως ότι στη συγκεκριμένη διεύθυνση όπου έγινε η επίδοση του εγγράφου είναι η κατοικία ή το κατάστημα ή το γραφείο ή το εργαστήριο του παραλήπτη, είναι περιστατικό την αλήθεια του οποίου όφειλε να διαπιστώσει ο δικαστικός επιμελητής και εντεύθεν τούτο επιδέχεται ανταπόδειξη χωρίς να προσβληθεί η έκθεση ως πλαστή (ΑΠ 1553/2008, ΑΠ 1679/95), το βάρος δε της ανταποδείξεως αυτής φέρει, συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ, εκείνος που αμφισβητεί την αλήθεια της σχετικής βεβαιώσεως στην έκθεση του επιμελητή (ΑΠ 1553/2008, ΑΠ 236/2006, 361/2004, 1425/88, 455/93).

Εξ άλλου, κατά το ως άνω άρθρο 460 του ΚΠολΔ, κάθε έγγραφο μπορεί να προσβληθεί ως πλαστό, τα ιδιωτικά και όταν με παραβολή προς άλλα αποδείχθηκαν γνήσια. Κατά το επόμενο άρθρο 461, αν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, μπορεί να προταθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης με κύρια ή παρεμπίπτουσα αγωγή ή με τις προτάσεις ή και προφορικά, όταν η υποβολή προτάσεων δεν είναι υποχρεωτική, όπως και με τους τρόπους που προβλέπει ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας.

Τέλος, κατά το άρθρο 463, όποιος προβάλλει ισχυρισμούς για πλαστότητα εγγράφου είναι, ταυτόχρονα, υποχρεωμένος να προσκομίσει τα έγγραφα που αποδεικνύουν την πλαστότητα και να αναφέρει ονομαστικά τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλιώς οι ισχυρισμοί του είναι απαράδεκτοι. Το άρθρο αυτό είναι εντεταγμένο στο κεφάλαιο της αποδείξεως και συνιστά, ενόψει και της θέσης του στον ΚΠολΔ, παρά τη γενική του διατύπωση, κανόνα της αποδεικτικής μόνο διαδικασίας.

Επομένως, ο περιορισμός που τάσσει δεν ανάγεται στο ουσιαστικό δικαίωμα της κηρύξεως εγγράφου ως πλαστού. Για το λόγο αυτό η προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή υποχρέωση έχει εφαρμογή μόνο όταν ο ισχυρισμός της πλαστότητας προβάλλεται κατ' ένσταση ή με παρεμπίπτουσα αγωγή. Πράγματι ο περιορισμός αυτός τείνει στην αποτροπή της στρεψοδικίας και παρελκύσεως της εκκρεμούς δίκης (ΟλΑΠ 23/1999, ΑΠ 37/2010).

Εξ άλλου, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 8(β) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, είτε ως επιθετικού, είτε ως αμυντικού, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι λόγοι εφέσεως, των οποίων η λήψη υπόψη και παραδοχή θα είχε ως συνέπεια την κατά το άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως.

Όμως ο ανωτέρω λόγος δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό ή λόγο εφέσεως και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 878/2014, ΑΠ 77/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9(γ) ΚΠολΔ, καθιδρύεται λόγος αναιρέσεως, πλην άλλων και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη.

Ως αίτηση κατά την διάταξη αυτή νοείται κάθε αυτοτελής άσκηση παροχής δικαστικής προστασίας, η οποία δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης (ΑΠ 42/2007), και θεμελιώνει εκκρεμοδικία (ΑΠ 1143/2003, ΑΠ 132/2004, ΑΠ 877/2004 βλ. και ΑΠ 101/2008). Τέτοια είναι η αίτηση, η οποία υποβάλλεται με την αγωγή, ανταγωγή, την κύρια παρέμβαση, την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, τα ένδικα μέσα, τις ανακοπές και την τριτανακοπή (ΑΠ 1393/2011, ΑΠ 533/2007 πρβλ.

και ΟλΑΠ 25/2003). Δεν αποτελούν όμως τέτοια αίτηση οι ενστάσεις ή αντενστάσεις ή οι αρνητικοί ισχυρισμοί των διαδίκων και συνεπώς η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επ' αυτών δεν θεμελιώνει τον προαναφερόμενο λόγο αναιρέσεως, αλλά, ενδεχομένως, εκείνον (ως προς τις ενστάσεις και αντενστάσεις) του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ.

Κατά την έννοια, δηλαδή, της ως άνω τελευταίας περιπτώσεως του αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως ιδρύει η παντελής σιωπή του Δικαστηρίου της ουσίας και στο αιτιολογικό και στο διατακτικό της απόφασής του επί αυτοτελούς αιτήσεως του διαδίκου, στην έννοια δε της αυτοτελούς αιτήσεως περιλαμβάνεται και η έφεση κατά αποφάσεως.

Αν, η αδίκαστη αίτηση απορρίφθηκε σιγή, τότε δεν υπάρχει και η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία επιβάλλεται από το Σύνταγμα (ΑΠ 877/2004, ΑΠ 1559/2004).

Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 8(β) ΚΠολΔ, με το πρώτο μέρος του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, καταλογίζει στο εφετείο την πλημμέλεια ότι, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τον με σχετικό λόγο εφέσεως προβληθέντα ισχυρισμό της, περί πλαστότητος της υπ' αριθμ. ...'/10-9-2013 εκθέσεως του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Σ.

Σ., την οποίαν σημειωτέον δεν προσκομίζει (η αναιρεσείουσα) περί επιδόσεως της εκκαλουμένης υπ' αριθμ. 16622/2013 αποφάσεως του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης στην επί της οδού … αριθμ. … στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης διεύθυνση του καταστήματος της επιχειρήσεώς της φαρμακείου που διατηρούσε έως τα μέσα του έτους 2012, συνισταμένης στο ότι ο τελευταίος ψευδώς βεβαίωσε το περιστατικό αυτό, δηλαδή ότι στην διεύθυνση αυτή διατηρούσε κατά τον χρόνο της επιδόσεως κατάστημα της επιχειρήσεώς της.

Όμως όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το εφετείο τον ισχυρισμό αυτό τον έλαβε υπόψη του και απάντησε απορρίπτοντάς τον "εκ του πράγματος", με τις παραδοχές, ότι πράγματι στην διεύθυνση αυτή κατά τον χρόνο της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως (10-9-2013) η αναιρεσείουσα δεν διατηρούσε πλέον το ανωτέρω κατάστημα, ότι όμως, όπως περαιτέρω δέχθηκε, η επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως ήταν νόμιμη κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 120 του ΚΠολΔ, αφού μέχρι τότε αυτή (αναιρεσείουσα) λειτουργούσε πράγματι εκεί την επ' ονόματί της επιχείρηση φαρμακείου, έχουσα μάλιστα υποβάλει και αίτηση επιδοτήσεως των εργοδοτικών εισφορών της, ότι στο οποίο (κατάστημα αυτό) νομίμως ενόσω λειτουργούσε είχε επιδοθεί και η κατ' αυτής αγωγή της αναιρεσιβλήτου, και ότι ως εκ τούτου ήταν η μόνη γνωστή διεύθυνσή της στην επισπεύσασα την επίδοση αναιρεσίβλητη, δεδομένου ότι δεν είχε ενημερώσει την τελευταία περί της οποιαδήποτε αλλαγής της δραστηριότητός της και αλλαγής της διευθύνσεώς της.

Επομένως, ο λόγος αυτός (δεύτερος εκ του αριθ. 8(β) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ) της αιτήσεως κατά το ανωτέρω μέρος του είναι αβάσιμος. Ο υπό το αυτό περιεχόμενος λόγος αυτός (δεύτερος) κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 9(γ) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το εφετείο άφησε αδίκαστο τον ανωτέρω περί πλαστότητος της εν λόγω εκθέσεως επιδόσεως ως άνω ισχυρισμό ένστασή του, είναι, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις και αιτιολογίες, απαράδεκτος.

Εν όψει όλων των προαναφερομένων, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέβαλε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο, αφού η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προσετέθη με το άρθρο 12 παρ.2 του Ν. 4055/2012).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28 Μαρτίου 2016 αίτηση Σ. Α. του Η. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 20/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ