1277/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη), Μαρία Χυτήρογλου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη - Εισηγητή και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1277/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση συνάψεως συμβάσεως χρηματοδοτικής μίσθωσης αντικειμένων, ενέργεια που συνιστά παράνομη ιδιοποίηση είναι η κατακράτηση και η άρνηση αποδόσεως των αντικειμένων σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως, χωρίς να χρειάζεται οποιαδήποτε περαιτέρω ενέργεια του εκμισθωτή πωλητή προς αφαίρεση και επανάκτησή τους.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1277 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1277/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη), Μαρία Χυτήρογλου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη - Εισηγητή και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαΐου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1)Ι. Ν. του Ν. και 2)Κ. Ν. του Γ., αμφοτέρων κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ράπτη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 5011/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την τράπεζα "...", που εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κουζουτζόγλου.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Νοεμβρίου 2015, κοινή, αίτησή τους αναιρέσεως, και στους από 25 Απριλίου 2016 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1326/2015.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 23-11-2015 και 25-4-2016 αίτηση και πρόσθετοι λόγοι αντίστοιχα, για αναίρεση της 5011/2015 αποφάσεως του Α’ Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκαν οι κατηγορούμενοι καθένας σε ποινή φυλακίσεως είκοσι τεσσάρων (24) μηνών που ανεστάλη για τριετία, έχουν ασκηθεί νομότυπα, εμπρόθεσμα και παραδεκτά περιέχουσα ως λόγους την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, πρέπει δε να συνεκδικασθούν, ως συναφείς.
Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 Π.Κ., όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιοδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δυο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή.
προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται η συνδρομή των ακολούθων στοιχείων : α) ξένο εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα, τέτοιο δε θεωρείται αυτό που βρίσκεται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στο αστικό δίκαιο β) να περιήλθε αυτό με οποιοδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη και να ήταν κατά το χρόνο της πράξης στην κατοχή αυτού γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από το δράστη, που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου δικαιώματος που παρέχεται στο δράστη από το νόμο δ) δόλια προαίρεση του δράστη που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια αυτού που εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησης του να ενσωματώσει στη δική του περιουσία το ξένο κινητό πράγμα που βρίσκεται στην κατοχή του, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο (ΑΠ 266/2007).
Στην περίπτωση συνάψεως συμβάσεως χρηματοδοτικής μίσθωσης αντικειμένων, ενέργεια που συνιστά παράνομη ιδιοποίηση είναι η κατακράτηση και η άρνηση αποδόσεως των αντικειμένων σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως, χωρίς να χρειάζεται οποιαδήποτε περαιτέρω ενέργεια του εκμισθωτή πωλητή προς αφαίρεση και επανάκτησή τους.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ~ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου.
Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.
ΑΠ 3/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ’ αρ. 5011/2015 αποφάσεώς του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που την εξέδωσε, επι εφέσεων των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων κατά της 63648/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατ’ είδος προσδιορίζει (μάρτυρες κατηγορίας και υπεράσπισης, έγγραφα) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με τη με αριθμό .../18.4.2007 σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης και με το ενσωματωμένο σε αυτήν με αριθμό .../9.9.2008 παράρτημα η εγκαλούσα και ήδη πολιτικώς-ενάγουσα εταιρεία με την επωνυμία "..." (πρώην ...) εκμίσθωσε στην-ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στη θέση "..." Μαρκόπουλου Αττικής, της οποίας ο πρώτος κατηγορούμενος είναι.
Πρόεδρος του Διοικητικού της Συμβουλίου και ο δεύτερος κατηγορούμενος είναι Διευθύνων Σύμβουλος και οι δύο δε είναι νόμιμοι εκπρόσωποι της, τα ακόλουθα κινητά πράγματα, που αποτελούν μηχανολογικό εξοπλισμό : μία κουρκουτέζα με στοιχεία Koppens PR 200, ένα τεμάχιο βελονών υψηλής τεχνολογίας με στοιχεία FOM/INJE 256, μία παναριστική μηχανή με στοιχεία Koppens ER 200.
Το χρονικό διάστημα της μίσθωσης συμφωνήθηκε να είναι από 10.9.2008 έως 9.9.2013 και το μηνιαίο μίσθωμα ορίσθηκε σε 3.019,97 ευρώ πλέον ΦΠΑ 19%. . Με τους 5° και 24 όρους της σύμβασης αυτής ρητά συμφωνήθηκε ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της μίσθωσης όλα τα προαναφερθέντα κινητά πράγματα, παραμένουν στην αποκλειστική κυριότητα και νομή της πολιτικώς ενάγουσας, που ήταν η εκμισθώτρια εταιρεία και με τον 23° όρο της σύμβασης ρητά συμφωνήθηκε ότι εάν η σύμβαση καταγγελθεί, σύμφωνα με κάποιον από τους όρους της, οι οποίοι ορίζονται στον όρο 21 της σύμβασης, η πολιτικώς ενάγουσα θα είχε το δικαίωμα να επανακτήσει την κατοχή των προαναφερθέντων κινητών πραγμάτων και να εισέλθει στις εγκαταστάσεις της μισθώτριας εταιρείας "...", όπου τα πράγματα ήσαν εγκατεστημένα προς τον σκοπό αυτό.
Η μισθώτρια εταιρεία παρέλαβε τα κινητά πράγματα που περιγράφονται παραπάνω και που αποτελούσαν το μηχανολογικό της εξοπλισμό και έκανε χρήση αυτών. Επειδή, όμως δεν κατέβαλε το 4° μίσθωμα από 3,553,99 ευρώ, που ήταν καταβλητέο την 10.12.2008, το 5° μίσθωμα, από 3.478,52 ευρώ, που ήταν καταβλητέο την 10.1.2009, το 6° μίσθωμα από 3.428,45 ευρώ, που ήταν καταβλητέο την 10.2.2008 και το 7° μίσθωμα, από 3.372,66 ευρώ, που ήταν καταβλητέο την 10.3.2009 και συνολικά δεν είχε καταβάλει το ποσό των 13.833,62 ευρώ, την 26.3.2009 η πολιτικώς ενάγουσα κατήγγειλε εγγράφως τη μεταξύ αυτής και της εταιρείας "..." συναφθείσας σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης και ζήτησε να λάβει πίσω τα προαναφερθέντα κινητά της πράγματα.
Η έγγραφη αυτή καταγγελία επιδόθηκε στη μισθώτρια εταιρεία την 26.3.2009 σύμφωνα με τη με αριθμό .../26.3.2009 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή Β. Γ. Β.. Οι κατηγορούμενοι, όμως, ενεργώντας ο πρώτος ως Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της μισθώτριας εταιρείας "..." και ο δεύτερος ως Διευθύνων Σύμβουλος αυτής, αρνήθηκαν να παραδώσουν στην πολιτικώς ενάγουσα-εκμισθώτρια τον προαναφερθέντα εξοπλισμό, που εκείνη τη χρονική στιγμή είχε συνολική αξία 75.000 ευρώ, μολονότι η νόμιμη αιτία κατοχής και χρήσης αυτού είχε λήξει, τον οποίο δεν έχουν αποδώσει μέχρι και τώρα.
Με τον τρόπο αυτό την 27.3.2009 εξωτερίκευσαν τη βούληση τους να συνεχίσουν να τον κατέχουν και να τον νέμονται ως κύριοι, δηλαδή, εκδήλωσαν την πρόθεση τους να τον ιδιοποιηθούν παράνομα. Περαιτέρω, οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι τελούσαν σε συγγνωστή νομική πλάνη εξαιτίας της οποίας δεν επέστρεψαν στην πολιτικώς ενάγουσα, αλλά παρακράτησαν τον συγκεκριμένο μηχανολογικό εξοπλισμό και για τη θεμελίωση του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού τους επικαλούνται τη από 16.12.2008 προσωρινή διαταγή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ανεστάλησαν προσωρινά οι ατομικές διώξεις και η αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της εκπροσωπούμενης από αυτούς εταιρίας "..." και τη με αριθμό 229/2009 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου με την οποία έγινε δεκτή η από 8.12.2008 αίτηση της ίδιας εταιρείας για συνδιαλλαγή και με την οποία απαγορεύτηκε οποιαδήποτε διάθεση περιουσιακού στοιχείου της αιτούσας εταιρείας και διατάχθηκε η αναστολή των ατομικών διώξεων και η απαγόρευση λήψης μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της μέχρι την επικύρωση ή όχι της συνδιαλλαγής, η οποία έληξε χωρίς επιτυχία με την 1113/2009 απόφαση του Δικαστηρίου.
Ο ισχυρισμός αυτός των κατηγορουμένων, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στο άρθρο 31 παρ. 2 του ΠΚ, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι οι κατηγορούμενοι, που υπέγραψαν την με αριθμό .../18.4.2007 σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης και το ενσωματωμένο σε αυτή παράρτημα με αριθμό ... /9.9.2008, υπό τις προαναφερθείσες ιδιότητες τους, γνώριζαν ότι τα αναγραφόμενα στα παραπάνω έγγραφα κινητά πράγματα (μηχανολογικός εξοπλισμός) ανήκαν στην αποκλειστική κυριότητα της πολιτικώς ενάγουσας και ότι εκείνοι είχαν δικαίωμα κατοχής και χρήσης μόνο κατά το χρόνο που η σύμβαση αυτή ίσχυε, όπως, επίσης, γνώριζαν ότι τόσο η προαναφερθείσα προσωρινή διαταγή, όσο και η με αριθμό 229/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απαγόρευαν την διάθεση περιουσιακού στοιχείου που κατά κυριότητα ανήκε στην εταιρεία "..." και δεν αφορούσε την απόδοση του επίμαχου μηχανολογικού εξοπλισμού στην ιδιοκτήτρια του-πολιτικώς ενάγουσα - στην οποία έπρεπε να επιστραφεί αμέσως μετά την καταγγελία της προαναφερθείσας χρηματοδοτικής μίσθωσης.
Δεν απέδωσαν δε τα μηχανήματα, έχοντας πρόθεση να τα ιδιοποιηθούν παράνομα και με σκοπό να συνεχίσει να λειτουργεί η εταιρεία "...". Τέλος, ο αυτοτελής ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι προέβησαν σε παρακράτηση των εν λόγω μηχανημάτων προκειμένου να συνεχίσουν τη δραστηριότητα της εταιρείας τους και να αποφύγουν τον Επικείμενο κίνδυνο καταστροφής αυτής, τον οποίο επιχειρούν να θεμελιώσουν στο άρθρο 32 του ΠΚ, είναι μη νόμιμος, διότι και αληθή υποτιθέμενα τα πραγματικά περιστατικά που επικαλούνται, δεν συνιστούν κατάσταση ανάγκης που αποκλείει τον καταλογισμό του δράστη, όπως ορίζεται στο άρθρο αυτό, διότι δεν εκθέτουν γεγονότα από τα οποία προκύπτει ότι υπήρξε παρών και αναπότρεπτος με άλλα μέσα κίνδυνος, ο οποίος να απειλούσε χωρίς την υπαιτιότητα των κατηγορουμένων την περιουσία των ιδίων ή συγγενούς τους, ανιόντος ή κατιόντος ή αδελφού ή συζύγου τους.
Με βάση τα γεγονότα αυτά, οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι του αδικήματος της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από κοινού, για το οποίο καταδικάσθηκαν και πρωτοδίκως". Ακολούθως το δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους του ότι : "Στην Αθήνα την 27.3.2009 από κοινού ενεργώντας, με πρόθεση ιδιοποιήθηκαν ξένα ολικά κινητά πράγματα, που περιήλθαν στην κατοχή τους με οποιονδήποτε τρόπο.
Ειδικότερα, αν και με τη με αριθμό .../18.4.2007 σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης (και με το ενσωματωμένο σε αυτήν με αριθμό... /9/9/2008 παράρτημα) η εγκαλούσα και ήδη πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία με την επωνυμία "..." (πρώην ...) εκμίσθωσε στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ..." και με το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στη θέση "..." Μαρκόπουλου Αττικής, της οποίας ο πρώτος κατηγορούμενος Ι.
Ν. τυγχάνει Πρόεδρος του Διοικητικού της Συμβουλίου και ο δεύτερος κατηγορούμενος Κ. Ν. τυγχάνει Διευθύνων Σύμβουλος, κινητά πράγματα (εξοπλισμό) και συγκεκριμένα εκμίσθωσε μία κουρκουτέζα με στοιχεία Koppens PR 200, ένα τεμάχιο βελονών υψηλής τεχνολογίας με στοιχεία FOM/INJE 256, μία παναριστική μηχανή με στοιχεία Koppens ER 200, για το χρονικό διάστημα από 10.9.2008 έως την 9.9.2013 με τη ρητή συμφωνία, όπως συμπεριλήφθηκε στους όρους 5, 21, 23 και 24 της προαναφερθείσας σύμβασης, ότι η πολιτικώς ενάγουσα καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης παραμένει κυρία των κινητών αυτών πραγμάτων εξοπλισμού και ότι σε περίπτωση καταγγελίας αυτής λόγω καθυστέρησης καταβολής των μισθωμάτων η πολιτικώς ενάγουσα -εκμισθώτρια εταιρεία - έχει το δικαίωμα να αφαιρέσει τον εξοπλισμό, εν τούτοις η εταιρεία των κατηγορουμένων, μολονότι δεν κατέβαλε ληξιπρόθεσμα μισθώματα συνολικού ποσού 13.833,62 ευρώ, αρνήθηκε να αποδώσει τον επίδικο εξοπλισμό στην πολιτικώς ενάγουσα και συνέχισε να τον κατακρατεί και να τον χρησιμοποιεί, παρότι οχλήθηκε σαφώς να τον αποδώσει με την επίδοση σε αυτήν, την 26.3.2009, της από 26.3.2009 εξώδικης δήλωσης καταγγελίας σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας, (σύμφωνα με τη με αριθμό .../26.3.2009 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Β.
Β.). Με την πράξη δε αυτή οι κατηγορούμενοι, ως νόμιμοι εκπρόσωποι της μισθώτριας εταιρείας "...", δηλαδή ο πρώτος κατηγορούμενος Ι. Ν. ως Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής και ο δεύτερος κατηγορούμενος Κ. Ν. ως Διευθύνων Σύμβουλος αυτής, αρνήθηκαν να παραδώσουν τον εν λόγω εξοπλισμό στην πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία, αν και η νόμιμη αιτία κατοχής και χρήσης αυτού είχε λήξει και εξωτερίκευσαν τη βούληση τους να συνεχίσουν την κατοχή και τη χρήση του εξοπλισμού ως κύριοι, δηλαδή εξωτερίκευσαν τον σκοπό τους να τον ιδιοποιηθούν παράνομα.
Το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και συγκεκριμένα συνολικής αξίας 75.000 ευρώ, την οποία είχαν τα προαναφερθέντα μηχανήματα κατά το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης" Με αυτά που δέχθηκε τo Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την, κατά την ανωτέρω έννοια, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκαν οι κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες.
Τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν και τις σκέψεις βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην προαναφερθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη, στην οποία ορθώς υπήγαγε τα ως άνω πραγματικά περιστατικά και την οποία δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα το Δικαστήριο της ουσίας αναφέρει:
α) ότι τα παραδοθέντα κινητά πράγματα ήταν ξένα ως προς τους ήδη αναιρεσείοντες κατηγορούμενους και ανήκαν κατά κυριότητα στην εγκαλούσα εκμισθώτρια εταιρεία, β) ότι αυτά περιήλθαν στην κατοχή της μισθώτριας εταιρείας των κατηγορουμένων κατόπιν παραδόσεως τους από την εκμισθώτρια εταιρεία, γ) ότι οι αναιρεσείοντες γνώριζαν ότι τα πράγματα αυτά ανήκαν κατά κυριότητα στην εγκαλούσα και ότι σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως αυτή (εγκαλούσα) είχε το δικαίωμα επανακτήσεως της κατοχής των εκμισθωθέντων κινητών πραγμάτων, δ) ότι η εγκαλούσα εκμισθώτρια εταιρεία την 26-3-2009, λόγω μη καταβολής τεσσάρων μισθωμάτων, που ήταν καταβλητέα στις 10-12-2008, 10-1-2009, 10-2-2009 και 10-3-2009, συνολικού ποσού 13.833,62, κατήγγειλε τη συναφθείσα σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης με έγγραφη καταγγελία που επιδόθηκε στη μισθώτρια εταιρεία με την υπ’ αρ. .../26-3-3009 έκθεση επίδοση του δικαστικού επιμελητή, Β.
Β., και ζήτησε την επιστροφή των εκμισθωθέντων κινητών πραγμάτων, ε) ότι οι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν να επιστρέψουν στην εκμισθώτρια τα παραδοθέντα πράγματα, τα οποία δεν απέδωσαν μέχρι και την ημέρα της δίκης, εξωτερικεύοντας έτσι τη βούληση τους να συνεχίσουν να τα κατέχουν και να τα ιδιοποιηθούν παράνομα με σκοπό να συνεχίσει να λειτουργεί η μισθώτρια εταιρεία, και στ) ότι οι κατηγορούμενοι, όπως οι ίδιοι ισχυρίσθηκαν, αθέτησαν την υποχρέωση τους να επιτρέψουν τα πράγματα και τα κατακράτησαν λόγω συγγνωστής νομικής πλάνης, (ισχυρισμός που αιτιολογημένα απορρίφθηκε από το δικαστήριο), καθόσον με την από 16-12-2008 προσωρινή διαταγή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ανεστάλησαν προσωρινά οι ατομικές διώξεις και η αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της εταιρείας και επιπλέον με την υπ’ αρ. 229/2009 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου έγινε δεκτή η από 8-12-2008 αίτηση της εταιρείας για συνδιαλλαγή και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε διάθεση περιουσιακού στοιχείου της εταιρείας.
Εξάλλου, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης, δεν ήταν αναγκαία οποιαδήποτε περαιτέρω ενέργεια της εκμισθώτριας εταιρείας προς αφαίρεση και επανάκτηση της κατοχής των εκμισθωθέντων πραγμάτων. Ενόψει των ανωτέρω οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις των αναιρεσειόντων στερούνται βασιμότητας, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις τους που περιέχονται στη έκθεση αναιρέσεως και στους πρόσθετους λόγους αναγόμενες σε εκτίμηση πραγμάτων που ανήκει στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες.
Επομένως ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ λόγος αναίρεσης και πρώτος πρόσθετος λόγος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καθώς και ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.. 1 στοιχ. Ε ΚΠΔ δεύτερος πρόσθετος λόγος για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα πρέπει ν’ απορριφθούν η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι και να, καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς εναγούσης (αρ.176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-11-2015 και 25-4-2016 αίτηση και πρόσθετους λόγους αντίστοιχα, για αναίρεση της 5011/2015 αποφάσεως του Α’ Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ για τον καθένα καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουνίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2016.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ