1277/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25/10/2005 και 21/11/2005 αγωγές της αρχικά αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 44106/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 422/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21/5/2010 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1277/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Θ. ως εντεταλμένος εκκαθαριστής ..., ιδιότητα την οποία διατήρησε έως τις 26.10.2000, οπότε και αντικαταστάθηκε με την υπ’ αριθ. 7410/2000 Κ.Υ.Α. (ΦΕΚ 1297/26.10.2000) από τον Δ. Γ. Με την ίδια Κ.Υ.Α. αντικαταστάθηκε και ο Δ. Σ. ως μέλος του Συμβουλίου εκκαθάρισης από τον Ι. Τ.. Καταβολή αποζημίωσης στα μέλη του Συμβουλίου Εκκαθάρισης δεν προβλέφθηκε με το άρθρ. 9§11 του ν. 2557/1997 ούτε με την Γ.Υ. 441/1998 κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Πολιτισμού, ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1277 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1277/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χρυσικού), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αθανάσιο Καγκάνη και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαΐου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, ως καθολικού διαδόχου της αρχικά αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1997 (ΟΠΠΕΘ 97)" που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Περικλή Αγγέλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25/10/2005 και 21/11/2005 αγωγές της αρχικά αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 44106/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 422/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21/5/2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού ανέγνωσε την από 29/10/2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κράνη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Με την από 7-5-2014 κλήση του Ελληνικού Δημοσίου , καθολικού διαδόχου της αναιρεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης- Θεσσαλονίκη 1997" (άρθρα 46 εδ. β’ , γ’ και 54 περ. δ’ ν. 4049/2012) φέρεται προς συζήτηση η από 21-5-2010 αίτηση για αναίρεση της 422/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία. Με την απόφαση αυτή, έγιναν δεκτές οι συνεκδικασθείσες τέσσερις εφέσεις κατά της 44106/2007 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, μεταξύ των οποίων και η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Β. Κ., και, αφού εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση , έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή (με αρ. κατ. 47426/2005) και όσον αφορά τον αναιρεσείοντα και υποχρεώθηκε αυτός να καταβάλει στην τότε ενάγουσα εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης- Θεσσαλονίκη 1997", νομιμοτόκως, ως αποζημίωση για τη ζημία που της προκάλεσε με την αδικοπρακτική από δόλο συμπεριφορά του, το ποσό των 24.743,60 ευρώ, εις ολόκληρον με τους λοιπούς εναγομένους της ίδιας αγωγής και το ποσό των 23.576,58 ευρώ, εις ολόκληρον με τους δύο τελευταίους εναγομένους της ίδιας αγωγής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
ΙΙ) Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ. (ΑΠ 1551/2010).
Για να ιδρυθεί πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 571/2004) και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης, που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης.
Στο πλαίσιο αυτό αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, για να είναι αυτή ορισμένη, αποτελεί κατά το άρθρ. 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρ. 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, η πληρότητα της ιστορικής βάσης της, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημίωσε άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 297 και 298 ΑΚ. Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και με εκείνες των άρθρων 330 ΑΚ και 15 ΠΚ, συνάγεται ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης προς καταβολή αποζημίωσης και επομένως στοιχεία της σχετικής αγωγής προκειμένου αυτή να είναι κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ ορισμένη, είναι η ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς, οφειλόμενης σε υπαιτιότητα του δράστη, η πρόκληση ζημίας που πρέπει να εξειδικεύεται ποσοτικά κατά μονάδα ή και ποιοτικά ως προς το αντικείμενό της, καθώς και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας που προκλήθηκε.
ΙΙΙ) Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της από 21-11-2005 με αρ. κατ. 47426/2005 αγωγής, προκύπτει ότι η υπό εκκαθάριση τελούσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης-Θεσσαλονίκη 1997" (αναιρεσίβλητη), ισχυρίστηκε (κατά το μέρος που εδώ ενδιαφέρει) ότι ο 2ος εναγόμενος Β.
Κ. (αναιρεσείων) εν γνώσει του και με τη σύμπραξη των λοιπών εναγομένων εισέπραξε παράνομα από αυτή για το διάστημα από 1-1-1998 έως 26-10-2000, ως εντεταλμένος αναπληρωτής εκκαθαριστής της, το ποσό των 24.743,60 ευρώ επιπλέον του ποσού που δικαιούταν ως αμοιβή και αποζημίωση για τις προσφερθείσες για τις ανάγκες της εκκαθάρισης υπηρεσίες του, ενώ κατά το επόμενο χρονικό διάστημα από 27-10-2000 έως 29-8-2003, κατά το οποίο δεν προσέφερε σ’ αυτή υπηρεσίες, εν γνώσει του και με τη σύμπραξη των 3ου και 4ου των εναγομένων (Κ.
Λ. και Α. Γ. αντίστοιχα) εισέπραξε το ποσό των 69.129,10 ευρώ, παρανόμως και χωρίς να το δικαιούται. Ζήτησε δε να υποχρεωθεί ο 2ος εναγόμενος (αναιρεσείων) να της καταβάλει, ως αποζημίωση για την αντίστοιχη ζημία που της προκάλεσε με την αδικοπρακτική συμπεριφορά του, το ποσό των 24.743,60 ευρώ εις ολόκληρο με τους λοιπούς εναγομένους, και το ποσό των 69.129,10 ευρώ εις ολόκληρο με τους 3ο και 4ο των εναγομένων, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Με τον πρώτο λόγο της αίτησής του (κατά το πρώτο σκέλος), ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. αιτιάται το Εφετείο για την μη απόρριψη ως αόριστης της αγωγής της αναιρεσίβλητης, εφόσον δεν αναφέρεται σ’ αυτή ότι προηγήθηκε δικαστική απόφαση που να καθορίζει την οφειλόμενη σ’ αυτόν αμοιβή και αποζημιώσεις ώστε να διαπιστωθεί αν τα εισπραχθέντα από αυτόν ποσά υπερέβαιναν ή υπολείπονταν εκείνων που δικαιούταν.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, διότι το γεγονός ότι ο αναιρεσείων εισέπραξε ποσά που δεν δικαιούται αρκεί για να προσδώσει αδικοπρακτικό χαρακτήρα στην συμπεριφορά του και πριν από τον οριστικό καθορισμό της αμοιβής και των αποζημιώσεών του με Υπουργική ή δικαστική απόφαση, Συνεπώς ορθά το Εφετείο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας.
ΙV) Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22α παρ. 1 και 2 του ν. 2190/1920, που εφαρμόζονται αναλόγως κατά τη διάταξη του άρθρ. 49 παρ. 7 ίδιου νόμου και στους εκκαθαριστές ανώνυμης εταιρείας, κάθε μέλος του διοικητικού συμβουλίου της ευθύνεται έναντι της εταιρείας για κάθε πταίσμα του κατά τη διοίκηση των εταιρικών υποθέσεων, εκτός αν αποδείξει ότι κατέβαλε την επιμέλεια συνετού οικογενειάρχη και ήδη, κατ’ άρθρο 30 παρ. 2 ν. 3604/2007, συνετού επιχειρηματία.
Πρόκειται για ευθύνη που έχει το χαρακτήρα εντολής (άρθρ. 68 παρ. 2 ΑΚ, 32 Εμπ.Ν) ή μίσθωσης ανεξάρτητων υπηρεσιών, όταν συνδυάζεται με καταβολή από την εταιρεία αμοιβής στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, αφού λόγω της ως άνω ιδιότητάς του ασκεί εξουσία διοικητική και διαχειριστική με δική του ευθύνη και πρωτοβουλία, είναι όργανο της εταιρείας και υποβάλλεται στο καθεστώς που διέπει το διοικητικό συμβούλιο.
Ρητά όμως προβλέπεται (άρθρ. 24 παρ. 3 ν. 2190/ 1920) και η δυνατότητα σύναψης ειδικής σχέσης μεταξύ εταιρείας και μέλους του διοικητικού συμβουλίου της (ΑΠ 20/2007). Την καταβολή αμοιβής ή αποζημίωσης στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας προβλέπουν ειδικότερα και ρυθμίζουν οι διατάξεις του άρθρ. 24 παρ. 1 και 2 του ν. 2190/1920, σύμφωνα με τις οποίες η καταβολή αμοιβής ή αποζημίωσης στα μέλη αυτά και επομένως και στους εκκαθαριστές της ανώνυμης εταιρείας, όταν δεν έχει συμφωνηθεί επί των εταιρικών κερδών, είναι νόμιμη και δεσμευτική για την εταιρεία, μόνον αν έχει καθορισθεί στο καταστατικό της κατά ποσόν ή έχει εγκριθεί με ειδική απόφαση της τακτικής γενικής συνέλευσής της.
Η ευθύνη από τη σχέση συμβούλου ή εκκαθαριστή ενδέχεται να οφείλεται σε συμπεριφορά, η οποία να συνιστά παράλληλα και αδικοπραξία, οπότε συρρέουν οι σχετικές εταιρικές αξιώσεις και αν μεν κατατείνουν σε διαφορετικές παροχές πρόκειται για γνήσια συρροή αξιώσεων, ενώ αν αφορούν την αυτή παροχή, που απλώς θεμελιώνεται σε δύο διαφορετικές νομικές βάσεις, πρόκειται για συρροή των περισσότερων νομικών βάσεων της αυτής ενιαίας αξίωσης.
Κατά την έννοια αυτή η αξίωση αποζημίωσης κατά του εκκαθαριστή ανώνυμης εταιρείας λόγω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του κατά την άσκηση των καθηκόντων του συνιστά ενιαία αξίωση, θεμελιούμενη απλώς σε περισσότερες νομικές βάσεις και συνεπώς υποκείμενη ως προς όλες τις βάσεις της στην αυτή παραγραφή της παρ. 5 του άρθρ. 22α του ν. 2190/1920, η οποία ως ειδικότερη διάταξη καταλαμβάνει και την αδικοπρακτική βάση της ενιαίας αξίωσης αποζημίωσης, ορίζοντας ότι οι αξιώσεις της ανώνυμης εταιρείας κατά των μελών του διοικητικού συμβουλίου της και κατ’ επέκταση και κατά των εκκαθαριστών της υπόκεινται σε τριετή παραγραφή από την τέλεση της πράξης ή σε δεκαετή, εφόσον η ζημία που προκλήθηκε οφείλεται σε δόλο του υπαιτίου (πρβλ.
ΑΠ 1483/2010) Εξ άλλου κατά την έννοια του άρθρ. 914 ΑΚ, παράνομη συμπεριφορά, που δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης, είναι αυτή που προσβάλλει τα προστατευόμενα από το νόμο δικαιώματα ή συμφέροντα άλλου και μπορεί να συνίσταται είτε σε θετική ενέργεια, είτε σε παράλειψη. Ο χαρακτηρισμός της παράλειψης ως παράνομης συμπεριφοράς προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση της θετικής ενέργειας που παραλείφθηκε.
Υπαίτια είναι η συμπεριφορά που επιτρέπει να αποδοθεί στο δράστη προσωπική μομφή, δηλαδή η υπαιτιότητα βασίζεται στον ψυχικό δεσμό του δράστη με την αδικοπραξία, ενώ πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας που προκλήθηκε, υπάρχει όταν η συμπεριφορά αυτή, κατά το χρόνο και τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει το ζημιογόνο αποτέλεσμα (ΑΠ 1596/2014, ΑΠ 1796/2012, ΑΠ 996/2004).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ.α’ του Κ.Πολ.Δ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοσθεί, ή όταν εφαρμόσθηκε εσφαλμένως, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006 και Ολ. ΑΠ 4/2005 ,ΑΠ 68/2013 , ΑΠ 70/2013). Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, "αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008).
V) Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη), που είναι ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης - Θεσσαλονίκη 1997", ιδρύθηκε σύμφωνα με τις ..
διατάξεις του ν. 2121/1993, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 2196/1994, με σκοπό την προετοιμασία της πόλεως Θεσσαλονίκης ως πολιτιστικής πρωτεύουσας της Ευρώπης για το έτος 1997... Ως καλλιτεχνικός διευθυντής της ενάγουσας επιλέχθηκε ομόφωνα ο ... Π. Θ. με απόφαση του Δ.Σ. αυτής .., με χρόνο έναρξης της σύμβασής του την 1.4.1996...
Περαιτέρω το Δ.Σ. της ενάγουσας... αποφάσισε κατά τη συνεδρίαση της 8.11.1994 να εκχωρήσει στον τελευταίο τις προσδιοριζόμενες στα σχετικά υπ’ αριθ. 49/1994 πρακτικά της εν λόγω συνεδρίασης πάγιες αρμοδιότητες, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και η διαχείριση των οικονομικών και μη υποθέσεων και ειδικότερα...
η εκτέλεση των συμβατικών υποχρεώσεων για οποιοδήποτε χρηματικό ποσό..., η έκδοση ενταλμάτων πληρωμής κλπ. Με απόφαση δε του Δ.Σ. της ενάγουσας, ... εκλέχθηκε ως διευθύνων σύμβουλος ο εκ των εναγομένων Κ. Λ.. Ο εκ των εναγομένων Α. Γ. προσλήφθηκε από την ενάγουσα στις 21.5.1996, με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως οικονομικός διευθυντής αυτής, ...
Ο πρώτος εναγόμενος .. Δ. Σ. καθώς και ο δεύτερος εναγόμενος της ίδιας αγωγής Β. Κ. (αναιρεσείων) διορίστηκαν μέλη του Δ.Σ. της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης) ... ο πρώτος δε εξ αυτών εκλέχθηκε και Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. με την από 12.7.1994 απόφαση αυτού ... Εξ άλλου με την από 28.6.1994 απόφαση του Δ.Σ. της ενάγουσας, που καταχωρήθηκε στα υπ’ αριθ. 36/1994 πρακτικά συνεδρίασης αυτού και εγκρίθηκε με την από 5.7.1994 απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, καθορίστηκαν, σύμφωνα με το άρθρ. 5§3 της υπ’ αριθ. 32276/29.6.1994 απόφασης του Νομάρχη Θεσσαλονίκης (που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του εγκριτικού της ενάγουσας νόμου), οι αποζημιώσεις και οι αμοιβές των μελών του Δ.Σ.
ως εξής: α) πάγια (μικτή) μηνιαία αποζημίωση 155.280 δραχμές, ήτοι καθαρή, μετ’ αφαίρεση των φόρων, 100.000 δρχ, β) μικτή αποζημίωση ανά συνεδρίαση του Δ.Σ., με ανώτατο αριθμό συνεδριάσεων 2 μηνιαίως, 38.820 δρχ. και καθαρή, μετ’ αφαίρεση των φόρων, 25.000 δρχ, γ) μικτή αποζημίωση για συμμετοχή ανά συνεδρίαση σε επιτροπές 31.050 δρχ.
και καθαρή, μετ’ αφαίρεση των φόρων, 20.000 δρχ., ενώ ακόμη με την προαναφερθείσα από 12.7.1994 απόφαση του Δ.Σ. της ενάγουσας (υπ’ αρ. 38/1994 πρακτικά συνεδρίασης ορίσθηκε επιπλέον και αποζημίωση εκτός έδρας των μελών του Δ.Σ., ανερχόμενη σε 40.000 δρχ. (πέραν των εξόδων εισιτηρίων και ξενοδοχείων), καθώς και αποζημίωση εκτός έδρας για τους διευθυντές της ενάγουσας, ανερχόμενη σε 20.000 δρχ.
Η αποζημίωση του καλλιτεχνικού διευθυντή ορίστηκε στο ποσό του 1.500.000 δρχ. μηνιαίως και ακόμη αποφασίστηκε, η καταβολή σ’ αυτόν 500.000 δρχ. μηνιαίως για έξοδα παραστάσεως, καθώς και 50.000 δρχ. μηνιαίως για την κίνηση και την χρήση του ιδιωτικού αυτοκινήτου του, δυνάμει της από 21.6.1996 αποφάσεως της Εκτελεστικής Επιτροπής της ενάγουσας, η οποία εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του Δ.Σ.
αυτής, ενώ με την από 25.7.1997 απόφαση της ίδιας Επιτροπής ..., εγκρίθηκε αποζημίωση εκτός έδρας γι’ αυτόν ύψους 40.000 δρχ. (Καλλιτεχνικό Διευθυντή) αναδρομικά από την 1.1.1997. .... Η ενάγουσα λύθηκε και τέθηκε σε εκκαθάριση σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 11 του ν. 2557/1997 από την 1.1.1998 με κοινή Υπουργική απόφαση των Υπουργών Πολιτισμού, ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ.
και Μακεδονίας - Θράκης (ΦΕΚ 37/27.1.1998), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του προαναφερθέντος νόμου, ορίσθηκε δε πενταμελές Συμβούλιο Εκκαθάρισης, αποτελούμενο από έναν σύμβουλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου .. ως πρόεδρο, τον μέχρι τότε διευθύνοντα σύμβουλο της ενάγουσας Κ. Λ. ως μέλος και εντεταλμένο εκκαθαριστή για τον τομέα Διοίκησης και Έργων, τον μέχρι τότε καλλιτεχνικό διευθυντή Π.
Θ. ως μέλος και εντεταλμένο εκκαθαριστή για τον τομέα Πολιτιστικού Αποθέματος, τον μέχρι τότε αντιπρόεδρο του Δ.Σ. της ενάγουσας Δ. Σ. ως μέλος και εντεταλμένο εκκαθαριστή των ζητημάτων που σχετίζονταν με τη λειτουργία, τη λήξη και την εκκαθάριση της Έκθεσης των Θησαυρών του Αγίου Όρους και ως αναπληρωτή του τελευταίου τον Β.
Κ., μέλος μέχρι τότε του Δ.Σ. της ενάγουσας. Στο Συμβούλιο αυτό (Εκκαθάρισης) ανατέθηκε η άσκηση του συνόλου της διοίκησης και της εκπροσώπησης της ενάγουσας για τις ανάγκες της εκκαθάρισής της, ενώ στον εντεταλμένο εκκαθαριστή ... Κ. Λ. ανατέθηκε ειδικότερα η νόμιμη εκπροσώπηση της ενάγουσας ... καθώς και η εξουσία να προβαίνει σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για όλα τα σχετικά ζητήματα, πλην εκείνων που ανήκαν στον τομέα του Πολιτιστικού Αποθέματος, ως προς τα οποία νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας για τις ανάγκες της εκκαθάρισης ορίστηκε ο Π.
Θ. ως εντεταλμένος εκκαθαριστής ..., ιδιότητα την οποία διατήρησε έως τις 26.10.2000, οπότε και αντικαταστάθηκε με την υπ’ αριθ. 7410/2000 Κ.Υ.Α. (ΦΕΚ 1297/26.10.2000) από τον Δ. Γ. Με την ίδια Κ.Υ.Α. αντικαταστάθηκε και ο Δ. Σ. ως μέλος του Συμβουλίου εκκαθάρισης από τον Ι. Τ.. Καταβολή αποζημίωσης στα μέλη του Συμβουλίου Εκκαθάρισης δεν προβλέφθηκε με το άρθρ. 9§11 του ν. 2557/1997 ούτε με την Γ.Υ. 441/1998 κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Πολιτισμού, ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ.
και Μακεδονίας - Θράκης, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του νόμου αυτού, στην οποία (Υπουργική Απόφαση) ορίσθηκε απλώς ... ότι ως προς την λειτουργία του Συμβουλίου Εκκαθάρισης, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σ’ αυτή, ισχύουν και εφαρμόζονται οι διατάξεις περί των οργάνων εκκαθάρισης των ανωνύμων εταιρειών...
Με την υπ’ αριθ. 6/11.3.1999 απόφαση του Συμβουλίου Εκκαθάρισης, η οποία ελήφθη κατά την υπ’ αριθ. 23/11.3.1999 συνεδρίασή του, προεδρεύοντος του Κ. Λ. λόγω απουσίας του προέδρου Γ. Κ. και με την παρουσία του οικονομικού διευθυντή της ενάγουσας Α. Γ...., αποφασίσθηκε "επειδή εκκρεμεί η απόφαση περί καθορισμού της αποζημιώσεως - των μελών του Συμβουλίου Εκκαθάρισης - για τη συμμετοχή αυτών στις συνεδριάσεις του Συμβουλίου, καθώς και οι αποζημιώσεις εκτός έδρας και μέχρι τελικής ρυθμίσεως του θέματος" να εγκριθεί η καταβολή έναντι αποζημιώσεων στα μέλη του Συμβουλίου Εκκαθάρισης και με προσωπική τους ευθύνη, ανά μήνα, ως εξής:
Κ. Λ. 1.200.000 δραχμές, Π. Θ. 1.650.000 δραχμές, Δ. Σ. 800.000 δραχμές και Β. Κ. 500.000 δραχμές. Επιπλέον δε καθορίστηκε η αποζημίωση συμμετοχής στις συνεδριάσεις του Συμβουλίου στο ποσό των ... 40.000 δρχ. καθαρά, ανά συνεδρίαση, με ανώτατο όριο 2 συνεδριάσεις το μήνα, ενώ για την αποζημίωση εκτός έδρας έγινε παραπομπή στην από 12.7.1994 απόφαση του Δ.Σ. ...
δηλαδή ορίστηκε, όπως και στην τελευταία, το ποσό των 40.000 δραχμών ημερησίως (πέραν εξόδων, εισιτηρίων και ξενοδοχείων). Ακόμη αποφασίστηκε ότι, εφόσον συνεχίζεται η λειτουργία της Συντονιστικής Επιτροπής της Έκθεσης "Κειμηλιακοί Θησαυροί του Αγίου Όρους" και μέχρι την ολοκλήρωση όλων των εργασιών και τη ρύθμιση των εκκρεμοτήτων να εφαρμόζεται η απόφαση αποζημίωσης για τη συμμετοχή των μελών της στις συνεδριάσεις της, δηλαδή η από 24.3.1998 απόφαση του Συμβουλίου Εκκαθάρισης, με την οποία η αμοιβή των μελών για τη συμμετοχή τους στις συνεδριάσεις της ως άνω Μικτής Συντονιστικής Επιτροπής ...
είχε καθοριστεί στο ποσό των 20.000 δραχμών ανά συνεδρίαση. Τα πιο πάνω οριζόμενα ποσά αποζημίωσης των 1.200.000 δρχ., 1.650.000 δρχ., 800.000 δρχ. και 500.000 δρχ. είναι φανερό ότι αφορούν σε μικτές αποδοχές, αφού διαφορετικά θα διευκρινιζόταν ότι αφορούν σε καθαρές αποδοχές, όπως έγινε με τις προαναφερθείσες αποφάσεις. Ακολούθως, με την ...21.9.1999 απόφαση του Συμβουλίου Εκκαθάρισης, που ελήφθη κατά την υπ’ αριθ. ...21.9.1999 συνεδρίασή του, προεδρεύοντος και πάλι του Κ.
Λ.... και με την παρουσία του ... Α. Γ., αποφασίστηκε, σε συμπλήρωση της προαναφερόμενης υπ’ αρ. 6 της 23/11.3.1999 συνεδρίασης του Συμβουλίου, να εγκριθεί "με κάθε επιφύλαξη" η καταβολή, ως μηνιαίων αποζημιώσεων στα μέλη του, των ιδίων ως άνω ποσών (1.650.000 δρχ., 800.000 δρχ. και 500.000 δρχ.) προς τους Π. Θ., Δ. Σ. και Β. Κ., αντιστοίχως, και η αναπροσαρμογή της αποζημίωσης του Κ.
Λ. σε 1.750.000 δρχ. (αντί των 1.200.000 δρχ. που είχε οριστεί προηγουμένως) ......
Στη συνέχεια εκδόθηκε η από 28.12.1999 απόφαση του ίδιου Συμβουλίου [συνεδρίαση ...28.12.1999] με την οποία αποφασίσθηκε η μείωση από την 1.1.2000 των ανωτέρω "έναντι" αποδοχών των εντεταλμένων εκκαθαριστών κατά 10% , η μείωση των αποζημιώσεων για τις συνεδριάσεις του Εκκαθαριστικού Συμβουλίου από 40.000 σε 20.000 δραχμές, καθώς και η μείωση των εκτός έδρας αποζημιώσεων από 40.000 σε 30.000 δραχμές.
Για τις πιο πάνω αποφάσεις του Συμβουλίου Εκκαθάρισης περί καταβολής αποζημιώσεων προς τα μέλη του με δική τους ευθύνη ... δεν εκδόθηκαν υπουργικές αποφάσεις, οι οποίες να εγκρίνουν την καταβολή των αποζημιώσεων που ορίσθηκαν από το Συμβούλιο Εκκαθάρισης. Εξ άλλου, για τη διευκόλυνση της εσωτερικής λειτουργίας και του ελέγχου των πληρωμών προς τα μέλη του Δ.Σ.
της ενάγουσας, τους διευθυντές κλπ., είχε καθιερωθεί η πρακτική της έκδοσης εντολών πληρωμής, που εκδίδονταν και για την πληρωμή του καλλιτεχνικού διευθυντή Π. Θ., ήτοι εσωτερικού εγγράφου που απευθύνονταν προς την οικονομική υπηρεσία και στο οποίο αναγράφονταν το ποσό και η αιτία της πληρωμής, καθώς και οι αποφάσεις με βάση τις οποίες γινόταν η πληρωμή, υπογράφονταν δε αυτές ..
από τον Κ. Λ. ως διευθύνοντα σύμβουλο, τον Α. Γ. ως διευθυντή της οικονομικής υπηρεσίας και από τον ίδιο τον Π. Θ. ως επικεφαλής της οικείας διεύθυνσης, ενώ και κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισης της ενάγουσας καθιερώθηκε η πρακτική της έκδοσης αντίστοιχων εγγράφων, ήτοι πράξεων εκκαθάρισης προς την οικονομική υπηρεσία της εναγομένης, υπογεγραμμένων από τον εντεταλμένο εκκαθαριστή του αντίστοιχου τομέα στον οποίο αφορούσε η πληρωμή και απευθυνομένου προς την Οικονομική Υπηρεσία για πληρωμή.
Η καθιέρωση της ως άνω πρακτικής αφορούσε αποκλειστικά την εσωτερική λειτουργία της ενάγουσας και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είχε την έννοια ότι οι σχετικές εντολές πληρωμής ήταν υποχρεωτικά εκτελεστές για τον διευθύνοντα σύμβουλο της ενάγουσας και εντεταλμένο εκκαθαριστή του Τομέα Διοίκησης Κ. Λ.
και τον διευθυντή των οικονομικών υπηρεσιών αυτής Α. Γ., οι οποίοι αντιθέτως, στα πλαίσια των ανατεθειμένων σ’ αυτούς καθηκόντων , που προαναφέρθηκαν, όφειλαν να ελέγχουν κάθε φορά το σύννομο της πληρωμής και την ύπαρξη ή μη των νομίμων παραστατικών που δικαιολογούσαν αυτήν και εντεύθεν να μην προβαίνουν στην πληρωμή εκδίδοντας τα σχετικά παραστατικά, επιταγές κλπ., εφόσον διαπίστωναν (κατόπιν του ελέγχου) υπέρβαση των δικαιουμένων από κάθε δικαιούχο ποσών.
Ειδικότερα δε για την πληρωμή των αποζημιώσεων του Δ. Σ. αποδείχθηκε ότι εκδίδονταν από την ενάγουσα αποδείξεις δαπάνης, ενώ ο Β. Κ. [τις πράξεις εκκαθάρισης, που αφορούσαν στην πληρωμή του, τις υπέγραφε, ως εντεταλμένος εκκαθαριστής του Τομέα του Αγίου Όρους, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1998 έως 26.10.2000, ο πρώτος-Δ.
Σ.], εξέδιδε για την είσπραξη των αποζημιώσεων του αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, ενώ, οι επιταγές μέσω των οποίων καταβαλλόταν πολλές φορές ΟΙ αποζημιώσεις του Καλλιτεχνικού Διευθυντή Π. Θ. και των εκκαθαριστών υπογράφονταν από τον Κ. Λ. για λογαριασμό της ενάγουσας [εκδότριας] ....Ο Β. Κ., εξάλλου, με βάση τις προαναφερόμενες αποφάσεις του Συμβουλίου Εκκαθάρισης, που δεν εγκρίθηκαν με Υπουργικές Αποφάσεις, έπρεπε να λάβει, συμπεριλαμβανομένων των αντιστοιχούντων φόρων, κατά το διάστημα από 1.1.1998 έως τις 26.10.2000 που ήταν αναπληρωτής εντεταλμένος εκκαθαριστής 1) το χρονικό διάστημα από 01-01-1998 έως 31-12-1998:
α) για αμοιβή - αποζημίωση: (12 μήνες X 500.000 δρχ. =) 6.000.000 δρχ. ή 17.608,22 ευρώ, β) ... Δηλαδή συνολικά για τις άνω αιτίες έπρεπε να λάβει (6.000.000 δρχ. +80.000 δρχ. + 520.000 δρχ. =) 6.600.000 δρχ. ή 19.369, 04 ευρώ. 2) Για το χρονικό διάστημα από 01-01-1999 έως 31-12-1999: α) για αμοιβή αποζημίωση: (12 μήνες X 500.000 δρχ.=) 6.000.000 δρχ. ή 17.608,22 ευρώ, β) για, αποζημιώσεις ....
Δηλαδή συνολικά για τις άνω αιτίες έπρεπε να λάβει (6.000.000 δρχ. +2.356.900 δρχ. + 200.000 δρχ. + 100.000=) 8.656.900 δρχ. ή 25.405,43 ευρώ. 3) Για το χρονικό διάστημα από 01-01-2000 έως 26-10-2000: α) για αμοιβή - αποζημίωση: 10 μήνες X 450.000 δρχ =) 4.500.000 δρχ. ή 13.206, 16 ευρώ, β) για αποζημιώσεις ..... Δηλαδή συνολικά για τις άνω αιτίες έπρεπε να λάβει (4.500.000 δρχ. + 168.350 δρχ. + 90.000 δρχ. =) 4.758.350 δρχ.
ή 13.964,34 ευρώ. Αντίστοιχα, ο Β. Κ. εισέπραξε, για τις ίδιες πιο πάνω αιτίες και κατά το ίδιο χρονικό διάστημα (από 01-01-1998 μέχρι 26-10-2000, όπως προκύπτει από τις σχετικές καταστάσεις - καθολικά που τηρούσε η ενάγουσα γι’ αυτόν, σε συνδυασμό και με τα λοιπά έγγραφα στοιχεία, όπως αποδείξεις πληρωμής δαπάνης, αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, εντολές πληρωμής, πράξεις εκκαθάρισης, επιταγές κλπ., αντίγραφα των οποίων προσκομίζονται). 4) Κατά το χρονικό-διάστημα από 01-01-1998 έως 31-12-1998:
α) Στις 22-01-1998: 150.000 δρχ., έναντι λογαριασμού, β) στις 10-03-1998: 500.000 δρχ. προκαταβολή αμοιβής, γ) στις 27-03-1998: 300.000 δρχ. προκαταβολή αμοιβής, δ) .... Ήτοι συνολικά καταβλήθηκε στον Β. Κ. το ποσό των 6.735.000 δρχ. Επίσης, αποδόθηκαν για λογαριασμό του φόροι: [45.000 + ... =] 1.331.060 δρχ. Ήτοι ο Β. Κ. έλαβε κατά το ανωτέρω διάστημα συνολικά μικτά (μαζί με τους φόρους που αποδόθηκαν για λογαριασμό του): (6.735.000 +1.331.060 =) 8.066.060 δρχ.
ή 23.671,49 ευρώ (ενώ παραστατικά, ήτοι αποδείξεις πληρωμής - δαπάνης της ενάγουσας και αποδείξεις παροχής υπηρεσιών του Β. Κ., εκδόθηκαν για το μικρότερο ποσό των 6.031.060 δρχ.). Επομένως, αυτός κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα έλαβε μεγαλύτερο του δικαιουμένου ποσό και δη: (8.066.060 δρχ. - 6.600.000 δρχ. =) 1.466.060δρχ. ή 4.302,45 ευρώ. 5) Κατά το χρονικό διάστημα από 01-01-1999 έως 31-12-1999:
α) Στις 08-01-1999: 500.000 δρχ., έναντι αποζημιώσεως, β) .... Ήτοι συνολικά καταβλήθηκε στον Β. Κ. το ποσό των 9.151.279 δρχ. Επίσης, αποδόθηκαν για λογαριασμό του φόροι: [68.541 + .... =] 2.700.941 δρχ. Ήτοι ο Β. Κ. έλαβε κατά το ανωτέρω διάστημα συνολικά μικτά (μαζί με τους φόρους που αποδόθηκαν για λογαριασμό του): (9.151.279 + 8.656.900 δρχ. =) 3.195.320 δρχ.
ή 9.377, 31 ευρώ. 6) Κατά το χρονικό διάστημα από 01-01-2000 έως 26-10-2000: α) Στις 07-01-2000: 450.000 δρχ. έναντι αποζημιώσεως (1ος 2000), β) .... Ήτοι συνολικά καταβλήθηκε στο Β. Κ. (για το άνω διάστημα) το ποσό των 7.415.340 δρχ. Επίσης, αποδόθηκαν για λογαριασμό του φόροι: [13.670 + 13.670 + 13.670 + 44.660 + 27.340 + 1.000.000 =] 1.113.010 δρχ. Ήτοι ο Β. Κ. έλαβε κατά το ανωτέρω διάστημα συνολικά μικτά (μαζί με τους φόρους που αποδόθηκαν για λογαριασμό του): (7.415.340 + 1.113.010 = ) 8.528.350 δρχ.
ή 25.028,18 ευρώ (ενώ παραστατικά, ήτοι αποδείξεις πληρωμής - δαπάνης αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, εκδόθηκαν για το μικρότερο ποσό των 5.278.350 δρχ.). Επομένως, αυτός κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα έλαβε μεγαλύτερο του δικαιουμένου ποσό και δη: (8.528.350 δρχ. - 4.758.350 δρχ. =) 3.770.000 δρχ. ή 11.063,83 ευρώ. Συνολικά, συνεπώς, ο Β.
Κ. έλαβε καθ’ όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα ποσά μεγαλύτερα και από εκείνα που είχαν οριστεί με τις αποφάσεις του Συμβουλίου Εκκαθάρισης της ενάγουσας και δη συνολικά έλαβε το επιπλέον το ποσό των: (1.466.060 + 3.195.320 + 3.770.000 =) 8.431.380 δρχ. ή 24.743,60 ευρώ. Στα μεγαλύτερα αυτά ποσά που έλαβε συμπεριλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και επιδόματα εορτών και αδείας, χωρίς να τα δικαιούται , όπως στα πιο πάνω υπό στοιχεία 6Θ και 6ιδ κονδύλια, που δεν κατονομάζονται ρητώς ως επιδόματα, αλλά από το ύψος των ποσών και το χρόνο καταβολής τους σαφώς συνάγεται ότι είναι επίδομα εορτών Πάσχα και αδείας, αντίστοιχα σαν να συνδεόταν με την ενάγουσα με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ενώ τούτο δεν συνέβαινε, δεδομένου ότι ασχολούνταν αποκλειστικά με τα καθήκοντά του ως εκκαθαριστή και δεν συνδεόταν με οποιαδήποτε άλλη σχέση με την ενάγουσα, γεγονός, που ασφαλώς γνώριζε.
Επιπλέον, λήφθηκαν και αμοιβές για συμμετοχή σε άλλες επιτροπές (ΟΠΠΕΘ κλπ.), εκτός της Μικτής Συντονιστικής Επιτροπής και του Συμβουλίου Εκκαθάρισης, ενώ, όπως προαναφέρθηκε, τέτοια αμοιβή (για τη συμμετοχή στις συνεδριάσεις επιτροπών άλλων, πλην της Μικτής Συντονιστικής Επιτροπής, όπως βεβαίως και του Συμβουλίου Εκκαθάρισης), ουδόλως προβλέφθηκε με οποιαδήποτε απόφαση του Συμβουλίου Εκκαθάρισης, γεγονός που ομοίως γνώριζε ο Β.
Κ.. Επιπλέον, δεν εκδίδονταν όλα τα νόμιμα φορολογικά παραστατικά σε κάθε καταβολή, ούτε παρακρατούνταν κάθε φορά ο φόρος που αναλογούσε, με αποτέλεσμα ο Β. Κ. να λαμβάνει στο σύνολό του το μικτό ποσό, αντί μειωμένο κατά τον ως άνω φόρο. Όπως δε προεκτέθηκε, με την Γ. Υ. 441/1998 κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Πολιτισμού, ΠΕΧΩΔΕ και Μακεδονίας -Θράκης (Φ.
Ε. Κ. 37/27-01-1998), διορίστηκε ο μεν Δ. Σ., ως μέλος του Συμβουλίου Εκκαθάρισης της ενάγουσας και εντεταλμένος εκκαθαριστής των ζητημάτων που σχετίζονταν με τη λειτουργία, τη λήξη και την εκκαθάριση της έκθεσης των θησαυρών του Αγίου Όρους, ο δε Β. Κ. διορίστηκε ως μέλος του Συμβουλίου Εκκαθάρισης και αναπληρωτής εντεταλμένος εκκαθαριστής του ίδιου Τομέα.
Με την 7410/2000 Κ.Υ.Α. (Φ.Ε.Κ. 1297/26-10-2000) αντικαταστάθηκε ο Δ. Σ., από τον I. Τ., που διορίστηκε ως απλό μέλος του Συμβουλίου Εκκαθάρισης. Δεν αποδείχθηκε, όμως από κάποιο αποδεικτικό μέσο ότι είχε μέχρι τότε αποπερατωθεί η εκκαθάριση του ως άνω Τομέα, καθόσον, ναι μεν είχε ολοκληρωθεί η επιστροφή των κειμηλίων στα ιδρύματα του Αγίου Όρους στις 09/09/1998, όμως εξακολουθούσαν να υπάρχουν αρκετές εκκρεμότητες, όπως ιδίως η παρουσία εξοπλισμού σημαντικής οικονομικής αξίας του Οργανισμού στο Βυζαντινό Μουσείο, που έπρεπε να διατεθεί σε τρίτους, διάφορες αξιώσεις των Ιερών Μονών, η διαχείριση των εκδόσεων των Μονών κλπ.
Αποδεικνύεται δηλαδή ότι ο Β. Κ. προέβη σε πράξεις εκκαθάρισης και κατά το άνω χρονικό διάστημα ... Άλλωστε κατά την αποχώρηση του προηγούμενου εκκαθαριστή συντάχθηκε και υπογράφηκε μεταξύ του τελευταίου (Δ. Σ.) και του Β. Κ., ως αναπληρωτή εκκαθαριστή του ίδιου τομέα πρωτόκολλο παράδοσης παραλαβής των οικείων περιγραφόμενων στο πρωτόκολλο αυτό αντικειμένων και επομένως εδικαιούτο της ορισθείσας μηνιαίας αποζημιώσεως και για το μετά την 26.10.2000 χρονικό διάστημα μέχρι και τις 29.8.2003, οπότε και αντικαταστάθηκε από μέλος του Συμβουλίου Εκκαθάρισης.
Κατά συνέπεια, ο Β. Κ. εδικαιούτο να λάβει κατά το χρονικό διάστημα από 27.10.2000 έως 29.8.2003 κατά το οποίο διετέλεσε μέλος του Συμβουλίου Εκκαθάρισης και αναπληρωτής εντεταλμένος εκκαθαριστής. 1) Για το χρονικό διάστημα από 27.10.2000 έως 31.12.2000: α) για αμοιβή - αποζημίωση (2 μήνες X 450.000 δρχ. =) 900.000 δρχ., β) για αποζημιώσεις ...
Δηλαδή συνολικά για τις άνω αιτίες έπρεπε αυτός να λάβει (900.000 δρχ. + 168.350 δρχ. + 20.000 δρχ. =) 1.088.350 δρχ. 2) Για το χρονικό διάστημα από 01-01-2001 έως 31-12-2001: α) για αμοιβή - αποζημίωση: (12 μήνες X 450.000 δρχ.=) 5.400.000 δρχ., β) για αποζημιώσεις συμμετοχής σε 3 συνεδριάσεις του Συμβουλίου Εκκαθάρισης: (3 X 33.670 δρχ. =) 101.010 δρχ. ..: 3) Για το χρονικό διάστημα από 01-01-2002 έως 31-12-2002:
α) αμοιβή (12 μήνες X 450.000 δρχ.=) 5.400.000 δρχ., β) αποζημίωση για συμμετοχή σε 1 συνεδρίαση του Σ.Ε. (1 X 33.670 δρχ. =) 33.670 δρχ. και συνολικά: 5.433.670 δρχ. 4) Για το χρονικό διάστημα από 01-01-2003 έως 29-08-2003: (8 μήνες X 450.000 δρχ. = 3.600.000 δρχ. Αντίστοιχα, ο Β. Κ. εισέπραξε, για τις ίδιες πιο πάνω αίτιες και κατά το ίδιο χρονικό διάστημα (από 27-10-2000 μέχρι 29- 08-2003, όπως προκύπτει από τις σχετικές καταστάσεις - καθολικά που τηρούσε η ενάγουσα γι’ αυτόν, σε συνδυασμό και με τα λοιπά έγγραφα στοιχεία, όπως αποδείξεις πληρωμής - δαπάνης, αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, πράξεις εκκαθάρισης, επιταγές κλπ., αντίγραφα των οποίων προσκομίζονται): 5) Κατά το χρονικό διάστημα από 27-10-2000 έως 31-12-2000:
α) Στις 06-11-2000: 450.000 δρχ., έναντι λογαριασμού, β) .... Ήτοι συνολικά καταβλήθηκε στον Β. Κ. το ποσό των 1.470.000 δρχ. Επίσης, αποδόθηκαν για λογαριασμό του φόροι: [54.680 + 13.670 + 13.670 =] 82.020 δρχ. Ήτοι ο Β. Κ. έλαβε κατά το ανωτέρω διάστημα συνολικά μικτά (μαζί με τους φόρους που αποδόθηκαν για λογαριασμό του): (1.470.000 + 82.020 =) 1.552.020 δρχ. (ενώ παραστατικά, ήτοι αποδείξεις πληρωμής - δαπάνης της ενάγουσας και αποδείξεις παροχής υπηρεσιών του Β.
Κ., εκδόθηκαν για το ποσό των 1.702.020 δρχ.). Επομένως, αυτός κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα έλαβε μεγαλύτερο του δικαιουμένου ποσό και δη: (1.552.020 δρχ. 1.088.350 δρχ. =) 463.670 δρχ. 6) Κατά το χρονικό διάστημα από 01-01-2001 έως 31-12-2001: α) Στις 05-01-2001: 450.000 δρχ., έναντι αποζημιώσεως, β) ... Ήτοι συνολικά καταβλήθηκε στο Β. Κ. το ποσό των 7.010.000 δρχ.
Επίσης, αποδόθηκαν για λογαριασμό του φόροι: [1.000.000 + 300.000 + 36.931 + 708.000 =] 2.044.931 δρχ. Ήτοι ο Β. Κ. έλαβε κατά το ανωτέρω διάστημα συνολικά μικτά (μαζί με τους φόρους που αποδόθηκαν για λογαριασμό του): (7.010.000 + 2.044.931 =) 9.054.931 δρχ. (ενώ παραστατικά, ήτοι αποδείξεις πληρωμής - δαπάνης της ενάγουσας και αποδείξεις παροχής υπηρεσιών του Β.
Κ., εκδόθηκαν για το μικρότερο ποσό των 8.096.931 δρχ.). Επομένως, αυτός κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα έλαβε μεγαλύτερο του δικαιουμένου ποσό και δη: (9.054.931 δρχ. - 5.501.010 δρχ. =) 3.553.921 δρχ. 7) Κατά το χρονικό διάστημα από 01-01-2002 έως 31-12-2002 : α) Στις 30-01-2002 450.000 δρχ. έναντι αποζημιώσεως, β) .... Ήτοι συνολικά καταβλήθηκε στον Β.
Κ. (για το άνω διάστημα) το ποσό των 7.342.250 δρχ. Επίσης, αποδόθηκαν για λογαριασμό του φόροι: [11.050 + 681.500 + 965.000 =] 1.657.550 δρχ. Ήτοι ο Β. Κ. έλαβε κατά το ανωτέρω διάστημα συνολικά μικτά (μαζί με τους φόρους που αποδόθηκαν για λογαριασμό του): (7.342.250 + 1.657.550 =) 8.999.800 δρχ. (ενώ παραστατικά, ήτοι αποδείξεις πληρωμής - δαπάνης και αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, εκδόθηκαν για το μικρότερο ποσό των 7.527.553 δρχ.).
Επομένως, αυτός κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα έλαβε μεγαλύτερο του δικαιουμένου ποσό και δη: (8.999.800 δρχ. - 5.433.670 δρχ. =) 3.566.130 δρχ. 8) Κατά το χρονικό διάστημα από 01- 01-2003 έως 29-08-2003: α) Στις 29-01-2003: 450.000 δρχ., έναντι αποζημιώσεως, β) ... Ήτοι συνολικά καταβλήθηκε στον Β. Κ. (για το άνω διάστημα) το ποσό των 4.050.000 δρχ ενώ δεν παρακρατήθηκαν και δεν αποδόθηκαν κατά το διάστημα αυτό φόροι).
Ήτοι ο Β. Κ. έλαβε κατά το ανωτέρω διάστημα συνολικά μικτά (μαζί με τους φόρους που αποδόθηκαν για λογαριασμό του): (7.342.250 + 1.657.550 =) 8.999.800 δρχ. (ενώ παραστατικά δεν εκδόθηκαν για το διάστημα αυτό). Επομένως, αυτός κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα έλαβε μεγαλύτερο του δικαιουμένου ποσό και δη: (4.050.000 δρχ. - 3.600.000 δρχ. =) 450.000 δρχ.
Καθ’ όλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα (από 27-10-2000 μέχρι 29-08-2003 ο Β. Κ. έλαβε το μεγαλύτερο του δικαιουμένου ποσό των 463.670 + 3.553.921 + 3.566.130 + 450.000 = ) 8.033.721 δρχ και συνυπολογιζομένου και του χρονικού διαστήματος από 01-01-1998 μέχρι 26-10-2000, έλαβε το μεγαλύτερο του δικαιουμένου ποσό των (8.033.721 + 8.431.380 =) 16.465.101 δρχ. ή 48.320,18 ευρώ.
Στα μεγαλύτερα αυτά ποσά που έλαβε συμπεριλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και επιδόματα εορτών και αδείας, χωρίς να τα δικαιούται όπως στα πιο πάνω υπό στοιχεία 6ε, 6θ, 6ιζ, 7ε, 7η, 7ιζ, 8δ και 8η κονδύλια, που δεν κατονομάζονται ρητώς ως επιδόματα, αλλά από το ύψος των ποσών και το χρόνο καταβολής τους σαφώς συνάγεται ότι είναι, αντίστοιχα, επιδόματα εορτών Πάσχα, αδείας, εορτών Χριστουγέννων, εορτών Πάσχα, αδείας, εορτών Χριστουγέννων, εορτών Πάσχα και αδείας σαν να συνδεόταν με την ενάγουσα με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ενώ τούτο δεν συνέβαινε, δεδομένου ότι ασχολούνταν αποκλειστικά με τα καθήκοντά του ως εκκαθαριστή και δεν συνδεόταν με οποιαδήποτε άλλη σχέση με την ενάγουσα, γεγονός, που ασφαλώς γνώριζε λόγω της ιδιότητος και των καθηκόντων του.
Επιπλέον, λήφθηκαν και αμοιβές για συμμετοχή σε άλλες επιτροπές, εκτός της Μικτής Συντονιστικής Επιτροπής και του Συμβουλίου Εκκαθάρισης, ενώ, όπως προαναφέρθηκε, τέτοια αμοιβή (για τη συμμετοχή στις συνεδριάσεις επιτροπών άλλων, πλην της Μικτής Συντονιστικής Επιτροπής, όπως βεβαίως και του Συμβουλίου Εκκαθάρισης), ουδόλως προβλέφθηκε με οποιαδήποτε απόφαση του Συμβουλίου Εκκαθάρισης, γεγονός που ομοίως γνώριζε ο Β.
Κ. και ακόμη, δεν εκδίδονταν όλα τα νόμιμα φορολογικά παραστατικά σε κάθε καταβολή, ούτε παρακρατούνταν κάθε φορά ο φόρος που αναλογούσε, με αποτέλεσμα ο Β. Κ. να λαμβάνει στο σύνολό του το μικτό ποσό, αντί μειωμένο κατά τον ως άνω φόρο. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω αποδεικνύεται ότι οι εκ των εναγομένων Π.
Θ., Δ. Σ. και Β. Κ., υπό τις προαναφερθείσες ιδιότητές τους, γνώριζαν, ενόψει ακριβώς και των ιδιοτήτων τους αυτών, όταν εισέπρατταν τα ως άνω ποσά αφού οι ίδιοι υπέγραφαν και τις σχετικές πράξεις εκκαθάρισης, ο δε πρώτος αυτών εντολές πληρωμής για το χρονικό διάστημα από 01-04-1996 μέχρι 31-12-1997) , ότι, κατά το μέτρο που αυτά υπερέβαιναν τις αποζημιώσεις που είχαν καθοριστεί με τις αποφάσεις του Δ.
Σ. της ενάγουσας (αναφορικά με τον Π., Θ. κατά το από 01-04-1996 έως 31-12-1997 χρονικό διάστημα) και τις αποφάσεις του Συμβουλίου Εκκαθάρισης αυτής (για τους Δ. Σ. και Β. Κ., και τον Π. Θ. κατά το χρονικό διάστημα από 01-01-1998 μέχρι 26-10-2000 δεν δικαιούνταν να τα λάβουν, και παρά ταύτα, τα εισέπρατταν, με τη σύμπραξη και των λοιπών εναγομένων (Κ.
Λ., Α. Γ.), οι οποίοι, ενώ, ως εκ των προαναφερθέντων καθηκόντων τους, είχαν υποχρέωση να αποτρέψουν την απόληψη των μεγαλύτερων αυτών χρηματικών ποσών, δεν το έπρατταν, αλλά συνέπρατταν στην είσπραξή τους (με την υπογραφή των σχετικών εντολών πληρωμής, πράξεων εκκαθάρισης, επιταγών, σύνταξη παραστατικών κλπ.) με αντίστοιχη ζημία της ενάγουσας, την οποία ο εναγόμενος (αναιρεσείων) αποδέχονταν.
Αντίστοιχα, με την ιδιότητά του ως εντεταλμένου εκκαθαριστή του Τομέα του Αγίου Όρους κατά το χρονικό διάστημα από 01-01-1998 έως 26-10-2000, ο Δ. Σ. συνέπραξε στην απόληψη από τον αναπληρωτή του Β. Κ. των ως άνω μεγαλύτερων των δικαιουμένων, με βάση τις ίδιες της αποφάσεις του Συμβουλίου Εκκαθάρισης, ποσών, υπογράφοντας αυτός μόνος τις σχετικές πράξεις εκκαθάρισης για την πληρωμή του Β.
Κ. με τα ως άνω ποσά, που γνώριζε ότι υπερέβαιναν όσα είχαν οριστεί με τις πιο πάνω αποφάσεις του Συμβουλίου Εκκαθάρισης, παρότι ως εκ της άνω θέσεως του είχε την υποχρέωση έναντι της ενάγουσας ν’ αποτρέψει την καταβολή των ως άνω ποσών. Εξ άλλου .. με μόνες τις προαναφερθείσες αποφάσεις του Συμβουλίου Εκκαθάρισης για καθορισμό αμοιβής των μελών του, χωρίς την έκδοση των σχετικών εγκριτικών Υπουργικών Αποφάσεων, που εν προκειμένω δεν εκδόθηκαν, οι ως άνω εναγόμενοι (Π.
Θ., Δ. Σ., Β. Κ.), δεν δικαιούνταν να εισπράξουν αποζημιώσεις. Αυτοί, παρότι απεστάλησαν εκ μέρους του Κ. Λ. επιστολές προς Υπουργούς για τη ρύθμιση του θέματος με την έκδοση εγκριτικών Υπουργικών Αποφάσεων, οι οποίες, κατά τα ανωτέρω ουδέποτε εκδόθηκαν, γεγονός, που ενόψει και του σημαντικού χρονικού διαστήματος που διέρρευσε, μόνον ως άρνηση έγκρισης των άνω καθορισθέντων από το Συμβούλιο Εκκαθάρισης αποζημιώσεων μπορούσε να εκληφθεί, δεν προσέφυγαν στα αρμόδια δικαστήρια για τον καθορισμό του ύψους των αποζημιώσεών τους ...Η απόληψη αμοιβής με την άνω διαδικασία, (έστω και υπό τη μορφή προκαταβολής) προϋποθέτει την προηγούμενη έκδοση δικαστικής απόφασης, γεγονός που στην προκειμένη περίπτωση ουδόλως συνέβη.
Ούτε προκάλεσαν οι ως άνω εναγόμενοι, όπως είχαν τη δυνατότητα, τη σύγκληση Γενικής Συνέλευσης του μετόχου (Ελληνικού Δημοσίου), για το πιο πάνω ζήτημα (την έγκριση δηλαδή των αποζημιώσεων που οι εναγόμενοι μονομερώς είχαν καθορίσει). Πέραν δε των ανωτέρω, αναφορικά με το αντικείμενο της παρούσας δίκης, που είναι τα ποσά που λήφθηκαν από τους άνω εναγόμενους (Δ.
Σ., Β Κ.), πλέον εκείνων που καθορίστηκαν με τις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της ενάγουσας και του Συμβουλίου Εκκαθάρισης αυτής αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος (αναιρεσείων) γνώριζε πως αυτά υπερέβαιναν εκείνα που είχαν καθοριστεί με τις εν λόγω αποφάσεις, αφού τούτο προέκυπτε από τις τελευταίες, που αδιαμφισβήτητα ήταν σε γνώση όλων, σε συνδυασμό με το ύψος των καταβαλλόμενων ποσών και των σχετικών παραστατικών που εκδίδονταν και με δικές του, κατά περίπτωση, ενέργειες. .....
Η απόληψη αυτών των παροχών ουδόλως και υπό οποιαδήποτε εκδοχή μπορούσε να δικαιολογηθεί, σύμφωνα με όσα εκτενώς αναπτύσσονται ανωτέρω. Ομοίως ουδόλως μπορούσε να δικαιολογηθεί η απόληψη χρηματικών ποσών για συμμετοχές σε επιτροπές, για τις οποίες ακόμη και το Συμβούλιο Εκκαθάρισης δεν είχε προβλέψει αμοιβή, όπως και η καταβολή χρηματικών ποσών για άλλες αιτίες για τις οποίες επίσης δεν είχαν εκδοθεί σχετικές, αποφάσεις του Δ.Σ.
για το πριν από την εκκαθάριση διάστημα, ... Η γνώση αυτή προκύπτει και από την... από 20-09-1999 επιστολή του Α. Γ. προς το Συμβούλιο Εκκαθάρισης, στην οποία γίνεται λόγος για το ιδιαίτερα υψηλό χρεωστικό υπόλοιπο που εμφανίζουν οι καρτέλες των εκκαθαριστών, ενώ επισημαίνεται ότι "ξενίζει" τόσο το ύψος των καταβολών, όσο και η τακτική καταβολή τους, που σαφώς υποδηλώνουν αμοιβή.
Είναι, επίσης, χαρακτηριστικό, ότι το ύψος των αποζημιώσεων που ορίστηκαν με την αρχική απόφαση του Συμβουλίου Εκκαθάρισης ήταν ιδιαίτερα υψηλό, ιδίως σε σχέση με τις αποζημιώσεις των μελών του διοικητικού συμβουλίου, που είχαν οριστεί από το τελευταίο και εγκριθεί με Υπουργική Απόφαση. Δεν πρέπει, ομοίως, να παροράτε ότι οι αποφάσεις του συμβουλίου εκκαθάρισης για τον καθορισμό των αποζημιώσεων των μελών του λήφθηκαν χωρίς να συμμετέχει το μέλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που προήδρευε αυτού (συμβουλίου εκκαθάρισης).
Τέλος, συνάδουν με τα ανωτέρω και τα εξής: Το γεγονός της μη εκδόσεως όλων των νόμιμων παραστατικών (παρά για μέρος των καταβαλλόμενων ποσών), με αποτέλεσμα να μην καταβάλλεται στο σύνολο του ο αναλογούν φόρος για το σύνολο των ποσών που λάμβαναν οι Θ., Δ. Σ. και Β. Κ., της έκδοσης παραστατικών προς το τέλος των περιόδων για τη λογιστική κάλυψη μεγαλύτερων απολήψεων, καθώς και της υπογραφής από τον Οικονομικό Διευθυντή της ενάγουσας των καταστάσεων των ετών 1997-2003, χωρίς να ολοκληρωθεί ο έλεγχος των ορκωτών λογιστών, και δίχως να εγκριθούν από τη Γενική Συνέλευση του μετόχου Ελληνικού Δημοσίου ...
Ο μη καθορισμός με δικαστική απόφαση των τυχόν αξιώσεων των εναγομένων - εκκαθαριστών της ενάγουσας, τον οποίο, άλλωστε, οι ίδιοι δεν επεδίωξαν, δεν αναιρεί την υπαίτια (από δόλο) αδικοπρακτική συμπεριφορά τους, αφού αυτή διαπράχθηκε με την απόληψη των άνω χρηματικών ποσών, εν γνώσει τους ότι δεν είχαν σχετικό νόμιμο δικαίωμα (άλλωστε οι ίδιοι ανέφεραν στη σχετική απόφαση του Σ.
Ε. ότι η τελευταία λήφθηκε με προσωπική τους ευθύνη), αφού, ανεξάρτητα από τη μη έγκριση των αποφάσεων του Συμβουλίου Εκκαθάρισης για καθορισμό αποζημίωσης των μελών του με Υπουργική Απόφαση (και τη μη "νομιμοποίηση" με οποιοδήποτε τρόπο (απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του μετόχου, δικαστική απόφαση) των άνω εν γένει αποζημιώσεων που ορίστηκαν με τις αποφάσεις του Συμβουλίου Εκκαθάρισης), επρόκειτο για ποσά μεγαλύτερα ακόμη και εκείνων που είχαν καθοριστεί από τις πιο πάνω αποφάσεις του Σ.
Ε. ...". VΙ) Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή. Κατέληξε δε στο αποδεικτικό του πόρισμα, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, τόσο ως προς το παράνομο και υπαίτιο (δόλιο) της συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος κατά την άσκηση των καθηκόντων του ως αναπληρωτή εντεταλμένου εκκαθαριστή της αναιρεσίβλητης, όσο και ως προς το ακριβές μέγεθος της ζημίας που προκάλεσε στην τελευταία.
Και αυτό διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, εν γνώσει του ο αναιρεσείων εισέπραξε παράνομα για αμοιβές και αποζημιώσεις ποσά που υπερέβαιναν εκείνων που αυτός δικαιούταν με βάση τις σχετικές αποφάσεις του Συμβουλίου Εκκαθάρισης της αναιρεσίβλητης, όπως και ποσά για συμμετοχή του σε επιτροπές, για τα οποίες δεν είχε προβλεφθεί αμοιβή από το Συμβούλιο εκκαθάρισης, αλλά και δώρα εορτών και επιδόματα αδείας, μολονότι γνώριζε ότι δεν τα δικαιούταν, εφόσον δεν συνδέονταν με την αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
Επί πλέον δε, ορισμένα από τα παραπάνω ποσά, τα εισέπραττε χωρίς να έχουν εκδοθεί τα νόμιμα παραστατικά, με συνέπεια την καταβολή από αυτόν μικρότερου φόρου. Το ότι τα εισπραχθέντα ποσά αποτελούσαν προκαταβολές δεν αναιρεί το παράνομο του χαρακτήρα τους ούτε φανερώνει έλλειψη δόλου του αναιρεσείοντος, εφόσον αυτός γνώριζε ότι τα προκαταβληθέντα σ’ αυτόν ποσά υπερέβαιναν εκείνων που οφείλονταν σύμφωνα με τις αποφάσεις του Συμβουλίου Εκκαθάρισης της αναιρεσίβλητης, ενώ υπέγραφε και τις αποδείξεις παροχής υπηρεσιών ως προς τα εισπραττόμενα από αυτόν ποσά.
Το γεγονός δε ότι ενδέχεται να εγκριθεί το ύψος των ποσών αυτών με υπουργικές στο μέλλον αποφάσεις δεν αναιρεί τον αρχικά παράνομο χαρακτήρα της συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και την αντίστοιχη ζημία της αναιρεσίβλητης, Την κρίση του το Εφετείο για τη γνώση του αναιρεσείοντος στηρίζει κυρίως στο γεγονός ότι και αυτός συμμετείχε ως μέλος στη λήψη των αποφάσεων του Συμβουλίου Εκκαθάρισης της αναιρεσίβλητης, που επέτρεπαν στα μέλη του, επομένως και σ’ αυτόν, την είσπραξη προκαταβολών έναντι των οφειλόμενων αμοιβών και αποζημιώσεών του και συνεπώς είχε σαφή γνώση των αυξημένων ποσών που εγκρίνονταν μ’ αυτές προς είσπραξη σε βάρος της περιουσίας της αντιδίκου του, προκαλώντας σ’ αυτή ισόποση ζημία, με την είσπραξη των ποσών αυτών, την οποία (ζημία) αυτός ασφαλώς πρόβλεπε και αποδεχόταν, δεδομένου ότι ο ίδιος όπως και τα άλλα μέλη του Συμβουλίου Εκκαθάρισης είχαν αναλάβει προσωπικά την ευθύνη (στην υπ’ αριθ. 6/11.3.1999 απόφαση του Συμβουλίου Εκκαθάρισης), της είσπραξης των ως άνω ποσών μέχρι την έκδοση της σχετικής απόφασης που θα καθόριζε την αποζημίωσή τους.
Συνεπώς, οι πρώτος, δεύτερος, τέταρτος και πέμπτος αναιρετικοί λόγοι, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. V
ΙΙ) Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη της τρίτης περίπτωσης του άρθρου 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 335 και 338 έως 340 και 561 παρ. 1 του ίδιου Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, περιλαμβανομένων και των ερμηνευτικών ή στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 Κ.Πολ.Δ. Ωστόσο δεν επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα κατ’ είδος αναφερόμενα, κατά το νόμο επιτρεπτά αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 544/2005, 190/1995).
Με τον πέμπτο λόγο της αίτησής του, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 11γ Κ.Πολ.Δ, αιτιάται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη την υπ’ αριθ. ...11-3-1999 απόφαση του Συμβουλίου Εκκαθάρισης της αναιρεσίβλητης (η οποία ελήφθη κατά την 23/11-3-1999 συνεδρίαση), από την οποία, σύμφωνα με τα υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα, προκύπτει ότι τα ποσά που καθορίστηκαν με αυτή αναφέρονταν σε καθαρές και όχι μικτές αποδοχές. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση (σελίδα 31 αυτής ), το Εφετείο ρητά αναφέρεται στην ως άνω απόφαση του Συμβουλίου Εκκαθάρισης, το δε γεγονός ότι από την απόφαση αυτή το Εφετείο συνήγαγε ότι αναφέρεται σε καθαρές και όχι σε μικτές αποδοχές και αποζημιώσεις, δεν σημαίνει και ότι δεν την έλαβε στην πραγματικότητα υπόψη, όπως ο αναιρεσείων υποστηρίζει. V
ΙΙΙ) Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.
ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).
Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007). Ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος προτάσεως ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 1632/2007, ΑΠ 669/2007, ΑΠ 1654/2007).
Κατά την έννοια δε του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ, δεν θεμελιώνεται λόγος αναίρεσης με την παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό μη νόμιμο ή αλυσιτελή και για τούτο μη ασκούντα επίδραση στην έκβαση της δίκης, ενώ για τους απαράδεκτους ή μη νόμιμους ισχυρισμούς δεν τάσσεται απόδειξη, ούτε λαμβάνονται υπόψη προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα και δη έγγραφα (ΑΠ 321/2009).
Με τον τρίτο λόγο της αίτησής του και υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του ότι στον συνεναγόμενό του Κ. Λ. με την 884/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης επιδικάσθηκε ποσό 300.000 ευρώ ως αμοιβή για τις υπηρεσίες εκκαθαριστή που προσέφερε στην αναιρεσίβλητη και με την 17930/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αναγνωρίσθηκε ότι το ποσό των 312.211,88 ευρώ, που έλαβε αυτός (Κ.
Λ.) από την αναιρεσίβλητη ως αποζημίωση για το διάστημα από 1-11-2002 έως 31-12-2003, καλύπτεται από το αιτούμενο με την αντίστοιχη αγωγή του ποσό των 1.500.000 ευρώ άλλως των 925.000 ευρώ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον οι ισχυρισμοί αυτοί αποτελούν επιχειρήματα του αναιρεσείοντος κατά των αγωγικών ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης και συνεπώς δεν αποτελούν πράγμα κατά την έννοια του αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.
Επίσης, απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι και ο έκτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του περί διενέργειας λογιστικής πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να διαπιστωθεί το ακριβές ύψος των ποσών που αυτός εισέπραξε από την αναιρεσίβλητη.
Και αυτό διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη το σχετικό αίτημα και το απέρριψε, κρίνοντας ότι το ύψος των επίδικων ποσών προκύπτει με απλές αριθμητικές πράξεις από τον έλεγχο και την αντιπαραβολή όλων των σχετικών εγγράφων και παραστατικών, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και η έκθεση διαχειριστικού ελέγχου των ορκωτών λογιστών της ελεγκτικής εταιρείας BKR.
Εξ άλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρ. 368 ΚΠολΔ, εναπόκειται στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, αν θα διατάξει πραγματογνωμοσύνη, εφόσον δεν δέχεται ότι πρόκειται για ζήτημα, για την αντίληψη του οποίου απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.
IX) Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΑΠ 128/2013).
Επίσης, για τη θεμελίωση του αμέσως πιο πάνω αναιρετικού λόγου απαιτείται η προσκομιδή από τον αναιρεσείοντα στον Άρειο Πάγο του εγγράφου, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, το περιεχόμενό του ως προς τη διαπίστωση της βασιμότητας του σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας.
Διαφορετικά ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ως αναπόδεικτος (ΑΠ 1414/2010, ΑΠ 533/2009). Με τον τρίτο, εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., λόγο της αίτησής του, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου: α) των υπ’ αριθ. .../2000, .../2000, .../2001, .../2002 και .../2002 εγγράφων του Συμβουλίου Εκκαθάρισης προς τον Υπουργό Πολιτισμού και β) της από 20.9.1999 επιστολής του Α.
Γ. (διευθυντή των οικονομικών υπηρεσιών) προς το Συμβούλιο Εκκαθάρισης, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο από τα έγγραφα αυτά συνήγαγε εσφαλμένα, από μεν τα υπό στοιχ. α έγγραφα ότι ο Υπουργός Πολιτισμού, λόγω του σημαντικού χρονικού διαστήματος που διέρρευσε, αρνήθηκε σιωπηρά να εγκρίνει τα ποσά των προκαταβολών που χορηγήθηκαν στα μέλη του Συμβουλίου Εκκαθάρισης αποδίδοντάς τους δόλο, από δε το υπό στοιχ.
β έγγραφο ότι ενισχύεται η άποψη για αδικοπρακτική ευθύνη τους. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι δεν συνιστά παραμόρφωση του περιεχομένου των ως άνω εγγράφων το ότι το Εφετείο συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο, το οποίο ο αναιρεσείων θεωρεί σωστό, καθόσον στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση των αποδείξεων που εκφεύγει τον αναιρετικό έλεγχο (Ολ.
ΑΠ 2/2008) . X) Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του που προηγήθηκε της άσκησης του δικαιώματος, σε συνδυασμό με την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο μεσοδιάστημα ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού άνθρωπου για το δίκαιο και την ηθική, όπως προπάντων συμβαίνει όταν δημιουργήθηκε στον οφειλέτη η εύλογη πεποίθηση ότι τελικά δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, με αποτέλεσμα η μεταγενέστερη άσκησή του να προκαλεί επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες και να εμφανίζεται έτσι αδικαιολόγητη ως υπερβαίνουσα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη όμως η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο απ’ αυτόν της παραγραφής δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρ. 281 ΑΚ.
Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ. ΑΠ 8/2001, 7/2002, 33/2005, ΑΠ 613/2008, ΑΠ 701/2009). Γίνεται, δηλαδή, σε τελική ανάλυση στάθμιση των αντίθετων συμφερόντων των μερών και προκρίνονται εκείνα τα συμφέροντα που παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη σπουδαιότητα για την κοινωνική τάξη και ευρυθμία (ΑΠ 1321/2011, ΑΠ 1507/2011).
Εξ άλλου η κατάχρηση δικαιώματος, ως συμπεριφορά απαγορευμένη από τη διάταξη του άρθρ. 281 ΑΚ, είναι παράνομη και συνιστά αδικοπραξία, για την οποία οφείλεται αποζημίωση με τις προϋποθέσεις του άρθρ. 914 ή 919 ΑΚ (Ολ. ΑΠ 49/2005, 16/2006, ΑΠ 1457/ 2009). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων πρότεινε πρωτοδίκως και επανέφερε με λόγο της έφεσής του την ένσταση καταχρηστικής άσκησης της ένδικης από 21-11-2005 (με αρ.
κατ. 47426/2005) αγωγής, ισχυριζόμενος ότι η καταβολή σ’ αυτόν όλων των ποσών, που εισέπραξε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από την αναιρεσίβλητη, έγινε με νόμιμες αποφάσεις των αρμόδιων οργάνων της, με βάση νόμιμα παραστατικά που συντάχθηκαν με υποδείξεις και οδηγίες των οικονομικών υπηρεσιών και του λογιστηρίου της, τα οποία ακολούθως ελέγχθηκαν από τις υπηρεσίες της αυτές, γι’ αυτό και η ίδια είχε ανέκαθεν πλήρη γνώση ως προς το ύψος και τη νομιμότητα των ποσών που κάθε φορά του κατέβαλε, ως προς τα οποία εκκρεμεί εξ άλλου η οριστική εκκαθάρισή τους, αφού δεν έχει προσδιοριστεί έκτοτε με υπουργική ή δικαστική απόφαση το ποσό της συνολικής αμοιβής του, ως εκκαθαριστή, της αναιρεσίβλητης, ενώ και η ίδια δεν προέβαλε την οποιαδήποτε σχετική αξίωσή της μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής της, που άσκησε καθυστερημένα και ότι η μακροχρόνια αδράνεια της αναιρεσίβλητης δημιούργησε σ’ αυτόν εύλογα την πεποίθηση ότι και στο μέλλον δεν θα ασκούσε τέτοιες αξιώσεις, οπότε η όψιμη άσκηση της ένδικης αγωγής της, με την οποία επιχειρείται να ανατραπεί μια διαμορφωμένη ήδη από καιρό κατάσταση και να προκληθούν έτσι σε βάρος του ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες, παρίσταται ως κατάχρηση δικαιώματος.
Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε ως μη νόμιμη την παραπάνω ένσταση, δεχόμενο τα εξής: "Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν στοιχειοθετούν την έννοια της ΑΚ 281, όπως αυτή προεκτέθηκε, καθόσον οι εναγόμενοι δεν αποδέχονται, έστω επικουρικώς, ότι ανέλαβαν εν γνώσει τους μεγαλυτέρου ύψους των δικαιουμένων ποσά και επομένως ισχυρίζονται ότι η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) ασκεί εναντίον τους ανύπαρκτο δικαίωμά της του οποίου κατά συνέπεια δεν είναι νοητή η καταχρηστική άσκηση, ενώ από μόνη της η καθυστερημένη προβολή των επιδίκων αξιώσεων ...
δεν καθιστά την άσκηση της αγωγής καταχρηστική, σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν στην οικεία μείζονα σκέψη και όπως ορθώς κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Κατά συνέπεια και ο σχετικός λόγος .. με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο είναι απορριπτέος ως αβάσιμος". Ωστόσο, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρωτόδικων από 17-10-2006 προτάσεων του αναιρεσείοντος (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι αυτός πρότεινε επικουρικά την παραπάνω ένστασή του.
Το Εφετείο, συνεπώς, που έκρινε διαφορετικά, εσφαλμένα κατά την αντίστοιχη σκέψη του ερμήνευσε και εφήρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 281 ΑΚ. Ενόψει όμως του ότι είναι ορθή η επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη την αυτή ένσταση, κρίνοντας ότι μόνη η καθυστερημένη άσκηση των επίδικων αξιώσεων της αναιρεσίβλητης δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση της ένδικης αγωγής της, εφόσον κατά τα λοιπά η καθυστερημένη επιδίωξη των σχετικών αξιώσεών της δεν συνδέεται με επαχθείς για τον ίδιο συνέπειες, τις οποίες αόριστα μόνον επικαλέσθηκε.
Επομένως, ο έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, δηλαδή ότι με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου απέρριψε ως μη νόμιμη την ένστασή του περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής, είναι αβάσιμος και απορριπτέος σε συνδυασμό και με το άρθρ. 578 ΚΠολΔ, αφού ναι μεν υπάρχει, κατά τα ανωτέρω, σφάλμα στην πρώτη από τις δυο επάλληλες αιτιολογίες της απόφασης, όμως το σφάλμα αυτό δεν επηρέασε τελικά την ορθότητα του διατακτικού της, ώστε να δικαιολογείται για μόνο το σφάλμα αυτό η αναίρεσή της.
Ούτε βέβαια το ίδιο σφάλμα ως προς την εκτίμηση, δηλαδή, της παραπάνω ένστασης ως μη επικουρικής, ισοδυναμεί με παράλειψη του Εφετείου να λάβει υπόψη την ένσταση αυτή, ώστε να θεμελιώνεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, όπως ο αναιρεσείων υποστηρίζει με μέρος του αυτού έκτου λόγου της αίτησης αναίρεσης (κατ’ ορθή εκτίμησή του) και συνεπώς ο λόγος αυτός είναι κατά το αντίστοιχο μέρος του απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Ο ίδιος λόγος της αίτησης, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται το Εφετείο ότι με ελλιπείς αιτιολογίες απέρριψε ως μη νόμιμη την παραπάνω ένστασή του , είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον λόγος αυτός αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ μπορεί να ιδρυθεί μόνον εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης, ενώ στην υπό κρίση περίπτωση, η ένσταση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη.
Κατόπιν αυτών , πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του συνεχίζοντος τη δίκη Ελληνικού Δημοσίου, ως καθολικού διαδόχου της αναιρεσίβλητης εταιρείας, λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένα όμως κατ’ άρθρο 22 Ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 του Εισ.
Ν. Κ.Πολ.Δ και όπως αυτό ισχύει μετά την υπ’ αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του Ν. 1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπό κρίση αίτηση του Β. Κ. για αναίρεση της 422/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του συνεχίζοντος τη δίκη Ελληνικού Δημοσίου, ως καθολικού διαδόχου της αναιρεσίβλητης εταιρείας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Οκτωβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Νοεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ