Legislator Case Law & Legislation
1277/2012 AI generated

1277/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1277/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 1452/21-12-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 191/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 386/ 2009 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-1-2010 αίτησή τους και τους από 14-10-2010 πρόσθετους λόγους.

Legislator headnote

AI generated

1277/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Ιωαννίνων, με την προσβαλλόμενη 386/2009 απόφασή του, ύστερα από αξιολόγηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την 1014417/658/26-2-1998 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 148/13-3-1998 τεύχ.

Keywords

AI generated
surrender value new replacement value diminution in value multiple assignment fair value auction terms
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1277 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1277/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ν. Σ. του Π., κατοίκου ..., 2.Α. Τ. του Χ., ως νομίμου κληρονόμου του αποβιώσαντος Χ. Τ., οι οποίοι ανωτέρω παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ιωάννη Κάντζιου και κατέθεσαν προτάσεις, 3. Χ. Τ. του Χ., η οποία δεν παραστάθηκε, 4. Π. Β. του Ι., κατοίκου ..., 5. Χ. Μ. του Η., 6 Μ. Ρ. του Γ., 7 Γ. Β. του Β., 8 Γ. Σ. του Ι. και 9 Π. Σ. του Ι., όλοι κάτοικοι ..., οι ανωτέρω παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ιωάννη Κάντζιου και κατέθεσε προτάσεις και δήλωσε ότι η 3η αναιρεσίβλητη απεβίωσε και τη δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί νόμιμοι κληρονόμοι της: α) Γ. Τ. του Λ., β) Λ. Τ. του Γ., γ) Χ. Τ. του Γ. και δ) Β. Τ. του Γ., κάτοικοι ... και παρίστανται δια του ανωτέρω πληρεξουσίου δικηγόρου και κατέθεσαν προτάσεις. Επίσης ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους δήλωσε ότι ο 8ος και 9ος των αναιρεσιβλήτων: Γ. Σ. και Π. Σ. είναι τα ίδια πρόσωπα με: Γ. Σ. και Π. Σ. αντίστοιχα, όπως προκύπτει από την 6447/20-2-2012 βεβαίωση ταυτοπροσωπίας.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου του Παρέδρου του Ν.Σ.Κ. Αντώνιο Αντωνίου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 1452/21-12-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 191/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 386/ 2009 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-1-2010 αίτησή τους και τους από 14-10-2010 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Σπυρόπουλος ανέγνωσε την από έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της 386/2009 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 1 της ΕΣΔΑ, των άρθρων 17 παρ.2 και 3 του Συντάγματος, 7 παρ.1 και 13 παρ.1, 2 και 4 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) προκύπτει: α) ότι η αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου συντελείται μόνο αφού καταβληθεί στον δικαστικώς αναγνωρισθέντα ή στον αληθινό δικαιούχο ή δικαστικώς προσδιορισθείσα αποζημίωση, η οποία πρέπει να είναι πλήρης, πρέπει δηλαδή να ανταποκρίνεται προς την αξία του απαλλοτριουμένου και ειδικότερα να επαρκεί για την αγορά άλλου ανάλογου ακινήτου, και β) ότι εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί ή το τμήμα αυτό να γίνει άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα προσδιορίζεται και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι σε περίπτωση που σε χρόνο μεταγενέστερο απαλλοτριωθεί τμήμα ιδιοκτησίας το οποίο έχει απομείνει από προγενέστερη απαλλοτρίωση και για το οποίο έχει καθοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για τη μείωση της αξίας που έχει υποστεί, προκειμένου να είναι πλήρης η αποζημίωση την οποία θα λάβει τελικώς ο δικαιούχος θα πρέπει να καταβληθούν σε αυτόν τόσο η μείωση της αξίας του εναπομείναντος τμήματος η οποία προσδιορίστηκε ως ιδιαίτερη αποζημίωση στα πλαίσια της πρώτης απαλλοτριώσεως όσο και το υπόλοιπο της αξίας του τμήματος αυτού το οποίο απαλλοτριώθηκε στα -πλαίσια της δεύτερης, μεταγενέστερης, απαλλοτριώσεως.

Σε περίπτωση όμως κατά την οποία στην οριστική τιμή που καθοριστεί για το μεταγενεστέρως απαλλοτριωθέν εναπομείναν τμήμα συνυπολογισθεί και η μείωση της αξίας που καθορίστηκε ως ιδιαίτερη αποζημίωση στα πλαίσια προγενέστερης απαλλοτριωτικής δίκης, καθοριστεί δηλαδή οριστική τιμή η οποία συμπεριλαμβάνει και τη μείωση της αξίας του ακινήτου η οποία καθορίστηκε ως ιδιαίτερη αποζημίωση και την αξία του εναπομείναντος τμήματος, τότε, η οριστική αυτή τιμή ανταποκρίνεται πλέον αυτοτελώς στην πλήρη αξία του απαλλοτριωθέντος εναπομείναντος τμήματος και ικανοποιείται πλήρως η απορρέουσα από τις διατάξεις της ΕΣΔΑ, το Σύνταγμα και τον ΚΑΑΑ απαίτηση για πλήρη ικανοποίηση του δικαιούχου.

Εξάλλου, έλλειψη νόμιμης βάσεως για την προσβαλλόμενη δικαστική απόφαση υπάρχει αν είναι αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος της δικαστικής κρίσεως ως προς την εφαρμογή συγκεκριμένης διατάξεως ουσιαστικού νόμου, ιδίως εξαιτίας της ελλείψεως ή της ανεπάρκειας ή της αντιφατικότητας των αιτιολογιών της για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή όταν δεν εκτίθενται σε αυτή επαρκώς και με σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1289/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Ιωαννίνων, με την προσβαλλόμενη 386/2009 απόφασή του, ύστερα από αξιολόγηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την 1014417/658/26-2-1998 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 148/13-3-1998 τεύχ.

Δ', απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφελείας και ειδικότερα για τη διάνοιξη της Εγνατίας οδού από Ηγουμενίτσα προς Ιωάννινα, τμήμα Βροσύνα-Ιωάννινα, υπότμημα Πεδινή-Μπάφρα-Κουτσελιό-Πλατανιά-Δροσοχώρι (από χθ 14+400 έως 27+200), εδαφική έκταση μετά των επικειμένων της, συνολικού εμβαδού 726.394 τμ, η οποία απεικονίζεται με κλίμακα 1.1000 στα κτηματολογικά διαγράμματα, τα οποία συνέταξε το πολιτικός μηχανικός Π.

Κ. και στους κτηματολογικούς πίνακες (4 τεύχη) τους οποίους έχουν συντάξει οι πολιτικοί μηχανικοί Π. Κ. και Γ. Α. και έχει θεωρήσει ο Διευθυντής της Δ/νσης (Δ12) Απαλλοτριώσεων και Τοπογραφήσεων του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, Κ. Δεσύπρης στις 19-9-1997. Μεταξύ των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν περιλαμβάνονται και τα ακίνητα ιδιοκτησίας των εφεσίβλητων και συγκεκριμένα η ιδιοκτησία με κτηματολογικό αριθμό 11 Α, που ανήκει στον πρώτο εφεσίβλητο Ν.

Σ., οι ιδιοκτησίες με κτηματολογικούς αριθμούς 20 και 21, που ανήκαν στο δεύτερο εφεσίβλητο Χ. Τ. και μετά το θάνατό του, στους κληρονόμους του, η ιδιοκτησία με κτηματολογικό αριθμό 29, που ανήκει στην τρίτη εφεσίβλητη Π. Β., η ιδιοκτησία με κτηματολογικό αριθμό 253, που ανήκει στους τέταρτους των εφεσίβλητων Χ.

Μ. και Μ. Ρ., η ιδιοκτησία με κτηματολογικό αριθμό 255, που ανήκει στην πέμπτη εφεσίβλητη Γ. Β. και η ιδιοκτησία με κτηματολογικό αριθμό 258, που ανήκει στους έκτους των εφεσίβλητων Γ. και Π. Σ. του Ι.. Για την απαλλοτρίωση αυτή ορίστηκε αρχικά προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης για τα ακίνητα και τα επικείμενα τους με την 709/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων και στη συνέχεια οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης με την 251/2002 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία ορίστηκε επίσης και ιδιαίτερη αποζημίωση για τα τμήματα εκείνα των ακινήτων των εφεσίβλητων που απέμειναν εκτός απαλλοτρίωσης και των οποίων η αξία μειώθηκε λόγω της απότμησής τους.

Συγκεκριμένα: 1) από την 11Α ιδιοκτησία του πρώτου εφεσίβλητου απαλλοτριώθηκε έκταση 385 τ.μ. (οριστική τιμή 49,89 ευρώ το τ.μ.) και απέμεινε εκτός απαλλοτρίωσης έκταση 1.965 τ.μ., για την οποία ορίστηκε ιδιαίτερη αποζημίωση 22,45 ευρώ το τ.μ., 2) από τις 20 και 21 ιδιοκτησίες απαλλοτριώθηκαν αντίστοιχα 834 και 244 τ.μ. και συνολικά 1078 τ.μ. (οριστική τιμή 46,96 ευρώ το τ.μ.), απέμεινε δε εκτός απαλλοτρίωσης συνολική έκταση 1.182 τ.μ., για την οποία ορίστηκε ιδιαίτερη αποζημίωση 37,57 ευρώ το τ.μ., 3) από την 29 ιδιοκτησία της τρίτης εφεσίβλητης απαλλοτριώθηκε έκταση 1.797 τ.μ. (οριστική τιμή 46,96 ευρώ το τ.μ.) και απέμεινε εκτός απαλλοτρίωσης έκταση 3.288 τ.μ., για την οποία ορίστηκε ιδιαίτερη αποζημίωση 21,13 ευρώ το τ.μ., 4) από την 253 ιδιοκτησία απαλλοτριώθηκε έκταση 2.887 τ.μ. (οριστική τιμή 41,09 ευρώ το τ.μ.) και απέμεινε εκτός απαλλοτρίωσης έκταση 862 τ.μ., για την οποία ορίστηκε ιδιαίτερη αποζημίωση 32,87 ευρώ το τ.μ., 5) από την 255 ιδιοκτησία της πέμπτης εφεσίβλητης, που ήταν οικόπεδο, απαλλοτριώθηκε έκταση 18 τ.μ. (οριστική τιμή 41,09 ευρώ το τ.μ.) με μέρος της οικίας που υπήρχε σ' αυτό και απέμεινε εκτός απαλλοτρίωσης έκταση 818 τ.μ.

με τα υπόλοιπα κτίσματα του οικοπέδου (οικία, αποθήκες, βοηθητικοί χώροι κλπ). Από τα 498 κυβ. μέτρα που ήταν ο συνολικός όγκος της οικίας του οικοπέδου, απαλλοτριώθηκαν 46,87 κ.μ. και απέμειναν εκτός απαλλοτρίωσης (498 - 46,87 =) 451,13 κ.μ., για τα οποία ορίστηκε ιδιαίτερη αποζημίωση 88,04 ευρώ το κ.μ. και 6) από την 258 ιδιοκτησία, που ήταν επίσης οικόπεδο, απαλλοτριώθηκαν 1.547 τ.μ. (οριστική τιμή 41,09 ευρώ το τ.μ.) και απέμεινε εκτός απαλλοτρίωσης έκταση 934 τ.μ., για την οποία ορίστηκε ιδιαίτερη αποζημίωση 32,87 ευρώ το τ.μ.

Την ως άνω 251/2002 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου αποδέχθηκε το εκκαλούν, καθώς δεν άσκησε αναίρεση κατ' αυτής, ενώ κατέβαλε στους δικαιούχους την πλήρη αποζημίωση που ορίστηκε για τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα και για τα επικείμενα τους. Δεν κατέβαλε όμως στους εφεσίβλητους την ιδιαίτερη αποζημίωση που ορίστηκε κατά τα ανωτέρω για τα τμήματα των ακινήτων τους, τα οποία απέμειναν εκτός απαλλοτρίωσης.

Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι μετά την ανωτέρω απαλλοτρίωση, ακολούθησε νέα απαλλοτρίωση, συμπληρωματική της προηγούμενης, λόγω της ανάγκης ολοκλήρωσης του ίδιου έργου για το οποίο κηρύχθηκε η πρώτη. Συγκεκριμένα, με την 1038894/3501/0010/10-5-2000 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα (ΦΕΚ 296/23-5-2000 τεύχ.

Δ'), απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά συνολική έκταση 276.110 τ.μ., στην οποία περιλαμβάνονται, μεταξύ των άλλων και τα πιο πάνω τμήματα των. ακινήτων του εφεσίβλητων (ακριβέστερα, μέρη των τμημάτων αυτών, όπως θα εκτεθεί ειδικότερα παρακάτω), τα οποία απέμειναν εκτός της πρώτης απαλλοτρίωσης (πλην της πέμπτης εξ αυτών, της οποίας απαλλοτριώθηκε ολόκληρη η εναπομείνασα έκταση του ακινήτου της).

Στην απαλλοτρίωση αυτή τα ακίνητα των εφεσίβλητων αναφέρονται με κτηματολογικούς αριθμούς 2 του πρώτου εφεσίβλητου, 17 και 18 του δευτέρου, 22 της τρίτης, 132 των τέταρτων, 141 της πέμπτης και 143 των έκτων απ' αυτούς. Απαλλοτριώθηκαν δε, από τη 2 ιδιοκτησία 70 τ.μ., από τις 17 και 18 ιδιοκτησίες 212 και 106 τ.μ. αντίστοιχα και συνολικά 318 τ.μ., από την 22 ιδιοκτησία 359 τ.μ., από την 132 ιδιοκτησία 696 τ.μ., από την 141 ιδιοκτησία 818 τ.μ.

και από την 143 ιδιοκτησία 890 τ.μ. Για τα ακίνητα και τα επικείμενα τους που απαλλοτριώθηκαν με τη δεύτερη αυτή απαλλοτρίωση, ορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης με την 604/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων και οριστική τιμή με την 397/2003 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Συγκεκριμένα, με την εν λόγω 397/2003 απόφαση και όσον αφορά τις ιδιοκτησίες των εφεσίβλητων, καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης, 1) 59,87 ευρώ το τ.μ.

για την 2 ιδιοκτησία, 2) 56,35 ευρώ το τ.μ. για τις 17 και 18 ιδιοκτησίες, 3) 56,35 ευρώ το τ.μ. για την 22 ιδιοκτησία, 4) 49,31 ευρώ το τ.μ. για την 132 ιδιοκτησία, 5) 49.31 ευρώ το τ.μ. για την 141 ιδιοκτησία και 177,55 ευρώ το κυβ.μ. για το υπόλοιπο μέρος της οικίας που υπήρχε σ' αυτό (συνολικού όγκου 498 κυβ.μ) και 6) 49,31 ευρώ το τ.μ. για την 143 ιδιοκτησία.

Επίσης καθορίστηκαν και τιμές αποζημίωσης για τα επικείμενα των ιδιοκτησιών αυτών (δέντρα, περιφράξεις, κτίσματα κλπ), ενώ δεν καθορίστηκε ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα εκτός απαλλοτρίωσης τμήματα των ιδιοκτησιών αυτών, καθώς δεν υποβλήθηκε σχετικό αίτημα. Η δεύτερη αυτή απαλλοτρίωση συντελέστηκε με την παρακατάθεση υπέρ των δικαιούχων της αποζημίωσης που καθορίστηκε για τα ακίνητα και τα επικείμενα τους και με τη δημοσίευση της σχετικής ειδοποίησης στο ΦΕΚ 106/14-2-2003 τ.

Δ'. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την πιο πάνω 397/2003 απόφαση, κατά τον προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των εφεσίβλητων, λήφθηκε υπόψη και συνυπολογίστηκε και η μείωση η οποία είχε επέλθει στην αξία των ακινήτων αυτών από το γεγονός ότι αποτελούσαν υπόλοιπα ιδιοκτησιών, οι οποίες απαλλοτριώθηκαν με την προηγούμενη απαλλοτρίωση, δεδομένου ότι στο σκεπτικό της εν λόγω απόφασης, γίνεται σαφής αναφορά στην ανωτέρω 251/2002 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία κατά τα προαναφερθέντα, εκδόθηκε για την προηγούμενη απαλλοτρίωση.

Με άλλα λόγια το Δικαστήριο τούτο κατά την έκδοση της 397/2003 απόφασής του, έλαβε υπόψη του και εκτίμησε το γεγονός ότι τα ακίνητα των εφεσίβλητων δεν ήταν αυτοτελείς ιδιοκτησίες, μικρής ενδεχομένως αξίας λόγω της έκτασης τους, αλλά ότι επρόκειτο για εναπομείναντα τμήματα μεγαλυτέρων ιδιοκτησιών, οι οποίες απαλλοτριώθηκαν με προηγούμενη πρόσφατη απαλλοτρίωση.

Συνυπολόγισε δε, όπως προαναφέρθηκε κατά τον προσδιορισμό της αξίας τους και τη μείωση που επήλθε στην αξία των ακινήτων αυτών ως αποτέλεσμα της απότμησής τους. Ενόψει όλων των ανωτέρω, η αξίωση των εφεσίβλητων να διεκδικήσουν με την αγωγή τους επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη, το ποσό της αποζημίωσης που τους αναλογεί από τη μείωση της αξίας των ακινήτων τους που απέμειναν εκτός της πρώτης απαλλοτρίωσης και μάλιστα για τα τμήματα των ακινήτων αυτών τα οποία απαλλοτριώθηκαν με τη δεύτερη απαλλοτρίωση, παρίσταται ως υπερβαίνουσα και μάλιστα προφανώς τις αρχές της καλής πίστης και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος τους και επομένως ως καταχρηστική (αρθρ. 281 ΑΚ), Και τούτο διότι, η αξίωση τους αυτή καλύφθηκε πλήρως με την αποζημίωση που ορίστηκε για τα τμήματα αυτά με την ανωτέρω 397/2003 απόφαση.

Σε διαφορετική περίπτωση, οι εφεσίβλητοι θα εισπράξουν δύο φορές την αποζημίωση λόγω μείωσης της αξίας των ακινήτων τους και μάλιστα μία φορά με βάση την 25172002 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου και μία φορά με βάση την 397/2003 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, αφού όπως προαναφέρθηκε, στη δεύτερη αυτή απόφαση συνυπολογίστηκε κατά τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης και η μείωση της αξίας των ακινήτων λόγω της απότμησής τους".

Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, αν οι αναιρεσείοντες ως δικαιούχοι αποζημιώσεως για την απαλλοτρίωση ακινήτων τους, δικαιούνται να λάβουν ώστε η εν λόγω αποζημίωση να είναι πλήρης, τόσο την αποζημίωση που καθορίστηκε με την υπ' αριθ. 397/2003 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων όσο και την ιδιαίτερη αποζημίωση που καθορίστηκε για τα ίδια ακίνητα, ως απομένοντα τότε μετά την απαλλοτρίωση τμήματα αυτοτελών ακινήτων, με την προγενέστερη υπ' αριθ. 251/2002 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου.

Οι εν λόγω δε ασάφειες και αντιφάσεις καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων που εφαρμόστηκαν. Ειδικότερα, δεν διευκρινίζεται στην προσβαλλόμενη με σαφήνεια αν το ποσό που καθορίστηκε με την ως άνω υπ' αριθ. 397/2003 απόφαση του Εφετείου ως αποζημίωση για τα ένδικα ακίνητα που απαλλοτριώθηκαν με την υπ' αριθ. 1038894/350/0010/ 10-5-2000 Κ.Υ.Α., περιλαμβάνει ή όχι και την ιδιαίτερη αποζημίωση που καθορίστηκε με την 251/2002 απόφαση του αυτού δικαστηρίου.

Από τη φράση δε της προσβαλλόμενης ότι "κατά τον προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των εφεσίβλητων (ήδη αναιρεσειόντων), λήφθηκε υπόψη και συνυπολογίστηκε και η μείωση η οποία είχε επέλθει στην αξία των ακινήτων αυτών από το γεγονός ότι αποτελούσαν υπόλοιπα ιδιοκτησιών, οι οποίες απαλλοτριώθηκαν με την προηγούμενη απαλλοτρίωση", στην οποία φράση και στηρίζει το αποδεικτικό της πόρισμα, δεν προκύπτει με σαφήνεια τούτο.

Επιπλέον, η αντίφαση στις αιτιολογίες συνίσταται στο ότι, ενώ το Εφετείο δέχεται ότι οι αναιρεσείοντες δεν έχουν δικαίωμα να λάβουν πέραν της αποζημιώσεως που καθορίστηκε με την υπ' αριθ. 397/2003 απόφαση και την ιδιαίτερη αποζημίωση, δέχτηκε την ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος που πρότεινε το αναιρεσίβλητο, ως να υπήρχε πράγματι το εν λόγω δικαίωμα.

Επομένως, ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 550 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 281 του ΑΚ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης της έρευνας των υπολοίπων λόγων τόσο του κυρίως δικογράφου της αναιρέσεως όσο και των προσθέτων λόγων αυτής, να αναιρεθεί ακολούθως η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 386/2009 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες πεντακόσια (3.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουνίου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουλίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ