Legislator Case Law & Legislation
1277/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to specify substantive law violation and applies transitional law rules.

Case Number 1277/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's decision regarding a lease dispute. The appellant failed to clearly identify the specific substantive law violation required by Article 559 of the Code of Civil Procedure, and the court rejected arguments concerning the applicability of Article 582 of the Civil Code. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 118(4), 566(1), 577(3) and 559(1) of the Code of Civil Procedure; The appeal must explicitly state the violated substantive rule, factual findings, and the specific legal error; Furthermore, provisions repealed by transitional laws are governed by the law in force at the time of the act, not the current law.

Keywords

AI generated
appeal admissibility substantive law violation transitional provisions lease contract liability exemption clause legal costs factual findings

Cited Legislation

AI generated
Articles 118(4), 566(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 582 of the Civil Code
Article 2 of Law 3043/2002
Article 24 of the Introductory Law to the Civil Code
Article 25 of the Introductory Law to the Civil Code
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 388/2004

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1277 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1277/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στα Κολύμπια Αφάντου Ρόδου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Μπόνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΟΙΛΙΑΣ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε.", που εδρεύει στα Κολύμπια Αφάντου Ρόδου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Πέρο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/12/2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου.

Εκδόθηκε η 65/2004 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου που κήρυξε το δικαστήριο υλικά αναρμόδιο και παρέπεμψε την εκδίκαση της υπόθεσης στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 53/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 175/2006 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21/12/2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος, ανέγνωσε την από 7/1/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Διαφορετικά, ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση της αοριστίας με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.

Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο με σαφήνεια: 1) ο φερόμενος ως παραβιασθείς κανόνας ουσιαστικού δικαίου και μάλιστα ενάριθμα, 2) οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές της ελάσσονος προτάσεως), που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και η έννομη συνέπεια, που βάσει αυτών καταγνώσθηκε και γ) το νομικό σφάλμα, δηλαδή πού βρίσκεται η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα.

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια, ότι η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων, οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέστηκε η αποδιδόμενη παραβίαση και η αιτία, συνεπεία της οποίας συμβαίνει τούτο, ήτοι αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, πρέπει να γίνεται μνεία του περιστατικού αυτού, αν έχει αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να καθορίζεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη προκύπτει, και εάν έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, πρέπει περαιτέρω να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιο δηλαδή το στοιχείο που λείπει, που είναι αναγκαίο για την επάρκειά τους.

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιάται, ότι η πληττόμενη απόφαση με το να κρίνει ανίσχυρη τη γενόμενη από την μισθώτρια ήδη αναιρεσείουσα καταγγελία της μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης σύμβασης μισθώσεως και ακολούθως να απορρίψει την αγωγή της αναιρεσείουσας με την οποία είχε ζητήσει την απόδοση προκαταβληθέντων μισθωμάτων, παραβίασε ευθέως τις ουσιατικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 574, 583 εδαφ.

α', 576 έως 579, 579, 582 και 24 ΕισΝ ΑΚ. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος γιατί αρκείται στη μνεία των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό της προσβαλλόμενης πλημμέλειας. Συγκεκριμένα δεν καθορίζεται στο αναιρετήριο η νομική πλημμέλεια του δικαστηρίου δηλαδή δεν λέει σε τι συνίσταται το αποδιδόμενο νομικό σφάλμα, περί την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς και στην τελευταία περίπτωση πού έγκειται ακριβώς το σφάλμα.

Με τον ίδιο λόγο, κατά το δεύτερο μέρος, αποδίδεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγω παντελούς έλλειψης αιτιολογιών. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από τις παρατιθέμενες στην πληττόμενη απόφαση παραδοχές προκύπτει, ότι αυτή έχει αιτιολογίες ως προς την απορριπτική της αγωγής κρίση της.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθμ.4, και 216 παρ. 1α του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, που απαιτούνται για τη νομική της θεμελίωση. Η έλλειψη ή η ανεπαρκής ή ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, καθιστά την αγωγή αόριστη και συνιστά έλλειψη προδικασίας, που εξετάζεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, διότι ανάγεται στη δημόσια τάξη.

Η αοριστία αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1363/1997, ΑΠ 240/1995, ΑΠ 412/1986). Εξάλλου, η παράδοση τραπεζικής επιταγής, η οποία αποτελεί όργανο και όχι μέσο πληρωμής, δεν συνιστά καταβολή κατά την έννοια του άρθρου 416 ΑΚ, ούτε σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται δόση ή υπόσχεση αντί καταβολής κατά τα άρθρα 419 και 421 ΑΚ, αλλά γίνεται χάριν καταβολής (causa pro soivento).

Ο οφειλέτης, με την έκδοση της επιταγής ή την ανάληψη υποχρεώσεως απ' αυτήν, υπόσχεται στο δανειστή του (λήπτη), ότι θα εκπληρώσει την αρχική (βασική) του υποχρέωση με την εκπλήρωση νέας, με τη γένεση δηλαδή της ενοχής από επιταγή δημιουργείται μόνον εναλλακτικός τρόπος πληρωμής. Έτσι, δεν επέρχεται απόσβεση της αρχικής υποχρέωσης, παρά μόνο με την πραγματική πληρωμή (είσπραξη) της επιταγής, είτε αυτή γίνεται με μετρητά, είτε με πίστωση του λογαριασμού του κομιστή της.

Δεν αποκλείεται όμως η παράδοση της επιταγής να συνιστά υπόσχεση αντί καταβολής κατά τον ερμηνευτικό κανόνα του ανωτέρω άρθρου 421 ΑΚ, όταν εκδηλώνεται σαφής (ρητή ή σιωπηρή) περί τούτου βούληση των μερών, οπότε η απόσβεση της απαίτησης του δανειστή επέρχεται άμεσα ή από το μεταγενέστερο χρόνο που τα μέρη συμφώνησαν (λ.χ.

επί μεταχρονολογημένης επιταγής). Τη συμφωνία αυτή πρέπει να την επικαλείται και να την αποδεικνύει αυτός που προβάλλει απόσβεση (εξόφληση) της απαίτησης του δανειστή με την έκδοση ή οσπιθογράφηση και παράδοση της επιταγής (ΑΠ 1701/1999, ΑΠ 883/2000, ΑΠ 1606/2000). Στην προκείμενη περίπτωση η πληττόμενη απόφαση δέχτηκε και προκύπτει από το δικόγραφο της από 13-12-2000 αγωγής της αναιρεσείουσας ότι αυτή ισχυρίστηκε, μεταξύ των άλλων, ότι έναντι των μισθωμάτων του δεύτερου μισθωτικού έτους, ήτοι από 1-11-2001 μέχρι 31-10-2002 και κατά παράκληση του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης παρέδωσε σ' αυτήν πέντε επιταγές συνολικού ποσού 40.300.000 δαχμών, πληρωτέες στην Τράπεζα με τον διακριτικό τίτλο "The Bank of Nova Skotia", μεταχρονολογημένες, με ημερομηνίες εκδόσεως 15-5 και 15-7-2001.

Ζήτησε δε να υποχρεωθεί η εναγομένη, μετά την δια της καταγγελίας λύση της μίσθωσης, να της καταβάλει το άνω ποσό, θεωρώντας αυτό ως προκαταβληθέν μίσθωμα, δοθέν για αιτία που δεν επακολούθησε. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι: "με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή, κατά το μέρος αυτό, είναι αόριστη.

Και τούτο, διότι δεν αναφέρεται σ' αυτήν, σε σχέση με τις παραδοθείσες στην εναγομένη επιταγές, αν με την παράδοση αυτών των επιταγών υπήρξε συμφωνία και σαφής βούληση των διαδίκων, ότι οι επιταγές δίδονται προς απόσβεση μέρους των μισθωμάτων του επόμενου έτους, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται ότι εδόθησαν χάριν καταβολής αυτών.

Η παράλειψη αυτή, της αναφοράς, δηλαδή της ύπαρξης συμφωνίας μεταξύ των μερών περί του ότι αυτές δίδονται για την εξόφληση μέρους του μισθώματος του επομένου έτους καθιστά την αγωγή, κατά το μέρος αυτό αόριστη". Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αιτιάται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματός του και έτσι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 416, 419 και 421 ΑΚ.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, γιατί δεν προσδιορίζονται στην αίτηση αναιρέσεως τα επιπλέον στοιχεία που αξίωσε το Δικαστήριο για τη θεμελίωση του επικαλουμένου δικαιώματός της. Σε κάθε δε περίπτωση είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο δεν αξίωσε την αναφορά στην αγωγή περισσότερων στοιχείων από εκείνα, που απαιτούν οι προαναφερόμενες διατάξεις για τη θεμελίωση της ως άνω αγωγικής απαιτήσεως.

ΙΙΙ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (ΟλΑΠ 3/1997).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με την αγωγή της αξίωσε, κατ' εκτίμηση, την επιστροφή του ποσού των 20.000.000 δρχ., που καταβλήθηκε στις 4-10-2000 και των 40.3000.000 δρχ., που αντιπροσώπευαν οι σχετικές επιταγές. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αγωγής, η ανωτέρω αγωγική αξίωση δεν στηρίζεται σε ενεργή μίσθωση και στη μη παράδοση της χρήσης του μισθίου στη μισθώτρια αναιρεσείουσα που παρεμπιπτόντως μόνο αναφέρεται, αλλά στην καταγγελία και την εντεύθεν λύση της μίσθωσης.

Επομένως το Εφετείο δεν παρέλειψε παρά το νόμο να λάβει υπόψη βάση της αγωγής και θεμελιούντα αυτήν πραγματικά περιστατικά. Σε κάθε περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι αυτή έλαβε υπόψη τον παραπάνω αγωγικό ισχυρισμό και τον απέρριψε κρίνοντας ότι οι αγωγικές απαιτήσεις έχουν βάση μόνο την καταγγελία της μίσθωσης και τη λύση της μίσθωσης.

Επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέος πρωτίστως ως απαράδεκτος και σε κάθε περίπτωση αβάσιμος.

ΙV. Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται η πλημμέλεια, κατ' ορθή εκτίμηση, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ και όχι από τον αριθμ. 14 του ιδίου άρθρου, ότι το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του την ένσταση της εναγόμενης - αναιρεσίβλητης περί απαλλαγής της από την ευθύνη για πραγματικά ελαττώματα του μισθίου βάσει σχετικού όρου του μισθωτηρίου, που δεν προτάθηκε νομίμως. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών και των προτάσεων της πρωτοβάθμιας δίκης, η ένσταση αυτή προτάθηκε νομίμως από την εναγομένη με προφορική δήλωση στο ακροατήριο και συνοπτική καταχώρισή της στα πρακτικά της συνεδρίασης και με ανάπτυξή της στις προτάσεις που αυτή κατέθεσε στην έδρα. Επομένως είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης.

V. Σύμφωνα με το άρθρο 582 ΑΚ, το οποίο ίσχυε κατά το χρόνο που συντελέστηκαν τα παραγωγικά της ένδικης ενοχής αίτια, "η συμφωνία που αποκλείει ή περιορίζει την ευθύνη είναι άκυρη, αν ο εκμισθωτής αποσιώπησε με δόλο το ελάττωμα του μισθίου".

Συνεπώς, είναι νόμιμη η συμφωνία που αποκλείει ή περιορίζει την ευθύνη του εκμισθωτή, αφού η ως άνω διάταξη είναι ενδοτικού δικαίου, εκτός αν υπάρχει δόλια απόκρυψη του ελαττώματος ή της συμφωνημένης ιδιότητας. Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε, αναφορικά με την ένσταση από το άρθρο 582 ΑΚ της αναιρεσίβλητης ότι με τον έκτο όρο του συμφωνητικού συμφωνήθηκε ότι "η μισθώτρια θα παραλάβει ανεπιφύλακτα το μίσθιο, το οποίο έχει εξετάσει και το βρήκε σε καλή κατάσταση και της απόλυτης αρεσκείας της και της επιλογής της και κατάλληλο για τη χρήση που το προορίζει.

Για όλη τη διάρκεια της μίσθωσης η εκμισθώτρια δεν θα ευθύνεται για τα πραγματικά ελαττώματα του μισθίου (υπάρχοντα και παρουσιασθησόμενα)". Με βάση τις παραδοχές αυτές η πληττόμενη απόφαση δέχτηκε ως κατ' ουσία βάσιμη την ανωτέρω από το άρθρο 582 ΑΚ ένσταση της αναιρεσίβλητης. Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι δεν δύναται να εφαρμοστεί στην προκείμενη περίπτωση η διάταξη του άρθρου 582 ΑΚ διότι σύμφωνα με τον ως άνω όρο του μισθωτηρίου που το εφετείο δέχθηκε, η αναιρεσίβλητη εταιρεία της υποσχέθηκε την καταλληλότητα του μισθίου καθόλη τη διάρκεια της μίσθωσης και επομένως δεν έχει νομική αξία η συνομολόγηση μη ευθύνης της εκμισθώτριας για πραγματικά ελαττώματα του μισθίου.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο δεν δέχθηκε (ούτε η αναιρεσείουσα, υποστηρίζει ότι προέβαλε) ακυρότητα της συμφωνίας, λόγω αποσιώπησης με δόλο της αναιρεσίβλητης των πραγματικών ελαττωμάτων του μισθίου. Συνακόλουθα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που αναφέρεται σε παραβίαση ευθέως των διατάξεων του άρθρου 582 ΑΚ, και αποδίδει πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ.

Κατά το μέρος δε που δέχτηκε ως κατ' ουσία βάσιμη την ένσταση του άρθρου 582 ΑΚ η πληττόμενη απόφαση έχει αιτιολογία, είναι δε αβάσιμος και απορριπτέος ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, που προβάλλει παντελή έλλειψη αιτιολογίας ως προς το παραπάνω ζήτημα.

VI. Τέλος, το Εφετείο με το να δεχθεί ότι η ρήτρα απαλλαγής της εναγομένης - αναιρεσίβλητης από την ευθύνη για πραγματικά ελαττώματα του μισθίου είναι νόμιμη και ισχυρή αφού, όταν συμφωνήθηκε, είχε ισχύ το άνω άρθρο 582 ΑΚ, δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις αυτού και του άρθρου 24 ΕισΝ ΑΚ, ούτε την τοιαύτη του άρθρου 25 ΕισΝ ΑΚ, είναι δε αβάσιμος και απορριπτέος ο έκτος λόγος αναίρεσης, που υποστηρίζει τα αντίθετα. Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 582 ΑΚ καταργήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 στοιχ. 3 του ν. 3043/2002, που ισχύει από 21-8-2002, η οποία δεν περιέχει διατάξεις διαχρονικού δικαίου και επομένως τα σχετικά θέματα ρυθμίζονται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 24 ΕισΝ ΑΚ, το οποίο ίσχυε κατά το χρόνο που συντελέστηκαν τα παραγωγικά της ενοχής αίτια (ΑΠ 388/2004) και όχι του επομένου άρθρου 25, όπως αβάσιμα αιτιάται η αναιρεσείουσα.

VII. Μετά τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-12-2007 αίτηση της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Τουριστικές Ξενοδοχειακές και Εμπορικές Επιχειρήσεις Μαρκόπουλος ΑΕ" για αναίρεση της 175/2006 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 28 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ