Supreme Court remands first appeal to plenary session regarding employment status classification dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court remanded the first ground of appeal to the Plenary Session due to a split vote on the legal interpretation of employment status. The majority rejected the argument that the employee's actual role as a manager should override her statutory classification as a temporary worker. Conversely, two judges held that the initial hiring contract as a temporary worker must govern her status, necessitating a full plenary review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 2, 4, 5, 42 of the Personnel Regulations of DEH; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court must decide whether an employee's actual performance of duties overrides their statutory classification as temporary staff when the initial employment contract was for a fixed term.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1277 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1277/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ Α.Ε.)», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου.
Της αναιρεσίβλητης: ........, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Περράκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/2/2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1415/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4685/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/10/2004 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αναστάσιος - Φιλητάς Περίδης, ανέγνωσε την από 2/3/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο κανονισμός καταστάσεως προσωπικού της ΔΕΗ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 210/1974 και έχει ισχύ νόμου, ορίζει στα άρθρα: Α) 2 παρ. 1 και 3 ότι «1. Το προσωπικόν συνδέεται μετά της ΔΕΗ δια σχέσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου, διακρίνεται δε εις τακτικόν και έκτακτον. 2….3. Έκτακτον προσωπικόν είναι το προσλαμβανόμενον δια συμβάσεως ωρισμένου ή αορίστου χρόνου προς κάλυψιν εκτάκτων ή προσκαίρων αναγκών της επιχειρήσεως και υπαγόμενον εις ας μόνον διατάξεις αναφέρεται εις το άρθρον 42 του παρόντος», Β) 4 παρ. 1 ότι «Το τακτικόν προσωπικόν κατατάσσεται εις κλάδους, υποδιαιρουμένους εις κατηγορίας, δυναμένας επίσης να υποδιαιρεθούν εις βαθμίδας, εις ας αντιστοιχούν μισθολογικά κλιμάκια και αριθμός οργανικών θέσεων.
Έκαστος μισθωτός ενστάσσεται εις μισθολογικόν κλιμάκιον, βαθμίδα, κατηγορίαν και κλάδον, εις πλήρωσιν οργανικής θέσεως», Γ) 5 παρ. 3 και 4 ότι, «3. Η ένταξις γίνεται εις μισθολογικόν κλιμάκιον της κατωτέρας βαθμίδος εκάστης κατηγορίας δι' αποφάσεων του διοικητού, κατόπιν προτάσεως της ιεραρχίας. 4. Το διοικητικόν συμβούλιον εισηγήσει του διοικητού αποφασίζει δι' ένταξιν τακτικών μισθωτών εις οιονδήποτε μισθολογικό κλιμάκιον έκαστης κατηγορίας».
Δ) 42 παρ. 2 και 4 ότι «Εις την περί προσλήψεως εκτάκτου προσωπικού απόφασιν του Διοικητού καθορίζονται το είδος της απασχολήσεως και ο μισθός των ούτω προσλαμβανομένων μισθωτών, ως και το έργον δια τας ανάγκας του οποίου ούτοι προσλαμβάνονται». «Το έκτακτον προσωπικόν δύναται να ενταχθή εις το τακτικόν, δι' αποφάσεως του διοικητού μετά γνώμην του αρμοδίου πρωτοβαθμίου συμβουλίου κρίσεως».
Ε) 23 παρ. 1 ότι «Μετατάξεις από κατηγορίας εις κατηγορίαν του αυτού ή ετέρου Κλάδου δύνανται να ενεργώνται προς κάλυψιν υπηρεσιακών αναγκών ή δια λόγους υγείας». Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 3 του ιδίου κανονισμού, οι κλάδοι, που αποτελούν γενικές διακρίσεις του προσωπικού κατά το είδος της απασχολήσεώς του, ορίζονται ως εξής:
α) Στελέχη Γενικών Θέσεων (Γ) β) Τεχνικοί (Τ) γ) Διοικητικοί Οικονομικοί (ΔΟ) δ) Δικηγόροι (Ν) ε) Υγειονομικοί (Υ) και στ) Μισθωτοί Γενικών Υπηρεσιών (ΓΥ). Στον Διοικητικό οικονομικό κλάδο περιλαμβάνεται και η κατηγορία ΔΟ2 (λοιποί διοικητικοί οικονομικοί) με τυπικό προσόν για την ένταξη σ' αυτήν το απολυτήριον εξατάξιου σχολής εκπαιδεύσεως ημεδαπής ή αλλοδαπής και εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο 11, στο δε κλάδο των Μισθωτών γενικών Υπηρεσιών (ΓΥ) περιλαμβάνεται και η κατηγορία ΓΥ5 (εργάτες) με τυπικό προσόν ένταξης απολυτήριο δημοτικού σχολείου και εισαγωγικό κλιμάκιο 12.
Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι για την ένταξη αυτή, η οποία από της προσλήψεως του μισθωτού αποτελεί υποχρέωση της Δ.Ε.Η. που έχει ως γενεσιουργό λόγο τις ανωτέρω διατάξεις του κανονισμού, δεν προβλέπονται, εκτός από τις οριζόμενες στην παρ. 5 του άρθρου 5 τυπικές προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να συγκεντρώνει ο μισθωτός, ειδικώς ορισμένες προϋποθέσεις και έτσι επί της εντάξεως θα εφαρμοσθεί ο κανόνας του άρθρου 288 Α.Κ., σύμφωνα με τον οποίο ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.
Επομένως τα αρμόδια όργανα της ΔΕΗ, προκειμένου να εντάξουν το προσωπικό σε κλάδο, κατηγορία και μισθολογικό κλιμάκιο, πρέπει να λάβουν υπόψη για μεν την ένταξη του στον κλάδο το είδος της απασχολήσεώς του, για δε την ένταξη σε κατηγορία και μισθολογικό κλιμάκιο τα γενικά και ειδικά προσόντα, τα οποία έχει εκείνος που προσλήφθηκε για την προσφορά της συναφούς εργασίας και ιδίως το ήθος, τη μόρφωση, την ικανότητα, την πείρα και το κύρος, που κέκτηται για την ενάσκηση των καθηκόντων του.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: Η αναιρεσείουσα προσέλαβε την αναιρεσίβλητη στις 4-9-1990 ως έκτακτη εργάτρια και την απασχόλησε μέχρι 19-12-1990. Στη συνέχεια την απασχόλησε με όμοιες συμβάσεις από 12-12-1991 μέχρι 11-8-1991, από 19-8-1991 μέχρι 23-12-1991, από 11-5-1992 μέχρι 10-11-1992, από 18-11-1992 μέχρι 17-5-1993 και από 25-5-1993 μέχρι 6-6-1995, οπότε απολύθηκε.
Η αναιρεσίβλητη ζήτησε τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων και ταυτόχρονα άσκησε αγωγή, με την οποία ζήτησε την ακύρωση της απολύσεώς της. Από 4-10-1994 απασχολήθηκε προσωρινά σε εκτέλεση της εκδοθείσας επί της αιτήσεως της περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων υπ' αριθμ. 22135/95 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Στα πλαίσια εξωδικαστικής συμβιβαστικής επιλύσεως της διαφοράς, η αναιρεσείουσα αποδέχθηκε την επαναπρόσληψη της αναιρεσίβλητης ως έκτακτης, θεωρώντας ότι υπαγόταν στις ρυθμίσεις των 295/14-9-93 και 14/18-2-97 αποφάσεων του ΔΣ/ΔΕΗ και της 82/97 αποφάσεως Γ. Διευθυντή (που αφορούσαν τους απολυθέντες, δυνάμει των άρθρων 28 και 28Α του ν. 2190/94) και ότι την συνδέει με την αναιρεσείουσα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, διεπομένη από τις διατάξεις του Κ.Κ.Π./Δ.Ε.Η.
από 14-9-1993. Ακολούθως, και κατ' εφαρμογή των παραπάνω αποφάσεων, καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων το από 24-11-97 συμφωνητικό επανόδου στην υπηρεσία, με το οποίο συμφωνήθηκε ότι η σύμβαση που συνδέει τα μέρη είναι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου κατά μετατροπή των μέχρι τότε συναφθεισών συμβάσεων, ότι η αναιρεσίβλητη θα συνεχίσει να εκτελεί καθήκοντα εργάτριας, ενώ οι οικονομικές συνέπειες της συμβάσεως αρχίζουν από την υπογραφή του συμφωνητικού αυτού.
Μετά την συμπλήρωση του χρόνου πραγματικής υπηρεσίας που απαιτείται για την ένταξη των μισθωτών στο τακτικό προσωπικό (24μηνη συνεχής υπηρεσία) η αναιρεσίβλητη εντάχθηκε, για την κάλυψη κενής οργανικής θέσεως, από 1-4-98, στην κατηγορία όμως της συμβάσεως προσλήψεώς της, δηλαδή στην κατηγορία ΓΥ-5 εργάτες και στο εισαγωγικό αυτής μισθολογικό κλιμάκιο, δηλαδή στο μ.κ. 12, με ταυτόχρονη προαγωγή της στο μ.κ. 11 λόγω της υπηρεσίας της στη ΔΕΗ πέραν των 3 ετών ως έκτακτης (άρθρα 4,5,6 και 22 του Κ.Κ.Π./Δ.Ε.Η.).
Η αναιρεσίβλητη αποδέχθηκε την ένταξη και υπέγραψε την σχετική ανακοίνωση. Από την ένταξή της στο τακτικό προσωπικό της ΔΕΗ προσμετρήθηκε τόσο για τη βαθμολογική, όσο και την μισθολογική της εξέλιξη ο χρόνος που διανύθηκε στην επιχείρηση με τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου ως εργάτριας, σύμφωνα με τον όρο 9 της από 5-10-89 ε.σ.σ.ε.
προσωπικού Δ.Ε.Η., ενώ της καταβλήθηκαν οι οικονομικές διαφορές που προέκυπταν για το μ.κ. 10 από την 1-12-1997. Με το ΔΜΚΜ/Φ. 826/20477/4-2-99 έγγραφο της Διευθύνσεως Μελετών Κατασκευών έργων μεταφοράς, όπου υπηρετούσε η αναιρεσίβλητη, προκηρύχθηκαν θέσεις διαφόρων κατηγοριών προσωπικού προς κάλυψη με μετάταξη, μεταξύ των οποίων και μία (1) της κατηγορίας ΔΟ2/Γ.
Η αναιρεσίβλητη υπέβαλε τη σχετική αίτηση (έχοντας το απαιτούμενο τυπικό προσόν του απολυτηρίου Λυκείου) και μετετάγη οριστικώς στην κατηγορία ΔΟ2-λοιποί διοικητικοοικονομικοί στο μισθολογικό κλιμάκιο 10 της κατηγορίας αυτής από 1-7-1999 (σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 4 του Κ.Κ.Π./Δ.Ε.Η., εφόσον κατά τη μετάταξή της κατείχε ήδη το μισθολογικό αυτό κλιμάκιο και συγκεκριμένα από 14-5-1997, ενώ από 14-5-2000 προήχθη στο 9 μ.κ.
Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα, καίτοι προσέλαβε την αναιρεσίβλητη ως έκτακτη εργάτρια, την απασχολούσε από την αρχή ως υπάλληλο (βοηθό διαχειριστή), αφού γνώριζε ότι ήταν κάτοχος απολυτηρίου Λυκείου, αντίγραφο του οποίου της είχε ζητηθεί να καταθέσει στην αρμόδια Διεύθυνση Προσωπικού.
Συνεπώς η αναιρεσείουσα όφειλε, καταλήγει το Εφετείο, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, λαμβάνοντας υπόψη τα προσόντα με βάση τα οποία την απασχολούσε και την εμπειρία που διέθετε, απασχολούμενη επί μακρό χρονικό διάστημα ως διοικητική υπάλληλος, να την εντάξει στον Διοικητικοοικονομικό κλάδο (ΔΟ) στην κατηγορία ΔΟ2 και στο μισθολογικό κλιμάκιο 10 αυτής, αυτή όμως την ενέταξε στον κλάδο Μισθωτοί Γενικών Υπηρεσιών (Γ.Υ.) στην κατηγορία ΓΥ5 εργατών και στο μισθολογικό κλιμάκιο 12.
Τέλος το Εφετείο δέχθηκε ότι η επί μακρό χρονικό διάστημα απασχόληση της αναιρεσίβλητης ως διοικητικής υπαλλήλου (βοηθού διαχειριστή) και όχι ως εργάτριας υποδηλώνει ότι η αναιρεσείουσα διέθετε κενές οργανικές θέσεις στην ανωτέρω κατηγορία ΔΟ2 και είχε ανάγκη σε προσωπικό της κατηγορίας αυτής και όχι εργατριών.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη, λόγω της εσφαλμένης εντάξεως της και της συνεπεία αυτής διαφοράς του μισθολογικού κλιμακίου, δικαιούται τις διαφορές αποδοχών, που ανέρχονται στα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση χρηματικά ποσά και δεν αμφισβητούνται από την αναιρεσείουσα και απέρριψε στην ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε δεχθεί κατ' ουσίαν την αγωγή της αναιρεσίβλητης.
Κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο τούτο γνώμη, το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις, αφού η αναιρεσείουσα συγκέντρωνε όλες τις άνω προϋποθέσεις για την ένταξή της με βάση την πραγματική της απασχόληση ως υπαλλήλου (βοηθού διαχειριστή) και τα γενικά και ειδικά προσόντα της, μεταξύ των οποίων η κατοχή απ' αυτήν απολυτηρίου Λυκείου και συνεπώς ο αντίθετος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αναιρέσεως για παραβίαση των άνω ουσιαστικών διατάξεων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά την γνώμη όμως δύο μελών της συνθέσεως (του Αντιπροέδρου Χρήστου Μπαλντά και του Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Κολυβά), ο λόγος αυτός της αναιρέσεως έπρεπε να γίνει δεκτός ως βάσιμος, διότι, ως προκύπτει από τις άνω διατάξεις, η ένταξη του έκτακτου στο τακτικό προσωπικό της αναιρεσείουσας γίνεται με βάση την περί προσλήψεως αυτού ως εκτάκτου σύμβαση εργασίας, δηλαδή με βάση την ιδιότητα και ειδικότητα, με την οποία προσλήφθηκε.
Ενόψει αυτών, πρέπει η υπόθεση, λόγω πλειοψηφίας μιας ψήφου της αποφάσεως, να παραπεμφθεί στην Τακτική Ολομέλεια (563 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ), κατά τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3, 174, 180, 679 Αστ. Κώδικος, 8 του ν. 2112/1920 και 8 παρ. 4 του ν.δ. 4020/1959 συνάγεται η αρχή του Εργατικού Δικαίου, κατά την οποία κάθε παραίτηση του εργαζομένου από το δικαίωμα λήψεως των νομίμων αποδοχών του, επιδομάτων ή άλλης από την εργασία του παροχής, τέτοια δε παροχή αποτελεί και το δικαίωμα προαγωγής ή εντάξεως, γενομένη έστω και υπό την μορφή της αφέσεως χρέους (εκ των υστέρων) είναι άκυρος και θεωρείται ως μη γενομένη.
Όπως προαναφέρθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων το από 24-11-1997 συμφωνητικό επανόδου της αναιρεσίβλητης στην υπηρεσία με το οποίο συμφωνήθηκε ότι η σύμβαση που συνδέει τα μέρη είναι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, κατά μετατροπή των μέχρι τότε συναφθεισών συμβάσεων έργου και η αναιρεσίβλητη θα συνεχίσει να εκτελεί τα καθήκοντα εργάτριας, ότι μετά την συμπλήρωση του χρόνου πραγματικής υπηρεσίας που απαιτείτο για την ένταξή της εντάχθηκε στην κατηγορία ΓΥ5 εργάτες, ότι η τελευταία αποδέχθηκε την ένταξή της και υπέγραψε την σχετική ανακοίνωση και ότι το γεγονός αυτό, δηλαδή η αποδοχή της εντάξεώς της στην προαναφερόμενη κατηγορία και η υπογραφή της σχετικής ανακοινώσεως δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή, γιατί θεωρείται παραίτηση του εργαζομένου από δικαίωμα που απορρέει από την παροχή εργασίας και είναι ως εκ τούτου άκυρη.
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων, 4,5,42 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού της ΔΕΗ και 361 ΑΚ. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, όσα κρίθηκαν απορριπτέα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαϊου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ