Supreme Court dismisses State's appeal, upholding lower court's finding of adverse possession by private party.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against the final judgment of the Athens Court of First Instance. The lower court ruled that the private claimant acquired ownership of the disputed property through adverse possession, overriding the State's title derived from the 1832 Treaty of Constantinople. The court upheld this decision because the claimant had possessed the land openly and continuously for over thirty years, extinguishing the State's rights under Byzantine law principles.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; The State's title to property acquired via international treaty is extinguished if the property is possessed openly and continuously by a third party for the statutory period, resulting in ownership by adverse possession.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1276 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1276/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μαρίας Μουλιανιτάκη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 3 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Σ. χήρας Σ. Κ., το γένος Α. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Ραψομανίκη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-1-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5448/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 216/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 3-12-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 3-12-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 216/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης: Η αναιρεσίβλητη άσκησε την από 21-1-2018 αγωγή κατά του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, καθώς και κατά των Κ.
Τ., Θ. Τ., Μ. Τ., Α. Σ., Π. Τ. και Γ. Τ., με την οποία εξέθετε ότι είναι κυρία, δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας, ενός ακινήτου εμβαδού 6.180,97 τ.μ., που βρίσκεται στο Δήμο ..., εκτός σχεδίου πόλης. Ότι κατά τις πρώτες εγγραφές του Κτηματολογίου στο οικείο Δήμο, δύο τμήματα του ακινήτου της εμβαδού 467,08 και 464,39 τ.μ. φέρονται ως ιδιοκτησία αγνώστου, ένα τμήμα εμβαδού 1.016,53 τ.μ.
φέρεται ως ιδιοκτησία του δεύτερου, τρίτου και τέταρτης των εναγομένων, ενώ οι πέμπτος, έκτη και έβδομος των εναγομένων εγείρουν δικαιώματα κυριότητας σε άλλα τμήματα του ακινήτου της. Με αυτά τα δεδομένα ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητάς της στο ανωτέρω ακίνητο και να διαταχθεί η διόρθωση των ως άνω εσφαλμένων εγγραφών του Κτηματολογίου.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 5448/2019 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως παθητικά ανομιμοποίητη ως προς τους πέμπτο, έκτη και έβδομο των εναγομένων, δέχθηκε δε αυτήν ως προς τους υπόλοιπους εναγομένους. Κατά της απόφασης αυτής του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 27-11-2019 έφεση, η οποία απορρίφθηκε με την ανωτέρω αναιρεσιβαλλόμενη 216/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 ΚΠολΔ κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους απόδειξης, η οποία προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας περί απόδειξης απόφασης. Μετά την κατάργηση, όμως, του άρθρου 341 ΚΠολΔ με το άρθρο 14 παρ. 1 ν. 2915/2001, τέτοια απόφαση δεν εκδίδεται και συνεπώς έκτοτε η έννοια του υποκειμενικού βάρους της απόδειξης απώλεσε τη σημασία της, ο δε αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ περιορίζεται μόνο όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος της απόδειξης, το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών (ΑΠ 169/2019, ΑΠ 692/2017). Για τον ουσιαστικό έλεγχο του λόγου αυτού προϋποτίθεται ότι, λόγω της εσφαλμένης κατανομής, απορρίφθηκε ο πραγματικός ισχυρισμός του διαδίκου ως αναπόδεικτος, από έλλειψη ή ανεπάρκεια των αποδείξεων (ΑΠ 1693/2017), και όχι επειδή οι αντίθετες αποδείξεις θεωρήθηκαν επαρκείς προς απόδειξη του αντιθέτου (ΑΠ 1640/2014, ΑΠ 54/2014, ΑΠ 1270/2013).
Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω λόγος, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο ο συγκεκριμένος ισχυρισμός ως προς τον οποίο εφαρμόστηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου περί του βάρους της απόδειξης, η επίδραση του ισχυρισμού αυτού στην έκβαση της δίκης, καθώς και το σφάλμα, στο οποίο υπέπεσε στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 258/2023, ΑΠ 1551/2022, ΑΠ 555/2019, 275/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 13 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ειδικότερα, διατείνεται το αναιρεσείον ότι το Εφετείο αντιμετώπισε εσφαλμένα τους ισχυρισμούς του Ελληνικού Δημοσίου περί ιδίας κυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο ως ενστάσεις, των οποίων φέρει το βάρος απόδειξης, ενώ έπρεπε να εκτιμήσει τους ισχυρισμούς αυτούς ως αιτιολογημένες αρνήσεις της αγωγής με βάρος της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά της αγωγής της, αποκρούοντας τα προβληθέντα από πλευράς Ελληνικού Δημοσίου. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και επομένως απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι στο αναιρετήριο δεν παρατίθενται οι συγκεκριμένοι ουσιώδης ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, ως προς τους οποίους, όπως ισχυρίζεται, εφαρμόσθηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου για το βάρος της απόδειξης, καθώς και το σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας ως προς το βάρος απόδειξης με την έννοια που εκτέθηκε στην ανωτέρω μείζονα σκέψη.
Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, κατ' άρθρο 1051 ΑΚ (ΑΠ887/2021). Δεν απαιτείται, δηλαδή, ειδική διαδοχή στο δικαίωμα κυριότητας επί του πράγματος, αλλά αρκεί απλώς η διαδοχή στη νομή, η οποία επέρχεται με την ειδική παράδοση της νομής, η οποία γίνεται ατύπως με τη βούληση του τέως νομέα. Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει (ΑΠ 612/2023, ΑΠ 1070/2023, ΑΠ 292/2014, ΑΠ 852/2013).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1054 - 1055 ΑΚ, προκύπτει ότι, για να είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη), πρέπει το πράγμα να είναι δεκτικό χρησικτησίας και να μην εξαιρείται αυτής. Η επιδεκτικότητα όμως του πράγματος ως αντικειμένου χρησικτησίας, καθώς και η μη εξαίρεσή του από αυτήν, δεν αποτελούν στοιχείο της βάσης της αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, στηριζόμενης σε χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη), αλλά εναπόκειται στον εναγόμενο να επικαλεστεί, κατ' ένσταση και, αν αμφισβητηθεί, να αποδείξει (άρθρο 338 παρ.1 ΚΠολΔ) ότι το πράγμα είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας ή ότι εξαιρείται αυτής, δεδομένου ότι τόσο οι διατάξεις των άρθρων 1054 - 1055 ΑΚ όσο και οι διατάξεις ειδικών νόμων που προβλέπουν ότι ορισμένα πράγματα δεν είναι δεκτικά χρησικτησίας (τακτικής ή έκτακτης) ή ότι εξαιρούνται αυτής, θεσπίζουν εξαιρέσεις του κανόνα για την κτήση κυριότητας με τον πρωτότυπο αυτό τρόπο.
Το ίδιο ισχύει και όταν αντίδικος του χρησιδεσπόζοντος είναι το Δημόσιο (ΑΠ 1747/2022, ΑΠ702/2021), τα ακίνητα του οποίου μετά την 11-9-1915 εξαιρούνται της χρησικτησίας. Επομένως, αν ο ενάγων (ιδιώτης) επικαλείται πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας ακινήτου, στηριζόμενης σε χρησικτησία (τακτική και έκτακτη) ή παράγωγο τρόπο (π.χ.
αγορά) κτήσης κυριότητας αυτού και το Δημόσιο αμφισβητεί την κυριότητα των δικαιοπαρόχων του, τότε θα πρέπει να αποδείξει (ο ενάγων) και την κυριότητα αυτών μέχρι να αναχθεί σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας, που κατά κανόνα θα είναι η χρησικτησία και δη η έκτακτη. Στις περιπτώσεις δε αυτές φέρει το βάρος να αποδείξει μόνο τις θετικές προϋποθέσεις της χρησικτησίας και όχι τις αρνητικές, όπως ότι το ακίνητο δεν είναι αντικείμενο επιδεκτικό χρησικτησίας ή ότι δεν εξαιρείται αυτής, επειδή δεν είναι δημόσιο.
Ο ισχυρισμός ότι το ακίνητο εξαιρείται του θεσμού της χρησικτησίας, επειδή είναι δημόσιο, αποτελεί ένσταση και πρέπει, ως τέτοια, να προταθεί στη δίκη από το εναγόμενο Δημόσιο, με αναγωγή σε κάποιο νόμιμο τρόπο κτήσης κυριότητας. Πέραν τούτων, όμως, το Δημόσιο, το οποίο δεν έχει εξοπλιστεί από το νομοθέτη με ένα γενικό τεκμήριο κυριότητας, το οποίο θα το απαλλάσσει από το βάρος απόδειξης των παραγωγικών του δικαιώματος του γεγονότων, σε κάθε περίπτωση που ισχυρίζεται ότι έχει την κυριότητα ενός ακινήτου, θα πρέπει παράλληλα να επικαλείται το συγκεκριμένο τίτλο κτήσης του, αποδεικνύοντας τα παραγωγικά του γεγονότα (άρθρο 338 παρ.1 ΚΠολΔ).
Ειδικότερα, θα πρέπει να ισχυριστεί, μεταξύ άλλων, ότι το επίδικο ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα και περιήλθε στην κυριότητά του, διότι: α) κατά τις διατάξεις του από 10-7-1837 βδ "περί διακρίσεως κτημάτων", ήταν αδέσποτο κατά το χρόνο εκείνο, β) κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3 του από 17/29.11.1836 βδ "περί ιδιωτικών δασών", ήταν δάσος, και δεν προσκομίσθηκαν στην οριζόμενη ετήσια προθεσμία οι τυχόν υφιστάμενοι τίτλοι ιδιοκτησίας προς την επί των Οικονομικών Γραμματεία, γ) κατά τις διατάξεις του από 3/15.12.1833 βδ ήταν λιβάδι ή βοσκότοπος, δ) είναι δημόσια γαία, που περιήλθε σ' αυτό κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, σύμφωνα με την από 27.6/9.7.1832 συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και τα από 21.1/3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1.7.1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου ή κατά το άρθρο 60 παρ. 1 της συνθήκης της Λωζάνης, που κυρώθηκε με το απο 25/25-08-1923 ΝΔ., ε) κατά τις διατάξεις των άρθρων 62 παρ. 1 του ν. 998/1979, 2 παρ. 2 του ν.δ. 86/1969 και 46 του ν. 4173/1929, είχε ανέκαθεν δασικό χαρακτήρα και στ) περιήλθε στην κυριότητά του με τακτική άλλως με έκτακτη χρησικτησία, αφού μετά την απελευθέρωση της χώρας από τους Τούρκους το νεμόταν, καθώς και τη μεγαλύτερη έκταση που το περιβάλλει, με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις, όπως φύλαξη, αναδασώσεις, πράξεις χαρακτηρισμού, εκδόσεις πρωτοκόλλων διοικητικής αποβολής κλπ.
Οι πιο πάνω ισχυρισμοί του Δημοσίου συνιστούν ενστάσεις (ΑΠ 1747/2022, ΑΠ 117/2020).
Στην περίπτωση αυτή ο ενάγων ιδιώτης μπορεί να επικαλεστεί κατ' αντένσταση, καθ' υποφορά με την αγωγή του ή με τις προτάσεις του (κύριο σώμα αυτών ή με την προσθήκη), ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοί του νέμονταν το ακίνητο με καλή πίστη για χρονικό διάστημα τουλάχιστον τριάντα ετών πριν τις 11-9-1915, οι οποίοι έτσι κατέστησαν κύριοι του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, η οποία χωρεί με τις ανωτέρω προϋποθέσεις και σε δημόσια κτήματα, σύμφωνα με τις τότε ισχύουσες διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν. 6 πρ. Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3.) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", και μάλιστα ανεξάρτητα της φύσης αυτών, αν δηλαδή πρόκειται για δάσος ή βοσκότοπο ή άλλης μορφής ακίνητο (Ολ ΑΠ 75/1987, ΑΠ 246/2023). Θα πρέπει, βέβαια, να σημειωθεί εδώ, ότι εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11-9-1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (ΑΠ 385/2021, ΑΠ 850/2019).
Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 10/2011 Ολ ΑΠ 7/2006). Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ 4/2018, 1/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι με τη συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως της 9ης Ιουλίου 1832 "Περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος", καθώς και τα από 21.1/3.2.1830, 4/16.06.1830 και 19.6/1.7/1830 Πρωτόκολλα του Λονδίνου του έτους 1830, οι εκτάσεις που βρίσκονται στην Αττική περιήλθαν ως δημόσιες γαίες στο Ελληνικό Κράτος ως διαδόχου του Οθωμανικού Κράτους και ειδικότερα περιήλθαν τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες Οθωμανούς, πρώην κυρίους αυτών και δεν καταλήφθηκαν από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του άρθρου 16 του Ν. 26.6/10.7.1837 "Περί διακρίσεως Κτημάτων".
Ότι στην προκείμενη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τους ισχυρισμούς του Ελληνικού Δημοσίου περί κτήσεως της κυριότητας της επίδικης έκτασης δυνάμει των ανωτέρω Πρωτοκόλλων και της Συνθήκης, οι οποίοι είχαν προταθεί πρωτοδίκως και επαναφέρθηκαν με λόγο έφεσης, με την αιτιολογία ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.
Ότι η κρίση αυτή του Εφετείου είναι μη νόμιμη, δεδομένου ότι με βάση τις ανωτέρω νομοθετικές διατάξεις προκύπτει ότι η επίδικη έκταση, ως δημόσια γαία, περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου δυνάμει των ανωτέρω Πρωτοκόλλων και Συνθήκης και κατά συνέπεια το Ελληνικό Δημόσιο δεν έφερε το βάρος να αποδείξει θετικά ή αρνητικά γεγονότα και συγκεκριμένα ότι άσκησε οποιαδήποτε διακατοχική πράξη επί του επιδίκου ή ότι το επίδικο πριν την ισχύ του ΒΔ 3/15.12.1833 τύγχανε λιβάδι ή βοσκότοπος ή ότι το επίδικο αποτελεί καταγεγραμμένο δημόσιο κτήμα.
Ότι με τον τρόπο αυτό το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία παραδεκτά επισκοπείται (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) και κατά το ενδιαφέρον για την έρευνα του αναιρετικού λόγου μέρος της, προκύπτει ότι έγιναν δεκτά από το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τις αποδείξεις κρίση του, τα ακόλουθα: "Η εφεσίβλητη, ενάγουσα, τυγχάνει πλήρης και αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος ενός ακινήτου, αγροτεμαχίου, συνολικής έκτασης, αρχικά 5.933,35 τ.μ.
και κατόπιν νεότερης ακριβέστερης καταμέτρησης, εκτάσεως 6.180,97 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." ή "...", της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ... και ήδη Δημοτικής Ενότητας ..., εκτός σχεδίου πόλεως ..., που αποτυπώνεται στο συνημμένο στην ως άνω αγωγή, ως αναπόσπαστο τμήμα αυτής από Ιανουαρίου 2018 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Θ.
Τ., με στοιχεία ..., το οποίο συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Γ. Τ., νότια εν μέρει με ιδιοκτησία Κ. Τ. και εν μέρει με αγροτικό δρόμο πλάτους έξι (6) μέτρων ανατολικά με αγροτικό δρόμο πλάτους τριών (3) μέτρων και δυτικά με ... Περιήλθε δε το αγροτεμάχιο αυτό στην πλήρη και αποκλειστική κυριότητα της εφεσίβλητης, ενάγουσας, λόγω έκτακτης χρησικτησίας, δεδομένου ότι από τον Οκτώβριο του 1970, μέχρι σήμερα, αδιάλειπτα και αδιατάρακτα, η εφεσίβλητη, ενάγουσα, νέμεται και κατέχει το εν λόγω αγροτεμάχιο, με διάνοια κυρίας, ασκώντας επ' αυτού, η ίδια δε αυτοπροσώπως, αλλά και μέσω τρίτων προσώπων, επ' ονόματί της, κάθε νοητή και προσιδιάζουσα στη φύση και τον προορισμό του διακατοχική πράξη νομής, κατοχής και χρησιδεσποτείας, όπως η επίβλεψη, επίσκεψη, μέτρηση, περίφραξη, σπορά, καλλιέργεια και συγκομιδή των καρπών του, χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί το δικαίωμά της αυτό από τρίτο πρόσωπο.
Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από την καταστάσα ήδη αμετάκλητη υπ' αριθμ. 7179/1994 οριστική απόφαση του Τμήματος Τακτικής Διαδικασίας του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έχει δε, έκτοτε νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο 227, και υπ' αύξοντα αριθμό 25, δυνάμει της οποία αναγνωρίστηκε το δικαίωμα κυριότητας της εφεσίβλητης, ενάγουσας, στο εν λόγω γεωτεμάχιο, που αποκτήθηκε πρωτότυπα, με έκτακτη χρησικτησία, μετά από άτυπη δωρεά το έτος 1970 του εν λόγω ακινήτου στην εφεσίβλητη, ενάγουσα, από την προκάτοχο μητέρα της Μ.
χήρα Α. Τ., το γένος Γ. Χ. Πρωτοδίκως, το ήδη εκκαλούν, εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, νομίμως εκπροσωπούμενο, αρνήθηκε αιτιολογημένα τη βασιμότητα της εναντίον του ως άνω αγωγής της εφεσίβλητης, ενάγουσας, αμφισβητώντας την κυριότητα των άμεσων και απώτερων δικαιοπαρόχων της στο εν λόγω ακίνητο. Με τις νομότυπα και εμπρόθεσμα προαποδεικτικά κατατεθείσες πρωτόδικες προτάσεις της, η εφεσίβλητη, ενάγουσα, καθ' υποφοράν, παραδεκτά, κατ' άρθρο 224 του Κ.Πολ.Δ., συμπλήρωσε την ιστορική βάση της ως άνω αγωγής κατά του ήδη εκκαλούντος, εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου ως προς την κυριότητα των άμεσων και απώτερων δικαιοπαρόχων της στο εν λόγω ακίνητο.
Έτσι, δε, αποδεικνύεται ότι το ως άνω γεωτεμάχιο, συνολικής επιφάνειας 6.180,97 τ.μ., περιήλθε στη δικαιοπάροχο μητέρα της εφεσίβλητης, ενάγουσας Μ. χήρα Α. Τ., το γένος Γ. Χ., εντός μείζονος έκτασης είκοσι πέντε (25) στρεμμάτων, που εμφαίνεται στο προαναφερόμενο, από Ιανουαρίου 2018 τοπογραφικό διάγραμμα, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...
προικοσυμφώνου, που συνέταξε ο τότε Συμβολαιογράφος Αθηνών Ι. Λ. και έχει έκτοτε νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αχαρνών-Φυλής, στον τόμο ... και υπ' αύξοντα αριθμό ..., από τον πατέρα της δικαιοπαρόχου της ήδη εφεσίβλητης, ενάγουσας, πάππο δε, της τελευταίας, Γ. Χ. του Σ. Η ως άνω άμεση δικαιοπάροχος, μητέρα της εφεσίβλητης, ενάγουσας, ασκούσε στο εν λόγω ακίνητο της προαναφερόμενες διακατοχικές πράξεις νομής, κατοχής και χρησιδεσποτείας του, διανοία κυρίας αυτού, συνεχώς και αδιατάρακτα, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα, κατά το χρονικό διάστημα που νεμήθηκε αυτή το εν λόγω ακίνητο.
Στον Γ. Χ. του Σ., πάππο και απώτερο δικαιοπάροχο της εφεσίβητης, ενάγουσας, το επίμαχο γεωτεμάχιο περιήλθε, εντός μείζονος εκτάσεως εξήντα (60) στρεμμάτων, λόγω αγοράς, από τον Χ. Κ., δυνάμει του υπ' αριθμ. ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του τότε Συμβολαιογράφου ... Α. Α., νομίμως έκτοτε μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο ...
και υπ' αύξοντα αριθμό ... Ο απώτερος αυτός δικαιοπάροχος της εφεσίβλητης, ενάγουσας, πάππος της, Γ. Χ. του Σ., ασκούσε στο εν λόγω ακίνητο τις προαναφερόμενες διακατοχικές πράξεις νομής, κατοχής και χρησιδεσποτείας του, διανοία κυρίου αυτού, συνεχώς και αδιατάρακτα, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα, κατά το χρονικό διάστημα της νομής του στο εν λόγω ακίνητο, εντός του μείζονος ακινήτου του των 60 στρεμμάτων.
Στον απώτερο δικαιοπάροχο της εφεσίβλητης, ενάγουσας, Χ. Κ., το επίμαχο ακίνητο, είχε περιέλθει, εντός μείζονος εκτάσεως εξήντα (60) στρεμμάτων, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, με αγορά από τον Γ. Ρ., στον οποίο είχε περιέλθει το επίδικο γεωτεμάχιο το 1900, εκ κληρονομίας του αποβιώσαντος πατρός του, που το είχε αποκτήσει εν ζωή τουλάχιστον από το 1870.
Ο τελευταίος ως απώτατος δικαιοπάροχος της ήδη εφεσίβλητης, ενάγουσας, από το 1870 μέχρι και το 1900 και στη συνέχεια ο υιός του, Γ. Ρ., μέχρι και το 1918, έχοντας τη φυσική εξουσία πάνω στο ακίνητο (corpus) και τη βούληση εξουσίασής του με διάνοια κυρίου (animus domini), το νέμονταν, με καλή πίστη, απορρέουσα από την πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν κατ' ουσίαν δικαίωμα τρίτου, ούτε, ειδικότερα, του εκκαλούντος, εναγομένου, Ελληνικού Δημοσίου, που δεν τους ενόχλησε ποτέ, με αποτέλεσμα να έχουν καταστεί κύριοι του εν λόγω ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκου δικαίου χωρούσε τέτοια ακόμη και σε δημόσια κτήματα, ανεξάρτητα από τη μορφολογία του εδάφους, και πριν από τις 11-9-1915 είχε συμπληρωθεί η τριακονταετία.
Συγκεκριμένα, οι ως άνω δικαιοπάροχοι της ήδη εφεσίβλητης, ενάγουσας, με την καλόπιστη κτήση της νομής του επιδίκου ακινήτου και την καλλιέργεια των επικειμένων αυτού ελαιοδέντρων, που διενήργησαν καθ' όλο το προαναφερθέν χρονικό διάστημα, απέκτησαν την κυριότητά του με τα ως άνω προσόντα. Εν συνεχεία, όλοι οι ειδικοί τους διάδοχοι, ως οι απώτεροι δικαιοπόροχοι της εφεσίβλητης, ενάγουσας, έχοντας την ίδια πεποίθηση, νέμενονταν αδιατάρακτα το επίδικο γεωτεμάχιο, αρχικά των 60 στρεμμάτων και εν συνεχεία των 25 στρεμμάτων, ασκώντας επ' αυτού εμφανείς υλικές διακατοχικές πράξεις νομής, ειδικότερα δε, είτε αυτοπροσώπως, είτε δι' αντιπροσώπων, το επισκέπτονταν και το επόπτευαν τακτικά, το οριοθετούσαν και επέβλεπαν τα όριά του, που διατηρούσαν σαφή και ορισμένα, αποψίλωναν τη δημιουργούμενη αυτοφυή βλάστηση, καλλιεργούσαν τα εντός του επικείμενα ελαιόδεντρα και συνέλλεγαν τον ελαιόκαρπό τους, συγχρόνως δε, προέβαιναν στην απόκρουση ενεργειών τρίτων, διαταρακτικών της νομής τους, επιδεικνύοντας με τον τρόπο αυτό την πρόθεσή τους για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίασή του, όμοια ή ανάλογη με εκείνη, που απορρέει από τη δικαίωμα της πλήρους κυριότητας, που αναγνωρίζεται στο δικαιούχο της.
Κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα, το εκκαλούν, εναγόμενο, Ελληνικό Δημόσιο, ούτε επέβλεπε το ως άνω ακίνητο, ούτε είχε συνάψει μισθώσεις με τρίτους για την εκμετάλλευσή του, ούτε απέβαλε, ούτε ενόχλησε με κανένα τρόπο τους εν λόγω κυρίους του επίμαχου γεωτεμαχίου, ούτε δε, αποδείχθηκε ότι αμφισβήτησε την κυριότητά τους, ή ότι διεξήγαγε δίκες σε βάρος τους...
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας κτηματογράφησης στο Δήμο ..., το επίδικο γεωτεμάχιο δεν καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά βιβλία του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου ... ως ένα ενιαίο και αυτοτελές γεωτεμάχιο με αποκλειστικό ΚΑΕΚ, αλλά εκτός από εδαφικό τμήμα του, που έχει καταχωρηθεί ως αυτοτελές γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ... και είναι έκτασης 4.980 τ.μ., που φέρεται πλήρους και αποκλειστικής κυριότητας της εφεσίβλητης, ενάγουσας, α) εδαφικό του τμήμα έκτασης 467,08 τ.μ., που εμφαίνεται με τα στοιχεία ... στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα, έχει καταχωρηθεί ως εδαφικό τμήμα του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ..., έκτασης 6.860 τ.μ. και φέρεται ως "αγνώστου ιδιοκτήτη". Επίσης, δε, β) εδαφικό του τμήμα έκτασης 464,39 τ.μ., που εμφαίνεται στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία 28-Χ2-Μ-Ζ1-28, έχει καταχωρηθεί ως τμήμα του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ..., έκτασης 3.391 τ.μ. και φέρεται ως "αγνώστου ιδιοκτήτη"...
Εξάλλου, αν και από τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, δεν προκύπτει αδιαμφισβήτητα ότι πριν από το 1915 και ειδικότερα από το 1870 και εφεξής, που απέκτησε τη νομή του επιδίκου γεωτεμαχίου ο απώτατος δικαιοπάροχος της εφεσίβλητης, ενάγουσας, είχε το επίδικο ακίνητο χορτολιβαδικό χαρακτήρα, ωστόσο, σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του εκκαλούντος, εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου περί χορτολιβαδικού χαρακτήρα του επιδίκου γεωτεμαχίου, πριν από το 1915, το επίδικο γεωτεμάχιο δεν καθίσταται ανεπίδεκτο νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον, καθόσον βάσει των όσων εκτίθενται σχετικά στην παραπάνω μείζονα σκέψη της απόφασης αυτής, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας επί λιβαδιών του Δημοσίου από τρίτους, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, καθόσον ο χρόνος της χρησικτησίας, δηλαδή η τριακονταετία, είχε συμπληρωθεί μέχρι και τις 11-9-1915, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση, ενώ με την απόδειξη της συμπλήρωσης έκτακτης χρησικτησίας, κατά τον παραπάνω τρόπο, επέρχεται ανατροπή του τυχόν τεκμηρίου κυριότητας του Δημοσίου.
Περαιτέρω, από το ανωτέρω αποδεικτικό υλικό, δεν αποδεικνύεται η βασιμότητα της ένστασης περί ιδίας κυριότητας του εκκαλούντος, εναγομένου, Ελληνικού Δημοσίου στο επίδικο γεωτεμάχιο, που να ερείδεται στην από 9-7-1832 Συνθήκη της Κων/πόλεως και των από 3-2-1830, 4/16-6-1830 και 19-6/1-7-1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, αφού το εκκαλούν, εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν προσκόμισε πρωτόδικα αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτει συγκεκριμένα ότι το επίδικο γεωτεμάχιο ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο ή σε Τούρκους, οι οποίοι εγκατέλειψαν την επικράτεια κατά την επανάσταση και δεν διατήρησαν τις ιδιοκτησίες τους, ούτε επανέκαμψαν στην Ελλάδα, ή ότι το επίδικο ακίνητο δημεύτηκε από το εναγόμενο, εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση του αναιρεσείοντος περί κτήσης της κυριότητας στο επίδικο ακίνητο δυνάμει της από 9-7-1832 Συνθήκη της Κων/πόλεως και των από 3-2-1830, 4/16-6-1830 και 19-6/1-7-1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, ή με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, ή ως λιβάδι, βοσκότοπο, ή αδέσποτο, ή με δήμευση και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή της αναιρεσίβλητης.
Απέρριψε δε το Εφετείο την πιο πάνω ένσταση του αναιρεσείοντος, αφού προηγουμένως, όπως συνάγεται από τις ως άνω παραδοχές της απόφασής του, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αντένσταση της αναιρεσίβλητης ότι οι απώτατοι δικαιοπάροχοί της Γ. Ρ. και ο πατέρας του νέμονταν το μεγαλύτερο ακίνητο των 60 στρεμμάτων, μέρος του οποίου αποτελεί το επίδικο ακίνητο, με καλή πίστη και με τις αναφερόμενες πράξεις νομής για χρονικό διάστημα πλέον των τριάντα ετών μέχρι τις 11-9-1915 και συγκεκριμένα από το έτος 1870, καταστάντες έτσι κύριοι του μεγαλύτερου αυτού ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, η οποία χωρεί και σε βάρος των ακινήτων του Δημοσίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του τότε ισχύοντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, κατά τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης.
Δέχθηκε, δηλαδή, το Εφετείο ότι η όποια κυριότητα απέκτησε το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δυνάμει των ανωτέρω αναφερομένων Πρωτοκόλλων και Συνθήκης επί του επιδίκου ακινήτου, καταλύθηκε στη συνέχεια από την έκτακτη χρησικτησία των απώτατων δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης. Δέχθηκε, επίσης, το Εφετείο ότι οι διάδοχοι των τελευταίων στη νομή του επιδίκου ακινήτου συνέχισαν να το νέμονται με τα ίδια προσόντα, όπως και εκείνοι, και ότι η νομή του επιδίκου περιήλθε τελικά στην αναιρεσίβλητη, μετά από άτυπη παραχώρηση από τη μητέρα της λόγω δωρεάς το έτος 1970 και ότι η αναιρεσίβλητη νεμόμενη το επίδικο με τις αναφερόμενες πράξεις νομής για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ετών κατέστη κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, είναι αβάσιμα. Μετά ταύτα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία ωστόσο θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-12-2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 216/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου