Legislator Case Law & Legislation
1276/2020 AI generated

1276/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1276/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1276/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σε ακολουθία του ιστορικού αυτού, που αναλύεται περισσότερο στην αγωγή, ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 75.151,00 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους από τότε που κάθε κονδύλιο κατέστη απαιτητό και επικουρικά από την επίδοση της αγωγής. Επικουρικά ζητούσε το ίδιο ποσό με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, εάν για οποιοδήποτε λόγο κρινόταν άκυρη η σύμβαση εργασίας της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1276 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1276/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2'Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Λ. του Θ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Πολυτίμη Τασίκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, που κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΒΗΤΑ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ Α.Ε. - SUPER MARKETS", που εδρεύει στον Γέρακα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξιο Παπασταύρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/10/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21331/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1675/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/10/2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 1-10-2018 και με αριθμό κατάθεσης 3088/260/2-10-2018 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 1675/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την από 29-04-2015 και με αριθμό κατάθεσης 1583/2015 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ-ΒΗΤΑ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ Α.Ε.-SUPER MARKETS" κατά της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας Ε. Λ. και της 2133/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και μετά εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και εκδίκασης της από 30-10-2012 και με αριθμό κατάθεσης 31860/2012 αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας (κατά την κύρια βάση της, δεδομένου ότι η επικουρική εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού είχε απορριφθεί ως αόριστη από το Πρωτόδικο Δικαστήριο) απέρριψε κατ' ουσία την αγωγή ως προς την ερευνηθείσα κυρία βάση της. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 564 παρ.3 ΚΠολΔ ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 – ΟΛΑΠ 18/2018). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Με την από 30-10-2012 (αρ.κατ. 31860/2012) αγωγή της, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ιστορούσε ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, την 09-03-1999 με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να εργαστεί ως πωλήτρια στα σούπερ μάρκετς που διατηρεί η εναγομένη στη Θεσσαλονίκη και παρείχε την εργασία της σε αυτά αλλά και σε καταστήματα άλλων εταιριών του ίδιου ομίλου, υπό τους όρους που περιγράφει στην αγωγή της, έως την 07-06-2012 που καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας της. Ότι από τον Ιανουάριο του 2007 έως και το Μάρτιο του 2012 πραγματοποιούσε την υπερεργασία και την κατ' εξαίρεση υπερωριακή εργασία που αναφέρει στην αγωγή της, χωρίς να αμειφθεί.

Σε ακολουθία του ιστορικού αυτού, που αναλύεται περισσότερο στην αγωγή, ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 75.151,00 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους από τότε που κάθε κονδύλιο κατέστη απαιτητό και επικουρικά από την επίδοση της αγωγής. Επικουρικά ζητούσε το ίδιο ποσό με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, εάν για οποιοδήποτε λόγο κρινόταν άκυρη η σύμβαση εργασίας της.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής που στηριζόταν στον αδικαιολόγητο πλουτισμό ως αόριστη, δέχθηκε την κύρια βάση της αγωγής στο σύνολο της Κατά της ως άνω απόφασης άσκησε η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη την από 29-04-2015 και με αριθμό κατάθεσης 1583/2015 έφεση της, παραπονούμενη για την ουσιαστική παραδοχή της κύριας βάσης της αγωγής και ζητούσε να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή κατά την κύρια βάση της να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και να υποχρεωθεί η εφεσίβλητη-ενάγουσα να της επιστρέψει το ποσό των 35.000,00 ευρώ που της κατέβαλε συμμορφούμενη στην προσωρινώς εκτελεστή διάταξη της εκκαλουμένης απόφασης, νομιμότοκα κατά τα ειδικότερα στην έφεση αναφερόμενα. Επί της έφεσης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1675/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η υπ' αριθ. 21331/2014 εκκαλουμένη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και αφού κρατήθηκε προς εκδίκαση η υπόθεση απορρίφθηκε η αγωγή (κατά την κύρια βάση της), διατάχθηκε η επαναφορά των πραγμάτων στη προηγούμενη κατάσταση και υποχρεώθηκε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη το ήδη καταβληθέν 35.000,00 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και, επομένως, δεν συνιστούν αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015).

Περαιτέρω, το Μονομελές Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του και κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά ως προς την πραγματοποίηση υπερεργασίας και κατ' εξαίρεση υπερωρίας από την ενάγουσα για την επιδίκαση των ενδίκων αξιώσεων:

Η εφεσίβλητη (ενάγουσα) προσλήφθηκε από την εκκαλούσα (εναγομένη), την 09-03-1999, με σύμβαση μερικής απασχόλησης που στη συνέχεια μετατράπηκε σε πλήρους απασχόλησης και εργάστηκε ως πωλήτρια σε καταστήματα της εναγομένης στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Από το Μάιο του 1999 η εφεσίβλητη απασχολήθηκε στο σούπερ-μάρκετ της οδού ..., στην ...

Θεσσαλονίκης. Την 01-03-2009 και ενώ ήδη εργαζόταν με πλήρες ωράριο, της ανατέθηκαν καθήκοντα Υπεύθυνης του Τμήματος Τυποποιημένων Προϊόντων/Κάβας/ Μη τροφίμων του καταστήματος και έκτοτε, εκτός από τα καθήκοντα της πωλήτριας και την εξυπηρέτηση των πελατών του καταστήματος, τα οποία συνέχισε να εκτελεί, ασχολούνταν και με τη γενικότερη οργάνωση του τμήματος, τη φροντίδα των παραγγελιών των προϊόντων, την παρακολούθηση της ημερομηνίας λήξης τους, την αλλαγή τους στα ράφια του καταστήματος, την αλλαγή των τιμών σε περιόδους προσφορών κλπ.

Την 01-04-2012 μετακινήθηκε, στην ετερόρρυθμη εταιρία - μέλος του Ομίλου "ΑΒ Βασιλόπουλος", με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΤΡΟΦΙΜΩΝ Μ.ΕΠΕ ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", στο κατάστημα σούπερ-μάρκετ που διατηρεί στους ..., όπου εργάστηκε με την ίδια ειδικότητα μέχρι την 07-06-2012, που καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας της.

Όσο παρείχε την εργασία της με την ειδικότητα της πωλήτριας, εργαζόταν επί οκτάωρο ημερησίως και πενθήμερο εβδομαδιαίως, εκτός συγκεκριμένων ημερών που πραγματοποιούσε υπερεργασία ή νυκτερινή εργασία για την οποία και αμειβόταν. Οι ώρες εργασίας της καταγράφονταν με τη μέθοδο της ηλεκτρονικής καταγραφής ("κτύπημα" της κάρτας κάθε εργαζομένου στο ειδικό μηχάνημα), στην οποία δεν ήταν δυνατές οι εκ των υστέρων επεμβάσεις, ο δε ισχυρισμός ότι οι εργαζόμενοι υποχρεώνονταν να κτυπούν την κάρτα αμέσως με τη συμπλήρωση του ημερήσιου ωραρίου τους των οκτώ ωρών και ωστόσο να παραμένουν στο χώρο εργασία τους πραγματοποιώντας αδήλωτη υπερεργασία και υπερωρία, κατά την κρίση του δικαστηρίου, δεν αποδείχθηκε.

Τούτο επειδή οι προφορικές μαρτυρίες απολυμένων υπαλλήλων, που ήδη βρίσκονται σε αντιδικία με την επιχείρηση που τους απασχολούσε με κύριο αντικείμενο αυτής απαιτήσεις σχετικές με την υπεραπασχόληση τους, δεν κρίνονται ικανές να ανταποδείξουν τις ηλεκτρονικές καταγραφές, όπως αυτές καταχωρίστηκαν στις καταστάσεις ανάλυσης απασχόλησης, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η εκκαλούσα (εναγομένη).

Τέτοια, μάλιστα συστηματική μεθόδευση, η οποία μπορεί να εφαρμοστεί μόνο όταν επικρατούν σκληρές εργασιακές συνθήκες σε μια επιχείρηση, αφού, εκτός από παράνομη, η ανωτέρω τακτική είναι και προσβλητική για την προσωπικότητα των υπαλλήλων, δεν συνάδει α) με το γεγονός ότι η εφεσίβλητη (ενάγουσα) λάμβανε τακτικά τις μηνιαίες αποδοχές της καθώς και τα επιδόματά της, τα οποία ουδέποτε υπολείπονταν των νομίμων, αλλά αντιθέτως ήταν υψηλότερα όταν ανέλαβε τη θέση της υπεύθυνης, β) το μεγάλο αριθμό των υπαλλήλων της εναγομένης, γ) την ύπαρξη επιχειρησιακού αλλά και κλαδικού σωματείου των εργαζομένων, δ) τους ελέγχους του ΣΕΠΕ κλπ, ούτε θα μπορούσε η τακτική αυτή να συνιστά πρωτοτυπία των καταστημάτων της Θεσσαλονίκης που εντάσσονται επιχειρηματικά σε αλυσίδα δεκάδων καταστημάτων σε όλη τη Χώρα.

Το Φεβρουάριο του 2009 και ενώ είχε ήδη συμπληρώσει μία δεκαετία στο κατάστημα, ανατέθηκαν στην εφεσίβλητη τα καθήκοντα που προαναφέρθηκαν, του υπευθύνου τυποποιημένων προϊόντων. Εφεξής, έχοντας αυτήν την ειδικότητα, η εφεσίβλητη δεν είχε την υποχρέωση να "κτυπά" κάρτα, αλλά αναφερόταν στον διευθυντή του καταστήματος, ο οποίος καταχώριζε τις ώρες απασχόλησής της στο έντυπο ανάλυσης απασχόλησης (τάιμερ).

Σύμφωνα με το διευθυντή του καταστήματος Γ. Γ. η εφεσίβλητη δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί στις ανάγκες της θέσης αυτής, είχε χαμηλή απόδοση, δεν έπαιρνε πρωτοβουλίες και δεν είχε ενδιαφέρον για τη δουλειά της, γι' αυτό και μεταφέρθηκε σε άλλη εταιρία του ομίλου, όπου, επιδεικνύοντας όμοια αδιάφορη συμπεριφορά, απολύθηκε.

Σύμφωνα με τον ανωτέρω μάρτυρα, ουδέποτε η εφεσίβλητη παραπονέθηκε για μη αμειβόμενη υπερωριακή απασχόληση, παρά το γεγονός ότι, εάν οι ισχυρισμοί της ήταν αληθινοί, επί δεκατρία χρόνια εργάστηκε με εξαντλητικούς ρυθμούς χωρίς αντάλλαγμα. Ωστόσο δεν διεκδίκησε τα δικαιώματα της ούτε αποχώρησε από την εργασία της και μάλιστα σε χρόνο πριν από την εμφάνιση της οικονομικής κρίσης και την αύξηση της ανεργίας, όταν η εξεύρεση εργασίας με καλύτερες συνθήκες δεν τόσο δυσχερής, όσο κατά την καταγγελία της συμβάσεώς της.

Όπως ήδη παρατηρήθηκε, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας σε επιχείρηση η οποία απασχολεί χιλιάδες υπαλλήλων (η εκκαλούσα απασχολούσε 13.476 υπαλλήλους την 30-06-2016) ενέργειες καταχρηστικές του δικαιώματος του εργοδότη, όπως η συστηματική επιβολή υπερωριακής εργασίας με νόθευση της διαπίστωσης της τήρησης του ωραρίου, με τον καταφρονητικό προς την προσωπικότητα των υπαλλήλων της τρόπο που περιεγράφηκε ανωτέρω, θα είχαν προκαλέσει σφοδρές αντιδράσεις και θα είχαν διαταράξει την εργασιακή ειρήνη της επιχείρησης, πέραν της λογιστικής αταξίας στα οικονομικά της.

Αντιθέτως, από τις προσκομιζόμενες αναλύσεις απασχόλησης αποδεικνύεται ότι την 17-02-2009 και 20-02-2009 η εφεσίβλητη πραγματοποίησε από τριάντα λεπτά υπερεργασίας, στην απόδειξη αποδοχών του μηνός Φεβρουαρίου 2009, που φέρει την υπογραφή της, αναγράφεται ότι έλαβε το ποσό των 8,08 ευρώ για μια ώρα υπερεργασίας.

Επιπλέον η εκκαλούσα (εναγομένη), προσκομίζοντας με επίκληση τις αποδείξεις αποδοχών του επίδικου διαστήματος, αποδεικνύει ότι στις περιπτώσεις που η εφεσίβλητη εργάστηκε νυκτερινές ώρες ή Κυριακές αμείφθηκε κανονικά για την επιπλέον εργασία της. Από τις αποδείξεις αυτές προκύπτει ανακριβής η κατάθεση του μάρτυρα, που εξετάστηκε στο ακροατήριο, σύμφωνα με τον οποίον ήταν συχνή η ανάγκη για πραγματοποίηση υπερωριών τις νυκτερινές ώρες, όταν έπρεπε να αλλαχθούν οι τιμές λόγω προσφορών.

Διεξαγόταν πράγματι νυκτερινή εργασία, αλλά εντός του οκταώρου, δεδομένου ότι ο αριθμός των υπαλλήλων που απασχολούσε η εκκαλούσα επαρκούσε για την κατανομή του σε βάρδιες που δεν υπερέβαιναν το ημερήσιο συμβατικό ωράριο. Τέλος, σύμφωνα με τον προαναφερθέντα διευθυντή του καταστήματος … Γ. Γ., η μη υποχρέωση για ηλεκτρονική επιβεβαίωση της τήρησης του ωραρίου της εκκαλούσας, τού προκάλεσε προβλήματα, καθώς την καταγραφή του ωραρίου της είχε πλέον αναλάβει ο ίδιος και, επειδή η εφεσίβλητη (ενάγουσα) συστηματικά καθυστερούσε, αναγκαζόταν να προβαίνει σε συστάσεις.

Από το εσωτερικό δε έγγραφο της εκκαλούσας (εναγομένης), υπογεγραμμένο από τον διευθυντή και τον περιφερειακό διευθυντή της με ημερομηνία 30-05-2012, αποδεικνύεται ότι αιτία της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της εφεσίβλητης ήταν ότι δεν ενδιαφέρθηκε να βελτιώσει την απόδοσή της, παρά τις επανειλημμένες σχετικές συζητήσεις με τους προϊσταμένους της, αλλά και ότι αγνοούσε βασικά καθήκοντά της, όπως την ημερομηνία λήξεως των προϊόντων, με αποτέλεσμα αυτά να καταστρέφονται χωρίς να προηγηθεί προσπάθεια ρευστοποίησής τους με τη διάθεσή τους στους καταναλωτές σε ελκυστικές τιμές πριν αυτά λήξουν ή ότι δεν ανταποκρινόταν σε προωθητικές ενέργειες ώστε να τοποθετεί στο σωστό σημείο τα προϊόντα που η εκκαλούσα ενέτασσε στις προσφορές.

Το ανωτέρω έγγραφο κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η εφεσίβλητη δεν εφάρμοζε αρκετά από τα στοιχεία που απέρρεαν από το ρόλο της ως υπεύθυνης, τον οποίον, κατά δήλωσή της, αδυνατούσε να υλοποιήσει. Η ανωτέρω συμπεριφορά της είχε ως αποτέλεσμα την απόλυσή της και μόνο μετά από αυτήν η εφεσίβλητη διεκδίκησε αμοιβή για την δήθεν υπεραπασχόλησή της.

Το συμπέρασμα του δικαστηρίου δεν αίρεται από την αντίθετη δικανική κρίση επί ομοίων υποθέσεων διαφορετικών εναγόντων που στράφηκαν κατά της εκκαλούσας (εναγομένης), με αποφάσεις τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η εφεσίβλητη (ενάγουσα), αφού αφορά κρίση επί της ουσίας επί πραγματικών δεδομένων, που δεν ταυτίζονται απολύτως και απλώς ομοιάζουν.

Δεν αίρεται ούτε από το γεγονός ότι η εκκαλούσα ήρθε σε συμβιβασμό με άλλη υπάλληλο της που αξίωνε αμοιβές από υπερωρία, διότι ο συμβιβασμός δεν συνεπάγεται οπωσδήποτε αναγνώριση των αξιώσεων του ετέρου μέρους, αλλά αποβλέπει στην αποφυγή δικαστικών διενέξεων και η αιτία της επιλογής του ως τακτικής μπορεί να οφείλεται και σε στοιχεία εκτός της σχέσεως των συμβαλλομένων, άγνωστα στο δικαστήριο.

Αντιθέτως, αποδεικνύεται ότι η εφεσίβλητη αξιώνει αμοιβή για υπερωριακή και υπερεργασιακή απασχόληση για το μήνα Φεβρουάριο του 2007 και ειδικότερα αξιώνει 6,91 ευρώ επί 5 ώρες ημερησίως και τέσσερις εβδομάδες μηνιαίως, συνολικά δε 138,20 ευρώ, αντιστοίχως δε 22.120 ευρώ για κατ' εξαίρεση υπερωρία, αναγόμενη ομοίως σε πέντε ώρες ημερησίως και τέσσερις εβδομάδες μηνιαίως, ενώ ορισμένες από τις ημέρες του μήνα αυτού, τις 12-02-2007 έως και 16-02-2007, απουσίαζε με κανονική άδεια.

Ωστόσο και για τις ημέρες της αδείας ζήτησε και της επιδικάστηκαν οι αιτούμενες αποζημιώσεις. Το ίδιο συνέβη και για τις ημερομηνίες 19-02-2007, 30-07-2007 έως και 12-08-2007, 16-10-2007, 26-10-2007, 12-11-2007 έως και 16-11-2007, 11-01-2008, 14-01-2008, 28-07-2008 έως και 10-08-2008, 03-11-2008 έως και 11-11-2008, 17-01-2009, 04-05-2009 έως 08-05-2009, 08-06-2009, 20-07-2009 έως και 02-08-2009, 10-09-2009 έως 11-09-2009, 26-10-2009, 16-11-2009 έως και 20-11-2009, 03-05-2010 έως 07-05-2010, 21-06-2010 έως και 25-06-2010, 09-08-2010 έως και 13-08-2010, 24-01-2011 έως και 28-01-2011, 21-02-2011 έως 25-02-2011, 13-06-2011, 01-08-2011 έως και 15-08-2011, 28-11-2011 έως και 02-12-2011, 16-02-2012 έως και 18-02-2012.

Τις ημέρες αυτές η εφεσίβλητη απουσίαζε είτε λόγω αδείας αναψυχής είτε λόγω δικαιολογημένης απουσίας και ωστόσο διεκδίκησε και της επιδικάστηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο αμοιβή για υπερεργασία και κατ' εξαίρεση υπερωριακή εργασία. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, γι' αυτό και η έφεση πρέπει να γίνει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη, η εκκαλουμένη να εξαφανιστεί, η υπόθεση να κρατηθεί και η αγωγή να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Η δικαστική δαπάνη της εκκαλούσας, και για τους δυο βαθμούς δικαιοδοσίας, βαρύνει την εφεσίβλητη που χάνει τη δίκη, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση της εκκαλούσας για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση (άρθρο 914 ΚΠολΔ) και η εφεσίβλητη να υποχρεωθεί να της καταβάλει το ποσό των 35.000,00 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας (προσβαλλόμενης).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 της από 14-02-1984 ΕΓΣΣΕ, 1 του Ν.3385/2005 και 74 παρ. 10 του Ν.3863/2010, περί αμοιβής του εργαζομένου για παρεχομένη υπερεργασία και κατ' εξαίρεση υπερωρία και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι διέλαβε ασαφείς - ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα για την έκβαση της δίκης, της υπέρβασης του νομίμου ωραρίου της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας (οκτάωρο ημερησίως επί πενθήμερο εβδομαδιαίως) κατά το διάστημα από 01-03-2009 έως 31-03-2012. Τούτο γιατί αν και δέχθηκε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα:

α) μέχρι την 18-02-2009, οπότε ασκούσε μόνο τα καθήκοντα της πωλήτριας και οι ώρες εργασίας της καταγράφονταν με τη μέθοδο της ηλεκτρονικής καταγραφής, εργαζόταν επί οκτάωρο ημερησίως και πενθήμερο εβδομαδιαίως, εκτός συγκεκριμένων ημερών που πραγματοποιούσε υπερεργασία ή νυχτερινή εργασία για την οποία αμείφθηκε και συγκεκριμένα ότι πραγματοποίησε την 17-02-2009 και 20-02-2009 τριάντα πέντε λεπτά υπερεργασίας για την οποία έλαβε το ποσό των 8,08 ευρώ και

β) από την 01-03-2009 μέχρι τη λήξη της σύμβασης την 31-03-2012, οπότε της είχαν ανατεθεί και τα καθήκοντα υπευθύνου του τμήματος τυποποιημένων προϊόντων και οι ώρες εργασίας της δεν καταγράφονταν ηλεκτρονικά αλλά καταχωρίζονταν σε έντυπο απασχόλησης από το διευθυντή του καταστήματος εργαζόταν μόνο επί οκτάωρο ημερησίως,

κατέληξε με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες στο αποδεικτικό πόρισμα ότι κατά το τελευταίο αυτό διάστημα από την 01-03-2009 μέχρι την 31-03-2012, που ενδιαφέρει την αναιρετική διαδικασία, δεν πραγματοποίησε υπερεργασία και κατ' εξαίρεση υπερωρία, εφόσον δεν περιέχεται στην ελάσσονα πρόταση της προσβαλλόμενης καμμία αναφορά αν υπήρχε ανάγκη κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα υπέρβασης του ωραρίου των οκτώ ωρών ημερησίως επί πενθημέρου εβδομαδιαίως λόγω της ανάθεσης στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα και των καθηκόντων της υπεύθυνης του τμήματος τυποποιημένων προϊόντων εκτός αυτών της πωλήτριας.

Τέλος η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η πιο πάνω ελλιπής, κατ' αυτή αιτιολογία, εμπεριέχει και το στοιχείο της αντίφασης, αφού δεν κινούνται στην ίδια κατεύθυνση η παραδοχή ότι η αναιρεσείουσα ως πωλήτρια εργαζόταν επί οκτάωρο ημερησίως και πενθήμερο εβδομαδιαίως, εκτός συγκεκριμένων ημερών που πραγματοποιούσε υπερεργασία, με την παραδοχή ότι παρά την αύξηση των αρμοδιοτήτων της ως υπεύθυνη τμήματος που ασκούσε και καθήκοντα πωλήτριας δεν εργαζόταν πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως επί πενθήμερο εβδομαδιαίως.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ,διότι η προσβαλλόμενη με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο δέχθηκε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα κατά το χρονικό διάστημα από 01-03-2009 έως 31-03-2012,οπότε της ανατέθηκαν εκτός από τα καθήκοντα της πωλήτριας και αυτά της υπευθύνου του τμήματος τυποποιημένων προϊόντων εργαζόταν επί οκτώ ώρες ημερησίως επί πενθημέρου εβδομαδιαίως και δεν απαιτείται να αναφέρεται και να διευκρινίζεται στις παραδοχές της για πιο λόγο μετά την ανάθεση σε αυτήν και των καθηκόντων της υπευθύνου του τμήματος τυποποιημένων προϊόντων δεν ήταν αναγκαία η υπέρβαση του οκταώρου ημερησίως επί πενθημέρου εβδομαδιαίως, που υπήρχε (υπέρβαση) κατά το προγενέστερο χρονικό διάστημα που ασκούσε μόνο τα καθήκοντα της πωλήτριας.

Τούτο γιατί δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Επίσης, από μόνη της η ανάθεση στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα και των καθηκόντων της υπευθύνου του τμήματος τυποποιημένων προϊόντων δεν αποτελεί αιτία άνευ ετέρου και της απασχόλησης της καθ' υπερεργασία ή κατ' εξαίρεση υπερωρία κατά το χρονικό διάστημα από 01-03-2009 έως 31-03-2012.

Τέλος, οι αναφορές της προσβαλλόμενης ότι "η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ουδέποτε παραπονέθηκε για μη αμειβόμενη υπερωριακή απασχόληση, παρά το γεγονός ότι ισχυρίζεται πως εργάσθηκε με εξαντλητικούς ρυθμούς, χωρίς αντάλλαγμα, δεν διεκδίκησε τα δικαιώματά της ούτε αποχώρησε από την εργασία της, και μάλιστα σε χρόνο πριν από την εμφάνιση της οικονομικής κρίσης και την αύξηση της ανεργίας, όταν η εξεύρεση εργασίας με καλύτερες συνθήκες δεν ήταν τόσο δυσχερής, όσο κατά την καταγγελία της συμβάσεώς της" αποτελούν επιχειρήματα του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και, επομένως, δεν συνιστούν αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα.

Με τις λοιπές αιτιάσεις ότι δηλαδή στην προσβαλλόμενη δεν γίνεται καμμία αναφορά, αν το ωράριο εργασίας της αναιρεσείουσας μετά την 01-03-2009, οπότε της προστέθηκαν καθήκοντα, ήταν ή όχι ουσιωδώς όμοιο με το ωράριο εργασίας που αυτή πραγματοποιούσε μέχρι τις 28-02-2009 πλήττεται απαράδεκτα η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ 1 ΚΠολΔ) Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002).

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι ένορκες βεβαιώσεις και τα έγγραφα), να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 445/2019, ΑΠ 361/2020, ΑΠ 112/2020, ΑΠ 511/2018, ΑΠ 1520/2013, ΑΠ 322/2011, ΑΠ 371/2009).

Οι ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο αποτελούν διαφορετικό αποδεικτικό μέσο από τους μάρτυρες ή από τα έγγραφα, ενώ ήδη, μετά την αντικατάσταση του άρθρου 339 ΚΠολΔ με το άρθρο 36 του ν. 3994/2011, οι ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα, και επομένως πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η έλλειψη δε της μνείας αυτών δεικνύει ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 1105/2015, ΑΠ 767/2011, ΑΠ 1690/2010, ΑΠ 1901/2009, ΑΠ 2178/2009).

Τέλος με τον από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι, ενώ μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη της αναγράφονται και οι νόμιμα ληφθείσες υπ' αριθ 1471.Π.5.2014 και 1527/9.5.2014 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης των μαρτύρων απόδειξης Μ.

Μ. και Μ. Θ. η πρώτη και Α. Τ. και K. S. η δεύτερη, τις οποίες αυτή προσκόμισε και επικαλέσθηκε για την απόδειξη του ουσιώδους αγωγικού ισχυρισμού της ότι καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας της πραγματοποιούσε υπερεργασία και κατ' εξαίρεση υπερωρίες, το Εφετείο κατέληξε στο προαναφερόμενο αποδεικτικό πόρισμα με συνέπεια να μην καθίσταται αδιαστίκτως βέβαιο ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε αυτές υπόψη του Όπως, όμως, προκύπτει από την διαβεβαίωση που υπάρχει στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (σελ.2 και 3) ότι, μεταξύ άλλων, λήφθηκαν υπόψη οι ένορκες βεβαιώσεις που προαναφέρθηκαν και προσκομίσθηκαν από την αναιρεσείουσα - ενάγουσα νόμιμα μέχρι του πέρατος της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, σε συνδυασμό και προς το σύνολο των αιτιολογιών της, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη του και τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα- ένορκες βεβαιώσεις τις οποίες συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.

Η έλλειψη δε στην απόφαση ειδικής μνείας και χωριστής αξιολόγησης καθεμίας από τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις δεν δημιουργεί αμφιβολία ότι τις έλαβε υπόψη και κατέληξε ύστερα από την συνεκτίμηση αυτών σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό, ενώ οι προβαλλόμενες αιτιάσεις της αποτελούν στην πραγματικότητα ουσιαστικές προσεγγίσεις, με τις οποίες εκτιμά διαφορετικά το περιεχόμενο των παραπάνω αποδεικτικών μέσων- ενόρκων βεβαιώσεων, οι οποίες απαραδέκτως προβάλλονται, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο πιο πάνω από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθ. 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 01-10-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 1675/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαρτίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ