Legislator Case Law & Legislation
1276/2017 AI generated

1276/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1276/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/1/2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, την από 28/12/2000 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση μετά παρεμπίπτουσας αγωγής της πρώτης ήδη αναιρεσίβλητης και την από 12/2/2001 πρόσθετη παρέμβαση της δεύτερης ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν.

Legislator headnote

AI generated

1276/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): β’ , 341 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την τελευταία τροποποίησή τους με το ν.2915/2001, ΑΠ 1470/1998 ΕλΔ 40.1314), αλλά ούτε και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 336§3, 339 και 395 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι η ένορκη αυτή βεβαίωση, η οποία, μάλιστα, δεν αποδεικνύεται ότι έχει ληφθεί κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 270§2 εδ.

Keywords

AI generated
freight carrier liability bill of lading pollution from ships marine equipment exploitation of distress dangerous object
AI generated
1667/2006
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κιτρίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυουμένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ανδρέα Μοσχανδρέου και του αρχαιοτέρου αυτού Αρεοπαγίτη Γεωργίου Ναυπλιώτη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Φώτιο Καϋμενάκη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Ελένη Παναγιωτάκη και Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
318/2015
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/12/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2567/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 869/2013 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26/11/2013 αίτησή της.
1383/2017
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
326/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
676/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1276 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1276/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ναυτιλιακής Εταιρείας με την επωνυμία "... S.A.", γνωστής στις διεθνείς ναυτιλιακές της συναλλαγές ως "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, αντιπροσωπευόμενης στην Ελλάδα από την Ελληνική Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "... ΚΟΜΠΑΝΥ ΕΛΛΑΣ Α.Ε." που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Στυλιανού με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." (ΟΛΠ Α.Ε.), που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Νομικού με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕΓΑ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Χαρίσογλου με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/1/2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, την από 28/12/2000 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση μετά παρεμπίπτουσας αγωγής της πρώτης ήδη αναιρεσίβλητης και την από 12/2/2001 πρόσθετη παρέμβαση της δεύτερης ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3988/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 861/2009 του Εφετείου Πειραιά.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/12/2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μπαλιτσάρης ανέγνωσε την από 24/1/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 193 ΚΠολΔ, δεν επιτρέπεται προσβολή της αποφάσεως με ένδικο μέσο ως προς τα έξοδα, αν δεν περιλαμβάνει και την ουσία της υποθέσεως. Σκοπός της διατάξεως αυτής είναι να περιορίσει τη δυνατότητα αυτοτελούς ασκήσεως ένδικων μέσων μόνο για το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, στα οποία περιλαμβάνεται κατ’ άρθρο 189 παρ. 1 ΚΠολΔ και η αμοιβή του δικηγόρου, χωρίς ταυτόχρονη προσβολή της αποφάσεως και ως προς το κεφάλαιο της ουσίας της υποθέσεως.

Η ρύθμιση ισχύει για όλα τα ένδικα μέσα, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και το έκτακτο ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νομίμως ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Εξ άλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 74, 80, 81 παρ.3 και 558 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ναι μεν η αναίρεση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη ανέλαβε τον δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, όμως σε κάθε όμως περίπτωση ο προσθέτως παρεμβάς καλείται στη συζήτηση της αναιρέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει, ότι η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως ήταν η ακόλουθη: Με την από 8-1-2000 υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. ...-1-2000 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς η αναιρεσείουσα ανώνυμη ναυτιλιακή εταιρεία με την επωνυμία "...

S.A.", επικαλουμένη την εκτιθεμένη σ’ αυτήν (αγωγή) αδικοπραξία, που κατά τους ισχυρισμούς της τέλεσαν σε βάρος της προστηθέντες της εναγομένης και ήδη αναιρεσιβλήτου ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ", ζήτησε, να υποχρεωθεί η τελευταία, να της καταβάλει για αποζημίωσή της, για τις περιουσιακές και μη περιουσιακές ζημίες της, τα εκτιθέμενα σ’ αυτήν (αγωγής) ποσά.

Περαιτέρω, με την από 28-12-2000 (υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. ...-1-2001) ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και με την ενωμένη σε αυτήν καταψηφιστική αγωγή της ενώπιον του αυτού ως άνω δικαστηρίου, η ανωτέρω εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ" προσεπικάλεσε να παρέμβει υπέρ της την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...

ΑΕΓΑ" ως δικονομική της εγγυήτρια, καθ’ όσον είχε αναλάβει την υποχρέωση αποζημιώσεως των τρίτων για ζημίες προξενούμενες από τους υπ’ αυτής (προσεπικαλεσάσης) προστηθέντες, και περαιτέρω ζήτησε λόγω της προαναφερομένης συνδέουσας αυτές σχέσης τους, να υποχρεωθεί η τελευταία να της καταβάλει οποιοδήποτε ποσό ήθελε υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στην αντίδικό της ενάγουσα της πρώτης ως άνω αγωγής.

Η ως άνω προσεπικληθείσα και παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, με την από 12-2-2001 υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. .../2001 παρέμβασή της παρενέβη προσθέτως υπέρ της προσεπικαλεσάσης αυτήν εταιρείας "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ" και, χωρίς να αναλάβει την δίκη, ζήτησε την απόρριψη της κυρίας (πρώτης ως άνω) αγωγής της ανώνυμης ναυτιλιακής εταιρείας με την επωνυμία "...

S.A.". Επί των αιτήσεων αυτών παροχής εννόμου προστασίας το ανωτέρω δικαστήριο εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 3988/2008 οριστική απόφασή του, με την οποίαν κατά μερική παραδοχή τους υποχρέωσε την μεν κυρίως εναγομένη εταιρεία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ να καταβάλει στην κυρίως ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα για αποζημίωσή της το ποσό των 130.864,26 ευρώ, πλέον τόκων, την δε παρεμπιπτόντως εναγομένη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...

ΑΕΓΑ" να καταβάλει στην προαναφερομένη παρεμπιπτόντως ενάγουσα αυτήν το ποσό των ως 15.869,40 ευρώ ως υπ’ αυτής οφειλόμενο ασφάλισμα, πλέον νομίμων τόκων. Κατά της ανωτέρω πρωτοδίκου αποφάσεως άσκησαν ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς τις από 16-2-2009 (υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. ...2009) και 24-11-2008 (υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. .../2008) εφέσεις αντιστοίχως η κυρίως εναγομένη και ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων εταιρεία με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ" και η παρεμπιπτόντως εναγομένη ως άνω ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...

ΑΕΓΑ". Το Εφετείο Πειραιώς με την αναιρεσιβαλλομένη υπ’ αριθμ. 861/2009 τελεσίδικη απόφασή του, κατά παραδοχή των εφέσεων εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε κατ’ ουσίαν τις ανωτέρω αγωγές, απέρριψε την μεν πρώτη ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, την δε δεύτερη ως άνευ αντικειμένου λόγω απορρίψεως της πρώτης, περαιτέρω δε κατεδίκασε την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της δευτέρας των αναιρεσιβλήτων προσεπικληθείσης και προσθέτως παρεμβάσης (εταιρείας με την επωνυμία "...

ΑΕΓΑ"). Κατ’ ακολουθίαν τούτων, η κρινόμενη αναίρεση, καθ’ ο μέρος απευθύνεται κατά της δευτέρας αναιρεσιβλήτου ανωνύμου ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕΓΑ", η οποία εκλήθη και νομίμως παρέστη και εκπροσωπήθηκε με δήλωση, κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημητρίου Χαρισόγλου, κατά την συζήτηση της υποθέσεως, που έγινε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης αποφάσεως δικάσιμο του δικαστηρίου τούτου, μετά την εκφώνησή της κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, και η οποία (ως άνω αναιρεσίβλητη) είχε προσεπικληθεί και παρενέβη προσθέτως υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά την πρωτόδικη δίκη χωρίς όμως να αναλάβει τον δικαστικό αγώνα, και δεδομένου ότι δεν προβάλλεται λόγος αναιρέσεως που να αφορά την ουσία της υποθέσεως επί της πρόσθετου παρεμβάσεως της προσεπικληθείσης αυτής εταιρείας και ήδη δευτέρας των εφεσιβλήτων, αλλά μόνον την καταδίκη της αναιρεσειούσης στα δικαστικά έξοδα της τελευταίας (προσεπικληθείσης προσθέτως παρεμβάσης) αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, πρέπει, συμφώνως προς τις προαναφερόμενες διατάξεις το μεν να απορριφθεί (η αναίρεση) ως απαράδεκτη, το δε η κατ’ αυτής απεύθυνση να θεωρηθεί ως η κατά το άρθρο 81 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, απαιτουμένη για το παραδεκτό της συζητήσεως της αναιρέσεως κλήτευσή της και επομένως να χωρήσει παραδεκτώς αυτή (συζήτηση της αναιρέσεως).

Κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20 του Κώδικα αυτού.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).

Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσεως και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση, στην παρακώλυση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας κατ’ αυτό τον τρόπο την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακολούθως, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικώς με τον ως άνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).

Περαιτέρω, ο λόγος αυτός αναιρέσεως για να είναι ορισμένος, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως ή η μνεία ότι αυτή στερείται αιτιολογιών και να εξειδικεύεται το σφάλμα του δικαστηρίου, ήτοι αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο της ελλείψεως, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην προσβαλλόμενη ώστε η αιτιολογία της να είναι επαρκής ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού, που παραδεκτώς προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια.(ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998).

Εξ άλλου, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.

Όμως δεν συνιστούν έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, εκείνα που δεν χαρακτηρίζονται κατά τα άρθρ. 339 και 432-449 του ΚΠολΔ ως αποδεικτικά έγγραφα και απλώς αποτυπώνουν στο περιεχόμενό τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι εκθέσεις με τις γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων (ΑΠ 152/2015, ΑΠ 42/2014, ΑΠ 861/1994) ή προσώπων με ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (ΑΠ 86/2015, ΑΠ 792/1993), οι βεβαιώσεις τρίτων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή τα πρακτικά των δικαστηρίων και οι εκθέσεις του εισηγητή δικαστή που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης (ΑΠ 1289/2011, 355/2008, 300/2006), καθώς και οι εκθέσεις με τις καταθέσεις μαρτύρων στην ποινική διαδικασία.

Αντιθέτως, συνιστούν έγγραφα, κατά την παραπάνω έννοια, τα διαδικαστικά έγγραφα ως προς την ακρίβεια του περιεχομένου τους, που υπόκειται κατά την εκτίμησή του από το δικαστήριο της ουσίας στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) και κυρίως οι αποφάσεις των ποινικών (ΑΠ 359/1993) ή πολιτικών δικαστηρίων (ΑΠ 185/1993) κατά το μέρος που έχουν αποδεικτική δύναμη ως προς τα βεβαιούμενα σ’ αυτές πραγματικά περιστατικά ή ως προς το περιεχόμενο των διατάξεών τους (ΑΠ 339/1996) και όχι βέβαια ως προς το περιεχόμενο των τυχόν διαλαμβανόμενων σ’ αυτές μαρτυρικών καταθέσεων.

Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά, πάντως, και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 1440/2002), δηλαδή για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενό του.

Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 627/2003, ΑΠ 402/2004, ΑΠ 832/2009, ΑΠ 1627/2010).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθμού 11(γ) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, αν το δικαστήριο αξιολόγησε το αποδεικτικό μέσο διαφορετικά από ότι ο αναιρεσείων υποστηρίζει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Εξ ετέρου καμμιά διάταξη επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (έγγραφα, μάρτυρες, ένορκες βεβαιώσεις, πραγματογνωμοσύνη - ΑΠ 556/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, το εφετείο για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος και ακολούθως απόρριψη κατ’ ουσίαν της ως άνω αγωγής της αναιρεσειούσης κατά της αναιρεσιβλήτου δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων τα εξής: "Απ’ την εκτίμηση των ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προσαχθέντων αποδεικτικών στοιχείων και ειδικότερα απ’ τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενόρκως ενώπιον της, νόμιμα με την παραπάνω προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά διορισμένης, Εισηγήτριας Δικαστή, που περιέχονται στην υπ’ αριθμ. ...2006 έκθεση της τελευταίας και τα νόμιμα με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και οι τεχνικές εκθέσεις υπ’ αριθμ...

της 26ης Νοεμβρίου 1999 της εταιρείας ".... Ltd", από 26 Οκτωβρίου 1999 του H. της εταιρείας ..., υπ’ αριθμ. ... της 12ης Δεκεμβρίου 2003 (συμπληρωματική της πρώτης) της εταιρείας ".... Ltd" και υπ’ αριθμ. ... της 21ης Δεκεμβρίου 1999 της εταιρείας "... Ε.Π.Ε.", τα οποία λαμβάνονται υπόψη, είτε αυτοτελώς, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Πριν εκτεθούν τα αποδειχθέντα, πρέπει να σημειωθεί ότι δεν θα ληφθεί καθόλου υπ’ όψη η επικαλούμενη και προσκομιζόμενη απ’ την κυρίως ενάγουσα ένορκη βεβαίωση του V. K. του Λ., που περιέχεται στην υπ’ αριθμ. .../20-10-1999 πράξη της συμβολαιογράφου Πειραιά Α. Θ. Π., το γένος Ν. Τ. (συνταχθείσα με την επιμέλεια της κυρίως ενάγουσας), εφόσον η εκδίκαση της υπόθεσης έγινε κατά την παρούσα τακτική διαδικασία ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, έχει εκδοθεί προδικαστική απόφαση κι η απόδειξη διεξήχθη σύμφωνα με το άρθρο 341 του ΚΠολΔ (άρθρ. 226§2, 270§2 εδ.

β’ , 341 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την τελευταία τροποποίησή τους με το ν.2915/2001, ΑΠ 1470/1998 ΕλΔ 40.1314), αλλά ούτε και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 336§3, 339 και 395 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι η ένορκη αυτή βεβαίωση, η οποία, μάλιστα, δεν αποδεικνύεται ότι έχει ληφθεί κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 270§2 εδ.

β’ του ΚΠολΔ, μετά από νόμιμη κι εμπρόθεσμη (δυο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση) κλήτευση των αντιδίκων της, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δόθηκε με το σκοπό να χρησιμεύσει ως μαρτυρία στην παρούσα δίκη (ΑΠ 430/2003 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1605/2001 ΕλΔ 43.393, ΑΠ 678/1999 ΕλΔ 41.365), καθόσον, κατά το χρόνο της σύνταξης της σχετικής συμβολαιογραφικής πράξης, δεν είχε ακόμη ασκηθεί η κρινόμενη αγωγή ούτε εκκρεμούσε οποιαδήποτε άλλη δικαστική διένεξη μεταξύ των διαδίκων και, γιαυτό, είναι ανυπόστατη.

Η εναγομένη στην κύρια αγωγή (και προσεπικαλούσα παρεμπιπτόντως ενάγουσα) είναι κατά τον ιδρυτικό της νόμο (ν. 2688/1999) ανώνυμη εταιρεία κοινής ωφελείας του ευρύτερου δημόσιου τομέα, λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας μετά τη μετατροπή της σε ανώνυμη εταιρεία με τον πιο πάνω νόμο και διέπεται από τις διατάξεις του νόμου αυτού, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του ν. 2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιρειών" και συμπληρωματικά απ’ τις διατάξεις του α.ν. 1559/1950, ο οποίος κυρώθηκε με το ν. 1630/1951 και τροποποιήθηκε απ’ το ν. 1220/1981.

Στο σκοπό της εναγομένης στην κυρία αγωγή (προσεπικαλούσας - παρεμπιπτόντως ενάγουσας) ανήκει, κατά τον ιδρυτικό της νόμο και το καταστατικό της, η διοίκηση και εκμετάλλευση του λιμένα του Πειραιά, όπου συμπεριλαμβάνεται και η Ελευθέρα Ζώνη Πειραιά. Στο πλαίσιο του σκοπού αυτού, η εναγομένη στην κυρία αγωγή (προσεπικαλούσα - παρεμπιπτόντως ενάγουσα) έχει εκ του νόμου το αποκλειστικό δικαίωμα της, έναντι αμοιβής, διενεργείας με δικό της προσωπικό των στην περιοχή του λιμένα Πειραιά - Ικονίου φορτοεκφορτώσεων και μεταφορτώσεων απ’ τα καταπλέοντα πλοία εμπορευματοκιβωτίων (containers), με τα οποία μεταφέρονται διάφορα εμπορεύματα, όπως επίσης και της αποθήκευσης και φύλαξης αυτών.

Όλες οι παραπάνω ενέργειες εκτελούνται απ’ την εναγομένη στην κυρία αγωγή (προσεπικαλούσα - παρεμπιπτόντως ενάγουσα) με δικό της προσωπικό, δεδομένου ότι αυτή εκ του νόμου έχει πλήρη εκμετάλλευση και έλεγχο στις αποβάθρες, στα υπόστεγα και στις αποθήκες του λιμένα, προσδιορίζει δε αυτή τους χώρους εκφόρτωσης και απόθεσης των διακινουμένων στην περιοχή του λιμένα εμπορευματοκιβωτίων και διενεργεί με δικό της προσωπικό τις φορτώσεις, εκφορτώσεις και μεταφορτώσεις των εμπορευματοκιβωτίων από και προς τα καταπλέοντα στο λιμένα πλοία.

Η ενάγουσα στην κυρία αγωγή είναι ναυτιλιακή εταιρεία, με αντικείμενο της δραστηριότητάς της τη θαλάσσια μεταφορά εμπορευμάτων εντός εμπορευματοκιβωτίων ή εμπορευματοδοχείων (containers), ιδιοκτησίας ή εκμετάλλευσής της, μεταξύ διαφόρων λιμένων της υφηλίου, με πλοία της εκμετάλλευσής της. Στο πλαίσιο της πιο πάνω εμπορικής δραστηριότητάς της, έχει επιλέξει το λιμάνι του Πειραιά (περιοχή Νέου Ικονίου) για τη μεταφόρτωση και παραπέρα διακίνηση προς τους τελικούς μεσογειακούς προορισμούς των αφικνούμενων μέχρι το λιμάνι αυτό εμπορευματοκιβωτίων, για το λόγο δε αυτό έχει συνάψει σύμβαση συνεργασίας με την εναγομένη στην κυρία αγωγή (προσεπικαλούσα παρεμπιπτόντως ενάγουσα), η οποία ασκεί κατά τα προαναφερόμενα τη διοίκηση και εκμετάλλευση του λιμένα του Πειραιά (όπου συμπεριλαμβάνεται και η Ελευθέρα Ζώνη).

Στις 11 Οκτωβρίου 1999, αργά τη νύχτα, έφθασε στο λιμένα του Πειραιά και κατέπλευσε στην προβλήτα φορτοεκφόρτωσης στο Νέο Ικόνιο Κερατσινίου το, εκμετάλλευσης της ενάγουσας στην κυρία αγωγή, πλοίο "...", έμφορτο εμπορευμάτων, μέσα σε 468 συνολικά εμπορευματοκιβώτια, τα οποία είχαν διαφόρους τελικούς προορισμούς.

Επακολούθησε, κατά τις πρώτες πρωινές ώρες της 12ης Οκτωβρίου 1999, η διαδικασία εκφόρτωσης των εμπορευματοκιβωτίων (containers) από το πιο πάνω πλοίο με γερανούς ιδιοκτησίας και εκμετάλλευσης της εναγομένης στην κυρία αγωγή (προσεπικαλούσας - παρεμπιπτόντως ενάγουσας), τους οποίους χειριζόταν προσωπικό αυτής και, ύστερα από σύντομη διακοπή, επαναλήφθηκε στις 07.45’ το ίδιο πρωί.

Περί ώρα 09.55’ και ενώ οι εργασίες εκφόρτωσης των εμπορευματοκιβωτίων του πιο πάνω πλοίου βρίσκονταν σε εξέλιξη, κατά την διαδικασία ανύψωσης με το γερανό (γερανογέφυρα (shore gantry) της εναγομένης) και μεταφοράς προς απόθεση στην προκυμαία του υπ’ αριθμ. ... (τύπου πλατφόρμας ανοιχτού από πάνω) 20’ ποδών εμφόρτου εμπορευματοκιβωτίου, το οποίο είχε συνολικό (μικτό) βάρος 22.900 κιλά, κι ενώ αυτό αιωρείτο σε ύψος περίπου 15 μέτρων απ’ το έδαφος, προωθούμενο προς την αποβάθρα, αποκολλήθηκε απ’ τους ιμάντες του γερανού, ανατράπηκε και κατέπεσε ανεστραμμένο και διαλυμένο σε κομμάτια πάνω σε δυο άλλα έμφορτα εμπορευματοκιβώτια των 40’ ποδών, με αριθμούς ... (τύπου πλατφόρμας) και ... (ανοικτού τύπου), τα οποία μόλις είχαν εκφορτωθεί απ’ το ίδιο πλοίο και βρίσκονταν στην προκυμαία, με αποτέλεσμα να προκληθούν ζημιές, κατά τα εκτιθέμενα παρακάτω.

Η ενάγουσα στην κυρία αγωγή, ενεργούσα δια της πράκτορά της στην Ελλάδα εταιρείας με την επωνυμία "... S.Α.", με το υπ’ αριθ. πρωτ. ...13.10.1999 έγγραφό της προς την εναγομένη στην κυρία αγωγή (προσεπικαλούσα παρεμπιπτόντως ενάγουσα), ζήτησε τη σύσταση εξεταστικής επιτροπής, για τη διαπίστωση της κατάστασης των εμπορευματοκιβωτίων και του φορτίου τους.

Κατόπιν αυτού, συστήθηκε επιτροπή για τη διαπίστωση και εκτίμηση της ζημιάς στο περιεχόμενο των τριών ένδικων εμπορευματοκιβωτίων, αποτελούμενη από ένα εκπρόσωπο της εναγομένης στην κυρία αγωγή κι ένα εκπρόσωπο της πιο πάνω πράκτορα της ενάγουσας, η οποία, ύστερα από διενέργεια αυτοψίας, διαπίστωσε, όπως αναφέρεται στο πρακτικό της, 1) για το εμπορευματοκιβώτιο υπ’ αριθμ. ..., περιεχόμενο του οποίου ήταν ανεμογεννήτρια πλήρως συναρμολογημένη, ότι ήταν κτυπημένα τρία πτερύγια ψύξης της, οι τέσσερις (4) αντικραδασμικές βάσεις της ήταν κομμένες, ο ανεμιστήρας εξαερισμού στο πίσω μέρος της γεννήτριας ήταν στρεβλωμένος και κατεστραμμένος ο προφυλακτήρας, δυο (2) ηλεκτρικά κιβώτια μικρά, στερεωμένα πάνω στη γεννήτρια, ήταν στραπατσαρισμένα, το κέλυφος του μειωτήρα είχε σπασμένο το τελικό τεμάχιο προς τη γεννήτρια, καθώς και το τελικό γρανάζι και τα ρουλεμάν ήταν κατεστραμμένα, το κόμπλερ προς τη γεννήτρια ήταν σπασμένο, απ’ τα δυο μοτέρ περιστροφής, το ένα είχε σπασμένο τον ανεμιστήρα ψύξης και το καπάκι, απ’ το υδραυλικό σύστημα για τα φρένα είχε σπάσει η βάση της δεξαμενής κι είχαν φύγει δυο πιεσόμετρα, ο ηλεκτρικός πίνακας του συστήματος ήταν στραπατσαρισμένος κι ήταν κατεστραμμένος ο πίνακας με το ηλεκτρονικό πρόγραμμα λειτουργίας της ανεμογεννήτριας, 2) για το εμπορευματοκιβώτιο υπ’ αριθμ. ..., το περιεχόμενο του οποίου ήταν σωληνοειδή χυτοσιδηρά (μαντεμένια) τεμάχια, τα οποία προστίθενται στο μειωτήρα της ανεμογεννήτριας για να δημιουργηθούν τα τρία πτερύγια, ότι έχουν υποστεί ζημιά δυο τριγωνικά και δυο απλά τεμάχια, ενώ 3) για το εμπορευματοκιβώτιο υπ’ αριθμ. ...

δεν διαπίστωσε ζημιά. Το πρακτικό, όμως, αυτό, πέρα απ’ την έκθεση των διαπιστωμένων υλικών ζημιών, δεν αναφέρει τα αίτια της πτώσης του εμπορευματοκιβωτίου με αριθμό .... Παράλληλα, η ενάγουσα στην κυρία αγωγή ανέθεσε στην εταιρεία πραγματογνωμόνων με την επωνυμία ".... Ltd" την επιθεώρηση των εμπορευματοκιβωτίων και του φορτίου τους.

Σύμφωνα με τη σχετική (R 9275 της 26ης Νοεμβρίου 1999) έκθεση που συντάχθηκε, συνοδευόμενη από σχετικές φωτογραφίες, διαπιστώθηκε ότι τμήματα των κατασκευαστικών μερών των άκρων νομέων και κυρίως κατακόρυφες και διαμήκεις δοκοί του καταπεσόντος εμπορευματοκιβωτίου έσπασαν και αποχωρίσθηκαν, ενώ τα τμήματα που έμειναν στη θέση τους, κομματιάστηκαν ή στράβωσαν.

Τα τέσσερα γωνιακά σημεία πρόσδεσης (υποδοχές) του εμπορευματοκιβωτίου βρέθηκαν σε υγιή κατάσταση χωρίς καμιά ζημιά, ενώ οι προκληθείσες ζημιές το κατέστησαν άχρηστο κι ανεπίδεκτο οποιασδήποτε επισκευής. Η διαδικασία της εκφόρτωσης των εμπορευματοκιβωτίων απ’ το προσωπικό της εναγομένης της κυρίας αγωγής, που ακολουθήθηκε και στην προκειμένη περίπτωση, είναι η ακόλουθη:

Οι εργάτες της εναγομένης επιβιβάζονται στο πλοίο και προσδένουν το εμπορευματοκιβώτιο στη συσκευή ανάρτησης της γερανογέφυρας της εναγομένης, η οποία πρόκειται να εκφορτώσει το συγκεκριμένο εμπορευματοκιβώτιο. Η πρόσδεση στη συσκευή ανάρτησης γίνεται με τη χρήση 4 συρματόσχοινων, τα οποία έχουν στις άκρες τους 4 άγκιστρα ανάρτησης, σχήματος ταυ και είναι γνωστά ως τουίστ λοκ.

Τα 4 συρματόσχοινα προσδένονται με ναυτικά κλειδιά σε συσκευή ανάρτησης, η οποία είναι κρεμασμένη απ’ τη γερανογέφυρα. Η πρόσδεση των αγκίστρων στο εμπορευματοκιβώτιο γίνεται απ’ τους εργάτες της εναγομένης, με τοποθέτησή τους στις αντίστοιχες υποδοχές που υπάρχουν στην κορυφή των ατσάλινων δοκών του εμπορευματοκιβωτίου και περιστροφή τους κατά 90 μοίρες, προκειμένου ν’ ασφαλίσουν στην αντίστοιχη υποδοχή.

Υπεύθυνοι για να βεβαιώσουν ότι η τοποθέτηση των αγκίστρων ασφάλισης και η ασφάλισή τους στις αντίστοιχες υποδοχές του εμπορευματοκιβωτίου έχει γίνει κατά τον ενδεδειγμένο τρόπο είναι οι εργάτες της εναγομένης, εντεταλμένοι από την τελευταία για τη συγκεκριμένη εργασία και συγκεκριμένα η ομοχειρία των εργατών που είναι υπηρεσία στο συγκεκριμένο πλοίο.

Σε περίπτωση που δεν ασφαλίσει σωστά ένα απ’ τα 4 άγκιστρα, υπάρχει κίνδυνος κατά την ανύψωση του εμπορευματοκιβωτίου από την γερανογέφυρα να αποσπαστεί το άγκιστρο, να χάσει την ισορροπία το εμπορευματοκιβώτιο, ν’ ανατραπεί και, τελικά, να πέσει στο έδαφος. Όταν ολοκληρωθεί η διαδικασία της πρόσδεσης και ασφάλισης του εμπορευματοκιβωτίου, οι εργάτες της εναγομένης ειδοποιούν το χειριστή της γερανογέφυρας, ο οποίος βρίσκεται σε κινητό κουβούκλιο, κινούμενο σε σιδηροτροχιές στο βραχίονα της γερανογέφυρας, να προχωρήσει στη διαδικασία ανύψωσης του συγκεκριμένου εμπορευματοκιβωτίου και μεταφοράς του στην προβλήτα.

Στις γερανογέφυρες που χρησιμοποιεί η εναγομένη, κατά την ώρα της ανύψωσης ενός εμπορευματοκιβωτίου, το κουβούκλιο με το χειριστή συνήθως βρίσκεται κατακόρυφα πάνω από το εμπορευματοκιβώτιο, κι ο τελευταίος βλέπει αυτό σαν οπτικό αντικείμενο, αλλά δεν έχει τη δυνατότητα να διακρίνει, αν η πρόσδεση έχει γίνει ασφαλώς απ’ τους εργάτες της εναγομένης και περιμένει ειδοποίηση απ’ την ομάδα των εργατών για να προχωρήσει στη διαδικασία ανύψωσης.

Κάθε ομοχειρία εργατών της εναγομένης έχει ένα αρχιεργάτη, που δίνει το ανάλογο σήμα στο χειριστή. Στην προκειμένη περίπτωση, οι εργάτες της εναγομένης βρίσκονταν στο πλοίο ... και μέσα στην πορεία των εργασιών της εκφόρτωσης, πρόσδεσαν το συγκεκριμένο εμπορευματοκιβώτιο με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, όπως αυτό συνομολογείται από τα διάδικα μέρη.

Η μονάδα της γεννήτριας εκτεινόταν πέρα απ’ το πάνω πλαίσιο του εμπορευματοκιβωτίου με αρ. ... 20’ ποδών και αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μην μπορούν τα συρματόσχοινα (spreader) της γερανογέφυρας ν’ ασφαλίσουν απευθείας στις γωνιακές θήκες του εμπορευματοκιβωτίου. Για το λόγο αυτό χρησιμοποιήθηκαν τέσσερις συρμάτινοι αορτήρες, οι οποίοι δέθηκαν στις τέσσερις γωνίες του spreader και οι άλλες τους άκρες, επισυναπτόμενες σε θήκες που είχαν σχήμα χειροκίνητων περιστρεφόμενων κλειδαριών, τοποθετήθηκαν στις γωνιακές θήκες του εμπορευματοκιβωτίου.

Η πτώση του εμπορευματοκιβωτίου αυτού δεν οφείλεται σε απασφάλιση κάποιας απ’ τις παραπάνω θήκες με σχήμα χειροκίνητων περιστρεφόμενων κλειδαριών, όπως υποστήριξε η ενάγουσα, αλλά στη θραύση, λόγω, προφανώς, της μεγάλης καταπόνησης του υλικού, μιας οριζόντιας και μιας κάθετης δοκού του πλαισίου του εμπορευματοκιβωτίου, που είχε συνέπεια την κατάρρευση της μιας του πλευράς, εξαιτίας της οποίας απασφαλίστηκε κι η θήκη που ήταν αγκιστρωμένη σ’ αυτή και, στη συνέχεια, το εμπορευματοκιβώτιο ανατράπηκε και το περιεχόμενο εμπόρευμα κατέπεσε πάνω στα δυο άλλα εμπορευματοκιβώτια, που είχαν ήδη αποτεθεί στο κρηπίδωμα του λιμένα.

Στην κρίση αυτή οδηγεί ο συνδυασμός των πιο κάτω στοιχείων: 1) Σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. ... της 21ης Δεκεμβρίου 1999 τεχνική έκθεση της εταιρείας "... Ε.Π.Ε.", συνοδευόμενη από σχετικές φωτογραφίες, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν η εναγομένη της κυρίας αγωγής και η προσεπικαλούμενη ασφαλιστική εταιρεία, η λαμαρίνα του καταπεσόντος εμπορευματοκιβωτίου ήταν εμφανώς κομμένη - σχισμένη, ζημιά που σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να προκληθεί κατά την πτώση, οπότε θα διαπιστώνονταν παραμορφώσεις - στρεβλώσεις, αλλ’ όχι σχίσιμο, που μπορεί να προκληθεί μόνο από εφελκυστικές τάσεις (τέντωμα). 2) Ο εξετασθείς μάρτυρας της εναγομένης της κυρίας αγωγής, Π.

Λ., αρχιεργάτης της και της ομάδας εργατών στη γερανογέφυρα την ημέρα του επίδικου συμβάντος, κατέθεσε ότι, πριν την κατάρρευση του φορτίου του εμπορευματοκιβωτίου, άκουσε δυνατό ήχο και, καθώς στράφηκε προς το μέρος του ένδικου εμπορευματοκιβωτίου, είδε ότι είχε δημιουργηθεί ρωγμή στη μια του πλευρά, την οποία αμέσως ακολούθησε η κατάρρευση αυτής της πλευράς. 3) Ο ίδιος μάρτυρας ανέφερε ότι το υπόλοιπο μέρος του πλαισίου του εμπορευματοκιβωτίου παρέμεινε αγκιστρωμένο στον αέρα και το κατέβασαν στη συνέχεια με το γερανό.

Αυτό δείχνει με απόλυτη ενάργεια ότι η θραύση των δοκών του πλαισίου του εμπορευματοκιβωτίου δεν ήταν αποτέλεσμα της πτώσης του στο έδαφος, αλλά προηγήθηκε και, συνεπώς, αυτή κι όχι η απασφάλιση ήταν η αιτία της κατάρρευσης. 4) Κατά τον ίδιο μάρτυρα, στην προκειμένη περίπτωση, όπως είναι και η ενδεδειγμένη διαδικασία, πριν την ανύψωση του εμπορευματοκιβωτίου, έγινε δοκιμαστική ανύψωση 15 - 20 εκατοστών, προκειμένου να διαπιστωθεί αν η αγκίστρωση στο γερανό ήταν ασφαλής και, αν δεν ήταν ασφαλής, το εμπορευματοκιβώτιο θα είχε απαγκιστρωθεί κατά τον έλεγχο αυτόν ή, σε κάθε περίπτωση, κατά την ανύψωσή του σε ύψος 15 περίπου μέτρων κατακόρυφα απ’ το κατάστρωμα και κατά την κίνησή του οριζόντια μετά την ανύψωση, δεδομένου ότι η αλλαγή της διεύθυνσης της κίνησης προκαλεί ταλαντώσεις στο φορτίο. 5) Ο εξετασθείς μάρτυρας της εναγομένης της κυρίας αγωγής, Γ.

Π., ηλεκτρολόγος - μηχανικός και προϊστάμενος στο τεχνικό γραφείο του τεχνικού τμήματος της Διεύθυνσης ... (σταθμού εμπορευματοκιβωτίων), κατέθεσε ότι διαπίστωσε κατά την εξέταση του καταπεσόντος εμπορευματοκιβωτίου ότι στο ένα απ’ δυο πλαίσια αυτού, η οριζόντια δοκός, στο σημείο όπου και κόπηκε, ήταν πλήρως οξειδωμένη κι η κάθετη δοκός, στο σημείο που ενώνονται οι διαδοκίδες του ρόμβου, είχε παλιά, πλημμελή, σαθρή ηλεκτροσυγκόλληση, ενώ και άλλη οριζόντια δοκός είχε οξείδωση. 6) Ο ίδιος μάρτυρας ανέφερε, όπως και ο προηγούμενος, ότι, αν η αγκίστρωση στο γερανό δεν ήταν ασφαλής, το εμπορευματοκιβώτιο θα είχε απαγκιστρωθεί κατά τον έλεγχο της δοκιμαστικής ανύψωσης 15-20 εκατοστών ή, σε κάθε περίπτωση, κατά την ανύψωσή του σε ύψος 15 περίπου μέτρων κατακόρυφα απ’ το κατάστρωμα και κατά την κίνησή του οριζόντια μετά την ανύψωση, δεδομένου ότι η αλλαγή της διεύθυνσης της κίνησης προκαλεί ταλαντώσεις στο φορτίο. 7) Κατά τον ίδιο μάρτυρα, στο χειριστήριο της γερανογέφυρας υπάρχει ηλεκτρονική ένδειξη για το ασφαλές κλείδωμα της πρόσδεσης κάθε εμπορευματοκιβωτίου. 8) Η θραύση του πλαισίου του εμπορευματοκιβωτίου πριν την κατάρρευση του φορτίου προκύπτει κι απ’ την από 12 Οκτωβρίου 1999 αναφορά ζημιάς του παραπάνω προϊσταμένου του τεχνικού γραφείου του τεχνικού τμήματος της Διεύθυνσης ..., που συνοδεύεται από σχηματικό διάγραμμα, αλλά κι απ’ τα δελτία απασχόλησης μηχανήματος της ένδικης γερανογέφυρας και των εργατικών ομάδων κύτους της ημερομηνίας του ατυχήματος και απ’ την από 14 Οκτωβρίου 1999 βεβαίωση - δήλωση ζημιάς της εναγομένης της κυρίας αγωγής προς την προσεπικαλούμενη ασφαλιστική εταιρία, υπογραφόμενη απ’ το χειριστή της γερανογέφυρας. 9) Αλλά κι απ’ την προαναφερθείσα υπ’ αριθμ...

της 26ης Νοεμβρίου 1999 έκθεση της εταιρείας ".... Ltd" προκύπτει (στη σελίδα 12) ότι τα δομικά μέρη του πλαισίου του εμπορευματοκιβωτίου υποχώρησαν (υπό την επίδραση πλαγίων δυνάμεων) πριν την πτώση στα ήδη εκφορτωθέντα κι ευρισκόμενα στο κρηπίδωμα εμπορευματοκιβώτια. Η από 26 Οκτωβρίου 1999 τεχνική έκθεση H., συνταγείσα για λογαριασμό της φορτώτριας εταιρείας με την επωνυμία "... ...", η οποία αποδίδει την πτώση του εμπορευματοκιβωτίου στη μη ασφαλή του αγκίστρωση, έχει στηριχθεί αποκλειστικά στη, μη δυνάμενη να ληφθεί υπόψη κατά τα παραπάνω αναλυτικά εκτεθέντα, ένορκη βεβαίωση του V.

K. του Λ., που περιέχεται στην υπ’ αριθμ. .../20-10-1999 πράξη της συμβολαιογράφου Πειραιά Α. Θ. Π., το γένος Ν. Τ.. Η υπαγωγή και μόνο του καταπεσόντος εμπορευματοκιβωτίου στο πλαίσιο του "Εγκεκριμένου Προγράμματος Συνεχούς Επιθεώρησης (ACEP)" δεν αποδεικνύει κι ότι αυτό είχε υποστεί πράγματι τις, προβλεπόμενες απ’ τη Διεθνή Σύμβαση για Ασφαλή Εμπορευματοκιβώτια (CSC), επιθεωρήσεις ανά τακτά διαστήματα, ούτε βεβαιώνεται το τελευταίο στην αναφερόμενη στην υπαγωγή του στο πλαίσιο αυτό υπ’ αριθμ. ...

της 12ης Δεκεμβρίου 2003 (συμπληρωματική της πρώτης) τεχνική έκθεση της εταιρείας ".... Ltd". Σημειώνεται ότι η τελευταία αυτή έκθεση συντάχθηκε τέσσερα έτη μετά την επέλευση του ενδίκου ατυχήματος, χωρίς έλεγχο του εμπορευματοκιβωτίου, αλλ’ απλώς με βάση τα ευρήματα της αρχικής έκθεσης. Το επικαλούμενο απ’ την ενάγουσα της κυρίας αγωγής ότι το ένδικο εμπορευματοκιβώτιο υπέστη χειρισμούς (ανυψώθηκε) και μεταφορτώθηκε επανειλημμένα μέχρι να φορτωθεί τελικά στο ένδικο πλοίο, στο λιμάνι φόρτωσης, αρκετές φορές χωρίς να παρουσιάσει κανένα πρόβλημα, αλλά κι ότι πέντε (5) εμπορευματοκιβώτια του ιδίου τύπου, που φορτώθηκαν και στοιβάχθηκαν έμφορτα με ακριβώς το ίδιο εμπόρευμα (γεννήτριες) για τον ίδιο παραλήπτη, εκφορτώθηκαν απ’ το ίδιο πλοίο λίγο πριν απ’ το ζημιογόνο εμπορευματοκιβώτιο την ίδια ημέρα, χωρίς κανένα πρόβλημα, δεν αποτελούν επιχειρήματα υπέρ της άποψης της καταλληλότητας του καταπεσόντος εμπορευματοκιβωτίου, καθόσον οι επανειλημμένες μεταφορτώσεις ήταν ίσως και η αιτία της καταπόνησης του υλικού του σε κακή κατάσταση ευρισκόμενου εμπορευματοκιβωτίου, ενώ τα άλλα πέντε (5) εμπορευματοκιβώτια δεν προκύπτει αν ήταν και της ίδιας ηλικίας και κατάστασης με το ένδικο.

Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, το ένδικο ατύχημα κι οι εξ αυτού προκληθείσες ζημιές οφείλονται στην ακαταλληλότητα του καταπεσόντος εμπορευματοκιβωτίου (κατασκευής 1986) κι όχι στη μη ασφαλή αγκίστρωσή του κατά την εκφόρτωσή του απ’ τους προστηθέντες της εναγομένης της κυρίας αγωγής και προσεπικαλούσας και, συνεπώς, δεν οφείλεται σε πταίσμα τους.

Γιαυτό, κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης της εναγομένης αυτής, πρέπει ν’ απορριφθεί η κυρία αγωγή, ως κατ’ ουσία αβάσιμη.". Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει την πλημμέλεια, ότι το εφετείο με την υπό το ανωτέρω περιεχόμενο αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του "στέρησε εαυτήν της απαιτουμένης κατά το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και σε κάθε περίπτωση περιέλαβε αιτιολογίες αντιφατικές και ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, και πιο συγκεκριμένα: (α) Δέχεται η αναιρεσιβαλλομένη, ότι η απασφάλιση και ανατροπή του συγκεκριμένου εμπ/τίου οφειλόταν σε καταπόνηση του υλικού κατασκευής του, μολονότι κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από τις δύο εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης της Εταιρείας ..., από 26-11-199 και 12 12-2003 αντίστοιχα, τις οποίες η ίδια απόφαση επικαλείται για την θεμελίωση του συμπεράσματός της αυτού, κατά προφανή παραμόρφωση του περιεχομένου των δύο πιο πάνω εκθέσεων. (β) Κατά την εκ μέρους της προσβαλλόμενης απόφασης εκτίμηση του προσαχθέντος αποδεικτικού υλικού, όπως η εκτίμηση αυτή αποτυπώνεται στο προεκτεθέν σκεπτικό της (βλ.

πιο πάνω παραγράφους 2-8 του σκεπτικού) παρέχεται ανεπίτρεπτη βαρύτητα στις μαρτυρικές καταθέσεως των δύο μαρτύρων ανταπόδειξης της εναγομένης και αγνοούνται τόσο οι καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων απόδειξης της Εταιρείας μας όσο και οι πιο πάνω εμπεριστατωμένες εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης".

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του, που αφορά την με αυτό προβαλλόμενη από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της ελλείψεως της απαιτούμενης από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αόριστος και εξ αυτού του λόγου απαράδεκτος, γιατί δεν γίνεται, όπως απαιτείται κατά τις προαναφερόμενες σχετικές διατάξεις, επίκληση των επί πλέον των ως άνω εκτιθέμενων στην προσβαλλομένη περιστατικών, που έπρεπε να αναφέρονται σε αυτήν (προσβαλλόμενη απόφαση), ώστε, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσειούσης, η αιτιολογία της να είναι επαρκής.

Περαιτέρω, κατά το δεύτερο ως άνω σκέλος του, ο ίδιος πρώτος λόγος αναιρέσεως και επίσης ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι, το μεν γιατί, κατά τις επίσης ως άνω σχετικές διατάξεις, οι εν λόγω τεχνικές εκθέσεις δεν αποτελούν αποδεικτικά έγγραφα κατά την προαναφερομένη έννοια του αριθ. 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ώστε να είναι νοητή η κατά την διάταξη αυτή προβλεπόμενη παραμόρφωση εγγράφου και να στοιχειοθετείται ο με αυτήν καθιερούμενος λόγος αναιρέσεως, το δε γιατί δεν αναφέρεται στις ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως, δηλαδή στην τέλεση της επιδίκου αδικοπραξίας, αλλά στην ανάλυση και αιτιολόγηση των αποδείξεων από την προσβαλλόμενη απόφαση, το αποδεικτικό πόρισμα της οποίας, σημειωτέον, διατυπώνεται με σαφήνεια, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικώς από τον Άρειο Πάγο.

Επίσης, κατά το τρίτο σκέλος του ο αυτός πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11γ’ του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, γιατί από την προσβαλλόμενη απόφαση και ιδιαίτερα από την περιεχομένη σ’ αυτή βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη οι καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενόρκως ενώπιον της, νόμιμα με την παραπάνω προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά διορισμένης, Εισηγήτριας Δικαστή, που περιέχονται στην υπ’ αριθμ. ...2006 έκθεση της τελευταίας, επομένως (έλαβε υπόψη) και τις καταθέσεις των μαρτύρων της εναγούσης και ήδη αναιρεσειούσης και επί πλέον τα νόμιμα με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα, και τις τεχνικές εκθέσεις υπ’ αριθμ...

της 26ης Νοεμβρίου 1999 της εταιρείας ".... Ltd", από 26 Οκτωβρίου 1999 του H. της εταιρείας ..., υπ’ αριθμ. ... της 12ης Δεκεμβρίου 2003 (συμπληρωματική της πρώτης) της εταιρείας ".... Ltd" και υπ’ αριθμ. ... της 21ης Δεκεμβρίου 1999 της εταιρείας "... Ε.Π.Ε.", που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το ως άνω εκτιθέμενο περιεχόμενό της ( αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι και οι καταθέσεις των μαρτύρων της εναγούσης και οι ανωτέρω τεχνικές εκθέσεις ελήφθησαν υπόψη από το εφετείο και συνεκτιμήθηκαν με τις άλλες αποδείξεις για τη βασιμότητα των εχόντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ζητημάτων των συνθηκών και περιστάσεων υπό τις οποίες έλαβε χώρα το επίδικο γεγονός και της υπαιτιότητος προκλήσεως αυτού.

Τούτο δεν αναιρείται εκ του ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του το εφετείο μνημονεύει και εξαίρει από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, τις καταθέσεις των μαρτύρων ανταποδείξεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσιβλήτου. Σε κάθε δε περίπτωση ο αυτός λόγος αναιρέσεως κατά το σκέλος του αυτό είναι απαράδεκτος, γιατί αναφέρεται στην, αναιρετικώς ανέλεγκτη, συνεκτίμηση, ανάλυση και αιτιολόγηση των αποδείξεων από το εφετείο προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος.

Η καταψήφιση του ηττηθέντος διαδίκου στη δικαστική δαπάνη δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, αφού είναι συνέπεια της αρχής της ήττας που καθιερώνει το άρθρ. 176 ΚΠολΔ, ενώ η κατανομή των δικαστικών εξόδων ανάλογα με το μέγεθος της νίκης ή της ήττας κάθε διαδίκου κατά το άρθρ. 178 παρ. 1 ΚΠολΔ ή ο συμψηφισμός τους, ολικά ή εν μέρει, κατά το άρθρ. 179 του ίδιου Κώδικα, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας κατά την ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε, απόκεινται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου, αφού αφορούν εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και δεν ελέγχονται συνεπώς αναιρετικώς (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), εφ’ όσον στην απόφαση βεβαιώνεται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις των ως άνω άρθρων (ΑΠ 192/2016, ΑΠ 792/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο του δικογράφου της αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος αυτού αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση το μεν την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το εφετείο επέβαλε σε βάρος της, ως ηττηθείσης διαδίκου, την δικαστική δαπάνη της πρώτης αναιρεσιβλήτου εταιρείας αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας χωρίς να προβεί στην κατά το άρθρο 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ εκκαθάριση αυτών, το δε (αποδίδει) την πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι δεν ανέλυσε και δεν αιτιολόγησε το ύψος των επιδικασθέντων στην αντίδικό της αυτή δικαστικών εξόδων, με αναφορά στις αντίστοιχες διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων.

Ο λόγος αυτός κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη, λόγω της ήττας της, την οποία δεν αμφισβητεί η αναιρεσείουσα, δεν έχει ανάγκη περαιτέρω αιτιολογίας, πέραν αυτής που αναφέρει η προσβαλλόμενη, ότι δηλαδή η δικαστική δαπάνη επιβάλλεται σ’ αυτή, λόγω της ήττας της.

Κατά το μέρος δε που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν καθορίζεται στο αναιρετήριο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου ως προς την επιβολή της δικαστικής δαπάνης που παραβιάσθηκε. Κατ’ ακολουθίαν όλων των προαναφερομένων, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκάστης των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας της (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερον οριζόμενα στο διατακτικό..

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22 Δεκεμβρίου 2010 αίτηση της ανώνυμου ναυτιλιακής εταιρείας με την επωνυμία "... S.A." για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 861/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκάστης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ