Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling the lower court's error did not affect the final judgment's correctness.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The appellant argued the lower court erred in rejecting a claim of abusive litigation, but the court found the reasoning sound despite a minor interpretative flaw. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 578 of the Code of Civil Procedure; A cassation appeal based on a legal error in the lower court's reasoning is inadmissible if that error did not influence the correctness of the operative part of the judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1276 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1276/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χρυσικού), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αθανάσιο Καγκάνη και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαΐου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Σ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, ως καθολικού διαδόχου της αρχικά αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1997 (ΟΠΠΕΘ 97)" που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Περικλή Αγγέλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25/10/2005 και 21/11/2005 αγωγές της αρχικά αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 44106/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 422/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21/5/2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού ανέγνωσε την από 26/10/2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κράνη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Με την από 7-5-2014 κλήση του Ελληνικού Δημοσίου, καθολικού διαδόχου της αναιρεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης - Θεσσαλονίκη 1997" (άρθρα 46 εδ. β’ , γ’ και 54 περ. δ’ ν. 4049/2012) φέρεται προς συζήτηση η από 21-5-2010 αίτηση για αναίρεση της 422/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία. Με την απόφαση αυτή, έγιναν δεκτές οι συνεκδικασθείσες τέσσερις εφέσεις κατά της 44106/2007 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, μεταξύ των οποίων και η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Δ. Σ., και, αφού εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή (με αρ. κατ. 47426/2005) και όσον αφορά τον αναιρεσείοντα και υποχρεώθηκε αυτός να καταβάλει στην τότε ενάγουσα εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης- Θεσσαλονίκη 1997", νομιμοτόκως, ως αποζημίωση για τη ζημία που της προκάλεσε με την αδικοπρακτική από δόλο συμπεριφορά του, το ποσό των 24.743,60 ευρώ, εις ολόκληρον με τους λοιπούς εναγομένους της ίδιας αγωγής και το ποσό των 38.964,83 ευρώ, εις ολόκληρον με τους δύο τελευταίους εναγομένους της ίδιας αγωγής.
ΙΙ) Από τις διατάξεις των άρθ. 108, 110 παρ. 2, 568 παρ. 1, 2 και 4, 576 παρ. 1 - 3 Κ.Πολ.Δ όπως το δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 576 προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013 και σύμφωνα με το άρθρο 98 του αυτού νόμου καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, προκύπτει, ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή δεν μετάσχει σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπάγγελτα, ποιός από τους διαδίκους επέσπευσε την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς, ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα την συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, εάν δηλ, δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί, ποιός διάδικος την επέσπευσε, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη.
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. α’ , γ’ και δ’ και 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, εκτός εάν ο διάδικος είχε παραστεί με δήλωση του άρθρου 242 Κ.Πολ.Δ., οπότε κλητεύεται εκ νέου.
Κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του Δικαστηρίου για την μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπομένου κατ’ αυτήν διαδίκου, εφόσον αυτός δεν είχε παραστεί με δήλωση του άρθρου 242 Κ.Πολ.Δ.
και είτε είχε (εγκύρως) επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε, σε κάθε περίπτωση, παραστεί με τον προσήκοντα τρόπο κατ’ αυτήν (πλην της παράστασης με δήλωση του άρθρου 242 Κ.Πολ.Δ.), οπότε, με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς να εναντιωθεί, καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο.
Διαφορετικά, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του Δικαστηρίου, για την μετ’ αναβολή δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπομένου κατ’ αυτήν διαδίκου. Σύμφωνα, τέλος, με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ.1 και 96 παρ.1, 3 Κ.Πολ.Δ., οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται στα πολιτικά Δικαστήρια με πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο η πληρεξουσιότητα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση του εκπροσωπούμενου από αυτόν διαδίκου, που καταχωρείται στα πρακτικά του Δικαστηρίου ή στην τυχόν έκθεση του εισηγητή ή εντεταλμένου για τις αποδείξεις Δικαστή, η έλλειψη δε της αναγκαίας πληρεξουσιότητας εξετάζεται, κατά το αρθρ. 104 του ίδιου Κώδικα, αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, με συνέπεια να θεωρείται δικονομικά απών ο διάδικος, που εκπροσωπήθηκε στον Άρειο Πάγο από δικηγόρο στερούμενο της αναγκαίας πληρεξουσιότητας, ως μη νομίμως παριστάμενος.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσδιορίστηκε, κατά το άρθρο 568 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, αρχικά να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 15-12-2014, κατά την οποία ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από το σχετικό πινάκιο εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Θεμιστοκλή Μύρτσο και η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης απόφασης δικάσιμο της 4-5-2015, κατά την οποία ο αναιρεσείων δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Από δε τον φάκελο της δικογραφίας δεν υπάρχει πληρεξούσιο προς την παραπάνω δικηγόρο, που παρέστη για λογαριασμό του αναιρεσείοντος κατά την αρχική δικάσιμο της 15-12-2014 και, ως εκ τούτου, αυτός δεν εκπροσωπήθηκε τότε νόμιμα. Εφόσον όμως κλητεύθηκε νόμιμα κατά την αρχική δικάσιμο, από την επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσίβλητη, όπως αυτό προκύπτει από την με αρ. .../19-6-2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης Η.
Τ., η αναβολή από το πινάκιο συνιστά κλήτευση αυτού, θεωρείται δε παρών κατά την παρούσα συζήτηση και πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στην έρευνα της υπόθεσης.
Συνεπώς, εφόσον η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
ΙΙΙ) Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ. (ΑΠ 1551/2010).
Για να ιδρυθεί πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 571/2004) και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης, που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης.
Στο πλαίσιο αυτό αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, για να είναι αυτή ορισμένη, αποτελεί κατά το άρθρ. 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρ. 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, η πληρότητα της ιστορικής βάσης της, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημίωσε άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 297 και 298 ΑΚ. Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και με εκείνες των άρθρων 330 ΑΚ και 15 ΠΚ, συνάγεται ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης προς καταβολή αποζημίωσης και επομένως στοιχεία της σχετικής αγωγής προκειμένου αυτή να είναι κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ ορισμένη, είναι η ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς, οφειλόμενης σε υπαιτιότητα του δράστη, η πρόκληση ζημίας που πρέπει να εξειδικεύεται ποσοτικά κατά μονάδα ή και ποιοτικά ως προς το αντικείμενό της, καθώς και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας που προκλήθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της από 21-11-2005 με αρ. κατ. 47426/2005 αγωγής προκύπτει ότι η υπό εκκαθάριση τελούσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης - Θεσσαλονίκη 1997" (αναιρεσίβλητη), ισχυρίστηκε (κατά το μέρος που εδώ ενδιαφέρει) ότι ο 1ος εναγόμενος Δ.
Σ. (αναιρεσείων), με τη σύμπραξη του τρίτου και τετάρτου των εναγομένων εισέπραξε παράνομα από αυτή για το διάστημα από 1-1-1998 έως 26-10-2000, ως εντεταλμένος εκκαθαριστής της, το ποσό των 38.964,83 ευρώ επιπλέον του ποσού που δικαιούταν ως αμοιβή και αποζημίωση για τις προσφερθείσες για τις ανάγκες της εκκαθάρισής της υπηρεσίες του, ενώ κατά το ίδιο διάστημα εν γνώσει του συνέπραξε, από κοινού με τους τρίτο και τέταρτο των εναγομένων, στην παράνομη είσπραξη από τον δεύτερο εναγόμενο Β.
Κ. του ποσού των 24.743,60 ευρώ επιπλέον του ποσού που δικαιούταν αυτός ως εντεταλμένος αναπληρωτής εκκαθαριστής κατά το αυτό χρονικό διάστημα. Ζήτησε δε να υποχρεωθεί ο 1ος εναγόμενος (αναιρεσείων) να της καταβάλει, ως αποζημίωση για την αντίστοιχη ζημία που της προκάλεσε με την αδικοπρακτική συμπεριφορά του, το ποσό των 38.964,83 ευρώ εις ολόκληρο με τους τρίτο και τέταρτο των εναγομένων, και το ποσό των 24.743,60 ευρώ εις ολόκληρο με τους λοιπούς εναγομένους, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Με τον πρώτο λόγο της αίτησής του ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ, αιτιάται το Εφετείο για την μη απόρριψη της αγωγής ως αόριστης, μολονότι δεν εξειδικεύονται σ’ αυτή τα επιδόματα εορτών και άδειας, όπως και οι αποζημιώσεις που φέρεται να εισέπραξαν παράνομα αυτός και ο Β. Κ. για συμμετοχή τους σε μη προβλεπόμενες επιτροπές, αλλά και τα φορολογικά παραστατικά που έπρεπε να εκδοθούν για τις εν γένει αμοιβές και αποζημιώσεις τους και τα ποσά του αναλογούντος φόρου εισοδήματος που έπρεπε να παρακρατηθούν.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον παρατίθενται αναλυτικά, στους ενσωματωμένους στην ένδικη αγωγή πίνακες αμοιβών και αποζημιώσεων, τα σχετικά ποσά, που ο αναιρεσείων Δ. Σ. δικαιούταν να λάβει μικτά, κατά τον κρίσιμο χρόνο, δηλαδή με συνυπολογισμό του αναλογούντος φόρου εισοδήματος, όπως και εκείνα τα ποσά τα οποία αυτός κατά το ίδιο διάστημα, αλλά και μέχρι τις 22.5.2001 εν γνώσει του και με ζημία της αναιρεσίβλητης έλαβε παράνομα από αυτή ή καταβλήθηκαν από την ίδια για λογαριασμό του στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.
έναντι του αναλογούντος φόρου εισοδήματος ώστε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο να προσδιορίζεται η ζημία της αναιρεσίβλητης. Αντίστοιχα με τον ίδιο τρόπο εξειδικεύονται στην ένδικη αγωγή και τα ποσά που δικαιούταν να λάβει μικτά από την αναιρεσίβλητη κατά το αυτό διάστημα, δηλαδή από 1.1.1998 έως 26.10.2000, ο Β.
Κ., σε αντιπαραβολή και πάλι με τα ποσά που παράνομα με τη σύμπραξη του αναιρεσείοντος και με ζημία της αναιρεσίβλητης έλαβε απ’ αυτή ή καταβλήθηκαν από την ίδια για λογαριασμό του στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. έναντι του αναλογούντος φόρου εισοδήματος, ώστε και πάλι κατά τρόπο σαφή και ορισμένο να προσδιορίζεται η ζημία της αναιρεσίβλητης.
Τα δε επί πλέον εισπραχθέντα ποσά, τα οποία χαρακτηρίσθηκαν ως νόμιμες αμοιβές και αποζημιώσεις του αναιρεσείοντος και του Β. Κ., στην πραγματικότητα αφορούσαν είτε μη προβλεπόμενα έξοδα παράστασης ή υπέρμετρες αποζημιώσεις εκτός έδρας ή αποζημιώσεις για συμμετοχή αυτών σε επιτροπές, για τις οποίες δεν προβλέπονταν αμοιβή ή κάλυπταν κατά ένα μέρος επιδόματα εορτών και άδειας, που δεν δικαιούταν να εισπράξουν, εφόσον δεν συνδέονταν με την αναιρεσίβλητη με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ενώ για τις εισπράξεις τους δεν εκδίδονταν πάντοτε τα προβλεπόμενα φορολογικά παραστατικά ούτε γινόταν η σωστή παρακράτηση του αναλογούντος φόρου, με αποτέλεσμα να λαμβάνουν πλήρη τα μικτά ποσά των αμοιβών και αποζημιώσεών τους.
Συνεπώς το Εφετείο, το οποίο απέρριψε, όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, την παραπάνω ένσταση αοριστίας της παραπάνω αγωγής, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, παρά τα αντίθετα ισχυρισθέντα από τον αναιρεσείοντα.
ΙV) Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22α παρ. 1 και 2 του ν. 2190/1920, που εφαρμόζονται αναλόγως κατά τη διάταξη του άρθρ. 49 παρ. 7 ίδιου νόμου και στους εκκαθαριστές ανώνυμης εταιρείας, κάθε μέλος του διοικητικού συμβουλίου της ευθύνεται έναντι της εταιρείας για κάθε πταίσμα του κατά τη διοίκηση των εταιρικών υποθέσεων, εκτός αν αποδείξει ότι κατέβαλε την επιμέλεια συνετού οικογενειάρχη και ήδη, κατ’ άρθρο 30 παρ. 2 ν. 3604/2007, συνετού επιχειρηματία.
Πρόκειται για ευθύνη που έχει το χαρακτήρα εντολής (άρθρ. 68 παρ. 2 ΑΚ, 32 Εμπ.Ν) ή μίσθωσης ανεξάρτητων υπηρεσιών, όταν συνδυάζεται με καταβολή από την εταιρεία αμοιβής στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, αφού λόγω της ως άνω ιδιότητάς του ασκεί εξουσία διοικητική και διαχειριστική με δική του ευθύνη και πρωτοβουλία, είναι όργανο της εταιρείας και υποβάλλεται στο καθεστώς που διέπει το διοικητικό συμβούλιο.
Ρητά όμως προβλέπεται (άρθρ. 24 παρ. 3 ν. 2190/ 1920) και η δυνατότητα σύναψης ειδικής σχέσης μεταξύ εταιρείας και μέλους του διοικητικού συμβουλίου της (ΑΠ 20/2007). Την καταβολή αμοιβής ή αποζημίωσης στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας προβλέπουν ειδικότερα και ρυθμίζουν οι διατάξεις του άρθρ. 24 παρ. 1 και 2 του ν. 2190/1920, σύμφωνα με τις οποίες η καταβολή αμοιβής ή αποζημίωσης στα μέλη αυτά και επομένως και στους εκκαθαριστές της ανώνυμης εταιρείας, όταν δεν έχει συμφωνηθεί επί των εταιρικών κερδών, είναι νόμιμη και δεσμευτική για την εταιρεία, μόνον αν έχει καθορισθεί στο καταστατικό της κατά ποσόν ή έχει εγκριθεί με ειδική απόφαση της τακτικής γενικής συνέλευσής της.
Η ευθύνη από τη σχέση συμβούλου ή εκκαθαριστή ενδέχεται να οφείλεται σε συμπεριφορά, η οποία να συνιστά παράλληλα και αδικοπραξία, οπότε συρρέουν οι σχετικές εταιρικές αξιώσεις και αν μεν κατατείνουν σε διαφορετικές παροχές πρόκειται για γνήσια συρροή αξιώσεων, ενώ αν αφορούν την αυτή παροχή, που απλώς θεμελιώνεται σε δύο διαφορετικές νομικές βάσεις, πρόκειται για συρροή των περισσότερων νομικών βάσεων της αυτής ενιαίας αξίωσης.
Κατά την έννοια αυτή η αξίωση αποζημίωσης κατά του εκκαθαριστή ανώνυμης εταιρείας λόγω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του κατά την άσκηση των καθηκόντων του συνιστά ενιαία αξίωση, θεμελιούμενη απλώς σε περισσότερες νομικές βάσεις και συνεπώς υποκείμενη ως προς όλες τις βάσεις της στην αυτή παραγραφή της παρ. 5 του άρθρ. 22α του ν. 2190/1920, η οποία ως ειδικότερη διάταξη καταλαμβάνει και την αδικοπρακτική βάση της ενιαίας αξίωσης αποζημίωσης, ορίζοντας ότι οι αξιώσεις της ανώνυμης εταιρείας κατά των μελών του διοικητικού συμβουλίου της και κατ’ επέκταση και κατά των εκκαθαριστών της υπόκεινται σε τριετή παραγραφή από την τέλεση της πράξης ή σε δεκαετή, εφόσον η ζημία που προκλήθηκε οφείλεται σε δόλο του υπαιτίου (πρβλ.
ΑΠ 1483/2010) Εξ άλλου κατά την έννοια του άρθρ. 914 ΑΚ, παράνομη συμπεριφορά, που δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης, είναι αυτή που προσβάλλει τα προστατευόμενα από το νόμο δικαιώματα ή συμφέροντα άλλου και μπορεί να συνίσταται είτε σε θετική ενέργεια, είτε σε παράλειψη. Ο χαρακτηρισμός της παράλειψης ως παράνομης συμπεριφοράς προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση της θετικής ενέργειας που παραλείφθηκε.
Υπαίτια είναι η συμπεριφορά που επιτρέπει να αποδοθεί στο δράστη προσωπική μομφή, δηλαδή η υπαιτιότητα βασίζεται στον ψυχικό δεσμό του δράστη με την αδικοπραξία, ενώ πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας που προκλήθηκε, υπάρχει όταν η συμπεριφορά αυτή, κατά το χρόνο και τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει το ζημιογόνο αποτέλεσμα (ΑΠ 1596/2014, ΑΠ 1796/2012, ΑΠ 996/2004).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. α του Κ.Πολ.Δ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοσθεί, ή όταν εφαρμόσθηκε εσφαλμένως, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006 και Ολ. ΑΠ 4/2005,ΑΠ 68/2013, ΑΠ 70/2013). Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, "αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008).
V) Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη), που είναι ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης- Θεσσαλονίκη 1997", ιδρύθηκε σύμφωνα με τις ..
διατάξεις του ν. 2121/1993, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 2196/1994, με σκοπό την προετοιμασία της πόλεως Θεσσαλονίκης ως πολιτιστικής πρωτεύουσας της Ευρώπης για το έτος 1997... Ως καλλιτεχνικός διευθυντής της ενάγουσας επιλέχθηκε ομόφωνα ο ... Π. Θ. με απόφαση του Δ.Σ. αυτής .., με χρόνο έναρξης της σύμβασής του την 1.4.1996...
Περαιτέρω το Δ.Σ. της ενάγουσας... αποφάσισε κατά τη συνεδρίαση της 8.11.1994 να εκχωρήσει στον τελευταίο τις προσδιοριζόμενες στα σχετικά υπ’ αριθ. 49/1994 πρακτικά της εν λόγω συνεδρίασης πάγιες αρμοδιότητες, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και η διαχείριση των οικονομικών και μη υποθέσεων και ειδικότερα...
η εκτέλεση των συμβατικών υποχρεώσεων για οποιοδήποτε χρηματικό ποσό..., η έκδοση ενταλμάτων πληρωμής κλπ. Με απόφαση δε του Δ.Σ. της ενάγουσας,... εκλέχθηκε ως διευθύνων σύμβουλος ο εκ των εναγομένων Κ. Λ.. Ο εκ των εναγομένων Α. Γ. προσλήφθηκε από την ενάγουσα στις 21.5.1996, με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως οικονομικός διευθυντής αυτής,...
Ο πρώτος εναγόμενος .. Δ. Σ. (αναιρεσείων) καθώς και ο δεύτερος εναγόμενος της ίδιας αγωγής Β. Κ. διορίστηκαν μέλη του Δ.Σ. της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης) ... ο πρώτος δε εξ αυτών εκλέχθηκε και Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. με την από 12.7.1994 απόφαση αυτού ... Εξ άλλου με την από 28.6.1994 απόφαση του Δ.Σ. της ενάγουσας, που καταχωρήθηκε στα υπ’ αριθ. 36/1994 πρακτικά συνεδρίασης αυτού και εγκρίθηκε με την από 5.7.1994 απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, καθορίστηκαν, σύμφωνα με το άρθρ. 5§3 της υπ’ αριθ. 32276/29.6.1994 απόφασης του Νομάρχη Θεσσαλονίκης (που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του εγκριτικού της ενάγουσας νόμου), οι αποζημιώσεις και οι αμοιβές των μελών του Δ.Σ.
ως εξής: α) πάγια (μικτή) μηνιαία αποζημίωση 155.280 δραχμές, ήτοι καθαρή, μετ’ αφαίρεση των φόρων, 100.000 δρχ, β) μικτή αποζημίωση ανά συνεδρίαση του Δ.Σ., με ανώτατο αριθμό συνεδριάσεων 2 μηνιαίως, 38.820 δρχ. και καθαρή, μετ’ αφαίρεση των φόρων, 25.000 δρχ, γ) μικτή αποζημίωση για συμμετοχή ανά συνεδρίαση σε επιτροπές 31.050 δρχ.
και καθαρή, μετ’ αφαίρεση των φόρων, 20.000 δρχ., ενώ ακόμη με την προαναφερθείσα από 12.7.1994 απόφαση του Δ.Σ. της ενάγουσας (υπ’ αρ. 38/1994 πρακτικά συνεδρίασης ορίσθηκε επιπλέον και αποζημίωση εκτός έδρας των μελών του Δ.Σ., ανερχόμενη σε 40.000 δρχ. (πέραν των εξόδων εισιτηρίων και ξενοδοχείων), καθώς και αποζημίωση εκτός έδρας για τους διευθυντές της ενάγουσας, ανερχόμενη σε 20.000 δρχ.
Η αποζημίωση του καλλιτεχνικού διευθυντή ορίστηκε στο ποσό του 1.500.000 δρχ. μηνιαίως και ακόμη αποφασίστηκε, η καταβολή σ’ αυτόν 500.000 δρχ. μηνιαίως για έξοδα παραστάσεως, καθώς και 50.000 δρχ μηνιαίως για την κίνηση και την χρήση του ιδιωτικού αυτοκινήτου του, δυνάμει της από 21.6.1996 αποφάσεως της Εκτελεστικής Επιτροπής της ενάγουσας, η οποία εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του Δ.Σ.
αυτής, ενώ με την από 25.7.1997 απόφαση της ίδιας Επιτροπής ..., εγκρίθηκε αποζημίωση εκτός έδρας γι’ αυτόν ύψους 40.000 δρχ. (Καλλιτεχνικό Διευθυντή) αναδρομικά από την 1.1.1997. .... Η ενάγουσα λύθηκε και τέθηκε σε εκκαθάριση σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 11 του ν. 2557/1997 από την 1.1.1998 με κοινή Υπουργική απόφαση των Υπουργών Πολιτισμού, ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ και Μακεδονίας - Θράκης (ΦΕΚ 37/27.1.1998), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του προαναφερθέντος νόμου, ορίσθηκε δε πενταμελές Συμβούλιο Εκκαθάρισης, αποτελούμενο από έναν σύμβουλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου ..
ως πρόεδρο, τον μέχρι τότε διευθύνοντα σύμβουλο της ενάγουσας Κ. Λ. ως μέλος και εντεταλμένο εκκαθαριστή για τον τομέα Διοίκησης και Έργων, τον μέχρι τότε καλλιτεχνικό διευθυντή Π. Θ. ως μέλος και εντεταλμένο εκκαθαριστή για τον τομέα Πολιτιστικού Αποθέματος, τον μέχρι τότε αντιπρόεδρο του Δ.Σ. της ενάγουσας Δ.
Σ. ως μέλος και εντεταλμένο εκκαθαριστή των ζητημάτων που σχετίζονταν με τη λειτουργία, τη λήξη και την εκκαθάριση της Έκθεσης των Θησαυρών του Αγίου Όρους και ως αναπληρωτή του τελευταίου τον Β. Κ., μέλος μέχρι τότε του Δ.Σ. της ενάγουσας. Στο Συμβούλιο αυτό (Εκκαθάρισης) ανατέθηκε η άσκηση του συνόλου της διοίκησης και της εκπροσώπησης της ενάγουσας για τις ανάγκες της εκκαθάρισής της, ενώ στον εντεταλμένο εκκαθαριστή ...
Κ. Λ. ανατέθηκε ειδικότερα η νόμιμη εκπροσώπηση της ενάγουσας ... καθώς και η εξουσία να προβαίνει σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για όλα τα σχετικά ζητήματα, πλην εκείνων που ανήκαν στον τομέα του Πολιτιστικού Αποθέματος, ως προς τα οποία νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας για τις ανάγκες της εκκαθάρισης ορίστηκε ο Π.
Θ. ως εντεταλμένος εκκαθαριστής ..., ιδιότητα την οποία διατήρησε έως τις 26.10.2000, οπότε και αντικαταστάθηκε με την υπ’ αριθ. 7410/2000 Κ.Υ.Α. (ΦΕΚ 1297/26.10.2000) από τον Δ. Γ.. Με την ίδια Κ.Υ.Α. αντικαταστάθηκε και ο Δ. Σ. ως μέλος του Συμβουλίου εκκαθάρισης από τον Ι. Τ.. Καταβολή αποζημίωσης στα μέλη του Συμβουλίου Εκκαθάρισης δεν προβλέφθηκε με το άρθρ. 9§11 του ν. 2557/1997 ούτε με την Γ.Υ. 441/1998 κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Πολιτισμού, ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ και Μακεδονίας - Θράκης, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του νόμου αυτού, στην οποία (Υπουργική Απόφαση) ορίσθηκε απλώς ...
ότι ως προς την λειτουργία του Συμβουλίου Εκκαθάρισης, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σ’ αυτή, ισχύουν και εφαρμόζονται οι διατάξεις περί των οργάνων εκκαθάρισης των ανωνύμων εταιρειών... Με την υπ’ αριθ. .../11.3.1999 απόφαση του Συμβουλίου Εκκαθάρισης, η οποία ελήφθη κατά την υπ’ αριθ. .../11.3 1999 συνεδρίασή του, προεδρεύοντος του Κ.
Λ. λόγω απουσίας του προέδρου Γ. Κ. και με την παρουσία του οικονομικού διευθυντή της ενάγουσας Α. Γ...., αποφασίσθηκε "επειδή εκκρεμεί η απόφαση περί καθορισμού της αποζημιώσεως - των μελών του Συμβουλίου Εκκαθάρισης - για τη συμμετοχή αυτών στις συνεδριάσεις του Συμβουλίου, καθώς και οι αποζημιώσεις εκτός έδρας και μέχρι τελικής ρυθμίσεως του θέματος" να εγκριθεί η καταβολή έναντι αποζημιώσεων στα μέλη του Συμβουλίου Εκκαθάρισης και με προσωπική τους ευθύνη, ανά μήνα, ως εξής:
Κ. Λ. 1.200.000 δραχμές, Π. Θ. 1.650.000 δραχμές, Δ. Σ. 800.000 δραχμές και Β. Κ. 500.000 δραχμές. Επιπλέον δε καθορίστηκε η αποζημίωση συμμετοχής στις συνεδριάσεις του Συμβουλίου στο ποσό των ... 40.000 δρχ. καθαρά, ανά συνεδρίαση, με ανώτατο όριο 2 συνεδριάσεις το μήνα, ενώ για την αποζημίωση εκτός έδρας έγινε παραπομπή στην από 12.7.1994 απόφαση του Δ.Σ. ...
δηλαδή ορίστηκε, όπως και στην τελευταία, το ποσό των 40.000 δραχμών ημερησίως (πέραν εξόδων, εισιτηρίων και ξενοδοχείων). Ακόμη αποφασίστηκε ότι, εφόσον συνεχίζεται η λειτουργία της Συντονιστικής Επιτροπής της Έκθεσης "Κειμηλιακοί Θησαυροί του Αγίου Όρους" και μέχρι την ολοκλήρωση όλων των εργασιών και τη ρύθμιση των εκκρεμοτήτων να εφαρμόζεται η απόφαση αποζημίωσης για τη συμμετοχή των μελών της στις συνεδριάσεις της, δηλαδή η από 24.3.1998 απόφαση του Συμβουλίου Εκκαθάρισης, με την οποία η αμοιβή των μελών για τη συμμετοχή τους στις συνεδριάσεις της ως άνω Μικτής Συντονιστικής Επιτροπής ...
είχε καθοριστεί στο ποσό των 20.000 δραχμών ανά συνεδρίαση. Τα πιο πάνω οριζόμενα ποσά αποζημίωσης των 1.200.000 δρχ., 1.650.000 δρχ., 800.000 δρχ. και 500.000 δρχ. είναι φανερό ότι αφορούν σε μικτές αποδοχές, αφού διαφορετικά θα διευκρινιζόταν ότι αφορούν σε καθαρές αποδοχές, όπως έγινε με τις προαναφερθείσες αποφάσεις. Ακολούθως, με την .../21.9.1999 απόφαση του Συμβουλίου Εκκαθάρισης, που ελήφθη κατά την υπ’ αριθ. .../21.9.1999 συνεδρίασή του, προεδρεύοντος και πάλι του Κ.
Λ.... και με την παρουσία του ... Α. Γ., αποφασίστηκε, σε συμπλήρωση της προαναφερόμενης υπ’ αρ. ... της .../11.3.1999 συνεδρίασης του Συμβουλίου, να εγκριθεί "με κάθε επιφύλαξη" η καταβολή, ως μηνιαίων αποζημιώσεων στα μέλη του, των ιδίων ως άνω ποσών (1.650.000 δρχ., 800.000 δρχ. και 500.000 δρχ.) προς τους Π. Θ., Δ. Σ. και Β. Κ., αντιστοίχως, και η αναπροσαρμογή της αποζημίωσης του Κ.
Λ.υ σε 1.750.000 δρχ. (αντί των 1.200.000 δρχ. που είχε οριστεί προηγουμένως) ......
Στη συνέχεια εκδόθηκε η από 28.12.1999 απόφαση του ίδιου Συμβουλίου [συνεδρίαση 38/28.12.1999] με την οποία αποφασίσθηκε η μείωση από την 1.1.2000 των ανωτέρω "έναντι" αποδοχών των εντεταλμένων εκκαθαριστών κατά 10%, η μείωση των αποζημιώσεων για τις συνεδριάσεις του Εκκαθαριστικού Συμβουλίου από 40.000 σε 20.000 δραχμές, καθώς και η μείωση των εκτός έδρας αποζημιώσεων από 40.000 σε 30.000 δραχμές.
Για τις πιο πάνω αποφάσεις του Συμβουλίου Εκκαθάρισης περί καταβολής αποζημιώσεων προς τα μέλη του με δική τους ευθύνη... δεν εκδόθηκαν υπουργικές αποφάσεις, οι οποίες να εγκρίνουν την καταβολή των αποζημιώσεων που ορίσθηκαν από το Συμβούλιο Εκκαθάρισης. Εξ άλλου, για τη διευκόλυνση της εσωτερικής λειτουργίας και του ελέγχου των πληρωμών προς τα μέλη του Δ.Σ.
της ενάγουσας, τους διευθυντές κλπ., είχε καθιερωθεί η πρακτική της έκδοσης εντολών πληρωμής, που εκδίδονταν και για την πληρωμή του καλλιτεχνικού διευθυντή Π. Θ., ήτοι εσωτερικού εγγράφου που απευθύνονταν προς την οικονομική υπηρεσία και στο οποίο αναγράφονταν το ποσό και η αιτία της πληρωμής, καθώς και οι αποφάσεις με βάση τις οποίες γινόταν η πληρωμή, υπογράφονταν δε αυτές ..
από τον Κ. Λ. ως διευθύνοντα σύμβουλο, τον Α. Γ. ως διευθυντή της οικονομικής υπηρεσίας και από τον ίδιο τον Π. Θ. ως επικεφαλής της οικείας διεύθυνσης, ενώ και κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισης της ενάγουσας καθιερώθηκε η πρακτική της έκδοσης αντίστοιχων εγγράφων, ήτοι πράξεων εκκαθάρισης προς την οικονομική υπηρεσία της εναγομένης, υπογεγραμμένων από τον εντεταλμένο εκκαθαριστή του αντίστοιχου τομέα στον οποίο αφορούσε η πληρωμή και απευθυνομένου προς την Οικονομική Υπηρεσία για πληρωμή.
Η καθιέρωση της ως άνω πρακτικής αφορούσε αποκλειστικά την εσωτερική λειτουργία της ενάγουσας και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είχε την έννοια ότι οι σχετικές εντολές πληρωμής ήταν υποχρεωτικά εκτελεστές για τον διευθύνοντα σύμβουλο της ενάγουσας και εντεταλμένο εκκαθαριστή του Τομέα Διοίκησης Κ. Λ.
και τον διευθυντή των οικονομικών υπηρεσιών αυτής Α. Γ., οι οποίοι αντιθέτως, στα πλαίσια των ανατεθειμένων σ’ αυτούς καθηκόντων, που προαναφέρθηκαν, όφειλαν να ελέγχουν κάθε φορά το σύννομο της πληρωμής και την ύπαρξη ή μη των νομίμων παραστατικών που δικαιολογούσαν αυτήν και εντεύθεν να μην προβαίνουν στην πληρωμή εκδίδοντας τα σχετικά παραστατικά, επιταγές κλπ., εφόσον διαπίστωναν (κατόπιν του ελέγχου) υπέρβαση των δικαιουμένων από κάθε δικαιούχο ποσών.
Ειδικότερα δε για την πληρωμή των αποζημιώσεων του Δ. Σ. αποδείχθηκε ότι εκδίδονταν από την ενάγουσα αποδείξεις δαπάνης, ενώ ο Β. Κ. (τις πράξεις εκκαθάρισης, που αφορούσαν στην πληρωμή του, τις υπέγραφε, ως εντεταλμένος εκκαθαριστής του Τομέα του Αγίου Όρους, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1998 έως 26.10.2000, ο πρώτος-Δ.
Σ.), εξέδιδε για την είσπραξη των αποζημιώσεων του αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, ενώ, οι επιταγές μέσω των οποίων καταβαλλόταν πολλές φορές ΟΙ αποζημιώσεις του Καλλιτεχνικού Διευθυντή Π. Θ. και των εκκαθαριστών υπογράφονταν από τον Κ. Λ. για λογαριασμό της ενάγουσας (εκδότριας). Όσον αφορά τον Δ. Σ. έπρεπε με βάση τις προαναφερόμενες αποφάσεις του Συμβουλίου Εκκαθάρισης, που δεν εγκρίθηκαν με Υπουργικές Αποφάσεις, να λάβει, συμπεριλαμβανομένων και των αντιστοιχούντων φόρων, κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο είχε την ιδιότητα του εντεταλμένου εκκαθαριστή της ενάγουσας (από 01-01-1998 έως 26-10-2000): 1) Για το χρονικό διάστημα από 01-01-1998 έως 31-12-1998:
α) για αμοιβή - αποζημίωση: (12 μήνες X 800.000 δρχ.=) 9.600.000 δρχ. ή 28.173,15 ευρώ, β) για αποζημιώσεις συμμετοχής στις συνεδριάσεις της Μικτής Συντονιστικής Επιτροπής της Έκθεσης του Αγίου Όρους ... Δηλαδή συνολικά για τις άνω αιτίες έπρεπε να λάβει (9 . 600 . 000 δρχ. +160.000 δρχ. + 1.400.000 δρχ.=) 11.160.000 δρχ.ή 32.751,28 ευρώ. 2) Για το χρονικό διάστημα από 01-01-1999 έως 31-12-1999:
α) για αμοιβή - αποζημίωση: (12 μήνες X 800.000δρχ.=) 9.600.000 δρχ. ή 28.173,15 ευρώ, β) για αποζημιώσεις 35 συνεδριάσεων του Συμβουλίου Εκκαθάρισης ..... Δηλαδή συνολικά για τις άνω αιτίες έπρεπε να λάβει (9.600.000 δρχ. + 2.356.900 δρχ. + 120.000 δρχ. +440.000 =) 12.516.900 δρχ. ή 36.733,38 ευρώ. 3) Για το χρονικό διάστημα από 01-01-2000 έως 26-10- 2000: α) για αμοιβή -αποζημίωση: (10 μήνες X 720.000
δρχ. =) 7.200.000 δρχ. ή 21.129,86 ευρώ, β) για αποζημιώσεις 7 συνεδριάσεων του Σ. Ε. ... Δηλαδή συνολικά για τις άνω αιτίες έπρεπε να λάβει (7.200.000 δρχ. + 235.690 δρχ. + 60.000 δρχ. +270.000 δρχ. =) 7.765.690 δρχ. ή 22.789,99 ευρώ. Αντίστοιχα, ο Δ. Σ. εισέπραξε, για τις ίδιες πιο πάνω αιτίες και κατά το ίδιο χρονικό διάστημα (από 01-01-1998 μέχρι 26-10-2000, όπως προκύπτει από τις σχετικές καταστάσεις καθολικά που τηρούσε η ενάγουσα γι’ αυτόν σε συνδυασμό και με τα λοιπά έγγραφα στοιχεία, όπως αποδείξεις πληρωμής - δαπάνης, εντολές πληρωμής, πράξεις εκκαθάρισης, επιταγές κλπ., αντίγραφα των οποίων προσκομίζονται 4) Κατά το χρονικό διάστημα από 01-01-1998 έως 31-12-1998: α) Στις 06-03-1998: 500.000 δρχ., έναντι λογαριασμού, β) στις 07-04-1998: 80.000 δρχ. για αποζημίωση εκτός έδρας (ταξίδι 2 ημερών στο Άγιο Όρος - 20-21/03), γ) ..... Ήτοι συνολικά καταβλήθηκε στο Δ. Σ. το ποσό των 9.963.120 δρχ. (ενώ, επιπλέον, του καταβλήθηκαν - με τα σχετικά παραστατικά και 71.500 δρχ.
για έξοδα ταξιδιών). Επίσης, αποδόθηκαν για λογαριασμό του φόροι: 118.000 + 28.320 + 54.680 + 478.451 + 300.740 + 328.080 + 18.880 + 1.180.000 = ] 2.507.151 δρχ. Ήτοι ο Δ. Σ. έλαβε κατά το ανωτέρω διάστημα συνολικά μικτά (μαζί με τους φόρους που αποδόθηκαν για λογαριασμό του): (9.963.120 + 2.507.151 =) 12.470.271 δρχ. ή 36.596,54 ευρώ (ενώ παραστατικά, ήτοι αποδείξεις πληρωμής - δαπάνης της ενάγουσας, εκδόθηκαν για το μικρότερο ποσό των 8.561.951 δρχ.).
Επομένως, αυτός κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα έλαβε μεγαλύτερο του δικαιουμένου ποσό και δη: (12.470.271 δρχ. - 11.160.000 δρχ. =) 1.310.271 δρχ. ή 3.845,25 ευρώ. 5) Κατά το χρονικό διάστημα από 01-01-1999 έως 31-12-1999: α) Στις 29-01-1999: 500.000 δρχ., έναντι αμοιβών (1ος), β) ....... Ήτοι συνολικά καταβλήθηκε στο Δ. Σ. το ποσό των 14.031.279 δρχ. Επίσης, αποδόθηκαν για λογαριασμό του φόροι: (511.560 + 62.581 + 24.712 + 82.020 + 27.340 + 54.680 + 48.720 + 27.340 + 12.356 + 27.340 + 519.461 +2.360.000 =) 3.758.110 δρχ.
Ήτοι ο Δ. Σ. έλαβε κατά το ανωτέρω διάστημα συνολικά μικτά (μαζί με τους φόρους που αποδόθηκαν για λογαριασμό του): (14.031.279 + 3.758.110 =) 17.789.389 δρχ. ή 52.206,57 ευρώ (ενώ παραστατικά, ήτοι αποδείξεις πληρωμής - δαπάνης της ενάγουσας, εκδόθηκαν για το μικρότερο ποσό των 13.509.389 δρχ.). Επομένως, αυτός κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα έλαβε μεγαλύτερο του δικαιουμένου ποσό και δη: (17.789.389 δρχ. - 12.516.900 δρχ. =) 5.272.489 δρχ.
ή 15.473,19 ευρώ. 6) Κατά το χρονικό διάστημα από 01-01-2000 έως 26-10-2000: α) Στις 07-01-2000: 420.000 δρχ.,-έναντι αμοιβών (1ος), β) ...... Ήτοι συνολικά καταβλήθηκε στο Δ. Σ. το ποσό των 10.599.680 δρχ. Επίσης, αποδόθηκαν για λογαριασμό του φόροι: (13.670 + .... =) 3.860.515 δρχ. Ήτοι ο Δ. Σ. έλαβε κατά το ανωτέρω διάστημα συνολικά μικτά (μαζί με τους φόρους που αποδόθηκαν για λογαριασμό του): (10.599.680 + 3.860.515 =) 14.460.195 δρχ.
ή 42.436,38 ευρώ (ενώ παραστατικά, ήτοι αποδείξεις πληρωμής - δαπάνης της ενάγουσας, εκδόθηκαν για τα ποσά των 8.576.335 δρχ. για το έτος 2000 και των 7.261.780 δρχ. - προς μερική λογιστική τακτοποίηση των μεγαλύτερων απολήψεων που είχαν γίνει). Επομένως, αυτός κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα έλαβε μεγαλύτερο του δικαιουμένου ποσό και δη: (14.460.195 δρχ. -7.765.690 δρχ. =) 6.694.505 δρχ.
ή 19.646,38 ευρώ. Συνολικά, συνεπώς, ο Δ. Σ. έλαβε καθ’ όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα το επί πλέον ποσό των 13.277.265 δρχ [ήτοι 1.310.271 + 5.272.489 + 6.694.505) ή των 38.964,83 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων και των μη δικαιουμένων επιδομάτων εορτών και αδείας, όπως τα πιο πάνω υπό στοιχεία 6ι και 6ιστ κονδύλια που δεν κατονομάζονται ρητώς ως τέτοια, αλλά από το ύψος των ποσών και τον χρόνο καταβολής τους συνάγεται με σαφήνεια ότι αφορούν σε επιδόματα εορτών Πάσχα και αδείας, αντίστοιχα, τα οποία ασφαλώς γνώριζε ότι δεν εδικαιούτο, αφού πέραν των καθηκόντων του εκκαθαριστή δεν συνδεόταν με οποιαδήποτε άλλη σχέση με την ενάγουσα.
Επί πλέον, δε έλαβε και αμοιβές για συμμετοχή σε άλλες επιτροπές (ΟΠΠΕΘ κλπ), εκτός της Μικτής Συντονιστικής Επιτροπής και του Συμβουλίου Εκκαθάρισης, παρόλο που γνώριζε ότι τέτοια αμοιβή για συμμετοχή στις συνεδριάσεις άλλων πλην της ανωτέρω Επιτροπής και του Συμβουλίου Εκκαθάρισης δεν προβλέφθηκε με οποιαδήποτε απόφαση του τελευταίου, ενώ, ακόμη, αποδείχθηκε ότι δεν εκδίδονταν όλα τα νόμιμα φορολογικά παραστατικά σε κάθε καταβολή, ούτε παρακρατείτο κάθε φορά ο αναλογούν φόρος με αποτέλεσμα αυτός [Δ.
Σ.] να λαμβάνει στο σύνολό, του το μικτό ποσό αντί το μειωμένο, κατά τον ως άνω φόρο που εδικαιούτο, γεγονός που γνώριζε λόγω της θέσης και των καθηκόντων του. Ο Β. Κ., εξάλλου, με βάση τις προαναφερόμενες αποφάσεις του Συμβουλίου Εκκαθάρισης, που δεν εγκρίθηκαν με Υπουργικές Αποφάσεις, έπρεπε να λάβει, συμπεριλαμβανομένων των αντιστοιχούντων φόρων, κατά το διάστημα από 1.1.1998 έως τις 26.10.2000 που ήταν αναπληρωτής εντεταλμένος εκκαθαριστής 1) το χρονικό διάστημα από 01-01-1998 έως 31-12-1998:
α) για αμοιβή - αποζημίωση: (12 μήνες X 500.000 δρχ. =) 6.000.000 δρχ. ή 17.608,22 ευρώ, β) ... Δηλαδή συνολικά για τις άνω αιτίες έπρεπε να λάβει (6.000.000 δρχ. +80.000 δρχ. + 520.000 δρχ. =) 6.600.000 δρχ. ή 19.369, 04 ευρώ. 2) Για το χρονικό διάστημα από 01- 01-1999 έως 31-12-1999: α) για αμοιβή αποζημίωση: (12 μήνες X 500.000 δρχ. =) 6.000.000 δρχ. ή 17.608,22 ευρώ, β) για, αποζημιώσεις ....
Δηλαδή συνολικά για τις άνω αιτίες έπρεπε να λάβει (6.000.000 δρχ. +2.356.900 δρχ. + 200.000 δρχ. + 100.000=) 8.656.900
δρχ. ή 25.405,43 ευρώ. 3) Για το χρονικό διάστημα από 01-01-2000 έως 26-10-2000: α) για αμοιβή - αποζημίωση: 10 μήνες X 450.000 δρχ =) 4.500.000 δρχ. ή 13.206, 16 ευρώ, β) για αποζημιώσεις ..... Δηλαδή συνολικά για τις άνω αιτίες έπρεπε να λάβει (4.500.000 δρχ. + 168.350 δρχ. + 90.000 δρχ. =) 4.758.350 δρχ. ή 13.964,34 ευρώ. Αντίστοιχα, ο Β. Κ. εισέπραξε, για τις ίδιες πιο πάνω αιτίες και κατά το ίδιο χρονικό διάστημα (από 01-01-1998 μέχρι 26-10-2000, όπως προκύπτει από τις σχετικές καταστάσεις - καθολικά που τηρούσε η ενάγουσα γι’ αυτόν, σε συνδυασμό και με τα λοιπά έγγραφα στοιχεία, όπως αποδείξεις πληρωμής δαπάνης, αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, εντολές πληρωμής, πράξεις εκκαθάρισης, επιταγές κλπ., αντίγραφα των οποίων προσκομίζονται). 4) Κατά το χρονικό-διάστημα από 01-01-1998 έως 31-12-1998:
α) Στις 22-01-1998: 150.000 δρχ., έναντι λογαριασμού, β) στις 10-03-1998: 500.000 δρχ. προκαταβολή αμοιβής, γ) στις 27-03-1998: 300.000 δρχ. προκαταβολή αμοιβής, δ) .... Ήτοι συνολικά καταβλήθηκε στον Β. Κ. το ποσό των 6.735.000 δρχ. Επίσης, αποδόθηκαν για λογαριασμό του φόροι: (45.000 + ... =) 1.331.060 δρχ. Ήτοι ο Β. Κ. έλαβε κατά το ανωτέρω διάστημα συνολικά μικτά (μαζί με τους φόρους που αποδόθηκαν για λογαριασμό του): (6.735.000 +1.331.060 =) 8.066.060 δρχ.
ή 23.671,49 ευρώ (ενώ παραστατικά, ήτοι αποδείξεις πληρωμής - δαπάνης της ενάγουσας και αποδείξεις παροχής υπηρεσιών του Β. Κ., εκδόθηκαν για το μικρότερο ποσό των 6.031.060 δρχ.). Επομένως, αυτός κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα έλαβε μεγαλύτερο του δικαιουμένου ποσό και δη: (8.066.060 δρχ. - 6.600.000 δρχ. =) 1.466.060δρχ. ή 4.302,45 ευρώ. 5) Κατά το χρονικό διάστημα από 01-01-1999 έως 31-12-1999:
α) Στις 08-01-1999: 500.000 δρχ., έναντι αποζημιώσεως, β) .... Ήτοι συνολικά καταβλήθηκε στον Β. Κ. το ποσό των 9.151.279 δρχ. Επίσης, αποδόθηκαν για λογαριασμό του φόροι: (68.541 + .... =) 2.700.941 δρχ. Ήτοι ο Β. Κ. έλαβε κατά το ανωτέρω διάστημα συνολικά μικτά (μαζί με τους φόρους που αποδόθηκαν για λογαριασμό του): (9.151.279 + 8.656.900 δρχ. =) 3.195.320 δρχ.
ή 9.377, 31 ευρώ. 6) Κατά το χρονικό διάστημα από 01-01-2000 έως 26-10-2000: α) Στις 07-01-2000: 450.000 δρχ. έναντι αποζημιώσεως (1ος 2000), β) .... Ήτοι συνολικά καταβλήθηκε στο Β. Κ. (για το άνω διάστημα) το ποσό των 7.415.340 δρχ. Επίσης, αποδόθηκαν για λογαριασμό του φόροι: (13.670 + 13.670 + 13.670 + 44.660 + 27.340 + 1.000.000 =) 1.113.010 δρχ. Ήτοι ο Β. Κ. έλαβε κατά το ανωτέρω διάστημα συνολικά μικτά (μαζί με τους φόρους που αποδόθηκαν για λογαριασμό του): (7.415.340 + 1.113.010 = ) 8.528.350 δρχ.
ή 25.028,18 ευρώ (ενώ παραστατικά, ήτοι αποδείξεις πληρωμής - δαπάνης αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, εκδόθηκαν για το μικρότερο ποσό των 5.278.350 δρχ.). Επομένως, αυτός κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα έλαβε μεγαλύτερο του δικαιουμένου ποσό και δη: (8.528.350 δρχ. - 4.758.350 δρχ. =) 3.770.000 δρχ. ή 11.063,83 ευρώ. Συνολικά, συνεπώς, ο Β.
Κ. έλαβε καθ’ όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα ποσά μεγαλύτερα και από εκείνα που είχαν οριστεί με τις αποφάσεις του Συμβουλίου Εκκαθάρισης της ενάγουσας και δη συνολικά έλαβε το επιπλέον ποσό των: (1.466.060 + 3.195.320 + 3.770.000 =) 8.431.380 δρχ. ή 24.743,60 ευρώ. Στα μεγαλύτερα αυτά ποσά που έλαβε συμπεριλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και επιδόματα εορτών και αδείας, χωρίς να τα δικαιούται, όπως στα πιο πάνω υπό στοιχεία 6Θ και 6ιδ κονδύλια, που δεν κατονομάζονται ρητώς ως επιδόματα, αλλά από το ύψος των ποσών και το χρόνο καταβολής τους σαφώς συνάγεται ότι είναι επίδομα εορτών Πάσχα και αδείας, αντίστοιχα σαν να συνδεόταν με την ενάγουσα με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ενώ τούτο δεν συνέβαινε, δεδομένου ότι ασχολούνταν αποκλειστικά με τα καθήκοντά του ως εκκαθαριστή και δεν συνδεόταν με οποιαδήποτε άλλη σχέση με την ενάγουσα, γεγονός, που ασφαλώς γνώριζε.
Επιπλέον, λήφθηκαν και αμοιβές για συμμετοχή σε άλλες επιτροπές (ΟΠΠΕΘ κλπ.), εκτός της Μικτής Συντονιστικής Επιτροπής και του Συμβουλίου Εκκαθάρισης, ενώ, όπως προαναφέρθηκε, τέτοια αμοιβή (για τη συμμετοχή στις συνεδριάσεις επιτροπών άλλων, πλην της Μικτής Συντονιστικής Επιτροπής, όπως βεβαίως και του Συμβουλίου Εκκαθάρισης), ουδόλως προβλέφθηκε με οποιαδήποτε απόφαση του Συμβουλίου Εκκαθάρισης, γεγονός που ομοίως γνώριζε ο Β.
Κ.. Επιπλέον, δεν εκδίδονταν όλα τα νόμιμα φορολογικά παραστατικά σε κάθε καταβολή, ούτε παρακρατούνταν κάθε φορά ο φόρος που αναλογούσε, με αποτέλεσμα ο Β. Κ. να λαμβάνει στο σύνολό του το μικτό ποσό, αντί μειωμένο κατά τον ως άνω φόρο. Όπως δε προεκτέθηκε, με την Γ. Υ. 441/1998 κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Πολιτισμού, ΠΕΧΩΔΕ και Μακεδονίας -Θράκης (Φ.
Ε. Κ. 37/27-01-1998), διορίστηκε ο μεν Δ. Σ., ως μέλος του Συμβουλίου Εκκαθάρισης της ενάγουσας και εντεταλμένος εκκαθαριστής των ζητημάτων που σχετίζονταν με τη λειτουργία, τη λήξη και την εκκαθάριση της έκθεσης των θησαυρών του Αγίου Όρους, ο δε Β. Κ. διορίστηκε ως μέλος του Συμβουλίου Εκκαθάρισης και αναπληρωτής εντεταλμένος εκκαθαριστής του ίδιου Τομέα.
Με την 7410/2000 Κ. Υ. Α. (Φ. Ε. Κ. 1297/26-10-2000) αντικαταστάθηκε ο Δ. Σ., από τον I. Τ., που διορίστηκε ως απλό μέλος του Συμβουλίου Εκκαθάρισης. Δεν αποδείχθηκε, όμως από κάποιο αποδεικτικό μέσο ότι είχε μέχρι τότε αποπερατωθεί η εκκαθάριση του ως άνω Τομέα, καθόσον, ναι μεν είχε ολοκληρωθεί η επιστροφή των κειμηλίων στα ιδρύματα του Αγίου Όρους στις 09/09/1998, όμως εξακολουθούσαν να υπάρχουν αρκετές εκκρεμότητες, όπως ιδίως η παρουσία εξοπλισμού σημαντικής οικονομικής αξίας του Οργανισμού στο Βυζαντινό Μουσείο, που έπρεπε να διατεθεί σε τρίτους, διάφορες αξιώσεις των Ιερών Μονών, η διαχείριση των εκδόσεων των Μονών κλπ.
Αποδεικνύεται δηλαδή ότι ο Β. Κ. προέβη σε πράξεις εκκαθάρισης και κατά το άνω χρονικό διάστημα ... Άλλωστε κατά την αποχώρηση του προηγούμενου εκκαθαριστή συντάχθηκε και υπογράφηκε μεταξύ του τελευταίου (Δ. Σ.) και του Β. Κ., ως αναπληρωτή εκκαθαριστή του ίδιου τομέα πρωτόκολλο παράδοσης παραλαβής των οικείων περιγραφόμενων στο πρωτόκολλο αυτό αντικειμένων και επομένως εδικαιούτο της ορισθείσας μηνιαίας αποζημιώσεως και για το μετά την 26.10.2000 χρονικό διάστημα μέχρι και τις 29.8.2003, οπότε και αντικαταστάθηκε από μέλος του Συμβουλίου Εκκαθάρισης.
Κατά συνέπεια, ο Β. Κ. εδικαιούτο να λάβει κατά το χρονικό διάστημα από 27.10.2000 έως 29.8.2003 κατά το οποίο διετέλεσε μέλος του Συμβουλίου Εκκαθάρισης και αναπληρωτής εντεταλμένος εκκαθαριστής. 1) Για το χρονικό διάστημα από 27.10.2000 έως 31.12.2000: α) για αμοιβή - αποζημίωση (2 μήνες X 450.000 δρχ. =) 900.000 δρχ, β) για αποζημιώσεις ...
Δηλαδή συνολικά για τις άνω αιτίες έπρεπε αυτός να λάβει (900.000 δρχ. + 168.350 δρχ. + 20.000 δρχ. =) 1.088.350 δρχ. 2) Για το χρονικό διάστημα από 01-01-2001 έως 31-12- 2001: α) για αμοιβή - αποζημίωση: (12 μήνες X 450.000
δρχ.=) 5.400.000 δρχ., β) για αποζημιώσεις συμμετοχής σε 3 συνεδριάσεις του Συμβουλίου Εκκαθάρισης: (3 X 33.670 δρχ. =) 101.010 δρχ. .. : 3) Για το χρονικό διάστημα από 01-01-2002 έως 31-12-2002: α) αμοιβή (12 μήνες X 450.000 δρχ. =) 5.400.000 δρχ., β) αποζημίωση για συμμετοχή σε 1 συνεδρίαση του Σ. Ε. (1 X 33.670 δρχ. =) 33.670 δρχ. και συνολικά: 5.433.670 δρχ. 4) Για το χρονικό διάστημα από 01-01-2003 έως 29-08-2003: (8 μήνες X 450.000 δρχ. = 3.600.000 δρχ.
Αντίστοιχα, ο Β. Κ. εισέπραξε, για τις ίδιες πιο πάνω αίτιες και κατά το ίδιο χρονικό διάστημα (από 27-10-2000 μέχρι 29- 08-2003, όπως προκύπτει από τις σχετικές καταστάσεις - καθολικά που τηρούσε η ενάγουσα γι’ αυτόν, σε συνδυασμό και με τα λοιπά έγγραφα στοιχεία, όπως αποδείξεις πληρωμής - δαπάνης, αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, πράξεις εκκαθάρισης, επιταγές κλπ., αντίγραφα των οποίων προσκομίζονται): 5) Κατά το χρονικό διάστημα από 27-10-2000 έως 31-12-2000:
α) Στις 06-11-2000: 450.000 δρχ., έναντι λογαριασμού, β) .... Ήτοι συνολικά καταβλήθηκε στον Β. Κ. το ποσό των 1.470.000 δρχ. Επίσης, αποδόθηκαν για λογαριασμό του φόροι: (54.680 + 13.670 + 13.670 =) 82.020 δρχ. Ήτοι ο Β. Κ. έλαβε κατά το ανωτέρω διάστημα συνολικά μικτά (μαζί με τους φόρους που αποδόθηκαν για λογαριασμό του): (1.470.000 + 82.020 =) 1.552.020 δρχ. (ενώ παραστατικά, ήτοι αποδείξεις πληρωμής - δαπάνης της ενάγουσας και αποδείξεις παροχής υπηρεσιών του Β.
Κ., εκδόθηκαν για το ποσό των 1.702.020 δρχ.). Επομένως, αυτός κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα έλαβε μεγαλύτερο του δικαιουμένου ποσό και δη: (1.552.020 δρχ. 1.088.350 δρχ. =) 463.670 δρχ. 6) Κατά το χρονικό διάστημα από 01-01-2001 έως 31-12-2001: α) Στις 05-01-2001: 450.000 δρχ., έναντι αποζημιώσεως, β) ... Ήτοι συνολικά καταβλήθηκε στο Β. Κ. το ποσό των 7.010.000 δρχ. .
Επίσης, αποδόθηκαν για λογαριασμό του φόροι: (1.000.000 + 300.000 + 36.931 + 708.000 =) 2.044.931 δρχ. Ήτοι ο Β. Κ. έλαβε κατά το ανωτέρω διάστημα συνολικά μικτά (μαζί με τους φόρους που αποδόθηκαν για λογαριασμό του): (7.010.000 + 2.044.931 =) 9.054.931 δρχ. (ενώ παραστατικά, ήτοι αποδείξεις πληρωμής - δαπάνης της ενάγουσας και αποδείξεις παροχής υπηρεσιών του Β.
Κ., εκδόθηκαν για το μικρότερο ποσό των 8.096.931 δρχ.). Επομένως, αυτός κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα έλαβε μεγαλύτερο του δικαιουμένου ποσό και δη: (9.054.931 δρχ. - 5.501.010 δρχ. =) 3.553.921 δρχ. 7) Κατά το χρονικό διάστημα από 01-01-2002 έως 31-12-2002 : α) Στις 30-01-2002 450.000 δρχ. έναντι αποζημιώσεως, β) .... Ήτοι συνολικά καταβλήθηκε στον Β.
Κ. (για το άνω διάστημα) το ποσό των 7.342.250 δρχ. Επίσης, αποδόθηκαν για λογαριασμό του φόροι: (11.050 + 681.500 + 965.000 =) 1.657.550 δρχ. Ήτοι ο Β. Κ. έλαβε κατά το ανωτέρω διάστημα συνολικά μικτά (μαζί με τους φόρους που αποδόθηκαν για λογαριασμό του): (7.342.250 + 1.657.550 =) 8.999.800 δρχ. (ενώ παραστατικά, ήτοι αποδείξεις πληρωμής - δαπάνης και αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, εκδόθηκαν για το μικρότερο ποσό των 7.527.553 δρχ.).
Επομένως, αυτός κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα έλαβε μεγαλύτερο του δικαιουμένου ποσό και δη: (8.999.800 δρχ. - 5.433.670 δρχ. =) 3.566.130 δρχ. 8) Κατά το χρονικό διάστημα από 01- 01-2003 έως 29-08-2003: α) Στις 29-01-2003: 450.000 δρχ., έναντι αποζημιώσεως, β) ... Ήτοι συνολικά καταβλήθηκε στον Β. Κ. (για το άνω διάστημα) το ποσό των 4.050.000 δρχ ενώ δεν παρακρατήθηκαν και δεν αποδόθηκαν κατά το διάστημα αυτό φόροι).
Ήτοι ο Β. Κ. έλαβε κατά το ανωτέρω διάστημα συνολικά μικτά (μαζί με τους φόρους που αποδόθηκαν για λογαριασμό του): (7.342.250 + 1.657.550 =) 8.999.800 δρχ. (ενώ παραστατικά δεν εκδόθηκαν για το διάστημα αυτό). Επομένως, αυτός κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα έλαβε μεγαλύτερο του δικαιουμένου ποσό και δη: (4.050.000 δρχ. - 3.600.000 δρχ. =) 450.000 δρχ.
Καθ’ όλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα (από 27-10-2000 μέχρι 29-08-2003 ο Β. Κ. έλαβε το μεγαλύτερο του δικαιουμένου ποσό των 463.670 + 3.553.921 + 3.566.130 + 450.000 = ) 8.033.721 δρχ και συνυπολογιζομένου και του χρονικού διαστήματος από 01-01-1998 μέχρι 26-10-2000, έλαβε το μεγαλύτερο του δικαιουμένου ποσό των (8.033.721 + 8.431.380 =) 16.465.101 δρχ. ή 48.320,18 ευρώ.
Στα μεγαλύτερα αυτά ποσά που έλαβε συμπεριλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και επιδόματα εορτών και αδείας, χωρίς να τα δικαιούται όπως στα πιο πάνω υπό στοιχεία 6ε, 6θ, 6ιζ, 7ε, 7η, 7ιζ, 8δ και 8η κονδύλια, που δεν κατονομάζονται ρητώς ως επιδόματα, αλλά από το ύψος των ποσών και το χρόνο καταβολής τους σαφώς συνάγεται ότι είναι, αντίστοιχα, επιδόματα εορτών Πάσχα, αδείας, εορτών Χριστουγέννων, εορτών Πάσχα, αδείας, εορτών Χριστουγέννων, εορτών Πάσχα και αδείας σαν να συνδεόταν με την ενάγουσα με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ενώ τούτο δεν συνέβαινε, δεδομένου ότι ασχολούνταν αποκλειστικά με τα καθήκοντά του ως εκκαθαριστή και δεν συνδεόταν με οποιαδήποτε άλλη σχέση με την ενάγουσα, γεγονός, που ασφαλώς γνώριζε λόγω της ιδιότητος και των καθηκόντων του.
Επιπλέον, λήφθηκαν και αμοιβές για συμμετοχή σε άλλες επιτροπές, εκτός της Μικτής Συντονιστικής Επιτροπής και του Συμβουλίου Εκκαθάρισης, ενώ, όπως προαναφέρθηκε, τέτοια αμοιβή (για τη συμμετοχή στις συνεδριάσεις επιτροπών άλλων, πλην της Μικτής Συντονιστικής Επιτροπής, όπως βεβαίως και του Συμβουλίου Εκκαθάρισης), ουδόλως προβλέφθηκε με οποιαδήποτε απόφαση του Συμβουλίου Εκκαθάρισης, γεγονός που ομοίως γνώριζε ο Β.
Κ. και ακόμη, δεν εκδίδονταν όλα τα νόμιμα φορολογικά παραστατικά σε κάθε καταβολή, ούτε παρακρατούνταν κάθε φορά ο φόρος που αναλογούσε, με αποτέλεσμα ο Β. Κ. να λαμβάνει στο σύνολό του το μικτό ποσό, αντί μειωμένο κατά τον ως άνω φόρο. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω αποδεικνύεται ότι οι εκ των εναγομένων Π.
Θ., Δ. Σ. και Β. Κ., υπό τις προαναφερθείσες ιδιότητές τους, γνώριζαν, ενόψει ακριβώς και των ιδιοτήτων τους αυτών, όταν εισέπρατταν τα ως άνω ποσά αφού οι ίδιοι υπέγραφαν και τις σχετικές πράξεις εκκαθάρισης, ο δε πρώτος αυτών εντολές πληρωμής για το χρονικό διάστημα από 01-04-1996 μέχρι 31-12-1997), ότι, κατά το μέτρο που αυτά υπερέβαιναν τις αποζημιώσεις που είχαν καθοριστεί με τις αποφάσεις του Δ.
Σ. της ενάγουσας (αναφορικά με τον Π., Θ. κατά το από 01-04-1996 έως 31-12- 1997 χρονικό διάστημα) και τις αποφάσεις του Συμβουλίου Εκκαθάρισης αυτής (για τους Δ. Σ. και Β. Κ., και τον Π. Θ. κατά το χρονικό διάστημα από 01-01-1998 μέχρι 26-10-2000 δεν δικαιούνταν να τα λάβουν, και παρά ταύτα, τα εισέπρατταν, με τη σύμπραξη και των λοιπών εναγομένων (Κ.
Λ., Α. Γ.), οι οποίοι, ενώ, ως εκ των προαναφερθέντων καθηκόντων τους, είχαν υποχρέωση να αποτρέψουν την απόληψη των μεγαλύτερων αυτών χρηματικών ποσών, δεν το έπρατταν, αλλά συνέπρατταν στην είσπραξή τους (με την υπογραφή των σχετικών εντολών πληρωμής, πράξεων εκκαθάρισης, επιταγών, σύνταξη παραστατικών κλπ.) με αντίστοιχη ζημία της ενάγουσας, την οποία ο εναγόμενος (αναιρεσείων) αποδέχονταν.
Αντίστοιχα, με την ιδιότητά του ως εντεταλμένου εκκαθαριστή του Τομέα του Αγίου Όρους κατά το χρονικό διάστημα από 01-01-1998 έως 26-10-2000, ο Δ. Σ. συνέπραξε στην απόληψη από τον αναπληρωτή του Β. Κ. των ως άνω μεγαλύτερων των δικαιουμένων, με βάση τις ίδιες της αποφάσεις του Συμβουλίου Εκκαθάρισης, ποσών, υπογράφοντας αυτός μόνος τις σχετικές πράξεις εκκαθάρισης για την πληρωμή του Β.
Κ. με τα ως άνω ποσά, που γνώριζε ότι υπερέβαιναν όσα είχαν οριστεί με τις πιο πάνω αποφάσεις του Συμβουλίου Εκκαθάρισης, παρότι ως εκ της άνω θέσεως του είχε την υποχρέωση έναντι της ενάγουσας ν’ αποτρέψει την καταβολή των ως άνω ποσών. Εξ άλλου .. με μόνες τις προαναφερθείσες αποφάσεις του Συμβουλίου Εκκαθάρισης για καθορισμό αμοιβής των μελών του, χωρίς την έκδοση των σχετικών εγκριτικών Υπουργικών Αποφάσεων, που εν προκειμένω δεν εκδόθηκαν, οι ως άνω εναγόμενοι (Π.
Θ.ς, Δ. Σ., Β. Κ.), δεν δικαιούνταν να εισπράξουν αποζημιώσεις. Αυτοί, παρότι απεστάλησαν εκ μέρους του Κ. Λ. επιστολές προς Υπουργούς για τη ρύθμιση του θέματος με την έκδοση εγκριτικών Υπουργικών Αποφάσεων, οι οποίες, κατά τα ανωτέρω ουδέποτε εκδόθηκαν, γεγονός, που ενόψει και του σημαντικού χρονικού διαστήματος που διέρρευσε, μόνον ως άρνηση έγκρισης των άνω καθορισθέντων από το Συμβούλιο Εκκαθάρισης αποζημιώσεων μπορούσε να εκληφθεί, δεν προσέφυγαν στα αρμόδια δικαστήρια για τον καθορισμό του ύψους των αποζημιώσεών τους ...Η απόληψη αμοιβής με την άνω διαδικασία, (έστω και υπό τη μορφή προκαταβολής) προϋποθέτει την προηγούμενη έκδοση δικαστικής απόφασης, γεγονός που στην προκειμένη περίπτωση ουδόλως συνέβη.
Ούτε προκάλεσαν οι ως άνω εναγόμενοι, όπως είχαν τη δυνατότητα, τη σύγκληση Γενικής Συνέλευσης του μετόχου (Ελληνικού Δημοσίου), για το πιο πάνω ζήτημα (την έγκριση δηλαδή των αποζημιώσεων που οι εναγόμενοι μονομερώς είχαν καθορίσει). Πέραν δε των ανωτέρω, αναφορικά με το αντικείμενο της παρούσας δίκης, που είναι τα ποσά που λήφθηκαν από τους άνω εναγόμενους (Δ.
Σ., Β. Κ.), πλέον εκείνων που καθορίστηκαν με τις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της ενάγουσας και του Συμβουλίου Εκκαθάρισης αυτής αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος (αναιρεσείων) γνώριζε πως αυτά υπερέβαιναν εκείνα που είχαν καθοριστεί με τις εν λόγω αποφάσεις, αφού τούτο προέκυπτε από τις τελευταίες, που αδιαμφισβήτητα ήταν σε γνώση όλων, σε συνδυασμό με το ύψος των καταβαλλόμενων ποσών και των σχετικών παραστατικών που εκδίδονταν και με δικές του, κατά περίπτωση, ενέργειες......
Η απόληψη αυτών των παροχών ουδόλως και υπό οποιαδήποτε εκδοχή μπορούσε να δικαιολογηθεί, σύμφωνα με όσα εκτενώς αναπτύσσονται ανωτέρω. Ομοίως ουδόλως μπορούσε να δικαιολογηθεί η απόληψη χρηματικών ποσών για συμμετοχές σε επιτροπές, για τις οποίες ακόμη και το Συμβούλιο Εκκαθάρισης δεν είχε προβλέψει αμοιβή, όπως και η καταβολή χρηματικών ποσών για άλλες αιτίες για τις οποίες επίσης δεν είχαν εκδοθεί σχετικές, αποφάσεις του Δ.Σ.
για το πριν από την εκκαθάριση διάστημα, ... Η γνώση αυτή προκύπτει και από την .. από 20-09-1999 επιστολή του Α. Γ. προς το Συμβούλιο Εκκαθάρισης, στην οποία γίνεται λόγος για το ιδιαίτερα υψηλό χρεωστικό υπόλοιπο που εμφανίζουν οι καρτέλες των εκκαθαριστών, ενώ επισημαίνεται ότι "ξενίζει" τόσο το ύψος των καταβολών, όσο και η τακτική καταβολή τους, που σαφώς υποδηλώνουν αμοιβή.
Είναι, επίσης, χαρακτηριστικό, ότι το ύψος των αποζημιώσεων που ορίστηκαν με την αρχική απόφαση του Συμβουλίου Εκκαθάρισης ήταν ιδιαίτερα υψηλό, ιδίως σε σχέση με τις αποζημιώσεις των μελών του διοικητικού συμβουλίου, που είχαν οριστεί από το τελευταίο και εγκριθεί με Υπουργική Απόφαση. Δεν πρέπει, ομοίως, να παροράτε ότι οι αποφάσεις του συμβουλίου εκκαθάρισης για τον καθορισμό των αποζημιώσεων των μελών του λήφθηκαν χωρίς να συμμετέχει το μέλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που προήδρευε αυτού (συμβουλίου εκκαθάρισης).
Τέλος, συνάδουν με τα ανωτέρω και τα εξής: Το γεγονός της μη εκδόσεως όλων των νόμιμων παραστατικών (παρά για μέρος των καταβαλλόμενων ποσών), με αποτέλεσμα να μην καταβάλλεται στο σύνολο του ο αναλογούν φόρος για το σύνολο των ποσών που λάμβαναν οι Θ., Δ. Σ. και Β. Κ., της έκδοσης παραστατικών προς το τέλος των περιόδων για τη λογιστική κάλυψη μεγαλύτερων απολήψεων, καθώς και της υπογραφής από τον Οικονομικό Διευθυντή της ενάγουσας των καταστάσεων των ετών 1997-2003, χωρίς να ολοκληρωθεί ο έλεγχος των ορκωτών λογιστών, και δίχως να εγκριθούν από τη Γενική Συνέλευση του μετόχου Ελληνικού Δημοσίου ...
Ο μη καθορισμός με δικαστική απόφαση των τυχόν αξιώσεων των εναγομένων - εκκαθαριστών της ενάγουσας, τον οποίο, άλλωστε, οι ίδιοι δεν επεδίωξαν, δεν αναιρεί την υπαίτια (από δόλο) αδικοπρακτική συμπεριφορά τους, αφού αυτή διαπράχθηκε με την απόληψη των άνω χρηματικών ποσών, εν γνώσει τους ότι δεν είχαν σχετικό νόμιμο δικαίωμα (άλλωστε οι ίδιοι ανέφεραν στη σχετική απόφαση του Σ.
Ε. ότι η τελευταία λήφθηκε με προσωπική τους ευθύνη), αφού, ανεξάρτητα από τη μη έγκριση των αποφάσεων του Συμβουλίου Εκκαθάρισης για καθορισμό αποζημίωσης των μελών του με Υπουργική Απόφαση (και τη μη "νομιμοποίηση" με οποιοδήποτε τρόπο (απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του μετόχου, δικαστική απόφαση) των άνω εν γένει αποζημιώσεων που ορίστηκαν με τις αποφάσεις του Συμβουλίου Εκκαθάρισης), επρόκειτο για ποσά μεγαλύτερα ακόμη και εκείνων που είχαν καθοριστεί από τις πιο πάνω αποφάσεις του Σ.
Ε. ...". VΙ) Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή. Κατέληξε δε στο αποδεικτικό του πόρισμα, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, τόσο ως προς το παράνομο και υπαίτιο (δόλιο) της συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος κατά την άσκηση των καθηκόντων του ως εντεταλμένου εκκαθαριστή της αναιρεσίβλητης, όσο και ως προς το ακριβές μέγεθος της ζημίας που προκάλεσε στην τελευταία.
Και αυτό διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, εν γνώσει του ο ίδιος και ο Β. Κ. εισέπραξαν παράνομα για αμοιβές και αποζημιώσεις ποσά που υπερέβαιναν εκείνων που αυτοί δικαιούνταν με βάση τις σχετικές αποφάσεις του Συμβουλίου Εκκαθάρισης της αναιρεσίβλητης, όπως και ποσά για συμμετοχή τους σε επιτροπές, για τα οποίες δεν είχε προβλεφθεί αμοιβή από το Συμβούλιο εκκαθάρισης, ενώ έλαβαν και δώρα εορτών και επιδόματα αδείας, μολονότι ο αναιρεσείων γνώριζε ότι αυτός και ο Β.
Κ. δεν τα δικαιούνταν, εφόσον δεν συνδέονταν με την αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Επί πλέον δε, ορισμένα από τα παραπάνω ποσά, τα εισέπρατταν χωρίς να έχουν εκδοθεί τα νόμιμα παραστατικά, με συνέπεια την καταβολή από αυτούς μικρότερου φόρου. Το ότι τα εισπραχθέντα ποσά αποτελούσαν προκαταβολές δεν αναιρεί το παράνομο του χαρακτήρα τους ούτε φανερώνει έλλειψη δόλου του αναιρεσείοντος, εφόσον αυτός γνώριζε ότι τα προκαταβληθέντα σ’ αυτόν και στον Β.
Κ. ποσά υπερέβαιναν εκείνων που οφείλονταν σ’ αυτούς σύμφωνα με τις αποφάσεις του Συμβουλίου Εκκαθάρισης της αναιρεσίβλητης και παρόλα αυτά υπέγραφε τις σχετικές πράξεις εκκαθάρισης, άνευ των οποίων δεν θα μπορούσαν να εισπραχθούν. Το γεγονός δε ότι ενδέχεται να εγκριθεί το ύψος των ποσών αυτών, με υπουργικές στο μέλλον αποφάσεις δεν αναιρεί τον αρχικά παράνομο χαρακτήρα της συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και την αντίστοιχη ζημία της αναιρεσίβλητης, Την κρίση του το Εφετείο για τη γνώση του αναιρεσείοντος στηρίζει κυρίως στο γεγονός ότι και ο αναιρεσείων συμμετείχε στη λήψη των αποφάσεων του Συμβουλίου Εκκαθάρισης της αναιρεσίβλητης, που επέτρεπαν στα μέλη του, επομένως και σ’ αυτόν όπως και στον Β.
Κ., την είσπραξη προκαταβολών έναντι των οφειλόμενων αμοιβών και αποζημιώσεών τους, ενώ ο ίδιος συνυπέγραφε και τις αντίστοιχες εκκαθαριστικές πράξεις για τον εαυτό του αλλά και για τον Β. Κ. και συνεπώς είχε σαφή γνώση των αυξημένων ποσών που εγκρίνονταν μ’ αυτές προς είσπραξη σε βάρος της περιουσίας της αντιδίκου του, προκαλώντας σ’ αυτή ισόποση ζημία, με την είσπραξη των ποσών αυτών, την οποία (ζημία) αυτός ασφαλώς πρόβλεπε και αποδεχόταν, δεδομένου ότι ο ίδιος όπως και τα άλλα μέλη του Συμβουλίου Εκκαθάρισης είχαν αναλάβει προσωπικά την ευθύνη (στην υπ’ αριθ. .../11.3.1999 απόφαση του Συμβουλίου Εκκαθάρισης), της είσπραξης των ως άνω ποσών μέχρι την έκδοση της σχετικής απόφασης που θα καθόριζε την αποζημίωσή τους.
Συνεπώς, οι δεύτερος, τρίτος, πέμπτος και έβδομος αναιρετικοί λόγοι, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο τέταρτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των περί παραγραφής διατάξεων, με το να δεχθεί ότι οι εναντίον του ένδικες αξιώσεις της αναιρεσίβλητης δεν έχουν παραγραφεί, ως υποκείμενες στη δεκαετή παραγραφή του άρθρ. 22α παρ. 5 του ν. 2190/1920 και όχι στην πενταετή παραγραφή του άρθρ. 937 ΑΚ, απορρίπτοντας, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ως μη νόμιμο τον σχετικό ισχυρισμό του, που πρότεινε πρωτοδίκως και επανέφερε με λόγο της έφεσής του. Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχεται ότι ο αναιρεσείων ενήργησε δολίως στην πρόκληση της ζημίας της αναιρεσίβλητης, παρά τα αντίθετα από αυτόν ισχυριζόμενα.
Συνεπώς, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, οι ένδικες αξιώσεις της αναιρεσίβλητης υπόκεινται στην δεκαετή παραγραφή του άρθρ. 22α παρ. 5 του ν. 2190/1920, Ο δόλος βέβαια του αναιρεσείοντος προέκυψε από τις αποδείξεις και επομένως ο περί παραγραφής ισχυρισμός αυτού δεν έπρεπε να απορριφθεί εξ αρχής ως μη νόμιμος, αλλά έπρεπε να απορριφθεί κατ’ ουσίαν μετά την εκτίμηση των αποδείξεων και την απόδειξη του δόλου αυτού. Το σφάλμα όμως αυτό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν επηρέασε τελικά την ορθότητα του διατακτικού της, οπότε και αποκλείεται κατά το άρθρ. 578 ΚΠολΔ η αναίρεσή της για μόνο το σφάλμα αυτό.
VΙΙ) Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη της τρίτης περίπτωσης του άρθρου 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 335 και 338 έως 340 και 561 παρ. 1 του ίδιου Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, περιλαμβανομένων και των ερμηνευτικών ή στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 Κ.Πολ.Δ. Ωστόσο δεν επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα κατ’ είδος αναφερόμενα, κατά το νόμο επιτρεπτά αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 544/2005, 190/1995).
Με τον πέμπτο λόγο της αίτησής του, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 11γ Κ.Πολ.Δ, αιτιάται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη την υπ’ αριθ. .../11-3-1999 απόφαση του Συμβουλίου Εκκαθάρισης της αναιρεσίβλητης (η οποία ελήφθη κατά την 23/11-3-1999 συνεδρίαση), από την οποία, σύμφωνα με τα υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα, προκύπτει ότι τα ποσά που καθορίστηκαν με αυτή αναφέρονταν σε καθαρές και όχι μικτές αποδοχές.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση (σελίδα 31 αυτής ), το Εφετείο ρητά αναφέρεται στην ως άνω απόφαση του Συμβουλίου Εκκαθάρισης, το δε γεγονός ότι από την απόφαση αυτή το Εφετείο συνήγαγε ότι αναφέρεται σε καθαρές και όχι σε μικτές αποδοχές και αποζημιώσεις, δεν σημαίνει και ότι δεν την έλαβε στην πραγματικότητα υπόψη, όπως ο αναιρεσείων υποστηρίζει.
Εξ άλλου, απορριπτέοι ως απαράδεκτοι είναι οι δεύτερος και έβδομος λόγοι της αίτησης, με τους οποίους ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του περί ανυπαρξίας ζημίας της αναιρεσίβλητης από την αποδιδόμενη σ’ αυτόν αδικοπρακτική συμπεριφορά και περί μη σύμπραξής του στην είσπραξη από τον Β.
Κ. ποσών που δεν εδικαιούτο. Και αυτό διότι οι ισχυρισμοί αυτοί είναι απλοί αρνητικοί ισχυρισμοί των αντίθετων αγωγικών ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης και συνεπώς δεν αποτελούν πράγμα κατά την έννοια του ως άνω αναιρετικού λόγου.
VΙΙΙ) Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του που προηγήθηκε της άσκησης του δικαιώματος, σε συνδυασμό με την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο μεσοδιάστημα ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού άνθρωπου για το δίκαιο και την ηθική, όπως προπάντων συμβαίνει όταν δημιουργήθηκε στον οφειλέτη η εύλογη πεποίθηση ότι τελικά δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, με αποτέλεσμα η μεταγενέστερη άσκησή του να προκαλεί επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες και να εμφανίζεται έτσι αδικαιολόγητη ως υπερβαίνουσα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη όμως η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο απ’ αυτόν της παραγραφής δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρ. 281 ΑΚ.
Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ. ΑΠ 8/2001, 7/2002, 33/2005, ΑΠ 613/2008, ΑΠ 701/2009). Γίνεται, δηλαδή, σε τελική ανάλυση στάθμιση των αντίθετων συμφερόντων των μερών και προκρίνονται εκείνα τα συμφέροντα που παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη σπουδαιότητα για την κοινωνική τάξη και ευρυθμία (ΑΠ 1321/2011, ΑΠ 1507/2011).
Εξ άλλου η κατάχρηση δικαιώματος, ως συμπεριφορά απαγορευμένη από τη διάταξη του άρθρ. 281 ΑΚ, είναι παράνομη και συνιστά αδικοπραξία, για την οποία οφείλεται αποζημίωση με τις προϋποθέσεις του άρθρ. 914 ή 919 ΑΚ (Ολ. ΑΠ 49/2005, 16/2006, ΑΠ 1457/ 2009). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων πρότεινε πρωτοδίκως και επανέφερε με λόγο της έφεσής του την ένσταση καταχρηστικής άσκησης της ένδικης από 21-11-2005 (με αρ.
κατ. 47426/2005) αγωγής, ισχυριζόμενος ότι η καταβολή σ’ αυτόν όλων των ποσών, που εισέπραξαν αυτός και ο Β. Κ. κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από την αναιρεσίβλητη, έγινε με νόμιμες αποφάσεις των αρμόδιων οργάνων της, με βάση νόμιμα παραστατικά που συντάχθηκαν με υποδείξεις και οδηγίες των οικονομικών υπηρεσιών και του λογιστηρίου της, τα οποία ακολούθως ελέγχθηκαν από τις υπηρεσίες της αυτές, γι’ αυτό και η ίδια είχε ανέκαθεν πλήρη γνώση ως προς το ύψος και τη νομιμότητα των ποσών που κάθε φορά του κατέβαλε, ως προς τα οποία εκκρεμεί εξ άλλου η οριστική εκκαθάρισή τους, αφού δεν έχει προσδιοριστεί έκτοτε με υπουργική ή δικαστική απόφαση το ποσό της συνολικής αμοιβής του ως εκκαθαριστή της αναιρεσίβλητης, ενώ και η ίδια δεν προέβαλε την οποιαδήποτε σχετική αξίωσή της μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής της, που άσκησε καθυστερημένα και ότι η μακροχρόνια αδράνεια της αναιρεσίβλητης δημιούργησε σ’ αυτόν εύλογα την πεποίθηση ότι και στο μέλλον δεν θα ασκούσε τέτοιες αξιώσεις, οπότε η όψιμη άσκηση της ένδικης αγωγής της, με την οποία επιχειρείται να ανατραπεί μια διαμορφωμένη ήδη από καιρό κατάσταση και να προκληθούν έτσι σε βάρος του ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες, παρίσταται ως κατάχρηση δικαιώματος.
Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε ως μη νόμιμη την παραπάνω ένσταση, δεχόμενο τα εξής: "Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν στοιχειοθετούν την έννοια της ΑΚ 281, όπως αυτή προεκτέθηκε, καθόσον οι εναγόμενοι δεν αποδέχονται, έστω επικουρικώς, ότι ανέλαβαν εν γνώσει τους μεγαλυτέρου ύψους των δικαιουμένων ποσά και επομένως ισχυρίζονται ότι η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) ασκεί εναντίον τους ανύπαρκτο δικαίωμά της του οποίου κατά συνέπεια δεν είναι νοητή η καταχρηστική άσκηση, ενώ από μόνη της η καθυστερημένη προβολή των επιδίκων αξιώσεων ...
δεν καθιστά την άσκηση της αγωγής καταχρηστική, σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν στην οικεία μείζονα σκέψη και όπως ορθώς κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Κατά συνέπεια και ο σχετικός λόγος .. με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο είναι απορριπτέος ως αβάσιμος". Ωστόσο, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρωτόδικων από 19-10-2006 προτάσεων του αναιρεσείοντος (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι αυτός πρότεινε επικουρικά την παραπάνω ένστασή του.
Το Εφετείο, συνεπώς, που έκρινε διαφορετικά, εσφαλμένα κατά την αντίστοιχη σκέψη του ερμήνευσε και εφήρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 281 ΑΚ. Ενόψει όμως του ότι είναι ορθή η επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη την αυτή ένσταση, κρίνοντας ότι μόνη η καθυστερημένη άσκηση των επίδικων αξιώσεων της αναιρεσίβλητης δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση της ένδικης αγωγής της, εφόσον κατά τα λοιπά η καθυστερημένη επιδίωξη των σχετικών αξιώσεών της δεν συνδέεται με επαχθείς για τον ίδιο συνέπειες, τις οποίες αόριστα μόνον επικαλέσθηκε.
Επομένως, ο έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, δηλαδή ότι με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου απέρριψε ως μη νόμιμη την ένστασή του περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής, είναι αβάσιμος και απορριπτέος σε συνδυασμό και με το άρθρ. 578 ΚΠολΔ, αφού ναι μεν υπάρχει, κατά τα ανωτέρω, σφάλμα στην πρώτη από τις δυο επάλληλες αιτιολογίες της απόφασης, όμως το σφάλμα αυτό δεν επηρέασε τελικά την ορθότητα του διατακτικού της, ώστε να δικαιολογείται για μόνο το σφάλμα αυτό η αναίρεσή της.
Ούτε βέβαια το ίδιο σφάλμα ως προς την εκτίμηση, δηλαδή, της παραπάνω ένστασης ως μη επικουρικής, ισοδυναμεί με παράλειψη του Εφετείου να λάβει υπόψη την ένσταση αυτή, ώστε να θεμελιώνεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, όπως ο αναιρεσείων υποστηρίζει με μέρος του αυτού έκτου λόγου της αίτησης αναίρεσης και συνεπώς ο λόγος αυτός είναι κατά το αντίστοιχο μέρος του απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Ο ίδιος λόγος της αίτησης, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται το Εφετείο ότι με ελλιπείς αιτιολογίες απέρριψε ως μη νόμιμη την παραπάνω ένστασή του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον λόγος αυτός αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ μπορεί να ιδρυθεί μόνον εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης, ενώ στην υπό κρίση περίπτωση, η ένσταση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη.
Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του συνεχίζοντος τη δίκη Ελληνικού Δημοσίου, ως καθολικού διαδόχου της αναιρεσίβλητης εταιρείας, λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένα όμως κατ’ άρθρο 22 Ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 του Εισ.
Ν. Κ.Πολ.Δ και όπως αυτό ισχύει μετά την υπ’ αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του Ν. 1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπό κρίση αίτηση του Δ. Σ. για αναίρεση της 422/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του συνεχίζοντος τη δίκη Ελληνικού Δημοσίου, ως καθολικού διαδόχου της αναιρεσίβλητης εταιρείας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Οκτωβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Νοεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ