1276/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1276/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ζήτησε δε ο ενάγων να αναγνωρισθεί ως έγκυρη η σύμβαση ασφάλισης και η υπ' αριθ. 52 προσθήκη σ' αυτήν και να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη, το ποσό των 10.000 δρχ. Η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη με την 2539/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Full text
Απόφαση 1276 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1276/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Μ. χας Α. Π. θυγ. Σ. Κ., και 2. Ν. Π. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Δικαίο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΑΕ" που εκπροσωπείται νόμιμα ως υπεισελθούσης κατόπιν συγχωνεύσεως εις τα δικαιώματα ης και υποχρεώσεις της Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟΛΑΙΦ-ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΑΕ" που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γεωργόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-5-2001 αγωγή του Αντωνίου Ποιμενίδη, αρχικού διαδίκου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3015/2003 μη οριστική, 2539/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4072/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-5-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου, ανέγνωσε την από 25-1-2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Αργυρίου Σταυράκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων Α. Π. άσκησε την από 15-5-2001 αγωγή του, στην οποία εξέθετε: "Ότι με την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία είχε συνάψει ασφάλιση ζωής ισόβιας διάρκειας και ότι με την υπ' αριθ. 52 προσθήκη στη σύμβαση συμφωνήθηκε η παροχή σ' αυτόν "ευρείας νοσοκομειακής περίθαλψης".
Ότι, ενώ αυτός εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις του και κατέβαλλε τα ασφάλιστρα, που αναλογούσαν τόσο στη βασική ασφάλιση όσο και στη νοσοκομειακή περίθαλψη, η εναγόμενη, ενεργώντας αντισυμβατικά, εναντίον της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, μεθόδευσε την καταγγελία της σύμβασης, αφού του απέστειλε ειδοποιητήριο για την καταβολή μόνο των ασφαλίστρων της βασικής σύμβασης, του πρότεινε δε τη σύναψη νέας σύμβασης υπό δυσμενέστερους όρους, πράγμα που αυτός απέκρουσε και ενέμεινε στην τήρηση των συμφωνηθέντων.
Ζήτησε δε ο ενάγων να αναγνωρισθεί ως έγκυρη η σύμβαση ασφάλισης και η υπ' αριθ. 52 προσθήκη σ' αυτήν και να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη, το ποσό των 10.000 δρχ. Η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη με την 2539/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κατ' αυτής άσκησαν έφεση οι κληρονόμοι του ενάγοντος, που δήλωσαν συνέχιση της δίκης, εκδόθηκε δε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε ως αόριστο το αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης, έκρινε δε νόμιμη κατά τα λοιπά την αγωγή, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και στη συνέχεια κράτησε την υπόθεση και απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή.
Κατά το άρθρο 6 του Ν 2496/1997, από τις διατάξεις του οποίου διέπονται και οι υφιστάμενες κατά την έναρξη της ισχύος του (16.5.1997) ασφαλιστικές συμβάσεις, κατ' άρθρο 33 παρ. 4 αυτού: "Ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να καταβάλει τα ασφάλιστρα σε μετρητά, είτε εφάπαξ είτε με τμηματικές καταβολές ... (παρ. 1). Η καθυστέρηση καταβολής ληξιπρόθεσμης δόσης ασφαλίστρου δίνει το δικαίωμα στον ασφαλιστή να καταγγείλει την σύμβαση.
Η καταγγελία γίνεται με γραπτή δήλωση στον λήπτη της ασφάλισης, στην οποία γνωστοποιείται, ότι η περαιτέρω καθυστέρηση καταβολής ασφαλίστρου θα επιφέρει, μετά πάροδο ενός μηνός από την κοινοποίηση της δήλωσης, την λύση της σύμβασης (παρ. 2)". Από τη δεύτερη παράγραφο της διάταξης αυτής προκύπτει ότι εισάγεται διπλή υποχρέωση στον ασφαλιστή:
Η καταγγελία της σύμβασης πρέπει να γίνει εγγράφως προς τον λήπτη της ασφάλισης, αλλά, για να επέλθουν τα εκ του νόμου αποτελέσματα αυτής, πρέπει στο κείμενο να αναφέρονται οι συνέπειες της καθυστέρησης καταβολής ασφαλίστρου. Για τη λύση δηλαδή της ασφαλιστικής σύμβασης δεν αρκεί μόνο η δήλωση του ασφαλιστή περί ακυρώσεως ή "ελευθεροποίησης" της σύμβασης λόγω μη πληρωμής των ασφαλίστρων, η οποία κοινοποιείται στον ασφαλισμένο, αλλά απαιτείται δήλωση περί καταγγελίας με την επισήμανση ότι η περαιτέρω καθυστέρηση καταβολής ασφαλίστρου θα επιφέρει, μετά παρέλευση ενός μηνός από την κοινοποίηση της δήλωσης, τη λύση της σύμβασης.
Αν δεν γίνει η προσήκουσα γνωστοποίηση, δεν υφίσταται η καταγγελία, τυχόν δε αντίθετη συμφωνία ότι με μόνο την υπερημερία του ασφαλισμένου ως προς την καταβολή των ασφαλίστρων επέρχεται αυτοδικαίως λύση της σύμβασης είναι άκυρη κατά τη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 του ν. 2496/1997, η οποία ορίζει: " Κάθε δικαιοπραξία που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος είναι άκυρη, εκτός αν ορίζεται, κάτι άλλο ειδικά στον παρόντα νόμο ή αν πρόκειται για ασφάλιση μεταφοράς πραγμάτων, πίστωσης ή εγγύησης, καθώς και θαλάσσια ή αεροπορική ασφάλιση ζημιών". (Ολ.
ΑΠ 14/2013, ΑΠ. 1488/2008, Α.Π. 1519/2006, Α.Π.964/2003, άρθρο 6 της Εισηγητής Έκθεσης του ν. 2496/1997). Κατά το άρθρο 33 του ν.δ. 400/1970: "Η τυχόν καθυστέρηση τμηματικής καταβολής πέρα από τον οριζόμενο στο ασφαλιστήριο χρόνο καθιστά το ασφαλιστήριο άκυρο. Η ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να επικαλεσθεί την ακυρότητα μόνο αφού προηγουμένως ειδοποιήσει αποδεδειγμένα τον ασφαλισμένο με επιστολή, πριν από τριάντα (30) τουλάχιστον ημέρες, χωρίς να επιτρέπεται αντίθετη συμφωνία στο σημείο αυτό" η διάταξη, όμως αυτή καταργήθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 33 του ν. 2496/1997.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη υπόθεση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Δυνάμει του από 18.3.1994 ασφαλιστηρίου συμβολαίου ζωής και των ειδικών όρων των προσθηκών 44 "ασφάλιση θανάτου από ατύχημα" και 52 "ασφάλιση ευρείας νοσοκομειακής περίθαλψης" ο αρχικά ενάγων Α. Π. ασφαλίστηκε από 1.1.1994 στην ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΙΟΝΙΚΗ ΑΕΓΑ", η οποία ακολούθως συγχωνεύθηκε με απορρόφηση από την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.Α.Ε.Ζ." και τελευταία συγχωνεύθηκε με απορρόφηση από την εναγομένη, ήδη εφεσίβλητη, ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ "ΦΟΙΝΙΞ ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.Α.Ε." η οποία υποκαθιστά αυτοδίκαια, την αρχικά ασφαλίστρια σ' όλα τα, από τη σύμβαση ασφάλισης, δικαιώματα και υποχρεώσεις.
Η διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε ισόβια και δικαιούχοι της ασφαλιστικής αποζημίωσης (ασφαλισμένο κεφάλαιο και συσσωρευμένα μερίσματα) οι νυν ενάγοντες, καθόσον μετά την άσκηση της αγωγής και πριν από τη συζήτηση της στο πρώτο βαθμό αποβίωσε ο αρχικός ενάγων -ασφαλισμένος, οι οποίοι, νυν ενάγοντες, μετά από βίαια διακοπή συνεχίζουν τη δίκη ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του.
Το καθαρό ετήσιο ασφάλιστρο ορίστηκε στο ποσό των 89.005 δρχ. και ότι αυτό θα καταβάλλεται σε δύο, ισόποσες, εξαμηνιαίες δόσεις. Με τους όρους 7 και 5 των ειδικών προσθηκών (44 και 52 αντίστοιχα) ορίστηκε ότι οι προσθήκες παύουν να ισχύουν, εκτός των άλλων, στις περιπτώσεις καταγγελίας από κάποιο από τους συμβαλλόμενους και μη εμπρόθεσμης εξόφλησης των ασφαλίστρων.
Η σύμβαση αυτή εξελίχθηκε ομαλά μέχρι τέλος του έτους 2000. Με την από 19.1.2001 ειδοποίηση της η εναγομένη προς τον αρχικό ενάγοντα, γνωστοποίησε σ' αυτόν ότι τα ασφάλιστρα έξι μηνών (πρώτου εξαμήνου 2001), συνολικού ποσού 26.967 δρχ. (79,14 ευρώ) έπρεπε να καταβληθούν μέχρι τις 31.1.2001. Στο ποσό αυτό, όπως εκατέρωθεν συνομολογείται (άρθρο 262 ΚΠολΔ ) δεν περιλαμβάνεται αυτό που αντιστοιχούσε στην προαναφερόμενη ειδική προσθήκη 52 με επικεφαλίδα "ασφάλιση ευρείας νοσοκομειακής κάλυψης" που αντιστοιχεί στο ποσό των 35.000 δρχ.
περίπου (62.000 μείον 27.000). Οι αγωγικοί ισχυρισμοί ότι ο αρχικός ενάγων αμέσως μετά τη λήψη της παραπάνω ειδοποίησης, η οποία ισχυρίζεται ότι λήφθηκε απ' αυτόν αρχές Φεβρουαρίου 2001, επικοινώνησε με τα όργανα της παραπάνω εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας και ότι ζήτησε την αποστολή νέου ειδοποιητηρίου, ότι έλαβε την απάντηση ότι η εν λόγω ασφαλιστική κάλυψη έληξε λόγω συμπλήρωσης του 65° έτους της ηλικίας του και ότι του προτάθηκε η σύναψη νέας συμβάσεως είναι απορριπτέοι ως ουσία αβάσιμοι-αναπόδεικτοι.
Ενόψει του ότι ο αρχικός ενάγων δεν κατέβαλε μέσα στην παραπάνω προθεσμία του ενός μηνός τα ασφάλιστρα, η παραπάνω αναφερόμενη ασφαλιστική εταιρεία με την από 23.3.2001 συστημένη επιστολή της γνωστοποίησε σ' αυτόν ότι η καθυστέρηση αυτή είχε ως επακόλουθο την "ελευθεροποίηση" του ασφαλιστήριου συμβολαίου και την ισχύ του για το κεφάλαιο "ασφάλισης "βασικής ζωής" μειωμένη και ότι ακυρώνονται οι "τυχόν" υπάρχουσες προσθήκες.
Περαιτέρω, με την ίδια επιστολή η ασφαλιστική εταιρεία έκανε στον παραπάνω ασφαλισμένο γνωστό ότι είχε τη δυνατότητα να επαναφέρει το ασφαλιστήριο συμβόλαιο στην προηγούμενη μορφή εάν η υγεία του δεν είχε μεταβληθεί, πληρώνοντας τα οφειλόμενα ασφάλιστρα. Ο επίσης αγωγικός ισχυρισμός ότι εναγομένη αρνήθηκε την προς αυτή καταβολή των ασφαλίστρων και ότι για το λόγο αυτό ο αρχικός ενάγων προέβη στη δημόσια κατάθεση του στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού δεν προκύπτει κατ' αρχήν υπερημερία της εναγομένης ασφαλίστριας (άρνηση της δανείστριας παραλαβής των χρημάτων που της προσέφερε ο ενάγων οφειλέτης) και περαιτέρω επίδοση (και παραλαβή) του προσκομισθέντος (σε ανεπικύρωτο φωτοαντίγραφο) από 14.3.2001 του γραμματίου του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων την ύπαρξη του οποίου αγνοούσε μέχρι την πρώτη συζήτηση της αγωγής (29.1.2003), αφού στην αγωγή δεν γίνεται καμία αναφορά περί της ταυτότητας αυτού (χρόνος κατάθεσης, ορισμός, κλπ).
Κατ' ακολουθίαν των προαναφερθέντων, ήτοι καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη παράνομα (καταχρηστικά) κατάγγειλε την εν λόγω σύμβαση ασφάλισης και ότι έθεσε τον αρχικό ενάγοντα εκτός ασφαλιστικής κάλυψης του παραρτήματος 52, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη η ένδικη αγωγή".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της διάταξης ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 6 του ν. 2496/1997, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της εκ μέρους της εναγόμενης καταγγελίας ή μη, και μάλιστα έγκυρης, της ασφαλιστικής σύμβασης και της προσθήκης 52 αυτής περί παροχής στον ασφαλισμένο "ευρείας νοσοκομειακής περίθαλψης".
Ειδικότερα, ενώ το Εφετείο δέχεται ότι μέχρι το έτος 2001 ο ασφαλισμένος ήταν συνεπής στις υποχρεώσεις του και κατέβαλλε τα ασφάλιστρα που αναλογούσαν τόσο στη βασική ασφάλιση ζωής όσο και στη συμφωνηθείσα, με την προσθήκη 52, για νοσοκομειακή περίθαλψη και ότι για πρώτη φορά η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία κάλεσε τον ασφαλισμένο με την από 19-1-2001 έγγραφη ειδοποίηση της να καταβάλει μέχρι την 31-1-2001 μόνο τα ασφάλιστρα που αναλογούσαν στη βασική ασφάλιση, δεν αξιολογεί καθόλου τη συμπεριφορά αυτή της εναγόμενης, ήτοι αν αυτή ενείχε ή όχι σιωπηρή καταγγελία της προσθήκης 52 της σύμβασης, όπως επικαλέστηκε με την αγωγή του ο ενάγων.
Περαιτέρω, ενώ δέχεται ότι ο ενάγων κατέστη υπερήμερος ως προς την εξόφληση των ασφαλίστρων της βασικής ασφάλισης και ότι συνεπεία αυτού η εναγόμενη του γνωστοποίησε ότι η σύμβαση του "ελευθεροποιήθηκε", που σημαίνει την ισχύ της πλέον για το κεφάλαιο βασικής ασφάλισης, μειωμένο, και ότι ακυρώνονται οι υπάρχουσες προσθήκες και συνεπώς και η προσθήκη 52 περί παροχής στον ασφαλισμένο ευρείας νοσοκομειακής περίθαλψης, έκρινε ότι επήλθε λύση της ασφαλιστικής σύμβασης και της προσθήκης 52 με μόνη την κατά τους όρους του ασφαλιστηρίου υπερημερία του ενάγοντος ως προς την καταβολή των ασφαλίστρων για τη βασική ασφάλιση, χωρίς να διευκρινίζει αν η από 19-1-2001 ειδοποίηση της εναγόμενης περιελάμβανε και δήλωση περί καταγγελίας της σύμβασης και ότι η περαιτέρω καθυστέρηση πληρωμής των ασφαλίστρων θα έχει ως συνέπεια τη λύση της σύμβασης μετά από ένα μήνα, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2496/1997, που επιβάλλει η καταγγελία να γίνεται εγγράφως και με σαφή δήλωση, ότι, αν παρέλθει μήνας από τη γνωστοποίηση χωρίς να καταβληθούν τα ασφάλιστρα, θα επέλθει λύση της σύμβασης, δεδομένου και του ότι:
α) κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η διάταξη του άρθρου 33 του ν. δ. 400/1970 κατά την οποία η καθυστέρηση πληρωμής ασφαλίστρων είχε ως συνέπεια την ακυρότητα της σύμβασης, την οποία ακυρότητα μπορούσε να επικαλεσθεί η ασφαλιστική εταιρία μόνο αν είχε ειδοποιήσει πριν από ένα μήνα τον ασφαλισμένο, καταργήθηκε με το ν. 2496/1997 και β) η συνομολόγηση με το ασφαλιστήριο συμβόλαιο ότι η σύμβαση θα λύεται αυτοδικαίως με μόνη την υπερημερία του ασφαλισμένου ως προς την πληρωμή των ασφαλίστρων, κατά παρέκκλιση των οριζομένων στο άρθρο 6 του ν. 2496/1997, είναι άκυρος κατά τη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 του ίδιου νόμου.
Επομένως, είναι βάσιμος ο προσάπτων την ανωτέρω πλημμέλεια τέταρτος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, όπως αυτός εκτιμάται.
Από τα άρθρα 57, 59, 914 και 932 του Α.Κ. προκύπτει ότι αυτός που προσβλήθηκε παράνομα στην προσωπικότητα του δικαιούται να αξιώσει από τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη που υπέστη από την προσβολή. Εξ' άλλου, η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμον για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ.
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που, όμως, δεν διαλαμβάνονταν σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια περιέχονταν σε αυτήν:
ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη συγκεκριμενοποίηση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη. Στην προκειμένη υπόθεση, o αρχικώς ενάγων εξέθετε στο εισαγωγικό της δίκης δικόγραφό του, ότι η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία ενεργώντας αντισυμβατικά, εναντίον της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και κατά κατάχρηση δικαιώματος μεθόδευσε την καταγγελία της μεταξύ τους ασφαλιστικής σύμβασης, δια της αποστολής σ' αυτόν ειδοποιητηρίου για την καταβολή μόνο των ασφαλίστρων που αναλογούσαν στη βασική ασφάλιση και όχι και των ασφαλίστρων που αναλογούσαν στην προσθήκη 52, που αφορούσε την κάλυψη της νοσοκομειακής περίθαλψης αυτού, με σκοπό να τον εξαναγκάσει να συνάψει νέα σύμβαση υπό δυσμενέστερους όρους και υπό την προϋπόθεση ότι θα εξεταζόταν και πάλι η κατάσταση της υγείας του, αφήνοντας αυτόν ακάλυπτο από νοσοκομειακή περίθαλψη, στην οποία αυτός απέβλεπε δια της προσθήκης 52, υποστάς έτσι προσβολή της προσωπικότητας του, θλίψη και στεναχώρια.
Ζήτησε δε ο ενάγων να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του. Το αίτημα αυτό της αγωγής, υπό τα εκτιθέμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά, είναι κατά πάντα ορισμένο και το Εφετείο που έκρινε ότι ορθώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε αυτό ως αόριστο, για το λόγο ότι δεν γίνεται σαφής αναφορά πραγματικών περιστατικών υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος και επίκληση ότι η καταγγελία έγινε με σκοπό μείωσης της προσωπικότητας του ενάγοντος, σε συνέπεια δε της παραδοχής του αυτής απέρριψε ως αβάσιμο τον σχετικό λόγο της έφεσης του ενάγοντος, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που διαλαμβάνονταν στην αγωγή και παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, κατά τον βάσιμο, κατ' ορθή αυτού υπαγωγή, πρώτο από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και παρελκούσης της έρευνας των λοιπών αναιρετικών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω έρευνα στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 4072/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω έρευνα στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 17η Δεκεμβρίου 2013.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 12η Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ