Legislator Case Law & Legislation
1276/2011 AI generated

1276/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1276/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-3-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 68/2003 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης λόγω αρμοδιότητας, 367/2005 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης και 65/2009 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 26-6-2009 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

1276/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Keywords

AI generated
modification of parental custody deprivation of existing use legacy of property of another ownerless property change of use allocation of family home
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1276 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1276/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1. Α. συζ. Ζ. Σ., το γένος Φ. Τ. και 2. Α. συζ. Α. Π., το γένος Φ. Τ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Μπήινα.

Του αναιρεσίβλητου: Χ. Τ. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Θεοφύλακτο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-3-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 68/2003 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης λόγω αρμοδιότητας, 367/2005 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης και 65/2009 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 26-6-2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 15-4-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής, εκείνη δηλαδή που συνδέεται με την εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για την κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται σ' αυτή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παράβαση από τους αριθμούς 8 και 14 του ιδίου άρθρου. Σε κάθε όμως περίπτωση για να ιδρυθεί λόγος αναιρέσεως πρέπει ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός να προτείνεται, κατά τρόπο σαφή, στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη. Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφονται το Εφετείο, διότι εσφαλμένως δεν απορρίφθηκε η ένδικη διεκδικητική κυριότητας αγωγή του αναιρεσιβλήτου, λόγω αοριστίας αυτής, ήτοι λόγω μη αναφοράς πράξεων νομής αυτού επί του επίδικου ακινήτου. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι προεχόντως απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας o σχετικός περί αοριστίας πιο πάνω ισχυρισμός των αναιρεσειουσών.

2.- Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 12 του Ν. 1337/1983 για επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων και οικιστική ανάπτυξη, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 49 παρ. 2 και 3 του Ν. 947/1979 περί οικιστικών περιοχών, συνάγεται ότι με την κύρωση της πράξης εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης οριστικοποιούνται οι αναφερόμενες σ' αυτήν εδαφικές μεταβολές σε συσχετισμό με τους φερομένους ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι από της μεταγραφής της αποκτούν πρωτοτύπως κυριότητα επί των αναγραφομένων ιδιοκτησιών, υπό την προϋπόθεση ότι είναι οι πραγματικοί κύριοι των ακινήτων που αποτέλεσαν τη βάση διαμορφώσεώς τους.

Αν δεν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή, ο αληθινός κύριος του ως άνω βασικού ακινήτου δύναται να διεκδικήσει το αντίστοιχο που διαμορφώθηκε, ασκώντας τη σχετική αγωγή κατά του φερομένου στον κτηματολογικό πίνακα ως δικαιούχου ή των διαδόχων του. Τούτο σαφώς συνάγεται από τις διατάξεις του προαναφερομένου άρθρου 12 Ν. 1337/1983, κατά το πνεύμα των οποίων, η οριστικοποίηση της πράξης εφαρμογής που επέρχεται με την κύρωσή της, αναφέρεται στις περιεχόμενες σ' αυτήν μεταβολές που κρίθηκαν αναγκαίες για την ολοκλήρωση του πολεοδομικού σχεδιασμού, γι' αυτό και ορίζεται ότι τυχόν διαφορές ως προς το μέγεθος της εισφοράς σε γη και το μέγεθος των ιδιοκτησιών, που βεβαιώνεται με απόφαση των αρμοδίων δικαστηρίων, μετατρέπονται σε χρηματική αποζημίωση.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τ' ακόλουθα: Με την 59/1995 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, που δίκασε την από 12-9-1994 με αριθ. έκθ. κατ. 13683/156/14-7-1994 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά του πατέρα του Φ. Τ., η οποία έγινε τελεσίδικη στις 5-3-1997, κρίθηκε, με δύναμη δεδικασμένου, ότι ο ενάγων έχει καταστεί κύριος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του επίδικου ακινήτου, που βρίσκεται στην Κοζάνη, στην συνοικία ...

και συγκεκριμένα ενός οικοπέδου, εμβαδού 300 τ.μ. μετά της διώροφης επ' αυτού οικίας, που συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Β. Τ. και πεζόδρομο, νότια με ιδιοκτησία Κ. Μ., δυτικά με ιδιοκτησία Μ. Κ. και ανατολικά με την οδό .... Το ακίνητο αυτό σήμερα έχει ενταχθεί στο σχέδιο πόλεως της πολεοδομικής ενότητας "..." του Δήμου Κοζάνης.

Συγκεκριμένα με την 1055/21-4-1997 απόφαση του Νομάρχη Κοζάνης, κυρώθηκε η 4/1997 διορθωτική πράξη της 3/1989 Πράξης Εφαρμογής του Σχεδίου Πόλεως Πολεοδομικής Ενότητας "...", η οποία ομοίως είχε κυρωθεί με την 474/1989 απόφαση του Νομάρχη Κοζάνης. Η αναφερόμενη ως άνω (4/1997) διορθωτική πράξη μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κοζάνης, στον τόμο ...

με αριθμό 231, και με αυτήν διαμορφώθηκε, μεταξύ άλλων, και το με αριθμό 663 οικοδομικό τετράγωνο, από το οποίο περιήλθε ως τελική ιδιοκτησία στον πατέρα του ενάγοντος Φ. Τ. το με αριθμό ... οικόπεδο, εμβαδού 310,31 τ.μ., (το οποίο δεν αμφισβητείται ότι ταυτίζεται με το επίδικο). Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι πριν από την σύνταξη της πολεοδομικής αυτής μελέτης και του σχετικού κτηματολογικού διαγράμματος, κλήθηκαν οι ενδιαφερόμενοι ιδιοκτήτες να υποβάλουν τις κατά νόμο δηλώσεις ιδιοκτησίας στον Δήμο Κοζάνης προσκομίζοντας συγχρόνως τους τίτλους κτήσεως, πιστοποιητικά μεταγραφής κ.λ.π.

στοιχεία της ιδιοκτησίας εκάστου, και ότι μετά την σύνταξη της πράξεως εφαρμογής κλήθηκαν επίσης οι φερόμενοι ιδιοκτήτες να λάβουν γνώση αυτής και να ασκήσουν τυχόν ενστάσεις. Ο πατέρας του ενάγοντος Φ. Τ. με την με αριθμ. πρωτ. 1348/27-1-1997 αίτησή του ζήτησε να γραφεί στους σχετικούς κτηματολογικούς πίνακες της 3/1989 πράξης εφαρμογής ότι ο ίδιος είναι αποκλειστικός κύριος της με αριθ.

κτημ. πίνακα ... ιδιοκτησίας, που βρίσκεται στο 663 οικοδομικό τετράγωνο, επί της οδού ... 4, στην πόλη της Κοζάνης. Προς τούτο προσκόμισε την 553/25-9-1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, που εκδόθηκε επί της από 29-5-1996 με αριθ. έκθ. κατ 18175/262/1996 αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας, που ο ίδιος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, κατά των Γ.

Μ. και του Κ. Μ., και η οποία αναγνώριζε αυτόν (Φ. Τ.) αποκλειστικό κύριο του εν λόγω ακινήτου. Η ως άνω αίτηση του τελευταίου έγινε δεκτή και έτσι πράγματι με την 4/1997 διορθωτική πράξη, η οποία κυρώθηκε με την 1055/1997 απόφαση του Νομάρχη Κοζάνης διορθώθηκαν τα διαγράμματα και οι λοιποί πίνακες της 3/1989 Πράξης Εφαρμογής της περιοχής "..." ως προς τα παραπάνω.

Ο ενάγων δεν υπέβαλε καμιά ένσταση κατά της παραπάνω πράξης εφαρμογής και έτσι η 4/1997 διορθωτική αυτής μεταγράφηκε στις 13-6-1997 στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κοζάνης στον τόμο ... με αριθμό 231, όπως προκύπτει από το .../1997 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Κοζάνης Βασιλικής Τσιτσέλη.

Αληθινός όμως κύριος του ανωτέρω ακινήτου, σύμφωνα με τα αναφερόμενα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, είναι ο ενάγων, ο οποίος και δύναται να διεκδικήσει το αντίστοιχο ακίνητο που διαμορφώθηκε, ασκώντας τη σχετική αγωγή κατά του φερομένου στον κτηματολογικό πίνακα ως δικαιούχου ή των διαδόχων του. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη διεκδικητική κυριότητας αγωγή του αναιρεσιβλήτου είναι και κατ' ουσίαν βάσιμη, και στη συνέχεια, αφού δέχθηκε την έφεση του τελευταίου και εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε κρίνει αντίθετα, δέχθηκε την αγωγή.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 12 του ν. 1337/83 και ο αντίθετος, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

3.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Επί παραλείψεως κηρύξεως προσωρινού απαραδέκτου, όπως είναι το απαράδεκτο της συζητήσεως κλπ ο λόγος αυτός θεμελιώνεται, όταν το απαράδεκτο ή η αναβολή της συζητήσεως ή η αναστολή της διαδικασίας επιβάλλεται από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξεως, που προηγήθηκε, όπως π.χ.

είναι η ακυρότητα της κλητεύσεως, ή (και) προς εξασφάλιση της ασκήσεως δικονομικού δικαιώματος, όπως είναι πρωτίστως το θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα της υπερασπίσεως (βλ. άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ) ή στην περίπτωση της παραλείψεως αναβολής της συζητήσεως κατά τα άρθρα 610 και 621 ΚΠολΔ, κατά την οποία ο διάδικος καθίσταται έκπτωτος του δικονομικού δικαιώματός του για την παρεμπίπτουσα αμφισβήτηση της οικογενειακής σχέσεως, που αποτελεί προϋπόθεση για τη διάγνωση της διαφοράς (σχετ.

Ολ ΑΠ 12/2000). Επομένως, η παρά το νόμο παράλειψη του δικαστηρίου να αναστείλει τη διαδικασία λόγω εκκρεμοδικίας (222 ΚΠολΔ), μη επιβαλλόμενη από το νόμο, προς κατοχύρωση του αποτελέσματος δικονομικής ακυρότητας ή προς εξασφάλιση της ασκήσεως δικονομικού δικαιώματος, δεν θεμελιώνει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, διότι η αναστολή αυτή επιβάλλεται από το νόμο απλώς χάριν οικονομίας χρόνου και δαπάνης, καθώς και προς αποφυγήν εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, ενδεχόμενο όμως που αντιμετωπίζεται από το νόμο με την καθιέρωση λόγου αναψηλαφήσεως για την τελευταία απόφαση (άρθρα 544 παρ. 1 και 549 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ'ορθή υπαγωγή, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες, ψέγουν το Εφετείο, διότι παρά το νόμο παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής λόγω προϋφιστάμενης εκκρεμοδικίας, συνεπεία ασκήσεως προγενέστερης όμοιας αγωγής, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

4.-. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Υπό τον όρο πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων ή και τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναρεσείουσες, με τον ίδιο ως άνω λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ. 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ'ορθή υπαγωγή, μέμφονται το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη του την αναφερόμενη έγγραφη ομολογία του αναιρεσιβλήτου, αναφορικά με την κυριότητα του επίδικου ακινήτου εκ μέρους του δικαιοπαρόχου τους. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, κατά τα προεκτεθέντα, γιατί πρόκειται για μη λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου.

5.-. Επειδή, ως πράγματα, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διατάξεως (του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ) νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης, έτσι ώστε το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004). Εξάλλου, με το άρθρο 281 ΑΚ ορίζεται ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 17/1995).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των από 6-2-2007 προτάσεων, που οι αναιρεσείουσες-εφεσίβλητες υπέβαλαν ενώπιον του Εφετείου, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυρίστηκαν αυτές, επί λέξει, ότι "ο αντίδικος (ενάγων- αναιρεσίβλητος) πράγματι, ουδέποτε απέκτησε την κυριότητα τόσο του οικοπέδου, όσο και της διώροφης οικίας, διότι ουδέποτε έγινε πράξη μεταβίβασης με οποιονδήποτε τρόπο στο πρόσωπό του, ούτε άλλωστε άσκησε πράξεις διακατοχής στο όνομα και για λογαριασμό του, ενώ αυτές ασκούνται κατ' αποκλειστικότητα από τον δικαιοπάροχο πατέρα μας μέχρι τη μεταβίβαση και στη συνέχεια και από μας τις εναγόμενες και ως εκ τούτου η άσκηση της ένδικης αγωγής του είναι καταχρηστική, δεδομένου ότι δημιούργησε δικαιολογημένα την πεποίθηση ότι η χρήση του πρώτου ορόφου για κατοικία και μόνο δεν του παρεϊχε κανένα άλλο δικαίωμα πέρα από την απλή κατοίκηση με την οικογένειά του και ότι στην πρώτη ζήτηση θα απέδιδε την χρήση στον πρώτο από μας, η παράνομη δε πράξη του επιφέρει ανεπανόρθωτη βλάβη στα οικονομικά μας".

Με βάση δε τα περιστατικά αυτά ζήτησαν να απορριφθεί η ένδικη αγωγή, γιατί το δικαίωμα προς απόδοση του επίδικου ακινήτου ασκήθηκε καταχρηστικά. Τα ως άνω επικαλούμενα περιστατικά, αληθινά υποτιθέμενα, δεν μπορούν να θεμελιώσουν τον περί καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου ισχυρισμό των αναιρεσειουσών.

Εφόσον δηλαδή ο τελευταίος δεν απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου, δεν υπάρχει σχετικό δικαίωμα του και άρα δεν νοείται καταχρηστική άσκησή του, αφού μόνον υπαρκτό δικαίωμα είναι λογικώς δυνατό να ασκηθεί. Και αυτό ανεξάρτητα από το ότι τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, δεν κρίνονται ικανά να θεμελιώσουν την προεκτεθείσα ένσταση.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το τρίτο μέρος του, από τον αριθ.8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες ψέγουν το Εφετείο, διότι, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του την ως άνω (μη νόμιμη) ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, είναι απαράδεκτος.

6.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο, το οποίο προέβη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους σε έρευνα για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας τόσο για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα, τα οποία προσέδωσε σ' αυτό η απόφαση, όσο και η κρίση για τη συνδρομή ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ προϋποθέσεων, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 324 και 325 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ισχύει δε αυτό υπέρ και κατά: α) των διαδίκων, β) εκείνων που έγιναν διάδοχοί τους όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το τέλος της, και γ) εκείνων που νέμονται ή κατέχουν το επίδικο πράγμα στο όνομα κάποιου διαδίκου ή διαδόχου του, αδιάφορο αν πρόκειται για σχέσεις εμπράγματες ή ενοχικές.

Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα ίδια πραγματικά περιστατικά που συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και με την ίδια νομική διάταξη στηρίζουν και τη μεταγενέστερη αγωγή. Ενώ η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα) που αφορά τη συγκεκριμένη έννομη σχέση.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό, όπως προεκτέθηκε, ότι με την 59/1995 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, που δίκασε την από 12-9-1994 με αριθ. έκθ. κατ. 13683/156/14-7-1994 διεκδικητική κυριότητας αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά του πατέρα του Φ. Τ., και η οποία έχει καταστεί τελεσίδικη, αφού η εναντίον της έφεση απερρίφθη με την 54/1997 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, κρίθηκε ότι ο ενάγων έχει καταστεί κύριος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του επίδικου ακινήτου, που βρίσκεται στην Κοζάνη, στην συνοικία ...

και συγκεκριμένα ενός οικοπέδου, εμβαδού 300 τ.μ. μετά της διώροφης επ' αυτού οικίας, που συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Β. Τ. και πεζόδρομο, νότια με ιδιοκτησία Κ. Μ., δυτικά με ιδιοκτησία Μ. Κ. και ανατολικά με την οδό .... Το ακίνητο αυτό σήμερα έχει ενταχθεί στο σχέδιο πόλης της πολεοδομικής ενότητας "..." του Δήμου Κοζάνης.

Το Εφετείο δέχθηκε ότι από την ως άνω τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, υφίσταται δεδικασμένο, αναφορικά με την εκ μέρους του ενάγοντος (αποκτηθείσα με έκτακτη χρησικτησία) κυριότητα του ως άνω ακινήτου, το οποίο ισχύει και για τις αναιρεσείουσες, στις οποίες (κατά τα αναφερόμενα στην ένδικη αγωγή, τα οποία δεν αμφισβητούνται) ο τότε εναγόμενος-πατέρας τους Φ.

Τ. πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα το 1/3 εξ αδιαιρέτου του ως άνω ακινήτου σε καθεμία από αυτές δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος .../13-6-1997 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Κοζάνης Βασιλικής Τσιτσέλη. Κρίνοντας το Εφετείο, ότι απορρέει δεδικασμένο από την ανωτέρω τελεσίδικη απόφαση αναφορικά με την (αποκτηθείσα με έκτακτη χρησικτησία) κυριότητα του ενάγοντος δεν υπέπεσε στην από τον αριθ. 16α του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, δεδομένου ότι συνέτρεχαν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι προϋποθέσεις υπάρξεως δεδικασμένου (υποκειμενικά και αντικειμενικά όρια), αφού και η ένδικη διεκδικητική κυριότητας αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά των αναιρεσειουσών (ειδικών διαδόχων του εναγομένου της πρώτης αγωγής) έχει ως αίτημα την αναγνώριση της κυριότητάς του (ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου) επί του προαναφερθέντος ακινήτου, την οποία απέκτησε αυτός με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ.16α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται τ' αντίθετα.

7.- Επειδή, οι αναιρεσείουσες με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διατείνονται ότι η ως άνω 59/1995 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, από την οποία πηγάζει το προαναφερθέν δεδικασμένο, που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εκδόθηκε ερήμην του δικαιοπαρόχου τους Φ. Τ., ο οποίος δεν έλαβε γνώση της ασκηθείσης εναντίον του σχετικής αναγνωριστικής ακινήτου αγωγής του αναιρεσιβλήτου-υιού του και της ορισθείσης δικασίμου, αφού ο τελευταίος, φρόντισε να γίνει επίδοση της αγωγής με θυροκόλληση όχι στην κατοικία του εναγομένου στην οδό ...

αριθ. 4 Κοζάνης, αλλά στο μαντρί που ο τελευταίος διατηρούσε στην περιοχή "..." Κοζάνης, δηλαδή σε χώρο τέτοιον που δεν εξασφαλιζόταν η γνώση του θυροκολληθέντος εγγράφου, το οποίο, έτσι και δεν περιήλθε ποτέ σε γνώση του δικαιοπαρόχου τους, που στερήθηκε, από το λόγο αυτό, έτσι της δυνατότητας να εμφανιστεί στο δικαστήριο και να αναπτύξει τις απόψεις του με συνακόλουθη συνέπεια να παραβιάζεται (με την παραδοχή ότι από την ως άνω απόφαση παράγεται δεδικασμένο) το άρθρο 20 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι ο θεσμός του δεδικασμένου έχει καθιερωθεί για την προστασία των ιδιωτικών δικαιωμάτων, καθώς και την πραγμάτωση του εξ αντικειμένου δικαίου - ουσιαστικού δικαίου-. Έτσι, δεν παραβιάζονται οι ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, έστω και αν υπάρχει το ενδεχόμενο έκδοσης λανθασμένης ουσιαστικά (άδικης) τελεσίδικης απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 26-6-2009 αίτηση των Α. συζύγου Ζ. Σ. και Α. συζύγου Α. Π. για αναίρεση της 65/2009 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 20 Ιουλίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ