1276/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 281/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 6198/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 19-5-2008 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1276/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το ότι η παραπάνω παροχή έχει χαρακτήρα μισθού, επιβεβαιώνεται και από τη διάταξη του άρθρου 141§2 της συμβάσεως του Άμστερνταμ (πρώην 119 της ΕΟΚ), που εφαρμόζεται και στις εργασιακές συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου του δημόσιου τομέα, σύμφωνα με την οποία ως αμοιβή νοούνται οι συνήθεις ή κατώτατοι μισθοί ή αποδοχές, αλλά και όλα τα άλλα οφέλη που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα σε χρήματα ή σε είδος λόγω της σχέσεως εργασίας (άρθρα 648 και 654 ΑΚ).
Full text
Απόφαση 1276 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1276/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ" (Ο.Α.Ε.Ε.) το οποίο εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Μούτσου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων:Ψ1 μέχρι Ψ25, όλων κατοίκων ως εκ της υπηρεσίας τους .... Ο 5ος αναιρεσίβλητος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Κουρέντα, ο οποίος δήλωσε ότι εκ παραδρομής γράφτηκε στο αναιρετήριο ως ... αντί του ορθού .... Οι 6η, 7η, 8η, 11η, 12ος, 13η, 22η, 23η και 25η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο. Οι δε λοιποί δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 281/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 6198/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 19-5-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 23-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες ..., εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών ..., αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της από 19-5-2008 αιτήσεως αναιρέσεως μετά της υπ' αυτήν πράξεως ορισμού δικασίμου για την στην αρχή της παρούσας αναφερόμενης δικασίμου επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα αντίστοιχα στους αναιρεσίβλητους 1)Ψ1, 2) Ψ2, 3) Ψ3, 4) Ψ4, 5) Ψ5, 6) Ψ9, 7) Ψ10, 8) Ψ14, 9)Ψ15, 10) Ψ16, 11) Ψ17, 12) Ψ18, 13) Ψ19, 14) Ψ20, 15) Ψ21 και 16) Ψ24. Επομένως, εφόσον οι τελευταίοι δεν παραστάθηκαν στην παραπάνω νόμιμη διαδικασία κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο δια νομίμως διορισμένου δικηγόρου (άρθρα 94§1, 96, 97 ΚΠολΔ), ούτε παραστάθηκαν στο ακροατήριο για να διορίσουν δικηγόρο, πρέπει η υπόθεση να συζητηθεί σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρα 575 και 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 12§§1 και 4 του ν.2470/1997 "Αναμόρφωση του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (που αντικατέστησε τις διατάξεις των άρθρων 8, 11§1 και 6 του ν.1505/1984 και άρχισε να ισχύει από 1-1-1997) και 1§6 του ν.1256/1982, προκύπτει ότι το οικογενειακό επίδομα παρέχεται στους έγγαμους υπαλλήλους που αφορούν οι διατάξεις αυτές ως προσαύξηση μισθού για την παρεχόμενη εργασία, η οποία καταβάλλεται για την αντιμετώπιση των βαρών που συνεπάγεται η δημιουργία οικογένειας, στα πλαίσια και της επιβαλλόμενης από το άρθρο 21 του Συντάγματος προστασία της.
Το ότι η παραπάνω παροχή έχει χαρακτήρα μισθού, επιβεβαιώνεται και από τη διάταξη του άρθρου 141§2 της συμβάσεως του Άμστερνταμ (πρώην 119 της ΕΟΚ), που εφαρμόζεται και στις εργασιακές συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου του δημόσιου τομέα, σύμφωνα με την οποία ως αμοιβή νοούνται οι συνήθεις ή κατώτατοι μισθοί ή αποδοχές, αλλά και όλα τα άλλα οφέλη που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα σε χρήματα ή σε είδος λόγω της σχέσεως εργασίας (άρθρα 648 και 654 ΑΚ).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 17§1 του ν.2839/2000 "1. Προσωπικό το οποίο υπηρετεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, ή υπηρέτησε, μέσα στο χρονικό διάστημα από 1-8-1999 μέχρι 31-3-2000, στο Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α. α' και β' βαθμίδας και στα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου πλήρους απασχόλησης ή με σύμβαση μίσθωσης έργου, κατατάσσεται σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του φορέα τελευταίας απασχόλησης, εφόσον κατά την 31-3-2000:
α) Είχε συνολική παροχή υπηρεσίας στο φορέα με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή με συμβάσεις μίσθωσης έργου, τουλάχιστον είκοσι τέσσερις (24) μήνες, β) Δεν είχε μεσολαβήσει, προκειμένου για προσωπικό που απασχολήθηκε με περισσότερες της μιας συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, χρονικό διάστημα διακοπής μεταξύ των συμβάσεων, μεγαλύτερο των δύο (2) μηνών, γ) Η απαιτούμενη κατά το εδάφιο α' συνολική παροχή υπηρεσίας, προκειμένου για προσωπικό που απασχολήθηκε με συμβάσεις μίσθωσης έργου, έχει παρασχεθεί από 1-1-1995 και εφεξής, δ) κατά την πρόσληψη ή κατάρτιση των συμβάσεων δεν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας που διέπει την πρόσληψη ή την κατάρτιση συμβάσεως, των ΠΥΣ 236/94 (ΦΕΚ 115Α) και 55198 (ΦΕΚ 292Α'), καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28Α') και του άρθρου 6 του 2527/1997 (ΦΕΚ 206Α'), ε) πρόκειται εφεξής να καλύψει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα, σε θέσεις του οποίου κατατάσσεται".
Κατά δε την παρ. 4 "προσωπικό το οποίο παρέχει τις υπηρεσίες του σε φορείς κοινωνικής ασφάλισης με σύμβαση μίσθωσης έργου κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 89 του Ν. 2084/1992, υπάγεται στις ρυθμίσεις της παρ. 1 υπό την προϋπόθεση ότι έχει συνολική παροχή υπηρεσίας στο φορέα, κατά την 31-3-2000, είκοσι τέσσερις (24) τουλάχιστον μήνες, επιφυλασσομένων των προϋποθέσεων των εδαφίων γ', δ' και ε' της παρ. 1 του παρόντος άρθρου.
Καθήκοντα των υπαγομένων στην παρούσα παράγραφο είναι η συνέχιση κάθε εσωτερικής ή εξωτερικής υπηρεσίας που θα τους ανατεθεί αρμοδίως, συμπεριλαμβανομένης και της είσπραξης των ασφαλιστικών εισφορών με ένσημα. Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές που προβλέπονται από τις περί μισθοδοσίας προσωπικού ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου διατάξεις, πλην αυτών που ασχολούνται, μέχρι την ολοκλήρωση της μηχανογράφησης, με την είσπραξη των ασφαλιστικών εισφορών με ένσημα (εξωτερικές εισπράξεις) που εξακολουθούν να αμείβονται με ποσοστά επί των εισπράξεων".
Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 4 της από 10-3-1989 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 213Β' της 23-3-1989 ύστερα από την 12756/89 Α.Υ. Εργασίας, σε όλους τους έγγαμους μισθωτούς ανεξαρτήτως φύλου, χορηγείται επίδομα γάμου σε ποσοστό 10%. Κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις της παραγρ. 2 της 10/1976 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την 21378/4372/17-5-1976 απόφαση του Υπουργείου Απασχολήσεως, που δημοσιεύθηκε στο 671 τεύχος Β' της 20-5-1976 ΦΕΚ και κυρώθηκε (η ως άνω παρ. 2) με το άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 435/1976, ορίστηκε ότι, κατά τις 13-2-1976 έναρξη της ισχύος αυτής, χορηγείται στους μισθωτούς και υπό τις σ' αυτήν προϋποθέσεις επίδομα γάμου από 5% και ότι το επίδομα αυτό υπολογίζεται επί του κατώτατου ορίου του βασικού μισθού ή βασικού ημερομισθίου, που ορίζεται από την εκάστοτε σε ισχύ οικεία, συλλογική σύμβαση, απόφαση διαιτησίας ή άλλη διάταξη και δεν συμψηφίζεται με τις τυχόν ανώτερες των κατώτατων ορίων πράγματι καταβαλλόμενες αποδοχές, ενώ συμψηφίζεται σ' αυτό το τυχόν καταβαλλόμενο επίδομα γάμου ή συζύγου.
Κατά δε την παρ. 1 περ. β' εδ. ε'2 της πιο πάνω διαιτητικής απόφασης "τα υπό της παρούσης καθοριζόμενα κατώτατα όρια μισθών (μισθοί ασφαλείας) αποτελούν κατώτατα όρια και για τους εκ των υπαλλήλων απασχολουμένους εις σταθερόν εργοδότην και αμειβομένων κατά μονάδα εργασίας ή επί ποσοστοίς ή κατ' άλλο σύστημα αμοιβής, υποχρεουμένου του οικείου εργοδότου, όπως συμπληροί ταύτα κατά το τυχόν ελλείπον ποσόν.
Επίσης, το άρθρο 12 του ν. 2470/1997 ορίζει ότι "για την ενίσχυση της οικογένειας των υπαλλήλων που εμπίπτουν στις ρυθμίσεις του παρόντος νόμου χορηγείται μηνιαία οικογενειακή παροχή των υπαλλήλων ως εξής: α) για οικογένεια εγγάμων υπαλλήλων, χωρίς ή με ενήλικά τέκνα δώδεκα χιλιάδες (12.000) δραχμές, β) για οικογένεια με ανήλικα τέκνα ...
η ανωτέρω παροχή προσαυξάνεται κατά έξι χιλιάδες (δραχμές) για καθένα από τα δύο πρώτα τέκνα, κατά δώδεκα χιλιάδες (12000) δραχμές για το τρίτο.... Η κατά τα ανωτέρω προσαύξηση χορηγείται για τέκνα προερχόμενα από γάμο, φυσικά, θετά ή αναγνωρισθέντα, εφόσον είναι άγαμα και δεν υπερβαίνουν το 18ο έτος της ηλικίας τους ή το 19ο έτος, εφόσον φοιτούν στη μέση εκπαίδευση (παρ. 1).
Ειδικά για τέκνα που φοιτούν σε ανώτερες και ανώτατες σχολές, καθώς και σε ινστιτούτα επαγγελματικής κατάρτισης (ΙΕΚ), η προσαύξηση της προηγούμενης παραγράφου παρέχεται μόνο κατά το χρόνο φοίτησής τους... σε καμία όμως περίπτωση πέρα από τη συμπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας τους (παρ. 2).... Σε περίπτωση θανάτου του ενός των συζύγων, ο επιζών σύζυγος, εφόσον είναι υπάλληλος και έχει τέκνα για τα οποία δικαιολογείται η καταβολή της προσαύξησης της οικογενειακής παροχής, εξακολουθεί να λαμβάνει στο ακέραιο την παροχή της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, μέχρι τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων για τη διακοπή της προσαύξησης λόγω τέκνων.
Το ίδιο ισχύει και προκειμένου περί συζύγων που τελούν σε διάζευξη ή διάσταση ... (παρ. 6). Με το άρθρο 24 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: "Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, οι διατάξεις του νόμου αυτού μπορεί να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και σε προσωπικό του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ.
ή Ο.Τ.Α. που δεν υπάγεται στις διατάξεις του παρόντος, πλην όμως έχει βαθμολογική ή μισθολογική αντιστοιχία με μόνιμους υπαλλήλους Δημοσίου ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ. Οι αποφάσεις αυτές εκδίδονται εντός εξαμήνου από τη δημοσίευση του παρόντος και ισχύουν από 1-1-1997". Κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου αυτού, εκδόθηκε η 20264-39/3480/0022/1997 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εθνικής Άμυνας, Εξωτερικών, Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών, Ανάπτυξης, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Γεωργίας, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Υγείας και Πρόνοιας, Δικαιοσύνης, Πολιτισμού, Εμπορικής Ναυτιλίας, Δημόσιας Τάξης, Μακεδονίας-Θράκης, Αιγαίου, Μεταφορών και Επικοινωνιών, Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης" Επέκταση των διατάξεων του ν.2470/1997 στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και απασχολείται στο Δημόσιο Ν.Π.Δ.Δ.
και Ο.Τ.Α. (ΦΕΚ 462/6/6-1997 τ.Β'), σύμφωνα με την οποία, η διάταξη του άρθρου 12 του ν.2470/1997 ... επεκτείνεται και έχει ανάλογη εφαρμογή στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου που υπηρετεί στο Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α (παρ. 1). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος, όλοι οι εργαζόμενοι ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας.
Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι στην έννοια της αμοιβής περιλαμβάνονται και τα παρεχόμενα στον εργαζόμενο οικογενειακά επιδόματα, τα οποία καταβάλλονται λόγω της εργασιακής σχέσης, ως αντάλλαγμα για την προσφορά της εργασίας και αποτελούν μέρος του μισθού, κατά την ανωτέρω έννοια. Επομένως, και για το οικογενειακό επίδομα, ως τμήμα της αμοιβής-μισθού που δικαιούται ο εργαζόμενος για την προσφορά της εργασίας τους, δεν συγχωρείται καμμία διάκριση για ίσης αξίας παρεχόμενη εργασία.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του τα εξής; Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι αρχικά προσλήφθηκαν από το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με συμβάσεις έργου για την είσπραξη των ασφαλιστικών εισφορών σε ένσημα και αμείβονταν με ποσοστά επί των εισπράξεων ρητώς εξαιρούμενοι των διατάξεων του ενιαίου μισθολογίου του Ν.2470/1997.
Μετά την κατάταξή τους όμως σε οργανικές θέσεις οι αναιρεσίβλητοι κατατάχθηκαν σε θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. από το χρόνο κατάταξής τους και μετά και επομένως σύμφωνα με την ως άνω 20264-39/3480/0022/1997-Κ.Υ.Α. επεκτείνεται και σ' αυτούς η προαναφερόμενη οικογενειακή παροχή του άρθρου 12 του ν. 2470/1997.
Την εν λόγω παροχή ειδικότερα δικαιούνται και οι αναιρεσίβλητες: 1) 8η και 15η που τελούσαν κατά το ένδικο χρόνο σε χηρεία και 2) 16η και 25η σε διάζευξη. Και ναι μεν σύμφωνα με την ρητή πρόβλεψη του άρθρου 12 παρ. 6 το επίδομα γάμου δικαιούνται οι σύζυγοι που διατελούν σε διάζευξη ή χηρεία μόνο με την προϋπόθεση ότι έχουν τέκνα για τα οποία δικαιολογείται η καταβολή της προσαύξησης της οικογενειακής παροχής και για όσο χρόνο αυτό συμβαίνει, δηλαδή όσο έχουν ανήλικα παιδιά, ή παιδιά που σπουδάζουν σε ανώτερες ή ανώτατες σχολές ή Ι.Ε.Κ.
και πάντως όχι πέραν του 24ου έτους της ηλικίας τους, πλην όμως η ρύθμιση αυτή που θέτει ειδικές προϋποθέσεις για την καταβολή της οικογενειακής παροχής στους διαζευγμένους και χήρους εργαζόμενους του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ. με σχέση ιδιωτικού δικαίου (δηλ. να έχουν ανήλικα παιδιά ή παιδιά που σπουδάζουν), είναι αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας παρεχόμενη εργασία (αρθρ. 22 παρ. 1β του Σ), αφού με τις διατάξεις των άρθρων 4 της από 10-3-1989 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.
και 20 παρ. 2 ν. 1849/1989, όλοι οι μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα λαμβάνουν το οικογενειακό επίδομα, χωρίς τη συνδρομή καμίας άλλης ειδικής προϋπόθεσης, ακόμη και εάν τελούν εν χηρεία ή διάζευξη. Έτσι, την ως άνω οικογενειακή παροχή δικαιούνται να λάβουν κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής του άρθρου 22 παρ. 1 β' του Συντάγματος, ως αντάλλαγμα της παρασχεθείσας εργασίας τους και οι χήροι και οι διαζευγμένη εργαζόμενοι του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ.
με σχέση ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν ανήλικά παιδιά ή παιδιά που σπουδάζουν, και συνεπώς και οι ως άνω αναιρεσίβλητες. Με τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε δεχθεί τα ίδια και είχε δεχθεί την αγωγή των αναιρεσιβλήτων.
Με την κρίση του αυτή το πρωτοδικείο δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις (άρθρα 12 παρ. 12 ν. 2470/1997, 17 ν. 2839/2000, 22 παρ. 1β του Συντ., 648, 649, 653 και 655 ΑΚ και 20264-39/3480/0022/1997 ΚΥΑ των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης .... Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης), που εφάρμοσε. Επομένως οι λόγοι αναιρέσεως πρώτος και δεύτερος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα ενάντια, είναι αβάσιμοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-5-2008 αίτηση αναιρέσεως του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΜΠΟΡΩΝ (ΟΑΕΕ-ΤΑΕ)" κατά της 6198/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ