Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to withdrawal by some appellants and procedural defects regarding others.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's judgment as inadmissible regarding one appellant and rejected the claims against the others. The appellants had withdrawn their lawsuit concerning four specific individuals, while the remaining appellants failed to substantiate their arguments regarding the proportionality of damages and the lack of legal basis for the award. Consequently, the court ruled that the appeal was procedurally flawed and the appellants were ordered to pay the insurance company's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 62(a) and 73 of the Code of Civil Procedure; Article 932 of the Civil Code: An appeal is inadmissible if not properly exercised against all necessary parties, and claims regarding the proportionality of damages must be evaluated under the principle of proportionality established in Article 932 of the Civil Code rather than directly invoking constitutional principles.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1276 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1.276/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Χ2 για τον εαυτό τους και ως ασκούντων τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους α) Μ1 και β) Μ2, 3) Χ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Λιανό και κατέθεσαν προτάσεις, 4) Χ4, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 5) Χ5, 6) Χ6, 7) Χ7, 8) Χ8, 9) Χ9, 10) Χ10, 11) Χ11, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Λιανό και κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ-ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τακτικό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/1/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 221/2002 μη οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση προς συζήτηση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, όπου συνεκδικάσθηκε με τις συναφείς από 15/11/2001 και 26/11/2001 αγωγές. Στη συνέχεια εκδόθηκαν οι οριστικές αποφάσεις: 1081/2003 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 4342/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 10/6/2006 αίτησή τους επί της οποίας εκδόθηκε η 292/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επενέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 12/7/2007 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο, δήλωσε ότι οι 8η, 9ος, 10ος και 11ος εξ αυτών παραιτούνται από το δικόγραφο της από 10/6/2006 κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 4342/2004 οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτης, ανέγνωσε την από 17/1/2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Δημητρίου Πατινίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 62 εδ α' και 73 του Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι οι διαδικαστικές πράξεις, στις οποίες περιλαμβάνεται και η άσκηση αίτησης αναίρεσης, όταν ασκούνται στο όνομα προσώπου, φυσικού ή νομικού, που είναι ανύπαρκτο ή στο όνομα θανόντος, είναι άκυρες και συνεπώς απαράδεκτες . Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου ..., την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι παρόντες αναιρεσείοντες, ο φερόμενος ως τέταρτος αναιρεσείων Χ4 απεβίωσε την 1-9-2004 κι επομένως η αναίρεση, η οποία ασκήθηκε με την κατάθεσή της στη γραμματεία του εκδόντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στις 19.7.2006 (βλ. σχετική πράξη), ήτοι μετά τον θάνατο αυτού, είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙ. Από τα άρθρα 568 παρ.4 και 576 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται, ότι σε περίπτωση ερημοδικίας στην αναιρετική διαδικασία ερευνάται αυτεπάγγελτα αν ο απολιπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση ή αν κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε αρνητική περίπτωση κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση για όλους τους διαδίκους (Ολ.ΑΠ 36/1997).
Αν ο απολιπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση αυτή γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, εφόσον όμως ο πληρεξούσιος που υπέγραψε την κλήση ήταν νόμιμα διορισμένος πληρεξούσιος δικηγόρος (Ολ ΑΠ 4/1994), γεγονός που διαπιστώνεται από αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (άρθρο104 εδ β' Κ.Πολ.Δ). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296, και 297 Κ.Πολ.Δ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση, ολική ή μερική, από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου, που έχει ασκηθεί, άρα και από το δικόγραφο της αναιρέσεως μπορεί να γίνει ή με προφορική δήλωση, προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υποθέσεως ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου και επιφέρει αντίστοιχη κατάργηση της δίκης (Ολ.ΑΠ 20/1999).
Για την παραίτηση από το δικόγραφο της αναίρεσης και στις δύο περιπτώσεις, είτε δηλαδή γίνεται στο ακροατήριο με προφορική δήλωση είτε γίνεται με εξώδικη δήλωση απαιτείται ο δικηγόρος, ο οποίος κάνει τη δήλωση για το διάδικο που παραιτείται, να έχει τη γενική πληρεξουσιότητα του διαδίκου αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο, δεν παραστάθηκαν οι τελευταίοι τέσσερις από τους αναιρεσείοντες.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των παραστάντων αναιρεσειόντων, με δήλωση του, η οποία καταχωρήθηκε στα πρακτικά αυτού του δικαστηρίου, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αναίρεσης ως προς τους ανωτέρω απόντες αναιρεσείοντες. Για την παραίτηση αυτή είχε την γενική και ειδική πληρεξουσιότητα από τους παραιτηθέντες με τα με αριθμ. 1758/14-3-2008 και 2199/14-3-2008 πληρεξούσια των συμβολαιογράφων Αθηνών και Φαλάρων Μαρίας Πραχάλη και Παρασκευής Γιαννακοπούλου, αντίστοιχα.
Η παραίτηση αυτή έγινε όπως προβλέπεται από τις ανωτέρω διατάξεις και κατά συνέπεια είχε ως αποτέλεσμα την κατάργηση της δίκης ως προς τους παραιτηθέντες.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 932 εδ. 3 ΑΚ, σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου, η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος, λόγω ψυχικής οδύνης. Στη διάταξη αυτή δεν γίνεται προσδιορισμός της έννοιας του όρου "οικογένεια του θύματος" προφανώς γιατί ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικώς τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος, ως εκ της φύσεως του, υφίσταται αναγκαίως τις επιδράσεις εκ των κοινωνικών διαφοροποιήσεων κατά τη διαδρομή του χρόνου.
Κατά την αληθή, όμως, έννοια της εν λόγω διατάξεως, που απορρέει από το σκοπό της θεσπίσεως της, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεμένοι συγγενείς του θανατωθέντος, που δοκιμάσθηκαν ψυχικά από την απώλεια του και προς ανακούφιση του ηθικού πόνου αυτών στοχεύει η διάταξη αυτή, αδιαφόρως αν συζούσαν μαζί ή διέμεναν χωριστά.
Υπό την έννοια αυτή, μεταξύ των προσώπων αυτών δεν περιλαμβάνεται ο σύζυγος της αδελφής του θανόντος, ήτοι ο από αδελφή γαμβρός του - δεύτερος βαθμός συγγένειας εξ αγχιστείας - ανεξαρτήτως αν υπάρχουν και άλλοι εγγύτεροι συγγενείς ή αν αυτός είναι μόνος τοιούτος του θανατωθέντος, το πόρισμα δε αυτό ενισχύεται από τις διατάξεις των άρθρων 57 εδ. 2 και 59 του ΑΚ, που εγγύτερα προσεγγίζουν το ζήτημα και με τις οποίες καθορίζονται περιοριστικώς τα πρόσωπα, που δικαιούνται να ζητήσουν την προστασία της προσωπικότητας του αποθανόντος προσώπου και την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται ο από αδελφή γαμβρός του θανατωθέντος εκ μόνης της συγγενικής του σχέσεως, ενώ, σημειωτέον, ότι η επιδίκαση της από το άρθρο 932 εδ. 3 ΑΚ προβλεπόμενης χρηματικής ικανοποίησης στα δικαιούμενα πρόσωπα, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, που συνιστά πραγματικό ζήτημα, της ύπαρξης, κατ' εκτίμηση του δικαστή της ουσίας, μεταξύ αυτών και του θανατωθέντος, όταν ο τελευταίος ζούσε, αισθημάτων αγάπης και στοργής, η διαπίστωση της ανυπαρξίας των οποίων μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό από την επιδίκαση της εν λόγω χρηματικής ικανοποίησης (Ολ.
ΑΠ 20/2000, ΑΠ 1752/2005). Κατόπιν των προεκτεθέντων, το Εφετείο, που δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, ότι στην έννοια της οικογένειας του θύματος, κατ' άρθρο 932 εδ. 3 του ΑΚ, δεν περιλαμβάνονται οι Χ8, Χ9, Χ10 και Χ11, ήτοι οι όγδοος, ένατος, δέκατος και ενδέκατος, αντίστοιχα, των αναιρεσειόντων, σύζυγοι αδελφών του θανόντος ..., δεν παραβίασε την παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, γι' αυτό και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης.
IV. Για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως. που ιδρύεται "αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν", πρέπει, επί παραπόνου για λήψη αποδεικτικών μέσων μη επιτρεπομένων, να προσδιορίζονται ο" αποδείξεις, ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου λήφθηκαν υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη και να αναφέρεται ότι ο περί απαραδέκτου ισχυρισμός προβλήθηκε στο δικαστήριο κατά τρόπο νόμιμο και ορισμένο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, και υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ως εμμάρτυρο αποδεικτικό μέσο τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, το οποίο με την 221/2002 απόφαση του κήρυξε εαυτό αναρμόδιο κατά τόπο προς εκδίκαση της ένδικης διαφοράς και παρέπεμψε την υπόθεση στο υλικά και τοπικά αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο και δίκασε την υπόθεση.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, πρωτίστως λόγω αοριστίας, γιατί δεν αναφέρεται ότι ο περί απαραδέκτου ισχυρισμός προβλήθηκε στο Εφετείο και γιατί κατά τη διαδικασία του άρθρου 681 Α ΚΠολΔ, κατά την οποία εκδικάσθηκε η ένδικη υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 671 ΚΠολΔ, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο κάθε πρόσφορο, έστω και άκυρο, αποδεικτικό μέσο.
VI. Από τις εφαρμοζόμενες και στην ειδική διαδικασία του άρθρου 681 Α' του ΚΠολΔ διατάξεις των άρθρων 670 εδ. α' και 671 εδ. β' ΚΠολΔ, που ορίζουν ότι "οι διάδικοι έως το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο προσάγουν όλα τα αποδεικτικά τους μέσα" και ότι "το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου" προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, δικάζοντας κατά την ανωτέρω διαδικασία, μπορεί να λάβει υπόψη του οποιαδήποτε αποδεικτικά μέσα και όταν δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία εκτιμά ελεύθερα, γιατί δεν είναι υποχρεωμένο να ακολουθήσει ορισμένους κανόνες ως προς την αποδεικτική τους ισχύ. Απ' αυτά συνάγεται, ότι η διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και συνεπεία της παραβιάσεως αυτής προσδίδει σε ένα απ' αυτά μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ορίζει ο νόμος κι όχι όταν εκτιμά αυτό ελεύθερα κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ και του αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα από εκείνη που του αποδίδει ο αναιρεσείων, δεν συμβιβάζεται προς το πνεύμα της διαγραφόμενης από τη διάταξη του άρθρου 681 Α' του ΚΠολΔ διαδικασίας.
Συνεπώς, ο από το άρθρ 559 αρ. 12 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως και κατά το επικουρικώς (προς το πρώτο μέρος) προβαλλόμενο δεύτερο μέρος του, με το οποίο προσάπτεται στην προσβληθείσα και κατά τη διαδικασία του άρθρου 681 Α' του ΚΠολΔ εκδοθείσα απόφαση η πλημμέλεια της παραβιάσεως των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα των καταθέσεων των μαρτύρων που δόθηκαν, κατά τα προαναφερθέντα, ενώπιον του παραπέμψαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, οι οποίες, έπρεπε να ληφθούν υπόψη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
VII. Κατά τη σταθερή νομολογία του Αρείου Πάγου ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης που οφείλεται στο δικαιούχο με βάση τη διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ. αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας. Η κρίση αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε κάποια νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε εκ πλαγίου, είτε ευθέως (αρθρ. 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ), είτε παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.
Επομένως η σχετική κρίση το δικαστηρίου της ουσίας στον καθορισμό του ύψους της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποιήσεως δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Εξάλλου, με το άρθρο 25 παρ.1 εδ. τέταρτο του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα "πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Κατά την αρχή αυτή, η οποία ως γενική αρχή του δικαίου ίσχυε και προ της ρητής αποτυπώσεώς της στο Σύνταγμα κατά την προαναφερθείσα αναθεώρηση του, οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια, πρέπει δηλαδή να είναι α)κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ήτοι να συνιστούν μέτρο το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό, και τέλος γ) εν στενή εννοία αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν (Ολ.ΑΠ 43/2005).
Η αρχή της αναλογικότητας, ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ' αρχήν στο νομοθέτη. Στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος), είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή.
Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (άρθρο 914 επ. ΑΚ) και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 932 ΑΚ ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένηςπεριπτώσεως.
Με τη διάταξη αυτή ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος, η ευθεία δε επίκληση της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά, σε σχέση με τον κατ' εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ προσδιορισμό αυτής, αποτελέσματα.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου ότι με το να επιδικάσει τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης για τη θανάτωση του ..., από αποκλειστική υπαιτιότητα του ..., οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, που ήταν ασφαλισμένο στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, ήτοι των α) Χ1 και Χ3, τέκνων του θανόντος, το ποσό των 18.000 ευρώ στον καθένα, β) Χ2, νύφης του θανόντος (σύζυγο του υιού του Χ1), το ποσό των 4.500 ευρώ, γ) Μ1 και Μ2, εγγονών του θανόντος (τέκνων των Χ1 και Χ2), τα ποσό των 6.000 ευρώ στον καθένα, δ) Χ6 και Χ7 (αδελφών του θανόντος), το ποσό των 9.000 στον καθένα και ε) Χ5 το ποσό των 12.639 ευρώ, ευθέως, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας που ισχύει με βάση το άρθρο 25 του Συντάγματος για το άρθρο 932 ΑΚ, διότι τα εν λόγω χρηματικά ποσά είναι υπερμέτρως ασυνήθη σε σχέση με τα επιδικαζόμενα για την ίδια αιτία σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Επίσης με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι στερείται νόμιμης βάσης, γιατί έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού α) δεν δικαιολογεί την κρίση της να επιδικάσει μικρότερα των επιδικασθέντων πρωτοδίκως χρηματικών ποσών για ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και β) τα επιδικασθέντα χρηματικά ποσά δεν είναι εξισορροπητικά του ψυχικού πόνου που υπέστησαν από την απώλεια του ως άνω στεvoύ συγγενούς τους.
Και οι δύο ως άνω διαφορετικοί λόγοι, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι. VIII. Mετά τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες αυτοί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 10-6-2006 αίτηση των Χ1 κ.λ.π. για αναίρεση της 4342/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ως προς τον τέταρτο αναιρεσείοντα Χ4.
Θεωρεί ότι η αίτηση αναίρεσης αυτή δεν ασκήθηκε ως προς τους τέσσερις τελευταίους αναιρεσείοντες Χ8, Χ9, Χ10 και Χ11.
Απορρίπτει την ίδια αίτηση αναίρεσης ως προς τους παρόντες άλλους αναιρεσείοντες.
Καταδικάζει τους αυτούς αναιρεσείοντες αυτούς στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων οχτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 28 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ