Supreme Court dismisses appeal for lack of legal basis due to insufficient factual reasoning in lower court decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a First Instance Court decision regarding property ownership. The State argued the lower court failed to provide sufficient reasoning for rejecting the claim that disputed lands belonged to the State due to their forest character. The Court ruled the appeal inadmissible because the contested decision lacked specific factual premises necessary to justify the legal conclusion, rendering the legal basis argument unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure: An appeal for lack of legal basis is inadmissible if the contested decision fails to state the essential factual premises required to justify the legal conclusion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1275 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1275/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Χριστίνα-Ζαφειρία Γαβριηλίδου, Μερόπη Τζουγκαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 29 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Χριστίνα Γιωτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Σ. συζ. Β. Α., το γένος Χ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Τσάγκα, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 45/2010 μη οριστική, 65/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 11/2018 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας (Μεταβατική Έδρα Λιβαδειάς). Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 29-5-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 29-05-2020 αίτηση προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, με αριθμ. 11/27-04-2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας (Μεταβατική Έδρα Λιβαδειάς), με την οποία απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η από 25-07-2014 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της εκκαλούμενης, με αριθμ. 65/2014, απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η από 10-06-2008 αγωγή της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας κατά του αναιρεσείοντος - ενάγοντος.
Η παραπάνω αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, διότι από το χρόνο δημοσίευσης αυτής, 27-04-2018 μέχρι την κατάθεση αυτής, στις 04-06-2020, στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Λιβαδειάς (έδρα της Μεταβατικής Έδρας Λιβαδειάς) δεν παρήλθε η διετής καταχρηστική προθεσμία άσκησης του ένδικου μέσου της αίτησης αναίρεσης, επειδή το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στην ανωτέρω προθεσμία, και, μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής, η προθεσμία αυτή τρέχει για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο διετής προθεσμία, η οποία δεν συμπληρώνεται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη της (άρθρ. 74 παρ. 1 του ν. 4690/2020, άρθρ. 49 του ν. 4963/2022, ΑΠ 27/2023, ΑΠ 131/2023), και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. [1] Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του β.δ. της 17.11/01.12.1836 "Περί ιδιωτικών δασών", σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 2 και 3 του ιδίου διατάγματος, αναγνωρίσθηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες, πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα, ανήκαν σε ιδιώτες και των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας θα αναγνωρίζονταν από το Υπουργείο Οικονομικών, στο οποίο έπρεπε να υποβληθούν μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του ανωτέρω διατάγματος, που έχει ισχύ νόμου.
Έτσι με τις προαναφερόμενες διατάξεις θεσπίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου μαχητό τεκμήριο κυριότητας επί των δασών που υπήρχαν στα όρια του Ελληνικού Κράτους, κατά το χρόνο ισχύος του ανωτέρω διατάγματος, εφόσον δεν αναγνωρίσθηκε η κυριότητα ιδιώτη κατά τη διαδικασία του ιδίου διατάγματος. Προϋπόθεση, όμως, του τεκμηρίου τούτου είναι η ύπαρξη δάσους κατά το χρόνο ισχύος του διατάγματος.
Δάσος, κατά την έννοια των προαναφερόμενων διατάξεων, θεωρείται κάθε έκταση εδάφους η οποία καλύπτεται ολικά ή μερικά από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή άλλων προϊόντων, σύμφωνα με τον ορισμό του δάσους, που περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 1 του ν.
ΑΧΝ'/1888 "Περί διακρίσεως και οροθεσίας των δασών", η οποία περιλήφθηκε, ως άρθρο 57, στον ν. 3077/1924 "Περί δασικού κώδικος" και βασικά δεν διαφέρει από τις διατάξεις του άρθρου 3 §§ 1, 2, 3 του ν. 998/1979 "Περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας". Ειδικότερα, κατά την έννοια των διατάξεων 3§§1, 2 και 3 του ν. 998/1979 "1.
Ως δάσος ή δασικό οικοσύστημα νοείται το οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό πάνω στην αναγκαία επιφάνεια του εδάφους, τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα, αποτελούν, μέσω της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλοεπίδρασής τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές).", "2.
Δασική έκταση υπάρχει όταν στο παραπάνω σύνολο η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά." και "3. Ως δάση και δασικές εκτάσεις νοούνται και οι οποιασδήποτε φύσεως ασκεπείς εκτάσεις (φρυγανώδεις ή χορτολιβαδικές εκτάσεις, βραχώδεις εξάρσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι) που περικλείονται, αντιστοίχως, από δάση και δασικές εκτάσεις, καθώς και οι υπεράνω των δασών ή δασικών εκτάσεων ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των ορέων και οι άβατοι κλιτύες αυτών.
Οι εκτάσεις της παραγράφου 6 του παρόντος άρθρου δεν υπάγονται στις διατάξεις της παρούσας παραγράφου, έστω και αν περικλείονται από δάση ή δασικές εκτάσεις.". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το δάσος είναι οργανικό σύνολο αγρίων φυτών με ξυλώδη κορμό, πάνω στην επιφάνεια του εδάφους, τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα πανίδα και χλωρίδα, αποτελούν, με την αμοιβαία αλληλεξάρτηση και αλληλεπίδραση τους ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασόβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές).
Δασική έκταση υπάρχει και όταν η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά. Κρίσιμη, επομένως, για την έννοια του δάσους και της δασικής έκτασης είναι η οργανική ενότητα της δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους) βλάστησης, η οποία με τη συνύπαρξη της όλης δασογενούς χλωρίδας και πανίδας προσδίδει μόνη σ' αυτό την ιδιαίτερη ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος (ΑΕΔ 27/1999).
Επίσης, από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι στην έννοια του δάσους ή της δασικής έκτασης περιλαμβάνονται και οι εντός αυτών, οποιασδήποτε φύσης, ασκεπείς εκτάσεις, χορτολιβαδικές ή μη, βραχώδεις εκτάσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι καθώς και οι πάνω από τα δάση ή τις δασικές εκτάσεις ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες βουνών και οι άβατες κλιτύες αυτών.
Και δεν ασκεί επιρροή στο πραγματικό γεγονός της δασικής μορφής του ακινήτου το ότι ορισμένα τμήματα αυτού, κατά καιρούς, εμφανίζονται χωρίς δασική βλάστηση (ΑΠ 111/2023, ΑΠ 809/2021, ΑΠ 385/2021). [2] Επί δημοσίων κτημάτων ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη, με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις έχουσες εφαρμογή, κατ' άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, για τον, πριν από την έναρξη ισχύος του Α.Κ., χρόνο, διατάξεις του ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν 9 παρ. 1 Πανδ. (50, 14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν.6 Πανδ. (44.3), ν.76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν.7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), δηλαδή κατόπιν άσκησης νομής, πάνω στο δημόσιο κτήμα με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), ν.27 Πανδ. (18.1), ν. 10, 17 της 48 Πανδ. (41.3), ν.3 Πανδ.(41.10) της ν. 109 Πανδ. (50.16), καθώς και με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της ιδικής του νομής και εκείνο του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει, με νόμιμο τρόπο ειδικός διάδοχος αυτού, που επερχόταν μόνο με έγκυρη δικαιοπραξία, υποβαλλόμενη στο συμβολαιογραφικό τύπο, σύμφωνα με το ν.
της 26/10-6/11-1856 "περί μεταγραφής κλπ." (ΑΠ 1296/2020, ΑΠ 1289/2016) ή καθολικός διάδοχος, που επερχόταν σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 12 Πανδ. (28.7), ν. 14 παρ. 8 Πανδ. (11.7) και ν.69 Πανδ. (29.2), προκειμένου περί εκούσιων ή εξωτικών κληρονόμων, στους οποίους περιλαμβάνονται η σύζυγος και οι ενήλικοι κατιόντες, ν. 2 Εισ. (2-19), 3 Εισ. (3-1), 14 πανδ. (38.16) προκειμένου περί οικείων, δηλαδή για τα ανήλικα τέκνα του κληρονομούμενου, που τελούσαν υπό την άμεση πατρική εξουσία του προϊσχύσαντος του ΑΚ βυζαντινορωμαϊκού δικαίου (ΑΠ 374/2022, ΑΠ 1781/2022, ΑΠ 1591/2021, ΑΠ 1357/2014). [3] Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του άνω νόμου της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα εφόσον η τριακονταετής νομή αυτών, κατά τις διατάξεις των ν.8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), Βασ.9 παρ. 1 (50.14) είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11 Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και τη 16-5-1926 και αφ' ετέρου του άρθρου 21 του ν.δ.
της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν. ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", που διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ., με το άρθρο 53 ΕισΝΑΚ αυτού, με τις οποίες διατάξεις ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του άρα και η χρησικτησία πάνω σ' αυτά.
Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.09.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (ΑΠ 246/2023, ΑΠ 1411/2023, ΑΠ 1187/2022). [4] Από το συνδυασμό των άρθρων 974, 1041, 1045, 1046 και 1094 ΑΚ, 70, 117, 118 εδ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου για την επίκληση κυριότητας αποκτηθείσα με χρησικτησία πρέπει να αναφέρεται στο αγωγικό δικόγραφο ότι ο ενάγων, προκειμένου για τακτική χρησικτησία άσκησε δεκαετή νομή διανοία κυρίου νομή επί του ακινήτου, με καλή πίστη από τη μεταγραφή του νόμιμου τίτλου ακίνητο, και για έκτακτη χρησικτησία άσκησε εικοσαετή νομή διανοία κυρίου, δηλ.
να αναφέρει εμφανείς υλικές πράξεις επ' αυτού, που να είναι δηλωτικές της βούλησής του να εξουσιάζει τούτο και οι οποίες ποικίλλουν ανάλογα με τον κατά τη βούλησή του προορισμό του ακινήτου, όπως είναι ενδεικτικά η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η εκμίσθωση σε τρίτο, η φύλαξη, η καλλιέργεια, η οριοθέτηση και καταμέτρηση των διαστάσεών του, η ανέγερση κτισμάτων κ.α., αν δε πρόκειται για αστικό ακίνητο η ενοικίαση σε αυτό και γενικά οι αρμόζουσες στην φύση του πράξεις εξουσίασης, χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας (ΑΠ 391/2023, ΑΠ 1070/2023, ΑΠ 771/2021), ενώ χωρίς τη σωματική στο ακίνητο επενέργεια μπορεί να υπάρχει όχι πράξη άσκησης νομής, αλλά μόνο προπαρασκευή της τελευταίας (ΑΠ 165/2014, ΑΠ 92/2013, ΑΠ 1418/2010).
Ειδικότερα, ως προς την περιγραφή του επίδικου ακινήτου απαιτείται τέτοια περιγραφή ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του. Δεν είναι απαραίτητο να αναφέρονται οι όμοροι ιδιοκτήτες, οι πλευρικές διαστάσεις, το σχήμα και ο ακριβής προσανατολισμός του ακινήτου, ούτε να επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα (ΑΠ 14/2023, ΑΠ 369/2022, ΑΠ 982/2021).
Όταν το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση, εκτός από την έκταση του διεκδικούμενου αυτού τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, του οποίου έχει γίνει ακριβής περιγραφή, και τα όριά του, ώστε να είναι δυνατόν στον εναγόμενο μεν να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου και όχι ασαφούς επίδικου αντικειμένου, στο δικαστήριο δε να εκδώσει απόφαση δεκτική εκτέλεσης (ΑΠ 1390/2023, ΑΠ 1068/2023, ΑΠ 982/2021). [5] Από τις διατάξεις των άρθρων 1094, 1045 και 1054 του ΑΚ, προκύπτει ότι ο ισχυρισμός ότι ορισμένο πράγμα είναι πράγμα ανεπίδεκτο χρησικτησίας συνιστά ένσταση του αντιδίκου του επικαλούμενου κτήση κυριότητας με χρησικτησία (ΑΠ 894/2020, ΑΠ 977/2007) που είναι διακωλυτική του επικαλούμενου με την αγωγή δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος στο επίδικο και πρέπει να προτείνεται από τον εναγόμενο, αφού ούτε από το δικαστήριο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως και, όταν εναγόμενο είναι το Ελληνικό Δημόσιο, αυτό, επίσης, πρέπει να επικαλεστεί και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδείξει, ότι το επίδικο ακίνητο είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας, διότι περιήλθε στην κυριότητά του με κάποιο νόμιμο τρόπο, τον οποίο πρέπει συγκεκριμένα να προσδιορίζει για να είναι ορισμένη η σχετική ένσταση του.
Η απλή άρνηση από τον ενάγοντα της ένστασης ανεπίδεκτου χρησικτησίας του επίδικου, λόγω απόκτηση κυριότητας από το ίδιο, τον οποίο προβάλλει το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν καθιστά την αγωγή αόριστη, αλλά υποχρεώνει αυτό (Ελληνικό Δημόσιο) σε απόδειξη των περιστατικών που θεμελιώνουν τη δική του κυριότητα στο επίδικο.
Έτσι, εάν το Ελληνικό Δημόσιο προβάλλει τον ισχυρισμό ότι το επίδικο είναι δημόσιο δάσος ή δημόσιο κτήμα περιελθόν σ' αυτό ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, οπότε τεκμαίρεται ότι έχει επ' αυτού κυριότητα, ο ενάγων μπορεί να αρκεστεί στην άρνηση της ιδιότητας του επίδικου ως δάσους και ως δημόσιου κτήματος, προς απόκρουση του ισχυρισμού της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου σ' αυτό, πλην όμως, λόγω του υφιστάμενου τεκμηρίου κυριότητας, βαρύνεται με την απόδειξη του αρνητικού του ισχυρισμού ότι το επίδικο δεν φέρει το χαρακτήρα δάσους ή δασικής έκτασης (ΑΠ 1187/2022, ΑΠ 826/2018, ΑΠ 712/2015). [6] Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (ΟλΑΠ 18/1998).
Η ποιοτική αοριστία, δηλαδή, η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14, αντιστοίχως, του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 12/2023, ΑΠ 1070/2023), αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ' αυτήν ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή, μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα (ΑΠ 1390/2023, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 1145/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη - ενάγουσα, στην ένδικη, από 10-06-2008 αγωγή της, αφού εξέθετε ότι είναι κύρια, με παράγωγο τρόπο, και δη με τα με αριθμ. ...
και ... συμβόλαια γονικής παροχής του συμβ/φου Λιβαδειάς Α. Σ., που μεταγράφηκαν νόμιμα, των αναφερόμενων δύο οικοπέδων, εμβαδού 372,82 τ.μ., και κατά νεότερη καταμέτρηση 366,91 τ.μ., που βρίσκεται μέσα στο περίγραμμα του προϋφιστάμενου του 1923 οικισμού Πέρα Χωριού Λιβαδειάς, με πληθυσμό 200 κατοίκων, με το εντός αυτού υπάρχον κτίσμα, επιφάνειας 31,95 τ.μ., που συνορεύει ανατολικά σε πλευρά 23,26μ.
με άλλη ιδιοκτησία της ιδίας, δυτικά σε πλευρά 23,14μ. με δημοτικό δρόμο, βόρεια σε πλευρά 17,64μ. με ιδιοκτησία Ν. και Χ. Μ. και νότια σε πλευρά 14,10 μ. με ιδιοκτησία Λ. Τ., και ενός οικοπέδου 249,95 τ.μ., με το υπάρχον σ' αυτό κτίσμα 19,55 τ.μ., συνεχόμενο προς ανατολάς με το προπεριγραφόμενο οικόπεδο, το οποίο, επίσης, βρίσκεται μέσα στα όρια του περιγράμματος του άνω οικισμού και συνορεύει ανατολικά σε πλευρά 16,29 μ.
με δημοτική οδό, δυτικά σε πλευρά 23,26 μ. με το προπεριγραφόμενο οικόπεδο, βόρεια σε πλευρά τεθλασμένη 20,19 μ. με ιδιοκτησία Ν. και Χ. Μ. και νότια σε πλευρά 13,37 μ. με ιδιοκτησία Λ. Τ., αντίστοιχα, και με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, ασκώντας επ' αυτού πράξεις νομής διανοία κυρίου, για χρόνο περισσότερο της εικοσαετίας, προσμετρώντας και τις πράξεις νομής του άμεσου δικαιοπαρόχου της - πατέρα της, Χ.
Π., στον οποίο είχαν περιέλθει με έκτακτη χρησικτησία, με άσκηση απ' αυτόν φυσικής εξουσίασης με διάνοια κυρίου, για χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας, και, ειδικότερα, από το έτος 1922, με άτυπη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας του αποβιώσαντος το έτος 1919 πατέρα τους, Ν. Π. και της αποβιώσασας το έτος 1922 μητέρας τους Σ.
χας Ν. Π., με τα αδέλφια του Ι. Π. και Ν. Π., και, καθ' υποφοράν, ότι οι απώτατοι δικαιοπάροχοι αυτής, νέμονταν τα ανωτέρω ακίνητα, ως τμήματα μείζονος αγρού, έκτασης 2.000 στρεμμάτων, περίπου, ο οποίος είχε περιέλθει στον απώτατο δικαιοπάροχό της, Γ. Ν. το έτος 1861, στην κληρονομία του οποίου υπεισήλθαν, πριν το έτος 1871, με ανάμειξη οι υιοί του, Ν., Δ.
και Σ. Ν., κατ' ισομοιρίαν, και, στη συνέχεια, ο Ν. Ν. παραχώρησε, με το, μεταγραφέν νόμιμα, ... συμβόλαιο το μερίδιό του, 1/3 εξ αδιαιρέτου στη σύζυγό του, Κ. θυγ. Γ. Λ., στη συνέχεια κατατμηθείσα, και ασκούσαν όλοι οι διαδοχικά προαναφερθέντες επ' αυτού πράξεις νομής διανοία κυρίου, με περίφραξη, οικοδόμηση, καλλιέργεια αυτού, χωρίς να ενοχληθούν από το αναιρεσείον - εναγόμενο, και, πριν την εισαγωγή του ΑΚ, με καλή πίστη, δηλαδή με την πεποίθηση ότι δεν βλάπτει τα δικαιώματα τρίτου, ζήτησε να αναγνωριστεί η κυριότητά της.
Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή, ως προς την περιγραφή του επίδικου ακινήτου είναι ορισμένη και πλήρης, ώστε να μη γεννάται καμιά αμφιβολία περί της ταυτότητας αυτού, αφού αναφέρονται με σαφήνεια η θέση, η έκταση και τα όρια με τα οποία συνορεύει το επίδικο ακίνητο και ως προς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.
Για το ορισμένο της αγωγής δεν απαιτούνται άλλα, επιπλέον στοιχεία, δηλαδή η θέση των ένδικων αυτοτελών ακινήτων μέσα στην ανωτέρω παλαιότερα μείζονα (κατατμηθείσα) έκταση των 2.000 στρεμμάτων ούτε η επισύναψη στην αγωγή τοπογραφικού διαγράμματος που να απεικονίζει τη θέση και τα όρια του επιδίκου ακινήτου εντός της ευρύτερης έκτασης, καθώς και τα όρια της τελευταίας σε σχέση με άλλα όμορα σε αυτήν αγροτεμάχια.
Για το ορισμένο της αγωγής χρησικτησίας περιγράφονται προσιδιάζουσες στα επίδικα ακίνητα πράξεις νομής διανοία κυρίου τόσο της αναιρεσίβλητης, από την από το έτος 1991 περιέλευσή τους σ' αυτήν όσο και των διαδοχικά κατονομαζόμενων άμεσων, απώτερων και απώτατων δικαιοπαρόχων αυτής (καλλιέργεια, περίφραξη, οικοδόμηση), χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας.
Επομένως, το Εφετείο απορρίπτοντας το σχετικό λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος, με τον οποίο επανέφερε την ένσταση αοριστίας, ως προς την περιγραφή των επίδικων ακινήτων δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει απαράδεκτη την αγωγή, και, συνεπώς, ο από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. [1] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1491/2023).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ) πρέπει, πλην άλλων, να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης πλήρως και όχι αποσπασματικά και επιλεκτικά (ΑΠ 1036/2023, ΑΠ 1554/2022, ΑΠ 1109/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για ανεπαρκή αιτιολογία ως προς το ουσιώδες ζήτημα απόρριψης του προβληθέντος απ' αυτό ισχυρισμού του ότι τα επίδικα ακίνητα ανήκουν στην κυριότητά του, λόγω του δασικού χαρακτήρα αυτών, χωρίς να διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογία για την από τους απώτερους δικαιοπαρόχους της αναιρεσίβλητης κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, με τις διατάξεις του βρδ, μέχρι την 11-09-1915.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι στο αναιρετήριο δεν διαλαμβάνονται οι κρίσιμες πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ μόνη η αναφορά του καταληκτικού πορίσματος αυτής δεν αρκεί. IV. Κατ' ακολουθίαν, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχήν του αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-05-2020 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της με αριθμ. 11/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας (Μεταβατική Έδρα Λιβαδειάς).
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου