Legislator Case Law & Legislation
1275/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court verdict on embezzlement charges due to lack of legal grounds.

Case Number 1275/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court of Thessaloniki's labor court decision regarding embezzlement charges. The appellant argued that the lower court misinterpreted a prior criminal judgment and distorted the facts regarding the amount embezzled. The court rejected these claims, finding the lower court's reasoning sound and based on comprehensive evidence rather than a single document.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appealed decision has a legal basis and the grounds raised do not demonstrate a lack of legal foundation or contradictory reasoning.

Keywords

AI generated
appeal admissibility labor court decision embezzlement charges legal grounds requirement contradictory reasoning judicial review standard costs of appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(2) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 74(2) of Law 4690/2020
Article 226(4)(b) and (c) of the Code of Civil Procedure
Article 575(b) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1275 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1275/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Μαρία Χασιρτζόγλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ν. Σ. του Γ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε. Της αναιρεσίβλητης: Μονοπρόσωπης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Καραγκούνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-9-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 4888/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 652/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 24-6-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία Χασιρτζόγλου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 24.6.2020 και με αριθμό κατάθεσης στη Γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης 1480/161/2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 652/2020 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), ερήμην της αναιρεσείουσας, η οποία επέσπευσε τη συζήτηση αυτής για τη δικάσιμο της 2.3.2021 (βλ. την από 21.12.2020 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Ι. Β. στο αντίγραφο του δικογράφου της αναίρεσης που επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη). Κατά την ανωτέρω δικάσιμο η συζήτηση ματαιώθηκε λόγω της πανδημίας και προσδιορίστηκε στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με πράξη του Προέδρου του Τμήματος και εγγραφή στο πινάκιο, οπότε ισχύει ως κλήτευση της απούσας αναιρεσείουσας (άρθρο 74 παρ. 2 του ν. 4690/2020 που κύρωσε τις από 13.4.2020 και 1.5.2020 Π.Ν.Π σε συνδυασμό με άρθρο 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' του ίδιου κώδικα). Επομένως η συζήτηση θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1060/2017, 474/2020).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά την οποία, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση αδικοπραξίας απαιτείται η συνδρομή ζημίας, παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του δράστη και αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεως και της ζημίας που επήλθε.

Αν δε η αδικοπραξία συνιστά συγχρόνως και ποινικό αδίκημα, τότε πρέπει να συντρέχουν επιπλέον και τα στοιχεία που θεμελιώνουν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω αδικήματος (ΑΠ 532/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι ή αναιρεσίβλητη μονοπρόσωπη εταιρία περιορισμένης ευθύνης εκμεταλλεύεται στη ...

κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος στο οποίο η αναιρεσείουσα εργαζόταν ως σερβιτόρα και ότι στα καθήκοντα της περιλαμβανόταν η είσπραξη, από τους πελάτες του καταστήματος, του τιμήματος των πωληθέντων ειδών. Ότι στην επιχείρηση λειτουργούσε ηλεκτρονικό σύστημα παραγγελιοληψίας που γινόταν με τη χρήση ειδικής φορητής συσκευής, την οποία η αναιρεσείουσα χειριζόταν με δικό της προσωπικό μυστικό κωδικό, καταχωρίζοντας σε πραγματικό χρόνο την παραγγελία του πελάτη και αποστέλλοντας αυτήν στον κεντρικό υπολογιστή στην κεντρική σάλα του καταστήματος.

Η παραγγελία εμφανιζόταν στην οθόνη του υπολογιστή και εκτυπωνόταν σε ειδική συσκευή είτε του μπαρ είτε της κουζίνας, όπου οι εκεί εργαζόμενοι την προετοίμαζαν, τα δε τρόφιμα και ποτά προσφέρονταν στους πελάτες κυρίως από τους βοηθούς σερβιτόρων. Ότι επειδή η χρήση της φορητής συσκευής δεν ήταν πρακτική, συνηθιζόταν οι σερβιτόροι να καταχωρίζουν την παραγγελία στον κεντρικό υπολογιστή, χρησιμοποιώντας ο καθένας τον δικό του προσωπικό κωδικό.

Ότι με το σύστημα αυτό γινόταν αφενός η εκτέλεση και η παρακολούθηση των παραγγελιών για κάθε χρήστη (σερβιτόρο) χωριστά, αλλά και η εκκαθάριση των πωλήσεων και η συμφωνία με τις πωλήσεις του κάθε χειριστή κατά τη βάρδια του, αφού η αναιρεσίβλητη προτιμούσε αυτό το σύστημα παρακολούθησης των εισπράξεων της ημέρας από τις φορολογικές αποδείξεις που εξέδιδε η ταμειακή μηχανή, την έκδοση των οποίων τηρούσε μόνο για φορολογικούς λόγους, χωρίς να προβαίνει σε συνδυαστικούς ελέγχους.

Ότι τον Αύγουστο του 2015 η νόμιμη εκπρόσωπος της αναιρεσείουσας άρχισε να παρατηρεί δυσαναλογία μεταξύ των καθημερινών πωλήσεων και των αποτελεσμάτων του ταμείου, γεγονός που αποτέλεσε την αφορμή για τον οικονομικό έλεγχο της επιχείρησης. Ότι η έρευνα ξεκίνησε από τους προμηθευτές της επιχείρησης και κατέληξε στη διαδικασία εκτέλεσης και πληρωμής των παραγγελιών από τους σερβιτόρους.

Ότι διαπιστώθηκε πως η αναιρεσείουσα καταχώριζε τις παραγγελίες στο σύστημα με την πραγματική τους αξία, με βάση την οποία εξέδιδε την ταμειακή απόδειξη και εισέπραττε το τίμημα από τον πελάτη και στη συνέχεια επενέβαινε στο σύστημα παραγγελιών του υπολογιστή με τον κωδικό της, ακύρωνε την παραγγελία και εξέδιδε νέα απόδειξη παραγγελίας συνήθως ποσού 0,10 έως 0,60 ευρώ, υποτιμολογώντας τη σχετική παροχή και παρακρατώντας τη διαφορά της αξίας, που αυθαίρετα καταχώριζε, από το ποσό που είχε εισπράξει, αφού στο τέλος της βάρδιας η εκκαθάριση και η απόδοση γινόταν με τα ποσά που φαινόταν να έχουν καταχωριστεί στο σύστημα ως εισπραχθέντα, τα οποία ήταν, εν όψει των ενεργειών της, λιγότερα από αυτά που είχε εισπράξει από τους πελάτες.

Ότι, παραδείγματος χάριν, ενώ η σαλάτα του σεφ ή του Καίσαρα τιμολογούνταν στο ποσό των 4,50 ευρώ και η υπηρεσία παροχής υπηρεσιών παιδότοπου στο ποσό των 4,00 ευρώ, η αναιρεσείουσα τη χρέωνε στο σύστημα με το ποσό των 50 λεπτών ή των 10 λεπτών ή καταχώριζε τη σχετική παραγγελία ως κέρασμα, παρακρατώντας την αξία του προϊόντος που είχε εισπράξει.

Ότι για να μην γίνει αντιληπτή, η αναιρεσείουσα ενεργούσε επιλεκτικά είτε σε πελάτες που δεν γνώριζε είτε όταν η εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης ή ο σύζυγος της έλλειπαν από το κατάστημα, προέβαινε δε στην ακύρωση όταν η αρχική παραγγελία είχε ήδη εκτελεστεί από το μπαρ ή την κουζίνα, φροντίζοντας ώστε η νέα παραγγελία που εξέδιδε μετά την ακύρωση της αρχικής να μην γίνεται αντιληπτή από το προσωπικό των παραπάνω τμημάτων.

Ότι την 26.8.2015 η αναιρεσείουσα τέθηκε υπό παρακολούθηση κατά την εργασία της από αστυνομικό του Τμήματος Ασφαλείας ... που υποδυόταν τον πελάτη. Ότι η αναιρεσείουσα εξέδωσε την 10.252 παραγγελία εξυπηρετώντας παρέα πελατών στο τραπέζι με αριθμό ..., την οποία πληκτρολόγησε στο αυτόματο σύστημα παραγγελιών με την πραγματική χρηματική της αξία των 33,60 ευρώ.

Ότι στη συνέχεια και αφού η παραγγελία εκτελέστηκε από την κουζίνα, η εναγομένη προέβη στην ακύρωση της εν λόγω παραγγελίας καταστρέφοντας το αποδεικτικό χαρτί του αυτόματου μηχανήματος παραγγελιών, εκδίδοντας εκ νέου απόδειξη παραγγελίας 0,60 ευρώ με υποτιμολόγηση των σχετικών παροχών (το ποσό αυτό εισήλθε ως δήθεν εισπραχθέν στο ταμείο), ενώ εξέδωσε και απόδειξη ταμειακής μηχανής της παραπάνω πραγματικής χρηματικής αξίας, την οποία και προσκόμισε στο τραπέζι του πελάτη με την παραγγελία του.

Ότι ακολούθως, σε συμπληρωματική παραγγελία του ίδιου πελάτη, χρηματικής αξίας 7,50 ευρώ, η αναιρεσείουσα έκοψε νέα απόδειξη την οποία προσκόμισε κανονικά στο τραπέζι του πελάτη, χωρίς να προβεί σε διόρθωση της. Ότι λίγο μετά ο πελάτης πλήρωσε στην αναιρεσείουσα το σύνολο της παραγγελίας ύψους 41,10 ευρώ με ένα χαρτονόμισμα των 50 ευρώ και εκείνη του επέστρεψε το ποσό των 8,90 ευρώ, Ότι μόλις αποχώρησε ο πελάτης, ο αστυνομικός, που ειδοποιήθηκε από την εκπρόσωπο της αναιρεσίβλητης για την αυθαίρετη ακύρωση της παραγγελίας και τη συντελούμενη παρακράτηση, συνέλαβε την αναιρεσείουσα και την οδήγησε στο Τμήμα Ασφαλείας ..., όπου προφορικά αποδέχθηκε την πράξη της, ομολογώντας ότι με τον ίδιο τρόπο είχε αφαιρέσει περί τα 150 ευρώ κατά το τελευταίο δεκαήμερο, γεγονός το οποίο αναίρεσε στις μετέπειτα καταθέσεις της.

Ότι σε βάρος της αναιρεσείουσας σχηματίστηκε ποινική δικογραφία και ότι καταδικάστηκε με την 19.161/17.10.2016 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης σε ποινή φυλάκισης έξι μηνών για την πράξη της υπεξαίρεσης κατ 'εξακολούθηση (σε απόπειρα για την πράξη της 26.8.2015 που αφορούσε ποσό 33 ευρώ και σε μορφή τετελεσμένη για τις προγενέστερες πράξεις, αγνώστου όμως ποσού).

Ότι ακολούθησε ο πλήρης έλεγχος των παραγγελιών της αναιρεσείουσας, με τη σύγκριση των παραγγελιών που εξέδωσε και τον έλεγχο των πραγματικών τιμών των προϊόντων από τον τιμοκατάλογο της αναιρεσίβλητης...εν όψει του ότι η εκκαθάριση των δοσοληψιών αλλά και η υπεξαίρεση από την αναιρεσείουσα πραγματοποιούνταν μόνο με βάση τη χρήση του συστήματος παραγγελιών και την τιμολόγηση των προϊόντων από τον τιμοκατάλογο, βάσει του οποίου διαπιστώθηκε ότι:

α) από 16.1.2015 έως 31.1.2015 η αναιρεσείουσα απέδωσε στην αναιρεσίβλητη από συνολικά 177 παραγγελίες αξίας 2.662,85 ευρώ ποσό 685,70 ευρώ παρακρατώντας για τον εαυτό της το υπόλοιπο των 1.977,15 ευρώ, β) για το Φεβρουάριο 2015 από συνολικά 325 παραγγελίες, αξίας 4.921,55 ευρώ ποσό 1.540,10 ευρώ παρακρατώντας για τον εαυτό της το ποσό των 3.381,45 ευρώ, γ) για το Μάρτιο του 2015 από συνολικά 307 παραγγελίες, αξίας 5.512,12 ευρώ ποσό 2.058,97 ευρώ παρακρατώντας για τον εαυτό της το ποσό των 3.453,15 ευρώ, δ) για τον Απρίλιο του 2015 από συνολικά 348 παραγγελίες αξίας 8.130,19 ευρώ ποσό 2.894,94 ευρώ παρακρατώντας για τον εαυτό της το ποσό των 5.235,25 ευρώ, ε) για το μήνα Μάιο του 2015 από συνολικά 379 παραγγελίες αξίας 8.963,89 ευρώ ποσό 2.811,39 ευρώ παρακρατώντας για τον εαυτό της το ποσό των 6.152,50 ευρώ, στ) για το μήνα Ιούλιο από συνολικά 260 παραγγελίες αξίας 4.928,25 ευρώ ποσό 636,10 ευρώ παρακρατώντας και τον εαυτό της το ποσό των 4.292,15 ευρώ και η) από 1.8.2015 έως και 17.8.2015 από συνολικά 84 παραγγελίες αξίας 1.567,65 ευρώ ποσό 478,75 ευρώ παρακρατώντας για τον εαυτό της το ποσό των 1.088,90 ευρώ, ενώ το ποσό που διαπιστώθηκε ότι παρακράτησε συνολικά κατά το διάστημα 16.1.2015 έως 17.8.2015 επεμβαίνοντας σε 2.163 παραγγελίες ανέρχεται σε 29.389,75 ευρώ.

Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση που η αναιρεσίβλητη άσκησε κατά της 4.899/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη με την οποία είχε γίνει μερικώς δεκτή η αγωγή για το ποσό των 150 ευρώ, την οποία αγωγή δέχθηκε ομοίως εν μέρει, επιδικάζοντας στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 29.389,75 ευρώ που έκρινε ότι υπεξαιρέθηκε από την αναιρεσείουσα και επιπλέον το ποσό των 1.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για τη βλάβη που η αναιρεσίβλητη υπέστη στη φήμη και την αξιοπιστία της.

Έχοντας το περιεχόμενο αυτό η αναιρεσιβαλλομένη περιέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες περιγράφοντας την αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας και τη ζημία που προκλήθηκε εξ αυτής, δηλαδή την από πρόθεση ιδιοποίηση ξένου κινητού πράγματος και συγκεκριμένα του μέρους εκείνου των χρημάτων που εισέπραττε από τους πελάτες ως αντίτιμο των ειδών που κατανάλωναν και ήταν ίσο με τη διαφορά μεταξύ της αρχικής πραγματικής παραγγελίας και της πλασματικής, διαφορά την οποία παρακρατούσε αντί να τα εισφέρει στο ταμείο ως όφειλε, καθώς και το τέχνασμα το οποίο μετερχόταν για να μην γίνει αντιληπτή η άδικη πράξη της.

Τα περιεχόμενα δε στην αιτιολογία της πληττόμενης απόφασης πραγματικά περιστατικά δικαιολογούν την υπαγωγή τους στην διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ και σε αυτήν του άρθρου 375 ΠΚ, του οποίου πληρούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση. Επομένως ο λόγος αναίρεσης σύμφωνα με τον οποίον η αιτιολογία είναι ελλιπής διότι δεν περιγράφεται η πράξη της ιδιοποίησης των χρημάτων, είναι αβάσιμος.

Ειδικότερα αβάσιμες είναι οι αιτιάσεις α) ότι η αναιρεσιβαλλομένη με τη χρήση της λέξης "παρακρατώντας" εκτιμά ως παρακράτηση τη διαδικασία ακύρωσης της αρχικής παραγγελίας, χωρίς να διαπιστώνει την ιδιοποίηση των χρημάτων, αλλά μόνο την πρόθεση ιδιοποίησης, με συνέπεια να μην στοιχειοθετείται το αδίκημα της υπεξαίρεσης και β) ότι η αναιρεσιβαλλομένη δεν έπρεπε να αρκεστεί στο σύστημα ελέγχου των παραγγελιών της επιχείρησης, αλλά όφειλε να ελέγξει εάν εκδόθηκαν οι αντίστοιχες αποδείξεις από την ταμειακή μηχανή, διότι μόνο έτσι θα αποδεικνυόταν η είσπραξη των ποσών εκ μέρους της αναιρεσείουσας από τους πελάτες.

Και τούτο επειδή στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης σαφώς αναφέρεται ότι η αναιρεσίβλητη έλεγχε τις εισπράξεις της ημέρας και τα ποσά που έπρεπε να τής αποδώσουν οι σερβιτόροι-ταμίες βάσει του συστήματος των παραγγελιών που καταχώριζε ο καθένας στο σύστημα παραγγελιοληψίας και όχι μέσω των ταμειακών αποδείξεων, αυτή δε την τακτική της εκμεταλλεύθηκε η αναιρεσείουσα για να παρακρατεί τη διαφορά μεταξύ της αρχικής παραγγελίας και της πλασματικής που καταχώριζε στο σύστημα, παραποιώντας την αρχική, φροντίζοντας να μην γίνεται αντιληπτή από τους υπευθύνους της επιχείρησης και τους συναδέλφους της, παραδίδοντας ταυτόχρονα στους πελάτες αποδείξεις που αντιστοιχούσαν στην πραγματική και ακολούθως ακυρωμένη παραγγελία τους, ώστε να μπορεί να εισπράξει το αντίτιμο αυτής, το οποίο παρακρατούσε (δηλαδή ιδιοποιούνταν χωρίς να το αποδώσει στο ταμείο).

Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσής της, που στηρίζεται στον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση της παραμόρφωσης της 19.161/17.10.2016 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, την οποία η αναιρεσιβαλλομένη φέρεται ότι δεν ανέγνωσε σωστά, αφού με αυτήν η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης έξι μηνών για την πράξη της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση "σε απόπειρα για την πράξη της 26.8.2015 που αφορούσε σε ποσό 33 ευρώ και για τετελεσμένες για τις προγενέστερες πράξεις αγνώστου όμως ποσού", διευρύνοντας εσφαλμένα τόσο το χρόνο τέλεσης του αδικήματος όσο και το ποσό της υπεξαίρεσης.

Ο λόγος αυτός παρίσταται ουσιαστικά αβάσιμος αφού η αναιρεσιβαλλομένη δεν προσέδωσε στην ανωτέρω απόφαση διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που πραγματικά έχει, αλλά προέβη στην εξακρίβωση του υπεξαιρεθέντος ποσού βάσει των εγγράφων που προσκομίστηκαν από την αναιρεσίβλητη και ειδικότερα από το αποτέλεσμα του ηλεκτρονικού ελέγχου στο σύστημα παραγγελιοληψίας της αναιρεσίβλητης που δεν ήταν δειγματοληπτικός αλλά αφορούσε όλες τις παραγγελίες που αυτή έλαβε κατά το χρονικό διάστημα από 16.1.2015 έως 17.8.2015 και καταγράφηκε σε "δυο ογκώδεις τόμους" που προσκομίστηκαν από την αναιρεσίβλητη, όπου καταγραφόταν το 'σύνολο των παραγγελιών που διεκπεραίωσε η αναιρεσείουσα, η πραγματική και η πλασματική αξία τιμολόγησης και η διαφορά που παρακρατήθηκε από την τελευταία.

Από την επισκόπηση δε της ανωτέρω ποινικής απόφασης, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και την οποία επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσίβλητη, προκύπτει ότι το αποτέλεσμα του ελέγχου δεν περιλαμβανόταν στα αναγνωστέα κατά την ποινική διαδικασία έγγραφα, ώστε να έχει το δικαστήριο τη δυνατότητα να εκτιμήσει το ποσό της υπεξαίρεσης με ακρίβεια, για το οποίο δεν εισφέρθηκαν στην κρίση του άλλα στοιχεία, πέραν της αόριστης κατάθεσης του μάρτυρα κατηγορίας που αναφέρθηκε γενικόλογα σε ζημία της επιχείρησης ύψους 30.000 ευρώ, χωρίς όμως να συνδέει την κατάθεση του με συγκεκριμένα περιστατικά ή έγγραφα, ώστε να μπορεί το δικαστήριο να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση γι' αυτά.

Επιπλέον ο λόγος παρίσταται αβάσιμος επειδή η αναιρεσιβαλλομένη δεν στήριξε το αποδεικτικό πόρισμά της αποκλειστικώς στην εν λόγω απόφαση, αλλά απλώς το ενίσχυσε με αυτήν (ΑΠ 1435/2018). Επομένως και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Συνακόλουθα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, αυτή θα πρέπει να απορριφθεί και η αναιρεσείουσα που χάνει τη δίκη να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (ΚπολΔ 176, 183, 191), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 24/6/20202 και με αριθμό έκθεση κατάθεσης 1480/161/2020 αίτηση για την αναίρεση της 652/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ