Legislator Case Law & Legislation
1275/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague grounds failing to specify evidence or cite prior submissions under Article 559 of the Civil Procedure Code.

Case Number 1275/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a legal entity against a first-instance judgment involving multiple individuals. The appellant argued that the lower court failed to consider a specific investor list, but the court found the grounds for appeal vague and insufficiently detailed under Article 559 of the Civil Procedure Code. Consequently, the court ruled that the appeal lacked necessary elements to establish a legal error and ordered the appellant to bear the litigation costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 579, 495, 176, 183, 191, 75 of the Civil Procedure Code; An appeal must clearly specify the legal error and the specific evidence or submissions relied upon, otherwise it is rejected as indefinite.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Appeal grounds Vague appeal Evidence submission Litigation costs Legal error Indefinite claim

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Civil Procedure Code
Article 579, paragraph 2 of the Civil Procedure Code
Article 495, paragraph 4 of the Civil Procedure Code
Article 176 of the Civil Procedure Code
Article 183 of the Civil Procedure Code
Article 191, paragraphs 2 and 75, paragraph 1 of Law 4194/2013

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1185/2010
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1275 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1275/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τσουτσάνη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Π. του Π., κατοίκου ..., 2) Σ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., 3) Ε. Π. του Κ., κατοίκου ... 4) Σ. Σ. του Α., κατοίκου ..., 5) Ρ. Σ. του Α., κατοίκου ..., 6) Κ. Π. του Γ., κατοίκου ..., 7) Σ. Μ. του Θ., κατοίκου ..., 8) Ι. Δ. του Ε., κατοίκου ... 9) Μ. Σ. του Α., κατοίκου ..., 10) Ε. Μ. του Μ., κατοίκου ..., 11) Σ.-Ε. Α., κατοίκου ..., 12) Σ. Κ. του Γ. κατοίκου ..., 13) Η. Φ. του Κ., κατοίκου ..., 14) Χ. Π. του Α., κατοίκου ..., 15) Χ. Τ. του Χ., κατοίκου ..., 16) Ν. Σ. του Α., κατοίκου ... 17) Ε. Μ. του Θ., κατοίκου ... 18) Π. Π. του Ι., κατοίκου ..., 19) Ν. Π. του Θ., κατοίκου ..., 20) Σ. Ε. του Ν., κατοίκου ..., 21) Τ. Τ. του Χ., κατοίκου ..., 22) Δ. Α. του Α., κατοίκου ... 23) Δ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 24) Ι. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 25) Ι. Σ. του Κ., κατοίκου ..., 26) Τ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., 27) Α. Δ. του Μ., κατοίκου ..., 28) Π. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 29) Π. Γ. του Ε., κατοίκου ..., 30) Α. Γ. συζύγου Ε., κατοίκου ..., 31) Ε. Γ. του Ν., κατοίκου ..., 32) Φ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., 33) Γ. Λ. του Σ., κατοίκου ..., 34) Μ. Π. του Γ., κατοίκου ..., 35) Μ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 36) Θ. Κ. του Ε., κατοίκου ....

Οι υπό στοιχεία 2-22 και 24-36 αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Γεώργιο Παλάζη και Εμμανουήλ Σουριαδάκη και κατέθεσαν προτάσεις.

Οι υπό στοιχεία 1 και 23 αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος του ως άνω αναιρεσείοντος, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε, ότι το αναιρεσείον παραιτείται από το δικόγραφο της από 4/5/2016 κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 5497/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/12/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3711/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5497/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4/5/2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις υπ' αριθμ. ...54 Γ'/30-5-2016 και Β' ...8/30-5-2016 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητριών Κ. Α. - Ν. και Μ. Α. της περιφέρειας του Εφετείου Θράκης, διορισμένης στο Πρωτοδικείο Καβάλας, η πρώτη και της περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας, διορισμένης στο Πρωτοδικείο Τρικάλων η δεύτερη, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον που επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του νομίμως εκπροσωπήσαντος αυτό πληρεξούσιου δικηγόρου του Νικολάου Τσουτσάνη, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 4-5-2016 αίτησης αναίρεσης κατά της 5497/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας (3-4-2017) και κλήση προς εμφάνιση κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους εκ των αναιρεσίβλητων Κ.

Π. (πρώτος) και Σ. Δ. (εικοστός τρίτος). Οι τελευταίοι, όμως, δεν εμφανίστηκαν κατά τη συζήτηση της εν λόγω αίτησης, κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε και συζητήθηκε η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, αλλ' ούτε και κατέθεσαν δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 § 2 και 573 § 1 Κ.Πολ.Δ.

Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 Κ.Πολ.Δ., παρά την απουσία τους, να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης. Ως προς τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων πρέπει η δίκη να κηρυχθεί κατηργημένη, ενόψει του ότι το αναιρεσείον, με δήλωση που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, παραιτήθηκε ως προς αυτόν από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης (ΚΠολΔ 294, 295, 299 και 573).

Με την αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η 5497/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 30-8-2011 έφεσης της υπό εκκαθάριση τελούσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "....", η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και επί της από 4-10-2013 έφεσης των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της 3711/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο εκδίκασε την από 30-12-2008 αγωγή των τελευταίων (σημειώνεται ότι υπήρξαν ενάγοντες, κατά των οποίων δεν απευθύνεται η ένδικη αίτηση, ενόψει του ότι ως προς αυτούς απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή).

Kατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος, για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1/2019). Εξάλλου, με το άρθρο 10 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ενωσης, υποχρεώνονται όλες οι κρατικές λειτουργίες, συνεπώς και η δικαστική, στη λήψη γενικών ή ειδικών μέτρων, καταλλήλων να εξασφαλίσουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την Συνθήκη, συμπεριλαμβανομένης και της μεταφοράς των Οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο και της σύμφωνης με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας του Εθνικού δικαίου.

Η υποχρέωση σύμφωνης με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου, που απορρέει από την αρχή της υπεροχής του, υφίσταται και πριν από την πάροδο της προθεσμίας προσαρμογής της νομοθεσίας των κρατών - μελών στις απαιτήσεις της σχετικής Οδηγίας (ΔΕΚ C. 74, 129/1995). Περαιτέρω, προφανές είναι ότι τόσο ο εθνικός νομοθέτης όσο και ο εθνικός δικαστής δεν έχουν την εξουσία να μεταβάλουν ή να παρερμηνεύσουν τις διατάξεις κοινοτικής Οδηγίας, με παραβίαση στην περίπτωση αυτή του κοινοτικού δικαίου, το οποίο, κατά το άρθρο 28 §1 του Συντάγματος, κατισχύει πάσης άλλης αντίθετης διατάξεως του εσωτερικού δικαίου.

Ετσι, τα κράτη μέλη οφείλουν, προκειμένου να διασφαλίζουν την πλήρη εφαρμογή των Οδηγιών, από νομική άποψη, αλλά και στην πράξη, να προβλέπουν την ύπαρξη σαφούς νομικού πλαισίου στον συγκεκριμένο τομέα, με την θέσπιση νομικών διατάξεων, ικανών να δημιουργήσουν μια αρκούντως ακριβή, σαφή και διαφανή κατάσταση, ώστε να καθίσταται δυνατό στους ιδιώτες να γνωρίζουν τα δικαιώματά τους και να τα προβάλλουν ενώπιον των Εθνικών δικαστηρίων.

Η υποχρέωση των κρατών μελών, που απορρέει από κοινοτική Οδηγία, να επιτύχουν το με αυτήν επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, καθώς και το καθήκον, που έχουν κατά το άρθρο 5 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης, να λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση της υποχρέωσης, επιβάλλονται σε όλες τις αρχές των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους.

Συνεπώς, το εθνικό δικαστήριο, εφαρμόζοντας το εθνικό δίκαιο, είτε πρόκειται για προγενέστερες είτε για μεταγενέστερες της Οδηγίας διατάξεις, οφείλει να ερμηνεύσει το εθνικό δίκαιο υπό το φως του κειμένου και του σκοπού της Οδηγίας, ώστε να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο με αυτήν αποτέλεσμα.. Επομένως, το Εθνικό δικαστήριο υποχρεούνται να μη εφαρμόζει οποιοδήποτε μέτρο εθνικού δικαίου, που εμποδίζει την πλήρη αποτελεσματικότητα των κοινοτικών κανόνων.

Με βάση τις κατευθυντήριες και δεσμευτικές αυτές αρχές, θα ερμηνευθεί και θα εφαρμοσθεί το εθνικό δίκαιο, που νομοθετήθηκε σε συμμόρφωση προς τις Κοινοτικές Οδηγίες που αναφέρονται στις επενδυτικές υπηρεσίας. Ειδικότερα, την 10-5-1993 εκδόθηκε η Οδηγία 22/93 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, με την οποία ορίσθηκε το θεσμικό πλαίσιο σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών.

Κατά το άρθρο 1 της ως άνω Οδηγίας, για τους σκοπούς αυτής νοούνται ως: 1) Επενδυτική υπηρεσία: οποιαδήποτε από τις υπηρεσίες του τμήματος Α του παραρτήματος που αφορά οποιονδήποτε από τους τίτλους που απαριθμούνται στο τμήμα Β του παραρτήματος και παρέχεται σε τρίτους. Στο τμήμα Α του παραρτήματος ορίζεται ότι υπηρεσίες είναι: 1α) Λήψη και διαβίβαση, για λογαριασμό επενδυτών, εντολών σχετικών με έναν ή περισσότερους τίτλους του τμήματος Β, β) Εκτέλεση των εντολών αυτών για λογαριασμό τρίτων, 2.

Διαπραγμάτευση, για ίδιο λογαριασμό τίτλων που αναφέρονται στο τμήμα Β, 3. Διαχείριση υπό καθεστώς διακριτικής ευχέρειας και ανά πελάτη χαρτοφυλακίων επενδύσεων στα πλαίσια εντολής των επενδυτών, εφόσον τα χαρτοφυλάκια αυτά συμπεριλαμβάνουν έναν ή περισσότερους από τους τίτλους του τμήματος Β, 4. Αναδοχή της έκδοσης του συνόλου ή μέρους των τίτλων που αναφέρονται στο τμήμα Β ή και τοποθέτησή της.

Κατά το τμήμα Β του παραρτήματος, τίτλοι είναι: "1α) κινητές αξίες β) μερίδια οργανισμού συλλογικών επενδύσεων, 2. τίτλοι χρηματαγοράς, 3. τίτλοι προθεσμιακών συμβάσεων (futures), συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, 4. προθεσμιακά συμβόλαια επιτοκίου (FRA), 5.

συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) με αντικείμενο επιτόκιο ή συνάλλαγμα ή συμβάσεις ανταλλαγής συνδεόμενες με μετοχές ή με δείκτη μετοχών (equity), 6. προαιρέσεις (option) αγοράς ή πώλησης οποιουδήποτε τίτλου υπαγόμενου στο παρόν τμήμα του παραρτήματος, συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων, που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς.

Συμπεριλαμβάνονται ιδίως στην κατηγορία αυτή οι προαιρέσεις συναλλάγματος και επιτοκίων". Στο άρθρο 1 αριθ. 4 της Οδηγίας ορίζεται ότι κινητές αξίες είναι "οι μετοχές και οι λοιπές αξίες οι εξομοιώσιμες με μετοχές, οι ομολογίες και οι λοιποί χρεωστικοί τίτλοι που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην Κεφαλαιαγορά και κάθε άλλη αξία, η οποία συνήθως αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης που επιτρέπει την απόκτηση αυτών των κινητών αξιών με εγγραφή ή ανταλλαγή ή παρέχει δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, ενώ αποκλείονται τα μέσα πληρωμής".

Σύμφωνα, επομένως, με την Οδηγία 93/22/ΕΚ η διαχείριση χρημάτων δεν αποτελεί επενδυτική υπηρεσία, αφού ρητώς αποκλείονται από την έννοια των κινητών αξιών τα μέσα πληρωμής. Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το Ν. 2396/1996, στο άρθρο 2 του οποίου ορίζεται: "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως: 1.

Κύρια Επενδυτική Υπηρεσία: Οποιαδήποτε από τις κατωτέρω υπηρεσίες: α (ι) Λήψη και διαβίβαση για λογαριασμό επενδυτών εντολών για κατάρτιση συναλλαγών επί ενός ή περισσοτέρων από τα κατωτέρω χρηματοπιστωτικά μέσα: αα. κινητές αξίες και μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, ββ. τίτλους της χρηματαγοράς, γγ.

τίτλους προθεσμιακών χρηματοπιστωτικών συμβάσεων (futures), συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, δδ. προθεσμιακά συμβόλαια επιτοκίου (FRA), εε. συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) υποχρεώσεων με αντικείμενο επιτόκιο ή συνάλλαγμα ή συμβάσεις ανταλλαγής συνδεόμενες με μετοχές ή με δείκτη μετοχών, ζζ.

δικαιώματα προαιρέσεως, ..., (ιι) Εκτέλεση των παραγγελιών και των εντολών αυτών για λογαριασμό τρίτων, β) Διαπραγμάτευση και αγοραπωλησία για ίδιο λογαριασμό τίτλων που αναφέρονται υπό α (ι), γ) Διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων πελατών, στα πλαίσια εντολής τους, εφόσον τα χαρτοφυλάκια συμπεριλαμβάνουν έναν ή περισσότερους από τους τίτλους που αναφέρονται υπό α (ι), δ) Αναδοχή της έκδοσης του συνόλου ή μέρους τίτλων που αναφέρονται στο ανωτέρω εδάφιο α (ι) ή και η διάθεση τους".

Στο άρθρο 2 § 6 του ίδιου νόμου 2396/1996 ορίζονται ως Κινητές Αξίες: α. Οι μετοχές και οι λοιπές αξίες με χαρακτηριστικά μετοχών, β. Οι ομολογίες και οι λοιποί χρεωστικοί τίτλοι που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην κεφαλαιαγορά, γ. Κάθε άλλος τίτλος ο οποίος αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης και ο οποίος παρέχει δικαίωμα απόκτησης άλλης κινητής αξίας, μέσω εγγραφής ή ανταλλαγής ή που παρέχει δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς.

Τα μέσα πληρωμής αποκλείονται. Στην συνέχεια, το έτος 1997 εκδόθηκε η Οδηγία 97/9/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3ης Μαρτίου 1997, σχετικά με τα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών, με την οποία τέθηκαν κανόνες προληπτικής εποπτείας των επιχειρήσεων επενδύσεων, πλέον αυτών που είχαν τεθεί με την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ.

Σκοπός της οδηγίας αυτής ήταν η προστασία των επενδυτών και η διατήρηση της εμπιστοσύνης τους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, με τη δημιουργία συστημάτων αποζημίωσης κλπ. Συγκεκριμένα, κατά το προοίμιο της νεότερης αυτής Οδηγίας "το Συμβούλιο εξέδωσε......την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών ...

η εν λόγω Οδηγία αποτελεί βασικό μέσο για την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς στον τομέα των επιχειρήσεων επενδύσεων" (1η σκέψη) "η προστασία των επενδυτών και η διατήρηση της εμπιστοσύνης τους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα έχουν μεγάλη σημασία για την ολοκλήρωση και την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς στον εν λόγω τομέα και ...

προς τον σκοπό αυτό είναι σημαντικό να διαθέτει κάθε κράτος μέλος ένα σύστημα αποζημίωσης των επενδυτών, που να εγγυάται ένα ελάχιστο εναρμονισμένο επίπεδο προστασίας τουλάχιστον στους μικρούς επενδυτές, στην περίπτωση κατά την οποία μία επιχείρηση επενδύσεων αδυνατεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους πελάτες επενδυτές" (4η σκέψη), "οι μικροί επενδυτές θα μπορούν συνεπώς να έχουν την ίδια εμπιστοσύνη όταν λαμβάνουν επενδυτικές υπηρεσίες μέσω των υποκαταστημάτων των επιχειρήσεων επενδύσεων της Κοινότητας ή σε διασυνοριακή βάση, όπως όταν απευθύνονται σε επιχειρήσεις επενδύσεων της χώρας τους, γνωρίζοντας ότι καλύπτονται από ένα εναρμονισμένο ελάχιστο επίπεδο προστασίας σε περίπτωση αδυναμίας μιας επιχείρησης επενδύσεων να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους πελάτες επενδυτές" (5η σκέψη) και "κατά συνέπεια όλα τα κράτη μέλη θα πρέπει να υποχρεούνται να διαθέτουν ένα ή περισσότερα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών, στα οποία θα συμμετέχουν όλες αυτές οι επιχειρήσεις επενδύσεων...αυτό το σύστημα πρέπει να καλύπτει τα κεφάλαια ή τίτλους που κρατεί μια επιχείρηση επενδύσεων σε σχέση με τις επενδυτικές πράξεις ενός επενδυτή και τα οποία, σε περίπτωση αδυναμίας της επιχείρησης να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους πελάτες επενδυτές, δεν καθίσταται δυνατόν να επιστραφούν στον επενδυτή ...

αυτό δεν θίγει τους κανόνες και τις διαδικασίες που εφαρμόζονται σε κάθε κράτος μέλος για τη λήψη αποφάσεων σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή εκκαθάρισης μιας επιχείρησης επενδύσεων" (8η σκέψη). Τον σκοπό αυτό εξυπηρετεί το αναιρεσείον ΝΠΙΔ "...". Ειδικότερα, με το άρθο 61 Ν. 2533/1997, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 11-11-1997, αναδιαρθρώθηκε το συσταθέν με το ν.δ. 3078/1954 "..." και μετονομάσθηκε σε "..." (με διακριτικό τίτλο "…"), με σκοπό την καλύτερη ανταπόκριση του ...

στις ανάγκες προστασίας του επενδυτικού κοινού και την προσαρμογή της νομοθεσίας προς τις διατάξεις της προαναφερθείσας Οδηγίας 97/9/ΕΚ σχετικά με τα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών, αποτελεί δε αυτό ΝΠΙΔ με εξασφαλιστικό χαρακτήρα και διέπεται ως προς κάθε θέμα που αφορά την λειτουργία του από τις διατάξεις των άρθρων 61-78 του ως άνω Ν. 2533/1997, ενώ η αναδιάρθρωση αυτού δεν επέφερε οποιαδήποτε μεταβολή στη νομική κατάσταση και στις υφιστάμενες έννομες σχέσεις του, εκτός από τις μεταβολές που ρητά προβλέπονται στις ως άνω διατάξεις.

Ως προς το επίπεδο και το εύρος της παρεχομένης προστασίας στους επενδυτές αφενός από την Οδηγία 97/9/ΕΚ και αφετέρου από το Ν. 2533/1997 και την μεταξύ τους σχέση πρέπει να παρατηρηθούν τα εξής: (i) Σύμφωνα με την Οδηγία αυτή : (1) Νοείται ως (α) "επενδυτική εργασία", κάθε επενδυτική υπηρεσία, όπως ορίζεται στο άρθρο 1 σημείο 1 της Οδηγίας 93/22/ΕΟΚ, καθώς και η υπηρεσία που αναφέρεται στο σημείο 1 του τμήματος Γ του παραρτήματος της εν λόγω Οδηγίας, δηλ.

η φύλαξη και διαχείριση τίτλων που απαριθμούνται στο τμήμα Β (β) "τίτλοι", οι τίτλοι που απαριθμούνται στο τμήμα Β του παραρτήματος της Οδηγίας 93/22/ΕΟΚ (γ) "επενδυτής", το πρόσωπο που καταθέτει χρήματα ή τίτλους σε μια επιχείρηση επενδύσεων, στο πλαίσιο της διεξαγωγής επενδυτικών εργασιών (άρθ. 1§§2-4) (2) Κάθε κράτος μέλος φροντίζει να συσταθούν και να αναγνωρισθούν επίσημα στην επικράτειά του ένα ή περισσότερα συστήματα αποζημίωσης επενδυτών (άρθ. 2§1 εδ.

α'). Το σύστημα αποζημιώνει τους επενδυτές σύμφωνα με το άρθρο 4, όταν οι αρμόδιες αρχές έχουν διαπιστώσει ότι, κατά την γνώμη τους, μία επιχείρηση επενδύσεων δεν φαίνεται προς το παρόν ικανή να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της τις απορρέουσες από απαιτήσεις επενδυτών, για λόγους έχοντες άμεση σχέση με την οικονομική της κατάσταση, και δεν προβλέπεται ότι θα καταστεί ικανή στο προσεχές μέλλον ή όταν δικαστική αρχή, βασιζομένη σε λόγους που έχουν άμεση σχέση με την οικονομική κατάσταση μίας επιχείρησης επενδύσεων, εξέδωσε απόφαση, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την αναστολή της δυνατότητας των επενδυτών να επιδιώξουν την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους έναντι της εν λόγω επιχείρησης επενδύσεων, ανάλογα με το αν θα προηγηθεί η διαπίστωση ή η απόφαση.

Πρέπει να εξασφαλίζεται η κάλυψη των απαιτήσεων λόγω αδυναμίας της επιχείρησης να αποδώσει στους επενδυτές τα κεφάλαια, τα οποία τους οφείλει ή τους ανήκουν και τα οποία κρατεί για λογαριασμό τους σε σχέση με επενδυτικές εργασίες, κατά τα ισχύοντα εκ του νόμου ή εκ της συμβάσεως (άρθρο 2 § 2). Το ύψος της απαίτησης ενός επενδυτή υπολογίζεται σύμφωνα με τους νομικούς και συμβατικούς όρους, ιδίως εκείνους περί συμψηφισμού και ανταπαιτήσεων, που εφαρμόζονται για την αποτίμηση του ύψους του κεφαλαίου ή της αξίας κλπ. (άρθρο 2 § 4). (3) Εξακολουθεί να παρέχεται η κάλυψη που προβλέπεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο και μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της επιχείρησης επενδύσεων για τις επενδυτικές εργασίες που πραγματοποιήθηκαν μέχρι την ανάκληση (άρθρο 6) (4) Όταν ο επενδυτής δεν είναι απόλυτος δικαιούχος των ποσών ή των τίτλων που κρατεί η επιχείρηση επενδύσεων, η αποζημίωση καταβάλλεται στον απόλυτο δικαιούχο (άρθρο 8).

Από τις διατάξεις αυτές, συνάγεται ότι: α) η επενδυτική υπηρεσία της διαχείρισης επενδυτικού χαρτοφυλακίου και υπό την οδηγία 97/9/ΕΚ έχει το ίδιο περιεχόμενο που είχε κατά τις διατάξεις της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ, στην οποία και ρητά παραπέμπει, ήτοι πρέπει να περιέχει έναν ή περισσότερους από τους αναφερόμενους στο Τμήμα Β του παραρτήματος της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ (άρθρο 2 παρ. 1 α (Ι)) τίτλους, των μέσων πληρωμής ρητώς αποκλειομένων (άρθρο 1 σημ.4 Οδηγίας, 2§6γ Ν. 2396/1996).

Μόνη, συνεπώς, η κατάθεση χρημάτων από τον επενδυτή δεν συνεπάγεται την δημιουργία επενδυτικής υπηρεσίας διαχείρισης επενδυτικού χαρτοφυλακίου, η οποία κατά τα προεκτεθέντα έχει ως περιεχόμενο έναν ή περισσότερους τίτλους. Η κατάθεση χρημάτων σε σχέση με την επενδυτική υπηρεσία της διαχείρισης, σύμφωνα με τις ρητές διατάξεις της οδηγίας 93/22/ΕΚ, στην οποία για το σχετικό ζήτημα ρητά παραπέμπει, όπως προαναφέρθηκε, η Οδηγία 97/9/ΕΚ επιτρέπει την μέσω διενέργειας αντιστοίχων επενδυτικών υπηρεσιών απόκτηση των χρηματοπιστωτικών μέσων του άρθρου 2 § 1 (α) Ν. 2396/1996, τα οποία αυτά και μόνον αποτελούν το αντικείμενο της επενδυτικής υπηρεσίας της διαχείρισης.

β) Η οδηγία 97/9/ΕΚ, στοχεύοντας ως εκ του σκοπού της στην προστασία κυρίως των μικροεπενδυτών, προστατεύει και καλύπτει το κεφάλαιο που καταθέτει ο επενδυτής σε ΕΠΕΥ (επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών), στο πλαίσιο της διεξαγωγής επενδυτικών εργασιών κατά τις εντολές του (άρθρο 1§4 της Οδηγίας), είτε αυτές (επενδυτικές εργασίες) έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι την ανάκληση, είτε όχι.

Αντίθετα, η ως άνω Οδηγία δεν καλύπτει τις καταθέσεις σε επενδυτική επιχείρηση κεφαλαίων, που δεν γίνονται στο πλαίσιο διενέργειας επενδυτικών εργασιών και τις καταθέσεις κεφαλαίων υπό προθεσμία με εντολή διαχείρισης. Θεωρείται, δηλ. με άλλα λόγια, ανεξάρτητα από την έννοια της "επενδυτικής εργασίας", ως καλυπτομένη επενδυτική υπηρεσία, σε σχέση με την απαίτηση αποζημίωσης, όχι μόνο κάθε πράξη λήψης, διαβίβασης και εκτέλεσης εντολών, αλλά και η πράξη κατάθεσης κεφαλαίων σε σχέση, όμως, με τέτοιες επενδυτικές εργασίες, ανεξάρτητα αν είχαν πραγματοποιηθεί κατά τον χρόνο της ανάκλησης (ii).

Σύμφωνα με το Ν. 2533/1997, με τον οποίο, πλην των άλλων, έγινε προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της ως άνω Οδηγίας: (1) Κατά το άρθρο 63 του ως άνω νόμου σκοπός του αναιρεσιβλήτου "..." είναι η καταβολή αποζημιώσεων σε εντολείς και σε αντισυμβαλλόμενα μέρη, σε περίπτωση διαπιστωμένης οριστικής ή μη αναστρέψιμης αδυναμίας επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΕΠΕΥ) να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, που απορρέουν από την παροχή των καλυπτομένων επενδυτικών υπηρεσιών και υποστήριξη με τον τρόπο αυτόν της σταθερότητας και αξιοπιστίας της λειτουργίας της αγοράς επενδυτικών υπηρεσιών.

Αναγκαία προϋπόθεση παροχής αποζημίωσης από το ... είναι, κατά το άρθρο 65 § 1 περ. ε' του ίδιου νόμου (όπως η περίπτωση αυτή προστέθηκε με το άρθρο 13 § 1 Ν. 2651/1998), μεταξύ άλλων διαζευκτικά αναφερομένων, και η ανάκληση άδειας σύστασης ΕΠΕΥ και η θέση της σε ειδική εκκαθάριση σύμφωνα με το άρθ. 4α του Ν. 1806/1988. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθ. 1 § 12 του ως άνω Ν. 2533/1997 "Ως "καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες" νοούνται αποκλειστικά οι ακόλουθες υπηρεσίες: (α) κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων στο Χ.Α.Α.

για λογαριασμό τρίτων ή για ίδιο λογαριασμό (β) φύλαξη και διακίνηση χρηματιστηριακών πραγμάτων για λογαριασμό τρίτων για κατάρτιση συναλλαγών στο Χ.Α.Α. ή που αποτελούν το προϊόν κατάρτισης συναλλαγών στο Χ.Α.Α. (γ) κατοχή κεφαλαίων τρίτων για κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων στο Χ.Α.Α.

ή που αποτελούν το προϊόν κατάρτισης συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων στο Χ.Α.Α. (δ) από την 26η Σεπτεμβρίου 1998 ή προγενέστερη ημερομηνία που θα καθορισθεί με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, μετά από εισήγηση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ως "καλυπτόμενες υπηρεσίες" νοούνται πλέον των υπηρεσιών των παραπάνω εδαφίων (α) έως (γ) της παρούσας παραγράφου, οι υπηρεσίες των εδαφίων (α)i, (γ) και (δ) της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του Ν. 2396/1996 (ΦΕΚ 73 Α.)".Ειδικότερα, και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα κατά τις τελευταίες αυτές διατάξεις καλυπτόμενη επενδυτική υπηρεσία συνιστά (1) κατά το ως άνω άρθ. 2§1 (α) i η " Λήψη και διαβίβαση για λογαριασμό επενδυτών εντολών για κατάρτιση συναλλαγών επί ενός ή περισσοτέρων από τα κατωτέρω αναφερόμενα χρηματοπιστωτικά μέσα:

αα. κινητές αξίες και μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, ββ. τίτλους της χρηματαγοράς, γγ. τίτλους προθεσμιακών χρηματοπιστωτικών συμβάσεων (futures), συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, δδ. προθεσμιακά συμβόλαια επιτοκίου (FRA), εε. συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) υποχρεώσεων με αντικείμενο επιτόκιο ή συνάλλαγμα ή συμβάσεις ανταλλαγής συνδεόμενες με μετοχές ή με δείκτη μετοχών (equity swaps), ζζ.

δικαιώματα προαιρέσεως (options) για την αγορά ή πώληση οποιουδήποτε από τους ανωτέρω τίτλους, περιλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται ιδίως δικαιώματα προαιρέσεως (options) επί συναλλάγματος και επιτοκίων" (2) κατά το άρθ. 2§1 (γ) και (δ) "Διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων πελατών, στα πλαίσια εντολής τους, εφόσον τα χαρτοφυλάκια συμπεριλαμβάνουν έναν ή περισσότερους από τους τίτλους που αναφέρονται υπό α (i).

Αναδοχή της έκδοσης του συνόλου ή μέρους τίτλων που αναφέρονται στο ανωτέρω εδάφιο α (i) ή και διάθεσή τους", ενώ κατά το άρθρο 2 § 6γ του ίδιου ως άνω Ν. 2396/1996 στις κινητές αξίες δεν περιλαμβάνονται τα μέσα πληρωμής. Σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, μεταξύ των καλυπτομένων επενδυτικών υπηρεσιών, για τις οποίες δημιουργείται υποχρέωση αποζημίωσης εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου και αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 1 § 12 Ν. 2533/1997, είναι (α) η επενδυτική υπηρεσία της διαχείρισης επενδυτικού χαρτοφυλακίου που έχει ως αντικείμενο έναν ή περισσοτέρους τίτλους από τους αναφερομένους στο άρθρο 2 § 1 α (i), ενώ εξαιρούνται τα μέσα πληρωμής, δηλ.

τα χρήματα και (β) η κατοχή κεφαλαίων τρίτων για κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων. Δεν αποτελεί, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, καλυπτομένη επενδυτική υπηρεσία (α) η κατάθεση κεφαλαίου που δεν γίνεται στο πλαίσιο της διεξαγωγής επενδυτικών εργασιών και (β) η κατάθεση προς διαχείριση κεφαλαίων.

Από την αντιπαράθεση και σύγκριση των διατάξεων του κοινοτικού και του εθνικού δικαίου, προκύπτει ότι η διάταξη του άρθρου 12 § 1 του Ν. 2533/1997 παρέχει (κατ' αρχήν) χαμηλότερο επίπεδο προστασίας από εκείνο της Οδηγίας 97/9/ΕΚ και κατά συνέπεια, η ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων του εθνικού δικαίου πρέπει να γίνει υπό το φως και το πρίσμα της τελευταίας αυτής Οδηγίας, ώστε να εξασφαλισθεί η αρχή της αποτελεσματικότητας του Κοινοτικού δικαίου, η 97/9/ΕΚ Οδηγία του οποίου, ρητώς καταλαμβάνει και προστατεύει και την κατάθεση κεφαλαίων προς επένδυση (σε αντιδιαστολή με την 93/22/ΕΟΚ Οδηγία, η οποία αναφέρεται μόνο σε τίτλους).

Επομένως, κατ' ορθή ερμηνεία των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου, η διαχείριση επενδυτικού κεφαλαίου πελατών δεν απαιτείται να έχει ως μόνο περιεχόμενο την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, οι οποίες θα έχουν ως αντικείμενο έναν ή περισσότερους από τους εν λόγω τίτλους, αλλά και την διαχείριση επενδυτικού χαρτοφυλακίου πελάτη, που περιλαμβάνει χρήματα, που δόθηκαν με εντολή για επενδυτικές υπηρεσίες, ανεξάρτητα αν πραγματοποιήθηκαν κατά τον χρόνο ανάκλησης της αδείας λειτουργίας της χρηματιστηριακής εταιρείας, όταν και δημιουργείται η υποχρέωση του αναιρεσιβλήτου προς αποζημίωση.

Αντίθετα και σε αρμονία, κατά τούτο, με την ως άνω Οδηγία δεν εμπίπτει στις καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες (αυτές δηλ. για τις οποίες δημιουργείται υποχρέωση του αναιρεσιβλήτου προς αποζημίωση σε περίπτωση, μεταξύ άλλων, ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ΕΠΕΥ) η διαχείριση επενδυτικού κεφαλαίου εντολέως που περιλαμβάνει μόνο χρήματα, την διαχείριση των οποίων αναλαμβάνει η Ε.Π.Ε.Υ, χωρίς όμως η διαχείριση αυτή να διαλαμβάνει την εντολή διενέργειας, για λογαριασμό του, συναλλαγής επί χρηματοπιστωτικών μέσων ή την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών στον ίδιο τομέα, προϋπόθεση που τίθεται, άλλωστε, και με την ως άνω Οδηγία.

Έτσι, δεν αρκεί για την υπαγωγή συγκεκριμένων κεφαλαίων στις καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες η απλή μνεία στην σχετική σύμβαση περί παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου, χωρίς εντολή και για διαχείριση έχουσα ως περιεχόμενο, κατά τα ανωτέρω, συναλλαγή επί χρηματοπιστωτικών μέσων ή την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών (Ολομ.

ΑΠ 11/2013). Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά, όσον αφορά τους εκ των εναγόντων ήδη αναιρεσιβλήτους, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων: "Η πρώτη των εναγομένων εταιρία με την επωνυμία "...", η οποία, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, τελεί υπό ειδική εκκαθάριση, είχε ως αντικείμενο δραστηριότητας την παροχή κύριων και παρεπόμενων επενδυτικών υπηρεσιών, στο πλαίσιο των οποίων διενεργούσε χρηματιστηριακές συναλλαγές, ήτοι αγορές και πωλήσεις μετοχών εταιριών εισηγμένων στο Χ.Α.Α., για λογαριασμό των πελατών - επενδυτών της και κατόπιν εντολής τους.

Στις 8-2-2005, κατόπιν καταγγελιών, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ξεκίνησε τη διενέργεια ελέγχου στην ανωτέρω επενδυτική εταιρία, κατά τον οποίο διαπιστώθηκε ότι οι υπεύθυνοι προέβαιναν σε πωλήσεις τίτλων πελατών της, χωρίς προηγούμενη εντολή τους, και σε μεταγενέστερες ημερομηνίες πίστωναν τους λογαριασμούς τους με την αξία μερισμάτων των μετοχών, που είχαν ήδη πωληθεί.

Μάλιστα, ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας, που ήταν και μέτοχος της, Π. Μ., παραδέχθηκε, ότι κατά το παρελθόν είχαν πωληθεί χαρτοφυλάκια πελατών και η εταιρία οικειοποιήθηκε το αντίτιμο της πώλησης, επικαλούμενος την ανάγκη αντιμετώπισης οικονομικών δυσχερειών. Συγκεκριμένα, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές της εταιρίας προς τους πελάτες της ανέρχονταν, στις 7-2-2005, στο ποσό των 1.374.156,28 ευρώ, ενώ το σύνολο των υπολοίπων των τραπεζικών λογαριασμών της εταιρίας ανέρχονταν, την ίδια ημερομηνία, σε ένα 1.018.445,77 ευρώ, ώστε να υπολείπεται ποσό 355.710,51 ευρώ.

Κατόπιν των ανωτέρω διαπιστωθέντων παραβάσεων, η εκτελεστική επιτροπή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, θεωρώντας ότι η συνέχιση λειτουργίας της εταιρίας είναι επικίνδυνη για το επενδυτικό κοινό και την εύρυθμη λειτουργία της χρηματιστηριακής αγοράς, προέβη, δυνάμει της υπ' αριθμ. 2/536/8-2-2015 απόφασής της, στην προσωρινή αναστολή της λειτουργίας της εταιρείας, η απόφαση δε αυτή εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. 1/326/10-2-2015 Δ.Σ.

της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Επακολούθησαν, όμως, νέες δυσμενείς διαπιστώσεις σε βάρος της εταιρίας και, συγκεκριμένα, παραιτήθηκε ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλός της, που είχε οριστεί με το από 15-12- 2004 πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου, καθώς και ένα μέλος του διοικητικού συμβουλίου αυτής, ενώ δεν ήταν εφικτή από τις 9-2-2005 η επικοινωνία με το μοναδικό μέτοχο της, Π.

Μ.. Επιπλέον, η εταιρία δεν εκπλήρωσε πλήρως την υποχρέωσή της για τη χρηματική εκκαθάριση των ημερήσιων συναλλαγών του Χρηματιστηρίου ...... της συνεδρίασης της 7-2-2005

για ποσό 6.025,57 ευρώ. Επίσης, η τράπεζα με την επωνυμία "..." με καταγγελία της, κοινοποιηθείσα στην εταιρία στις 10-2-2005, προέβη στο οριστικό κλείσιμο της υφιστάμενης σύμβασης πίστωσης ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού και το προκύψαν σε βάρος της εταιρίας χρεωστικό υπόλοιπο ανήλθε στο ποσό των 1.005.166,67 ευρώ.

Για το λόγο αυτό η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κάλεσε την εταιρία να διατυπώσει εγγράφως τις απόψεις της και να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την παύση των παραβάσεων ή την άρση των συνεπειών τους, χωρίς, όμως, να λάβει σχετική απάντηση. Εξάλλου, από τον έλεγχο που συνεχίστηκε, διαπιστώθηκε, ότι διενεργήθηκαν εκ μέρους της εταιρίας πληρωμές έναντι εξόφλησης πιστωτικού υπολοίπου με κατάθεση σε ατομικούς λογαριασμούς των πελατών της στην "..." ενώ, όπως προκύπτει από τις σχετικές συμβάσεις επενδυτικών υπηρεσιών της εταιρίας με τους πελάτες, αυτοί είτε δεν είχαν δώσει εξουσιοδότηση για κατάθεση χρημάτων σε τραπεζικούς λογαριασμούς είτε είχαν δώσει εξουσιοδότηση για κατάθεση χρημάτων σε λογαριασμούς άλλων τραπεζών.

Επίσης, διαπιστώθηκε η καταβολή μετρητών σε πελάτες από το ταμείο της εταιρίας, για τις οποίες υπήρχε σχετική μονογραφή, που όμως ανήκε, κατά δήλωση της υπεύθυνης του ταμείου χρημάτων, στον ανωτέρω Π. Μ., ώστε να υφίστανται αμφιβολίες ως προς το εάν οι εμφανιζόμενες στα βιβλία της εταιρίας συναλλαγές είχαν πράγματι διενεργηθεί.

Επίσης, διαπιστώθηκαν από τα βιβλία της εταιρίας κινήσεις, που δεν απέρρεαν από χρηματιστηριακές συναλλαγές και, συνεπώς, ήσαν αδιαφανείς. Τέλος, η εταιρία δεν εκπλήρωσε την υποχρέωσή της για τη χρηματική εκκαθάριση των ημερήσιων συναλλαγών του Χρηματιστηρίου .... της συνεδρίασης της 8-2-2005 για ποσό 62.872,63 ευρώ.

Ενόψει των ανωτέρω κρίθηκε, ότι η εταιρία έχει υποπέσει σε σοβαρές και επανειλημμένες παραβάσεις της χρηματιστηριακής νομοθεσίας και για το λόγο αυτό, με την υπ' αριθμ. 1/328/17-2-2005 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της και τέθηκε αυτή σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης.

Επόπτης της εκκαθάρισης ορίστηκε ο δικηγόρος Αθηνών Δ. Β., ενώ με την υπ' αριθμ. 1949/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εκκαθαριστής της εταιρίας ορίστηκε ο ορκωτός λογιστής Ι. Π.. Ακολούθως, ο Επόπτης Εκκαθάρισης κάλεσε τους δικαιούχους λήψης αποζημίωσης από το ..., λόγω αδυναμίας εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της πρώτης εναγομένης, να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους, προσκομίζοντας και όλα τα αποδεικτικά στοιχεία των απαιτήσεών τους.

Με βάση την ανακοίνωση αυτή του Επόπτη, η τελευταία ημερομηνία για την υποβολή των εμπρόθεσμων αναγγελιών εκ μέρους των πελατών της πρώτης εναγομένης ήταν η 12-6-2005 (βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ. .....48/2009 επιστολή του Εκκαθαριστή της πρώτης εναγομένης). Μετά την αναγγελία από τους πιστωτές των απαιτήσεών τους κατά της εταιρίας και την επαλήθευση αυτών, ο Επόπτης Εκκαθάρισης, με το υπ' αριθμ. 233/26-9-2006 έγγραφό του, απέστειλε "Κατάσταση επαλήθευσης των απαιτήσεων επενδυτών" στο δεύτερο εναγόμενο (...), το οποίο, μετά τη διαπίστωση των απαιτήσεων που προέρχονταν από επενδυτικές υπηρεσίες, οι οποίες υποχρεώνουν αυτό προς καταβολή αποζημίωσης, ενέκρινε την καταβολή αποζημιώσεων στα κατά την κρίση του δικαιούμενα πρόσωπα, δεχόμενο ότι: "1.

Αποζημιώνονται οι απαιτήσεις των επενδυτών στο αδιαμφισβήτητο διαμορφούμενο πιστωτικό υπόλοιπο. Υπό την μελλοντική κρίση της επιτροπής ως δυνητικά αποζημιωτέο ποσό τέθηκε εκείνο το ποσό, το οποίο ο επόπτης έχει επαληθεύσει υπό την αίρεση της αναγνώρισης της πλαστότητας των παραστατικών από τα αρμόδια Δικαστήρια, στα οποία έχουν απευθυνθεί με μηνυτήριες αναφορές τα όργανα εκκαθάρισης. 2.

Αποζημιώνεται, οποιοδήποτε πιστωτικό υπόλοιπο προκύπτει από τα βιβλία και στοιχεία της εταιρείας και εν προκειμένω από την χρηματική καρτέλα του επενδυτή, εφόσον προέρχεται από χρηματιστηριακές συναλλαγές και μερίσματα, που έχουν πιστωθεί στον χρηματιστηριακό του λογαριασμό και επαληθεύεται ανεπιφύλακτα από τα όργανα της εκκαθάρισης. 3.

Σε περιπτώσεις απαιτήσεων πελατών για αγορά μετοχών που πραγματοποιήθηκαν την τελευταία ημερομηνία λειτουργίας της εταιρείας και δεν εκκαθαρίστηκαν, αποζημιώνεται το υπόλοιπο της χρηματικής καρτέλας πριν την αξία της μη εκκαθαρισμένης αγοράς συμψηφιζομένων τυχόν καταβολών μετρητών ή πωλήσεων. 4.

Αποζημιώνεται, εντός του προβλεπόμενου για το ... ύψους αποζημίωσης, οποιοδήποτε ποσό, το οποίο προέρχεται από καταθέσεις μετρητών, που πραγματοποιήθηκαν αποκλειστικά για πρώτη φορά από 1.1.2005 μέχρι την ημερομηνία της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας της εταιρείας, για τα οποία δεν έχουν πραγματοποιηθεί χρηματιστηριακές συναλλαγές και επαληθεύονται από τα όργανα της εκκαθάρισης".

Έτσι, κρίθηκε ότι από τους 1948 επενδυτές, που είχαν καταθέσει αιτήσεις, εδικαιούντο αποζημίωσης ...7 επενδυτές, στους οποίους περιλαμβάνονταν και 20 επενδυτές, που είχαν υποβάλει εκπρόθεσμα (μέχρι 30 ημέρες αργότερα από την ημερομηνία λήξης της τρίμηνης προθεσμίας από την τελευταία δημοσίευση της σχετικής ανακοίνωσης του Επόπτη), καθόσον έγινε δεκτό, ότι η καθυστέρηση υποβολής των αναγγελιών ήταν δικαιολογημένη.

Τα ανωτέρω γνωστοποίησε το δεύτερο εναγόμενο προς τον Επόπτη Εκκαθάρισης με την υπ' αριθμ. 4315/19-12-2007 επιστολή του, στην οποία επισυνάφθηκε και πίνακας, με τους δικαιούχους αποζημίωσης επενδυτές και τα ποσά που ο καθένας δικαιούται, καθώς και οι επενδυτές που δεν αποζημιώνονται. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι όλοι οι ενάγοντες είχαν συνάψει με την πρώτη των εναγομένων ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...

Α.Ε." συμβάσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών - εκτέλεσης χρηματιστηριακών συναλλαγών, που είναι μεταξύ τους πανομοιότυπες ως προς τη διατύπωση και τις ρήτρες τους. Οι εν λόγω συμβάσεις διέπονταν από τους ειδικότερα προβλεπόμενους Γενικούς Όρους των Συναλλαγών, οι οποίοι αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος τους.

Συγκεκριμένα, στον όρο 2 οριζόταν, ότι με τις συμβάσεις ρυθμίζονταν οι συναλλακτικές σχέσεις του πελάτη με την εταιρία και, ιδίως εκείνες, που αφορούσαν: α) τη λήψη, αποδοχή και εκτέλεση ή περαιτέρω διαβίβαση προς εκτέλεση εντολών (παραγγελιών) του πελάτη για κατάρτιση συναλλαγών για λογαριασμό του σε ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 στοιχ.

α (ι) του ν. 2396/1996, για απόκτηση και διάθεση (εξαγορά) για λογαριασμό του πελάτη μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων και εν γένει Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες, για κτήση μετοχών και ομολογιών για λογαριασμό του πελάτη σε δημόσια εγγραφή ή με συμμετοχή στην αύξηση κεφαλαίου ανωνύμων εταιριών, για διάθεση του δικαιώματος προτιμήσεως μετοχών, για είσπραξη μερισμάτων και β) την αγορά ή και πώληση εξωχρηματιστηριακώς ομολόγων και εντόκων γραμματίων του δημοσίου, καθώς και ομολογιών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο.

Με τον όρο 10, το ύψος της προμήθειας ή αμοιβής της εταιρίας συμφωνήθηκε σε ποσοστό μέχρι 1,5% επί της αξίας της συναλλαγής προκειμένου για μετοχές, σε ποσοστό μέχρι 0,5% επί της αξίας της συναλλαγής προκειμένου για τίτλους σταθερού εισοδήματος και κατά περίπτωση στις λοιπές υπηρεσίες, που δεν αφορούσαν αγοραπωλησία μετοχών και τίτλων σταθερού εισοδήματος, όπως έντοκα γραμμάτια, ομόλογα του ελληνικού δημοσίου κ.λπ.

Επίσης, με τον 15° όρο συμφωνήθηκε, ότι η σύμβαση έχει αόριστη διάρκεια και λήγει την ημέρα της γραπτής γνωστοποίησης της καταγγελίας της από οποιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη στο άλλο. Κατά τη σύναψη των ένδικων συμβάσεων, οι ενάγοντες εξουσιοδοτούσαν την αντισυμβαλλόμενή τους εταιρία να καταθέτει στους οριζόμενους από τους ίδιους τραπεζικούς λογαριασμούς τα χρηματικά υπόλοιπα, που προέκυπταν από αγοραπωλησίες μετοχών και λοιπών κινητών αξιών ή χρηματιστηριακών πραγμάτων γενικότερα.

Επίσης, σύμφωνα με τον όρο 9, παρείχαν εξουσιοδότηση στην εταιρία, όπως μέσω των οργάνων της ή των χρηματιστηριακών της εκπροσώπων ή μέσω των υπαλλήλων της, εξουσιοδοτημένων αρμοδίως, οπισθογραφεί για λογαριασμό τους τις ονομαστικές μετοχές κυριότητας τους, τις οποίες πωλούν μέσω της εταιρίας, καθώς και τα αποθετήρια έγγραφα, στα οποία αφορούν οι ονομαστικές τους μετοχές που πωλούνται και, γενικώς, να ενεργούν και να υπογράφουν στο όνομα και για λογαριασμό τους κάθε πράξη και έγγραφο, που ήσαν αναγκαία για την πώληση και μεταβίβαση των μετοχών τους.

Τέλος, παρείχαν την εξουσιοδότηση στο ειδικό γραφείο τύπου ή στο υποκατάστημα, κατά περίπτωση, της αντισυμβαλλόμενης τους εταιρίας, ενεργώντας για λογαριασμό τους, να διαβιβάζει είτε προφορικώς είτε δια τηλεφώνου είτε γραπτώς, εντολές αγοράς και πώλησης μετοχών και λοιπών εισηγμένων σε Χρηματιστήριο κινητών αξιών, καθώς και Ομολόγων και Εντόκων γραμματίων Δημοσίου και μεριδίων Αμοιβαίων Κεφαλαίων και λοιπών χρηματιστηριακών πραγμάτων για την εκτέλεση αντίστοιχων συναλλαγών στο όνομά τους.

Από τα ανωτέρω και, ειδικότερα, τόσο από τον τίτλο όσο και από το περιεχόμενο των επίδικων συμβάσεων συνάγεται, ότι μεταξύ εκάστου των εναγόντων και της πρώτης εναγομένης εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε. είχε συναφθεί σύμβαση λήψης, διαβίβασης και εκτέλεσης εντολών σχετικών με χρηματιστηριακές συναλλαγές.

Ειδικότερα, οι ενάγοντες είχαν δώσει την εντολή στην εταιρία να προβαίνει στο όνομα και για λογαριασμό τους σε αγορά και πώληση μετοχών, κινητών αξιών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο και λοιπών χρηματιστηριακών πραγμάτων. Οι περισσότεροι των εναγόντων προέβησαν, πράγματι, σε διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών (αγορές μετοχών κλπ), όπως κατωτέρω εκτίθεται, ενώ μερικοί είχαν καταθέσει χρήματα στο λογαριασμό της εταιρίας με σκοπό την αγοραπωλησία μετοχών, τα οποία, όμως, δεν πρόλαβαν να επενδύσουν μέχρι το χρόνο ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της πρώτης εναγομένης.

Άλλωστε, δεν είχε τεθεί χρονικό όριο για την επένδυση των εν λόγω χρηματικών ποσών από την πρώτη εναγομένη.

Συνεπώς, η ανωτέρω χρηματιστηριακή εταιρία παρείχε στους ενάγοντες επενδυτική υπηρεσία σχετική με χρηματοπιστωτικά μέσα, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 α' του ν. 2396/1996, η οποία συνιστά "καλυπτόμενη επενδυτική υπηρεσία", σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 12 του ν. 2533/1997, όπως αυτή ερμηνεύεται υπό το φως της Οδηγίας 97/9, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, αφού οι ενάγοντες κατέθεταν χρηματικά ποσά, προκειμένου να επενδυθούν, βάσει της μεταξύ τους συμφωνίας, όχι σε επενδύσεις με εγγυημένες αποδόσεις και σκοπό την εξασφάλιση του υψηλότερου δυνατού κέρδους, αλλά, κατ' εντολή και για λογαριασμό τους, σε συναλλαγές αγοράς και πώλησης χρηματοπιστωτικών μέσων ή σε άλλες συναφείς επενδυτικές συναλλαγές κινητών αξιών του ίδιου τομέα, στο πλαίσιο της λειτουργίας του εσωτερικού και διεθνούς χρηματοοικονομικού συστήματος, με αντίστοιχη επενδυτική διακινδύνευση.

Ο ισχυρισμός του δευτέρου εναγομένου, ότι τα χρήματα είχαν κατατεθεί εκ μέρους των εναγόντων σε εκτέλεση σύμβασης με διάφορο περιεχόμενο δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Μόνο το γεγονός ότι οι ενάγοντες διατηρούσαν ένα σταθερό χρηματικό ποσό κατατεθειμένο στο λογαριασμό της εταιρίας δεν είναι ικανό να καταδείξει την ύπαρξη άλλου είδους σχέσης, δεδομένου ότι αυτοί διατηρούσαν τα χρήματά τους έως ότου προβούν σε μία συμφέρουσα προς αυτούς επένδυση.

Ήδη το εναγόμενο έχει αποζημιώσει επενδυτές, που είχαν καταθέσει μόνον χρήματα στην πρώτη εναγομένη από 1-1-2005 και εφεξής και ουδείς λόγος συντρέχει ώστε να διαφοροποιηθεί η περίπτωση αυτών από τους άλλους επενδυτές, που είχαν καταθέσει χρήματα προ της ανωτέρω ημερομηνίας. Αποδείχθηκε, όμως, ότι το χρονικό διάστημα από το Νοέμβριο του 2003 μέχρι της 17-2-2005, ημερομηνία ανάκλησης της άδειας της πρώτης εναγομένης, τα αρμόδια όργανα της τελευταίας προέβησαν σε υπεξαίρεση περιουσιακών στοιχείων των εναγόντων, που ήταν επενδυτές και πελάτες της, επί των οποίων (περιουσιακών στοιχείων) ήταν θεματοφύλακας η πρώτη εναγομένη.

Ειδικότερα, τα στελέχη της τελευταίας ρευστοποιούσαν τίτλους (μετοχές) των χαρτοφυλακίων των εναγόντων εν αγνοία τους και, στη συνέχεια, με την έκδοση πλαστών παραστατικών, προέβαιναν σε υπεξαίρεση του πιστωτικού υπολοίπου των επενδυτικών λογαριασμών τους ή των χρημάτων, τα οποία υπήρχαν πιστωμένα στους επενδυτικούς Λογαριασμούς τους και τα οποία οι τελευταίοι είχαν καταθέσει προς αγορά μετοχών.

Πιο συγκεκριμένα, τα χρηματικά ποσά των εναγόντων υπεξαιρέθηκαν από την πρώτη εναγομένη με κάποιον από τους εξής τρεις τρόπους: Α) Μετά την πώληση των μετοχών του χαρτοφυλακίου των εναγόντων και την πίστωση της αξίας των μετοχών στον επενδυτικό τους λογαριασμό, τα στελέχη της πρώτης εναγομένης εξέδιδαν "ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΣΕ ΜΕΤΡΗΤΑ ΜΕ ΕΥΡΩ", με τις οποίες φερόταν ότι ο δικαιούχος επενδυτής, με αυτοπρόσωπη παρουσία στα γραφεία της πρώτης εναγομένης στην οδό ...

στην ..... είχε εισπράξει τα αναγραφόμενα σε αυτές ποσά, χωρίς αυτό να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού στις εν λόγω αποδείξεις υπήρχε πλαστογραφημένη η υπογραφή των δικαιούχων. Καίτοι, λοιπόν, κατά τη σύναψη των ένδικων συμβάσεων, οι ενάγοντες εξουσιοδοτούσαν την πρώτη εναγομένη να καταθέτει σε συγκεκριμένους τραπεζικούς λογαριασμούς τους τα χρηματικά υπόλοιπα, που προέκυπταν από αγοραπωλησίες των μετοχών τους και λοιπών κινητών αξιών, εμφανίζεται το φαινόμενο να προσέρχεται το σύνολο σχεδόν των εναγόντων επενδυτών (κυρίως κατοίκων της .....και της .....) στα γραφεία της πρώτης εναγομένης και να εισπράττουν εκεί αυτοπροσώπως τα χρήματα των υποτιθέμενων καταβολών σχεδόν ταυτόχρονα με την πραγματοποίηση των συναλλαγών.

Β) Άλλες φορές, τα στελέχη της πρώτης εναγομένης εξέδιδαν "ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΣΕ ΜΕΤΡΗΤΑ ΜΕ ΕΥΡΩ", οι οποίες συνοδεύονταν από μία ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΕΙΣΠΡΑΞΗΣ της ..., δυνάμει της οποίας εφέρετο ότι τα ποσά, που εκταμίευαν από το ταμείο της πρώτης εναγομένης, κατετίθεντο σε τραπεζικό λογαριασμό της ..., ακόμη και σε περιπτώσεις, όπου οι επενδυτές είχαν δηλώσει άλλους τραπεζικούς λογαριασμούς άλλων τραπεζών.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από τις βεβαιώσεις που χορήγησε η ... στους ενάγοντες, οι εν λόγω αποδείξεις ήταν επίσης πλαστές, καθόσον δεν είχαν εκδοθεί από το μηχανογραφικό σύστημά της, ενώ και οι λογαριασμοί, στους οποίους οι ενάγοντες εμφανίζονταν ως δικαιούχοι, ήσαν ανύπαρκτοι. Με τον ίδιο τρόπο υπεξαιρέθηκαν και χρήματα, τα οποία οι ενάγοντες είχαν καταθέσει σε τραπεζικούς Λογαριασμούς της πρώτης εναγομένης για αγορά μετοχών.

Γ) Άλλες φορές, οι ενάγοντες κατέθεσαν χρήματα στον υπ' αριθμ. ...53 - 2 τραπεζικό λογαριασμό της πρώτης εναγομένης στη ... Α.Ε,, τα οποία υπεξαιρέθηκαν αυθημερόν με την ανάληψη τους από τα στελέχη της πρώτης εναγομένης, καθόσον ουδέποτε πιστώθηκαν στους επενδυτικούς λογαριασμούς των εναγόντων. Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται και από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου Ι.

Σ., ο οποίος είναι εσωτερικός ελεγκτής και κατέθεσε εξ ιδίας αντιλήψεως τα εξής: "Μετά την εκκαθάριση της συναλλαγής, τα στελέχη της πρώτης εναγομένης πίστωναν το τίμημα της πώλησης σε επενδυτικό κωδικό του πελάτη και εν συνεχεία το υπεξαιρούσαν με δύο τρόπους: ή εμφάνιζαν τον πελάτη ότι προσέρχεται αυτοπροσώπως στα γραφεία της ...

και εισπράττει τα χρήματα αυτά υπογράφοντας σχετικές αποδείξεις που εξέδιδε το ταμείο χρημάτων της ... στις οποίες ήταν πλαστογραφημένες οι υπογραφές των επενδυτών ... Ο β' τρόπος ήταν όταν το ποσό υπερέβαινε τα 12.000 ευρώ εμφανιζόταν ότι η ... κατέθετε τα χρήματα αυτά σε λογαριασμό πελατών στην ...". Παρ' όλα αυτά, κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα η πρώτη εναγομένη με ταχυδρομικές επιστολές ενημέρωνε τους ενάγοντες σχετικά με τη διάρθρωση και αποτίμηση του χαρτοφυλακίου τους, τα πιστωτικά υπόλοιπα των επενδυτικών λογαριασμών τους κλπ, δεδομένου ότι η Εγκύκλιος 4 της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, σε συνδυασμό με τις σχετικές διατάξεις του Κώδικα Δεοντολογίας των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ.), προβλέπει την υποχρέωσή της να παρέχει στους επενδυτές πελάτες της τακτική πληροφόρηση σχετικά με τις συναλλαγές της.

Όμως, οι προαναφερόμενες ταχυδρομικές επιστολές παρείχαν αναληθή ενημέρωση στους ενάγοντες, καθόσον δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, αφού παρουσίαζαν την εικόνα των χαρτοφυλακίων τους και των πιστωτικών υπολοίπων των επενδυτικών λογαριασμών τους, όπως αυτή θα ήταν σε περίπτωση που δεν είχαν λάβει χώρα οι πιο πάνω αξιόποινες πράξεις των στελεχών της πρώτης εναγομένης.

Τα ανωτέρω προκύπτουν και από την από 25-2-2005 μηνυτήρια αναφορά της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς προς τον Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών, με βάση την οποία εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 3557/2012 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, που επικυρώθηκε με το υπ' αριθμ. 414/2014 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών. Επίσης, και πολλοί από τους επενδυτές κατέφυγαν στη δικαιοσύνη, υποβάλλοντας μηνύσεις σε βάρος των υπευθύνων της εταιρίας, με βάση τις οποίες ο εκπρόσωπος αυτής Π.

Μ. κηρύχθηκε ένοχος για τις πράξεις της πλαστογραφίας και της υπεξαίρεσης, όπως τούτο προκύπτει και από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους ενάγοντες αποσπάσματα των υπ' αριθμ. 21446/2010, 10690/2010 και 47371/2009 καταδικαστικών αποφάσεων του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, αλλά και από την από 26-1-2010 εξώδικη πρόσκληση 14 επενδυτών προς το δεύτερο εναγόμενο, με την οποία γνωστοποιήθηκαν σ' αυτό (βλ.

την υπ' αριθμ. .....92 Β/2-2-2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ε. Τ.) 14 καταδικαστικές αποφάσεις κατά του ως άνω Π. Μ.. Εξάλλου, και ο Επόπτης Εκκαθάρισης, με την από 23-3-2010 επιστολή του προς το δεύτερο εναγόμενο δήλωσε, ότι "για όσους από τους αναγγελθέντες επενδυτές έχει προσκομισθεί βεβαίωση της αρμόδιας τράπεζας περί της πλαστότητας των καταθετηρίων ή περί της ανυπαρξίας του σχετικού λογαριασμού, θεωρούμε αυτούς τους ισχυρισμούς περί πλαστότητας πλήρως αποδεδειγμένους".

Η πιο πάνω αδικοπρακτική συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της πρώτης εναγόμενης προκάλεσε ζημία στους ενάγοντες, με αποτέλεσμα, εφόσον η εν λόγω εταιρία περιήλθε σε οριστική και μη αναστρέψιμη αδυναμία εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της προς τους επενδυτές πελάτες της και τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση, να συντρέχει νόμιμη υποχρέωση του δευτέρου των εναγομένων προς αποζημίωση των εναγόντων (μέχρι του ποσού των 30.000 ευρώ), εφόσον υφίστανται οι σχετικές προϋποθέσεις.

Ειδικότερα, με εξαίρεση τους 88°, 89°, 91η, 38°, 82°, 86η και 90° των εναγόντων, όλοι οι λοιποί ενάγοντες ανταποκρίθηκαν στη σχετική πρόσκληση του Επόπτη Εκκαθάρισης και προέβησαν σε εμπρόθεσμη αναγγελία των απαιτήσεών τους, προσκομίζοντας και τα σχετικά δικαιολογητικά (βλ. προσκομιζόμενες αναγγελίες), πλην, όμως, το δεύτερο εναγόμενο αρνήθηκε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του έναντι αυτών, με αποτέλεσμα την άσκηση της υπό κρίση αγωγής.

Ωστόσο, μετά την άσκηση της αγωγής, κατέβαλε σε ορισμένους από τους ανωτέρω ενάγοντες τα παρακάτω αναφερόμενα ποσά. Όσον αφορά τους πιο πάνω επτά (7) ενάγοντες, το δεύτερο εναγόμενο έκρινε, ότι οι απαιτήσεις τους δεν είναι αποζημιωτέες, δεδομένου ότι οι τρεις πρώτοι από αυτούς (υπ' αριθμ. 88, 89 και 91) αναγγέλθηκαν εκπρόθεσμα, ενώ οι άλλοι τέσσερις (υπ1 αριθμ. 38, 82, 86 και 90) ουδέποτε ανήγγειλαν τις απαιτήσεις τους....

Σύμφωνα με τα παραπάνω, λοιπόν, η υπό κρίση αγωγή ως προς τους υπ' αριθμ. 38, 82, 86, 88, 89, 90 και 91 ενάγοντες είναι, για τους ανωτέρω λόγους, απορριπτέα. Περαιτέρω, ως προς τους λοιπούς ενάγοντες αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο 1ος Π. Κ. είχε συνάψει την από 1-10-2003 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Την 1-10-2003 κατέθεσε στον υπ' αριθμ. ... 109 τραπεζικό λογαριασμό της πρώτης εναγομένης στην τράπεζα ...

το ποσό των ....000 ευρώ (βλ. την με ιδία ημερομηνία απόδειξη κατάθεσης της ως άνω τράπεζας), με την ειδική την εντολή να επενδυθεί, για λογαριασμό του, σε συναλλαγές αγοράς και πώλησης χρηματοπιστωτικών μέσων. Όμως, το ποσό αυτό δεν πιστώθηκε στον επενδυτικό λογαριασμό του ανωτέρω ενάγοντος, αλλά υπεξαιρέθηκε αυθημερόν από τα στελέχη της πρώτης εναγομένης.

Συνεπώς, ο ανωτέρω ενάγων ζημιώθηκε το ανωτέρω ποσό και δικαιούται από το δεύτερο εναγόμενο, δυνάμει της ΑΥΕΘν.Οικ 14082/Β.809/4-4-2000, το ποσό των 30.000 ευρώ. Ο 2ος Σ. Σ. είχε συνάψει σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και διατηρούσε επενδυτικό χαρτοφυλάκιο με μετοχές, οι οποίες ρευστοποιήθηκαν, εν αγνοία του και χωρίς προηγούμενη ρητή εντολή του, από στελέχη της πρώτης εναγομένης.

Σύμφωνα με τη χρηματική καρτέλα του, η πρώτη εναγομένη φέρεται να κατέβαλε στις 3-8-2004 στον ενάγοντα το ποσό των 5.560,62 ευρώ, εκδίδοντας την υπ' αριθμ. ΕΠ ...218 "ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΜΕ ΜΕΤΡΗΤΑ ΣΕ ΕΥΡΩ", η οποία συνοδεύεται από την από ...6-55 Α λογαριασμού, του οποίου ο 2ος ενάγουν φέρεται δικαιούχος. Όμως, η κατάθεση αυτή ουδέποτε έγινε, καθόσον, σύμφωνα με προσκομιζόμενη από 29-9-2006 βεβαίωση του Καταστήματος ...

της ..., στις 3-8-2004, αλλά και όλο το μήνα Αύγουστο 2004, δεν πραγματοποιήθηκε κίνηση στον παραπάνω λογαριασμό και, συνεπώς, η ανωτέρω Απόδειξη Είσπραξης δεν έχει εκδοθεί από την ανωτέρω τράπεζα. Επομένως, ο ανωτέρω ενάγων ζημιώθηκε το ποσό των 5.560,62 ευρώ και έχει ισόποση απαίτηση κατά του δευτέρου εναγομένου...

Η 9η Π. Ε. είχε συνάψει την από 27-2-2004 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και είχε καταθέσει στους λογαριασμούς όψεως της πρώτης εναγομένης στην ... και στην ... το συνολικό ποσό των 15.215 ευρώ με την ειδική την εντολή να επενδυθεί, για λογαριασμό της, σε συναλλαγές αγοράς και πώλησης μετοχών, αλλά μέχρι την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της πιο πάνω ΕΠΕΥ το εν λόγω ποσό δεν είχε χρησιμοποιηθεί για τον ανωτέρω σκοπό.

Σύμφωνα με τη χρηματική καρτέλα της ενάγουσας, η πρώτη εναγομένη φέρεται να κατέβαλε σ' αυτήν τμηματικώς από 6/4/2004 μέχρι 27/12/2004 το συνολικό ποσό των 12.520 ευρώ εκδίδοντας σχετικά τις ΕΠ ...609, ΕΠ ...695 και ΕΠ ...071 "ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΜΕ ΜΕΤΡΗΤΑ ΣΕ ΕΥΡΩ", στις οποίες, όμως, είναι πλαστογραφημένη η υπογραφή της 9ης ενάγουσας, η οποία, μόνιμος κάτοικος ..., ουδέποτε προσήλθε στα γραφεία της πρώτης εναγόμενης κι ουδέποτε εισέπραξε το εν λόγω ποσό, το οποίο υπεξαιρέθηκε από τα όργανα της πρώτης εναγόμενης.

Επομένως, η ανωτέρω ενάγουσα ζημιώθηκε το πιο πάνω ποσό των 12.520 ευρώ και έχει ισόποση απαίτηση κατά του δευτέρου εναγομένου... Η 32η Σ. Σ. είχε συνάψει την από 19-5-2003 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και διατηρούσε επενδυτικό χαρτοφυλάκιο. Προς τούτο κατέθεσε στις 31/7/2003 στον υπ' αριθμ. ... 109 τραπεζικό λογαριασμό της πρώτης εναγομένης στην τράπεζα ...

τα ποσά των 5.000 ευρώ και 75.000 ευρώ και στις 9-1-2004 στον υπ' αριθμ. 3...53-2 λογαριασμό της πρώτης εναγομένης στην ... το ποσό των 50.000 ευρώ (βλ. τις με ίδια ημερομηνία Αποδείξεις Κατάθεσης των ως άνω τραπεζών), με την ειδική εντολή τα ποσά αυτά να επενδυθούν, για λογαριασμό της, σε συναλλαγές αγοράς και πώλησης μετοχών, πλην, όμως, μέχρι την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της πιο πάνω ΕΠΕΥ δεν χρησιμοποιήθηκαν για τον ανωτέρω σκοπό, αφού όλα τα ανωτέρω ποσά υπεξαιρέθηκαν αυθημερόν από τα στελέχη της πρώτης εναγομένης.

Επομένως, η ενάγουσα ζημιώθηκε το συνολικό ποσό των 130.000 ευρώ και, ως εκ τούτου, δικαιούται από το δεύτερο εναγόμενο, δυνάμει της ΑΥΕΘν.Οικ 14082/Β.809/4-4-2000, το ποσό των 30.000 ευρώ. Η 33η Σ. Ρ.α είχε συνάψει την από 8-10-2003 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και διατηρούσε επενδυτικό χαρτοφυλάκιο, έχοντας καταθέσει στον επενδυτικό στο ταμείο της πρώτης εναγομένης το ποσό των ....000 ευρώ, με την ειδική εντολή να επενδυθεί, για λογαριασμό της, σε συναλλαγές αγοράς και πώλησης μετοχών, πλην, όμως, μέχρι την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της πιο πάνω ΕΠΕΥ το εν λόγω ποσό δεν χρησιμοποιήθηκε για τον ανωτέρω σκοπό, αφού υπεξαιρέθηκε αυθημερόν από τα στελέχη της πρώτης εναγομένης.

Παρ' όλα αυτά, η ενάγουσα ελάμβανε κανονικά την προβλεπόμενη από την Εγκύκλιο 4/19-4-1999 της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς μηνιαία ενημέρωση και σύμφωνα με την "ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΘΕΣΗΣ" το χρηματικό υπόλοιπο του επενδυτικού της λογαριασμού ήταν ....000 ευρώ στις 30-9-2004. Επομένως, η ως άνω ενάγουσα ζημιώθηκε το ποσό των ....000 ευρώ και, ως εκ τούτου, δικαιούται από το δεύτερο εναγόμενο, δυνάμει της ΑΥΕΘν.Οικ 14082/Β.809/4-4-2000, το ποσό των 30.000 ευρώ.

Ο 34ος Π. Κωνσταντίνος είχε συνάψει την από 19-5-2003 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και διατηρούσε επενδυτικό χαρτοφυλάκιο, έχοντας καταθέσει στον υπ' αριθμ. ...109 τραπεζικό λογαριασμό της πρώτης εναγομένης στην τράπεζα ... το ποσό των 80.000 ευρώ στις 29/9/2003 (βλ. την με ιδία ημερομηνία απόδειξη κατάθεσης της Τράπεζας, καθώς και την από 31-1-2004 ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΘΕΣΗΣ), με την ειδική εντολή να επενδυθεί, για λογαριασμό του, σε συναλλαγές αγοράς και πώλησης μετοχών, πλην, όμως, μέχρι την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της πιο πάνω ΕΠΕΥ το εν λόγω ποσό δεν χρησιμοποιήθηκε για τον ανωτέρω σκοπό, αφού υπεξαιρέθηκε αυθημερόν από τα στελέχη της πρώτης εναγόμενης.

Επομένως, ο ενάγων ζημιώθηκε το ποσό των 80.000 ευρώ και, ως εκ τούτου, δικαιούται από το δεύτερο εναγόμενο, δυνάμει της ΑΥΕΘν.Οικ 14082/Β.809/4-4-2000, το ποσό των 30.000 ευρώ. Ο 35ος Μ. Σ. είχε συνάψει σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και διατηρούσε επενδυτικό χαρτοφυλάκιο έχοντας καταθέσει στον επενδυτικό στο ταμείο της πρώτης εναγομένης, μεταξύ άλλων, στις 6-5-2004 και 15-9-2004 και το ποσό των 40.000 ευρώ.

Σύμφωνα με τη χρηματική καρτέλα του, η πρώτη εναγομένη φέρεται να κατέβαλε στον ενάγοντα αυτοπροσώπως στις 16-4-2004 το ποσό των 11.000 ευρώ εκδίδοντας τη με αριθμό ΕΠ ...886 "ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΜΕ ΜΕΤΡΗΤΑ ΣΕ ΕΥΡΩ". Όμως, στην απόδειξη αυτή είναι πλαστογραφημένη η υπογραφή του ενάγοντος, ο οποίος ουδέποτε προσήλθε στα γραφεία της εναγομένης και ουδέποτε εισέπραξε το παραπάνω ποσό.

Επίσης, η πρώτη εναγομένη φέρεται να κατέβαλε στον ενάγοντα τμηματικώς και το ποσό των 40.000 ευρώ στις 2/8/2004 και στις 16/9/2004 εκδίδοντας τις ΕΠ ...201 και ...904 "ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΜΕ ΜΕΤΡΗΤΑ ΣΕ ΕΥΡΩ", ποσού 10.000 ευρώ και 30.00 ευρώ, αντίστοιχα, οι οποίες συνοδεύονται από τις από 2-8-2004 και από 16-9-2004 Αποδείξεις Εισπράξεως της ...

με πίστωση του ...1-43 Α λογαριασμού, του οποίου ο 35ος ενάγων φέρεται δικαιούχος. Όμως, οι καταθέσεις αυτές ουδέποτε έγιναν, καθόσον ο ανωτέρω λογαριασμός είναι ανύπαρκτος. Επομένως, ο ενάγων ζημιώθηκε το ποσό των 51.000 ευρώ και, ως εκ τούτου, δικαιούται από το δεύτερο εναγόμενο, δυνάμει της ΑΥΕΘν.Οικ 14082/Β.809/4-4-2000, το ποσό των 30.000 ευρώ.

Ο 36ος Δ. Ι. είχε συνάψει την από 15-9-2003 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και διατηρούσε επενδυτικό χαρτοφυλάκιο με μετοχές, έχοντας καταθέσει στον υπ' αριθμ. ...109 τραπεζικό λογαριασμό της πρώτης εναγομένης στην τράπεζα ..., μεταξύ άλλων, και το ποσό των 15.000 ευρώ στις 15-9-2003 (βλ. την με ίδια ημερομηνία Απόδειξη Κατάθεσης της Τράπεζας).

Το ποσό αυτό, όμως, υπεξαιρέθηκε αυθημερόν από τα στελέχη της πρώτης εναγόμενης και δεν πιστώθηκε, όπως έπρεπε, στον επενδυτικό του λογαριασμό. Επομένως, ο ανωτέρω ενάγων ζημιώθηκε το ποσό των 15.000 ευρώ και έχει ισόποση απαίτηση κατά του δευτέρου εναγομένου. Ο 41ος Σ. Μ. είχε συνάψει την από 6-9-1999 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και διατηρούσε επενδυτικό χαρτοφυλάκιο με μετοχές.

Στις 21-10-2004 τα όργανα της πρώτης εναγομένης ρευστοποίησαν μετοχές του ενάγοντος αντί 9.575,96 ευρώ, εν αγνοία του και χωρίς προηγούμενη ρητή εντολή του. Στη συνέχεια, πραγματοποίησαν και άλλες αγοραπωλησίες μετοχών, με αποτέλεσμα το πιστωτικό υπόλοιπο του λογαριασμού του ενάγοντος να διαμορφωθεί στο ποσό των 1.909,01 ευρώ.

Επίσης, σύμφωνα με τη χρηματική καρτέλα του ενάγοντος, η πρώτη εναγομένη φέρεται να έχει καταβάλει σ' αυτόν αυτοπροσώπως στις 8/12/2004 το ποσό των 1.999,80 ευρώ, εκδίδοντας σχετικά τη με αριθμό ΕΠ ...79 "ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΜΕ ΜΕΤΡΗΤΑ ΣΕ ΕΥΡΩ", στην οποία, όμως, είναι πλαστογραφημένη η υπογραφή του 41ου ενάγοντος, ο οποίος ουδέποτε προσήλθε στα γραφεία της πρώτης εναγομένης και ουδέποτε εισέπραξε το εν λόγω ποσό, το οποίο υπεξαιρέθηκε από τα όργανα της πρώτης εναγομένης.

Έτσι, η συνολική ζημία του ενάγοντος ανήλθε στο ποσό των 9.666,75 ευρώ ([9.575,96 - 1909,01=] 7.666,95 + 1.999,80] και έχει ισόποση απαίτηση κατά του δευτέρου εναγομένου. Μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης, το δεύτερο εναγόμενο του κατέβαλε το ποσό των 2.090,44 ευρώ και, συνεπώς, το τελευταίο του οφείλει υπόλοιπο 7.576,31 ευρώ.

Ο 48ος Μ. Ε. είχε συνάψει σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και διατηρούσε επενδυτικό χαρτοφυλάκιο, έχοντας καταθέσει στον υπ' αριθμ. ...0-42 λογαριασμό όψεως της πρώτης εναγόμενης στην ... το ποσό των 6.000 ευρώ στις 15-6-2004, με την ειδική εντολή να επενδυθεί, για λογαριασμό του, σε συναλλαγές αγοράς και πώλησης μετοχών, πλην, όμως, μέχρι την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της πιο πάνω ΕΠΕΥ το εν λόγω ποσό δεν χρησιμοποιήθηκε για τον ανωτέρω σκοπό.

Σύμφωνα με τη χρηματική καρτέλα του, η πρώτη εναγομένη φέρεται να κατέβαλε στον ενάγοντα αυτοπροσώπως στις 11-8-2004 το ποσό των 6.000 ευρώ, εκδίδοντας την με αριθμό ΕΠ ...170 "ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΜΕ ΜΕΤΡΗΤΑ ΣΕ ΕΥΡΩ". Όμως, στην απόδειξη αυτή είναι πλαστογραφημένη η υπογραφή του 48ου ενάγοντος, ο οποίος (μόνιμος κάτοικος ...) ουδέποτε προσήλθε στα γραφεία της πρώτης εναγομένης και ουδέποτε εισέπραξε το εν λόγω ποσό.

Επομένως, ο ανωτέρω ενάγων ζημιώθηκε το ποσό των 6.000 ευρώ, το οποίο υπεξαιρέθηκε από τα όργανα της πρώτης εναγομένης, και έχει ισόποση απαίτηση κατά του δευτέρου εναγομένου. Η 49η Α. Σ. - Ε. είχε συνάψει την από 8-10-2004 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και διατηρούσε επενδυτικό χαρτοφυλάκιο, έχοντας καταθέσει στον υπ' αριθμ. ...7-67 λογαριασμό όψεως της πρώτης εναγομένης στην ...

το ποσό των 15.000 ευρώ στις 27-10-2004, με την ειδική εντολή να επενδυθεί, για λογαριασμό του, σε συναλλαγές αγοράς και πώλησης μετοχών, πλην, όμως, μέχρι την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της πιο πάνω ΕΠΕΥ το εν λόγω ποσό δεν χρησιμοποιήθηκε για τον ανωτέρω σκοπό. Σύμφωνα με τη χρηματική καρτέλα της, η πρώτη εναγομένη φέρεται να κατέβαλε στην ενάγουσα στις 29-10-2004 το ποσό των 15.000 ευρώ, εκδίδοντας την με αριθμό ΕΠ ...305 "ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΜΕ ΜΕΤΡΗΤΑ ΣΕ ΕΥΡΩ", η οποία συνοδεύεται από την από 29-10-2004 Απόδειξη Εισπράξεως της ...

με πίστωση του ...4 65 λογαριασμού, του οποίου ο 49ος ενάγων φέρεται δικαιούχος. Όμως, αποδείχθηκε ότι η συγκεκριμένη κατάθεση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Επομένως, η ανωτέρω ενάγουσα ζημιώθηκε το ποσό των 15.000 ευρώ, το οποίο υπεξαιρέθηκε από τα όργανα της πρώτης εναγόμενης, και ως εκ τούτου έχει ισόποση απαίτηση κατά του δευτέρου εναγομένου.

Ο 50ος Κ. Σ. είχε συνάψει την από 7-9-1998 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και διατηρούσε επενδυτικό χαρτοφυλάκιο, έχοντας καταθέσει, μεταξύ άλλων, σε λογαριασμούς όψεως της πρώτης εναγομένης στην ... και την ... από 26-1-2004 έως 29-12-2004 και το ποσό των 29.929,31 ευρώ, με την ειδική εντολή να επενδυθεί, για λογαριασμό του, σε συναλλαγές αγοράς και πώλησης μετοχών, πλην, όμως, μέχρι την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της πιο πάνω ΕΠΕΥ το εν λόγω ποσό δεν χρησιμοποιήθηκε για τον ανωτέρω σκοπό.

Σύμφωνα με τη χρηματική καρτέλα του, η πρώτη εναγομένη φέρεται να κατέβαλε στον ενάγοντα αυτοπροσώπως το συνολικό ποσό των 26.347,33 ευρώ και συγκεκριμένα ποσό 5.000 ευρώ στις 4-6-2004, ποσό 33,83 ευρώ στις 30-6-2004, ποσό 11.000 ευρώ στις 15-7-2004, ποσό 9.000 ευρώ στις 16-7-2004 και ποσό 1.313,50 ευρώ στις 27-8-2004, εκδίδοντας τις με αριθμό ΕΠ ...467, ΕΠ ...218, ΕΠ ...689, ΕΠ ...751 και ΕΠ ...016 "ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΜΕ ΜΕΤΡΗΤΑ ΣΕ ΕΥΡΩ".

Όμως, σε όλες τις ανωτέρω αποδείξεις είναι πλαστογραφημένη η υπογραφή του ως άνω ενάγοντος, ο οποίος ουδέποτε προσήλθε στα γραφεία της πρώτης εναγομένης και ουδέποτε εισέπραξε το εν λόγω ποσό, το οποίο υπεξαιρέθηκε από τα όργανα της πρώτης εναγομένης. Επομένως, ο ανωτέρω ενάγων ζημιώθηκε το ποσό των 26.347,33 ευρώ και ως εκ τούτου έχει ισόποση απαίτηση κατά του δευτέρου εναγομένου.

Ήδη, όπως συνομολογεί ο ενάγων, μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης, το δεύτερο εναγόμενο του κατέβαλε το ποσό των 2.212,99 ευρώ και, συνεπώς, το τελευταίο οφείλει σ' αυτόν υπόλοιπο 24.134,34 ευρώ. Ο 51ος Φ. Η. είχε συνάψει την από 19-8-2004 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και διατηρούσε επενδυτικό χαρτοφυλάκιο, έχοντας καταθέσει σε λογαριασμό όψεως της πρώτης εναγομένης στην ...

στις 24-8-2004 το ποσό των 30.000 ευρώ, με την ειδική εντολή να επενδυθεί, για λογαριασμό του, σε συναλλαγές αγοράς και πώλησης μετοχών, πλην, όμως, μέχρι την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της πιο πάνω ΕΠΕΥ το εν λόγω ποσό δεν χρησιμοποιήθηκε για τον ανωτέρω σκοπό. Σύμφωνα με τη χρηματική καρτέλα του, η πρώτη εναγομένη φέρεται να κατέβαλε σ' αυτόν στις 27/8/2004 το ποσό των 30.000 ευρώ, εκδίδοντας την με αριθμό ΕΠ ...997 "ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΜΕ ΜΕΤΡΗΤΑ ΣΕ ΕΥΡΩ", η οποία συνοδεύεται από την από 27-8-2004 Απόδειξη Εισπράξεως της ...

με πίστωση του ...1-44 Α λογαριασμού, του οποίου ο 51ος ενάγων φέρεται δικαιούχος. Όμως, η κατάθεση αυτή ουδέποτε έγινε, καθόσον ο μεν ανωτέρω λογαριασμός είναι ανύπαρκτος, η δε ανωτέρω Απόδειξη Είσπραξης δεν έχει εκδοθεί, ούτε προέρχεται από το τερματικό της ... (βλ. την προσκομιζόμενη από 13-7-2005 βεβαίωση του Καταστήματος ...

της ...). Επομένως, ο ανωτέρω ενάγων ζημιώθηκε το ποσό των 30.000 ευρώ, το οποίο και δικαιούται από το δεύτερο εναγόμενο, δυνάμει της ΑΥΕΘν.Οικ 14082/Β.809/4-4-2000. Ο 52ος Π. Χ. είχε συνάψει την από 3-12-2004 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και διατηρούσε επενδυτικό χαρτοφυλάκιο, έχοντας καταθέσει σε λογαριασμούς όψεως της πρώτης εναγομένης στην τράπεζα ...

και στην ... το συνολικό ποσό των 25.600 ευρώ (18.700 και 6.900, αντίστοιχα), με την ειδική εντολή να επενδυθεί, για λογαριασμό του, σε συναλλαγές αγοράς και πώλησης μετοχών, πλην, όμως, μέχρι την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της πιο πάνω ΕΠΕΥ το εν λόγω ποσό δεν χρησιμοποιήθηκε για τον ανωτέρω σκοπό. Σύμφωνα με τη χρηματική καρτέλα του, η πρώτη εναγομένη φέρεται να κατέβαλε σ' αυτόν στις 3/12/2004 το ποσό των 18.700 ευρώ, εκδίδοντας την με αριθμό ΕΠ ...461 "ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΜΕ ΜΕΤΡΗΤΑ ΣΕ ΕΥΡΩ", η οποία συνοδεύεται από την από 3-12-2004 Απόδειξη Εισπράξεως της ...

ποσού 18.700 ευρώ με πίστωση του ...9-46 Α λογαριασμού, του οποίου ο 52ος ενάγων φέρεται δικαιούχος. Όμως, η κατάθεση αυτή ουδέποτε έγινε, καθόσον ο μεν ανωτέρω λογαριασμός είναι ανύπαρκτος, η δε ανωτέρω Απόδειξη Είσπραξης δεν έχει εκδοθεί, ούτε προέρχεται από το τερματικό της ... (βλ. την προσκομιζόμενη από 14-9-2005 βεβαίωση του Κεντρικού Καταστήματος (040) της ...).

Επίσης, η πρώτη εναγομένη φέρεται να κατέβαλε στον ενάγοντα αυτοπροσώπως στις 15-12-2004 και το ποσό των 6.900 ευρώ, εκδίδοντας την με αριθμό ΕΠ ...771 "ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΜΕ ΜΕΤΡΗΤΑ ΣΕ ΕΥΡΩ", στην οποία, όμως, είναι πλαστογραφημένη η υπογραφή του 52ου ενάγοντος, ο οποίος (μόνιμος κάτοικος ...) ουδέποτε προσήλθε στα γραφεία της πρώτης εναγομένης και ουδέποτε εισέπραξε το εν λόγω ποσό.

Επομένως, ο ανωτέρω ενάγων ζημιώθηκε το ποσό των 25.600 ευρώ και ως εκ τούτου έχει ισόποση απαίτηση κατά του δευτέρου εναγομένου. Η 53η Τ. Χ. είχε συνάψει την από 26-1-2004 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και διατηρούσε επενδυτικό χαρτοφυλάκιο, έχοντας καταθέσει σε λογαριασμό όψεως της πρώτης εναγομένης στην τράπεζα ... ...

το συνολικό ποσό των 34.026,01 ευρώ, με την ειδική εντολή να επενδυθεί, για λογαριασμό της, σε συναλλαγές αγοράς και πώλησης μετοχών, πλην, όμως, μέχρι την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της πιο πάνω ΕΠΕΥ το εν λόγω ποσό δεν χρησιμοποιήθηκε για τον ανωτέρω σκοπό. Σύμφωνα με τη χρηματική καρτέλα της, η πρώτη εναγομένη φέρεται να κατέβαλε σ' αυτή αυτοπροσώπως, τα ποσά των 11.000 ευρώ και 8.026,01 ευρώ, εκδίδοντας τις με αριθμό ΕΠ ...071/18-3-2004 και ΕΠ ...100/19-3-2004 "ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΜΕ ΜΕΤΡΗΤΑ ΣΕ ΕΥΡΩ", αντίστοιχα, στις οποίες, όμως, είναι πλαστογραφημένη η υπογραφή της 53ης ενάγουσας, η οποία ουδέποτε προσήλθε στα γραφεία της πρώτης εναγομένης και ουδέποτε εισέπραξε το εν λόγω ποσό.

Επίσης, η πρώτη εναγομένη φέρεται να κατέβαλε στην ενάγουσα στις 17-12-2004 και το ποσό των 15.000 ευρώ, εκδίδοντας την με αριθμό ΕΠ ...859/17-12-2004 "ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΜΕ ΜΕΤΡΗΤΑ ΣΕ ΕΥΡΩ", η οποία συνοδεύεται από την από 17-12-2004 Απόδειξη Εισπράξεως της ... με πίστωση του ...4-46 Α λογαριασμού, του οποίου η 53η ενάγουσα φέρεται δικαιούχος.

Όμως, αποδείχθηκε ότι η συγκεκριμένη κατάθεση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού το δεύτερο εναγόμενο δεν αμφισβητεί ειδικά το σχετικό ισχυρισμό της ενάγουσας, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να συνάγει ομολογία του δευτέρου εναγομένου για το ζήτημα αυτό. Κατά συνέπεια, η ενάγουσα ζημιώθηκε το συνολικό ποσό των 34.026,01 ευρώ, το οποίο υπεξαιρέθηκε από τα όργανα της πρώτης εναγομένης και, ως εκ τούτου, δικαιούται από το δεύτερο εναγόμενο, δυνάμει της ΑΥΕΘν.Οικ 14082/Β.809/4-4-2000, το ποσό των 30.000 ευρώ.

Ο 54ος Σ. Ν. είχε συνάψει την από 8-2-2002 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και διατηρούσε επενδυτικό χαρτοφυλάκιο, έχοντας καταθέσει, μεταξύ άλλων, σε λογαριασμό όψεως της πρώτης εναγομένης στην τράπεζα ... το ποσό των 20.000 ευρώ, με την ειδική εντολή να επενδυθεί, για λογαριασμό του, σε συναλλαγές αγοράς και πώλησης μετοχών, πλην, όμως, μέχρι την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της πιο πάνω ΕΠΕΥ το εν λόγω ποσό δεν χρησιμοποιήθηκε για τον ανωτέρω σκοπό.

Σύμφωνα με τη χρηματική καρτέλα της, η πρώτη εναγομένη φέρεται να κατέβαλε σ: αυτόν αυτοπροσώπως το συνολικό ποσό των 20.000 ευρώ, ήτοι 11.000 ευρώ στις 16-3-2004 και 9.000 ευρώ στις 17-3-2004, εκδίδοντας τις με αριθμό ΕΠ ...973 και ΕΠ ...019 "ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΜΕ ΜΕΤΡΗΤΑ ΣΕ ΕΥΡΩ", στις οποίες, όμως, είναι πλαστογραφημένη η υπογραφή του 54ου ενάγοντος, ο οποίος (μόνιμος κάτοικος ...) ουδέποτε προσήλθε στα γραφεία της πρώτης εναγομένης και ουδέποτε εισέπραξε το εν λόγω ποσό.

Επομένως, ο ανωτέρω ενάγων ζημιώθηκε το ποσό των 20.000 ευρώ, το οποίο υπεξαιρέθηκε από τα όργανα της πρώτης εναγομένης, και ως εκ τούτου έχει ισόποση απαίτηση κατά του δευτέρου εναγομένου. Η 58η Μ. Ε. είχε συνάψει σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και διατηρούσε επενδυτικό χαρτοφυλάκιο, έχοντας καταθέσει σε λογαριασμό όψεως της πρώτης εναγομένης στην ...

το ποσό των 4.000 ευρώ, με την ειδική εντολή να επενδυθεί, για λογαριασμό του, σε συναλλαγές αγοράς και πώλησης μετοχών. Σύμφωνα με τη χρηματική καρτέλα της, η πρώτη εναγομένη φέρεται να κατέβαλε στην ενάγουσα αυτοπροσώπως στις 11-8-2004 το ποσό των 4.000 ευρώ, εκδίδοντας τη με αριθμό ΕΠ ...162 "ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΜΕ ΜΕΤΡΗΤΑ ΣΕ ΕΥΡΩ", στην οποία, όμως, είναι πλαστογραφημένη η υπογραφή της 58ης ενάγουσας, η οποία (μόνιμος κάτοικος ...) ουδέποτε προσήλθε στα γραφεία της πρώτης εναγομένης και ουδέποτε εισέπραξε το εν λόγω ποσό.

Επομένως, η ανωτέρω ενάγουσα ζημιώθηκε το ποσό των 4.000 ευρώ, το οποίο υπεξαιρέθηκε από τα όργανα της πρώτης εναγομένης, και ως εκ τούτου έχει ισόποση απαίτηση κατά του δευτέρου εναγομένου. Ο 60ος Π. Π. είχε συνάψει σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και διατηρούσε επενδυτικό χαρτοφυλάκιο έχοντας καταθέσει χρήματα με την ειδική εντολή να επενδυθούν, για λογαριασμό του, σε συναλλαγές αγοράς και πώλησης μετοχών, πλην, όμως, μέχρι την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της πιο πάνω ΕΠΕΥ το εν λόγω ποσό δεν χρησιμοποιήθηκε για τον ανωτέρω σκοπό.

Ειδικότερα, σύμφωνα με έγγραφη ενημέρωση που ο ενάγων είχε λάβει από εκτύπωση της εφαρμογής λογισμικού, που χρησιμοποιούσε η πρώτη εναγομένη, το υπόλοιπο του ανωτέρω επενδυτικού λογαριασμού του ανερχόταν στις 28-6-2004 στο ποσό των 30.000 ευρώ. Παρ' όλα αυτά, στη χρηματική καρτέλα του ενάγοντος το υπόλοιπο του επενδυτικού του λογαριασμού στις 30-6-2004 εμφανίζεται μηδενικό.

Το ίδιο, όμως, ως άνω ποσό εμφανιζόταν στην "ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΘΕΣΗΣ" και στις 31-10-2004, σύμφωνα με την ενημέρωση που έλαβε ο ενάγων ταχυδρομικώς από την πρώτη εναγομένη. Επίσης, στις 8-2-2005 ο ενάγων κατέθεσε στον λογαριασμό όψεως της πρώτης εναγομένης στην τράπεζα ... ... και το ποσό των 3.000 ευρώ. Ωστόσο, από την ίδια καρτέλα προκύπτει σειρά χρηματιστηριακών συναλλαγών, οι οποίες διενεργήθηκαν από στελέχη της πρώτης εναγομένης αυθαίρετα, εν αγνοία του ενάγοντος και χωρίς την απαραίτητη ρητή εντολή του, και από τις οποίες προέκυψε στις 21-7-2004 χρεωστικό υπόλοιπο 18.151,62 ευρώ.

Επομένως, ο ανωτέρω ενάγων ζημιώθηκε το ποσό των 33.000 ευρώ, το οποίο υπεξαιρέθηκε από τα όργανα της πρώτης εναγομένης και, ως εκ τούτου, δικαιούται' από το δεύτερο αναγόμενο, δυνάμει της ΑΥΕΘν.Οικ 14082/Β, 809/4-4-2000, το ποσό των 30.000 ευρώ. Ο 64ος Π. Ν. είχε συνάψει την από 2-9-1999 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και διατηρούσε επενδυτικό χαρτοφυλάκιο, έχοντας καταθέσει στις 15-1-2004 στο λογαριασμό όψεως της πρώτης εναγομένης στη ...

ΑΕ το ποσό των 4.000 ευρώ (βλ. Απόδειξη Κατάθεσης της ανωτέρω τράπεζας), με την ειδική εντολή να επενδυθεί, για λογαριασμό του, σε συναλλαγές αγοράς και πώλησης μετοχών, πλην, όμως, μέχρι την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της πιο πάνω ΕΠΕΥ το εν λόγω ποσό δεν χρησιμοποιήθηκε για τον ανωτέρω σκοπό. Ωστόσο, το ανωτέρω ποσό ουδέποτε πιστώθηκε στον επενδυτικό του λογαριασμό, αλλά υπεξαιρέθηκε αυθημερόν από τα στελέχη της πρώτης εναγομένης.

Επομένως, ο ενάγων ζημιώθηκε το ποσό των 4.000 ευρώ, και ως εκ τούτου έχει ισόποση απαίτηση κατά του δευτέρου εναγομένου. Ο 66ος Ε. Σ. είχε συνάψει την από 8-3-1999 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και διατηρούσε επενδυτικό χαρτοφυλάκιο, έχοντας καταθέσει στις 25-11-2004 και το ποσό των 870 ευρώ, με την ειδική εντολή να επενδυθεί, για λογαριασμό του, σε συναλλαγές αγοράς και πώλησης μετοχών, πλην, όμως, μέχρι την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της πιο πάνω ΕΠΕΥ το εν λόγω ποσό δεν χρησιμοποιήθηκε για τον ανωτέρω σκοπό.

Σύμφωνα με τη χρηματική καρτέλα του, η πρώτη εναγόμενη φέρεται να κατέβαλε σ' αυτόν αυτοπροσώπως στις 15/12/2004 το ποσό των 874 ευρώ, εκδίδοντας την με αριθμό ΕΠ ...778/15-12-2004 "ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΜΕ ΜΕΤΡΗΤΑ ΣΕ ΕΥΡΩ", στην οποία, όμως, είναι πλαστογραφημένη η υπογραφή του 66ου ενάγοντος, ο οποίος ουδέποτε προσήλθε στα γραφεία της πρώτης εναγόμενης και ουδέποτε εισέπραξε το εν λόγω ποσό.

Επομένως, ο ενάγων ζημιώθηκε το ποσό των 874 ευρώ, το οποίο υπεξαιρέθηκε από τα όργανα της πρώτης εναγόμενης και ως εκ τούτου έχει ισόποση απαίτηση κατά του δευτέρου εναγομένου. Ο 68ος Τ. Τ. είχε συνάψει σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και διατηρούσε επενδυτικό χαρτοφυλάκιο, έχοντας καταθέσει και το χρηματικό ποσό των 27.367 ευρώ, με την ειδική εντολή να επενδυθεί, για λογαριασμό του, σε συναλλαγές αγοράς και πώλησης μετοχών, πλην, όμως, μέχρι την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της πιο πάνω ΕΠΕΥ το εν λόγω ποσό δεν χρησιμοποιήθηκε για τον ανωτέρω σκοπό.

Η πρώτη εναγομένη φέρεται να κατέβαλε στον ενάγοντα αυτοπροσώπως τα ποσά των 9.046,55 ευρώ, 10.000 ευρώ, 1.986,96 ευρώ, 3.000 ευρώ και 5.367 ευρώ, εκδίδοντας τις με αριθμό Α ...64/14-4-2004, Α ...40/12-5-2004, Α ...27/1-9-2004 και Α ...46/19-1-2005 "ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΜΕ ΜΕΤΡΗΤΑ ΣΕ ΕΥΡΩ", στις οποίες, όμως, είναι πλαστογραφημένη η υπογραφή του ενάγοντος, αφού αυτός ουδέποτε προσήλθε στα γραφεία της πρώτης εναγομένης και ουδέποτε εισέπραξε το εν λόγω ποσό.

Επομένως, ο ενάγων ζημιώθηκε το ποσό των 29.400,24 ευρώ (που επαληθεύτηκε και από τον Επόπτη Εκκαθάρισης), το οποίο υπεξαιρέθηκε από τα όργανα της πρώτης εναγομένης και ως εκ τούτου έχει ισόποση απαίτηση κατά 'του δευτέρου εναγομένου. Ο 74ος Α. Δ. είχε συνάψει την από 26-8-2004 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και διατηρούσε επενδυτικό χαρτοφυλάκιο, έχοντας καταθέσει το χρηματικό ποσό των 16.900 ευρώ, με την ειδική εντολή να επενδυθεί, για λογαριασμό του, σε συναλλαγές αγοράς και πώλησης μετοχών, πλην, όμως, μέχρι την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της πιο πάνω ΕΠΕΥ το εν λόγω ποσό δεν χρησιμοποιήθηκε για τον ανωτέρω σκοπό.

Σύμφωνα με τη χρηματική καρτέλα του, η πρώτη εναγόμενη φέρεται να κατέβαλε στον ενάγοντα αυτοπροσώπως τα χρηματικά ποσά των 10.000 ευρώ και 6.900 ευρώ, εκδίδοντας τις υπ' αριθμ. ΕΠ ...999/27-8-2004 και ΕΠ ...905/16-9-2004 "ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΜΕ ΜΕΤΡΗΤΑ ΣΕ ΕΥΡΩ", στις οποίες, όμως, είναι πλαστογραφημένη η υπογραφή του 74ου ενάγοντος, ο οποίος ουδέποτε προσήλθε στα γραφεία της πρώτης εναγομένης και ουδέποτε εισέπραξε το εν λόγω ποσό.

Επομένως, ο ενάγων ζημιώθηκε το ποσό των 16.900 ευρώ, το οποίο υπεξαιρέθηκε από τα όργανα της πρώτης εναγομένης και, ως εκ τούτου, έχει ισόποση απαίτηση κατά του δευτέρου εναγομένου. Ο 76ος Σ. Δ. είχε συνάψει την από 26-6-2004 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και διατηρούσε επενδυτικό χαρτοφυλάκιο με μετοχές.

Σύμφωνα με τη χρηματική καρτέλα του, η πρώτη εναγομένη φέρεται να κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 19.000 ευρώ, εκδίδοντας την υπ' αριθμ. ΕΠ ...064/28-7-2004 "ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΜΕ ΜΕΤΡΗΤΑ ΣΕ ΕΥΡΩ", η οποία συνοδεύεται από την από 28-7-2004 Απόδειξη Εισπράξεως της ... ποσού 19.000 Ε με πίστωση του...4-44 ΑΕ λογαριασμού, του οποίου ο 76ος ενάγων φέρεται δικαιούχος.

Όμως, η κατάθεση αυτή ουδέποτε έγινε, καθόσον ο ανωτέρω λογαριασμός είναι ανύπαρκτος (βλ. την προσκομιζόμενη από 7-7-2005 βεβαίωση του Καταστήματος ... της ...). Επίσης, η πρώτη εναγομένη φέρεται να κατέβαλε στον ενάγοντα αυτοπροσώπως και το ποσό των 2.000 ευρώ, εκδίδοντας την ΕΠ ...34/19-10-2004 "ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΜΕ ΜΕΤΡΗΤΑ ΣΕ ΕΥΡΩ", στην οποία, όμως, είναι πλαστογραφημένη η υπογραφή του 76ου ενάγοντας, ο οποίος ουδέποτε προσήλθε στα γραφεία της πρώτης εναγομένης και ουδέποτε εισέπραξε το εν λόγω ποσό.

Επομένως, ο ενάγων ζημιώθηκε το ποσό των 21.000 ευρώ, το οποίο υπεξαιρέθηκε από τα όργανα της πρώτης εναγομένης και, ως εκ τούτου, έχει ισόποση απαίτηση κατά του δευτέρου εναγομένου. Η 77η Κ. Ι. είχε συνάψει την από 23-10-2003 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και διατηρούσε επενδυτικό χαρτοφυλάκιο με μετοχές.

Στις 21-11-2003 κατέθεσε στον υπ' αριθμ. 3...53-2 τραπεζικό λογαριασμό της πρώτης εναγομένης στη ... το ποσό των 15.000 ευρώ στις 21/11/2003 (βλ. την με ίδια ημερομηνία Απόδειξη Κατάθεσης της ...), με την ειδική εντολή να επενδυθεί, για λογαριασμό της, σε συναλλαγές αγοράς και πώλησης μετοχών. Το ποσό αυτό, όμως, υπεξαιρέθηκε αυθημερόν από τα στελέχη της πρώτης εναγομένης.

Επομένως, η ενάγουσα ζημιώθηκε το ποσό των 15.000 ευρώ και, ως εκ τούτου, έχει ισόποση απαίτηση κατά του δευτέρου εναγομένου. Ήδη, όπως συνομολογεί η ενάγουσα, μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης, το δεύτερο εναγόμενο της κατέβαλε το ποσό των 132,27 ευρώ, με αποτέλεσμα να απομείνει υπόλοιπο 14.867,73 ευρώ. Ο 78ος Σ.

Ι. είχε συνάψει σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και διατηρούσε επενδυτικό χαρτοφυλάκιο, έχοντας καταθέσει στις 26-1-2005 στον υπ' αριθμ. ...180 τραπεζικό λογαριασμό της πρώτης εναγομένης στην Τράπεζα ... το ποσό των 65.000 ευρώ, προκειμένου ποσό 35.000 ευρώ να πιστωθεί στον επενδυτικό του λογαριασμό, όπως προκύπτει και από την εκδοθείσα από την πρώτη εναγομένη ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΘΕΣΗΣ με ημερομηνία 1-2-2005.

Το ποσό αυτό κατατέθηκε με την ειδική εντολή να επενδυθεί, για λογαριασμό του ενάγοντος, σε συναλλαγές αγοράς και πώλησης μετοχών. Όμως, το ανωτέρω χρηματικό ποσό υπεξαιρέθηκε αυθημερόν από τα στελέχη της πρώτης εναγομένης και δεν πιστώθηκε στον επενδυτικό λογαριασμό του. Επομένως, ο ενάγων ζημιώθηκε το ποσό των 35.000 ευρώ και, ως εκ τούτου, δικαιούται από το δεύτερο εναγόμενο, δυνάμει της ΑΥΕΘν.Οικ 14082/Β.809/4-4-2000, το ποσό των 30.000 ευρώ.

Η 79η Σ. Τ. είχε συνάψει σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και διατηρούσε επενδυτικό χαρτοφυλάκιο, έχοντας καταθέσει στις 26-1-2005, μέσω του συζύγου της, στον υπ' αριθμ. ...180 τραπεζικό λογαριασμό της πρώτης εναγομένης στην Τράπεζα ... το ποσό των 65.000 ευρώ, προκειμένου ποσό 30.000 ευρώ να πιστωθεί στον επενδυτικό της λογαριασμό, όπως προκύπτει και από την εκδοθείσα από την πρώτη εναγομένη ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΘΕΣΗΣ με ημερομηνία 1-2- 2005, όπου εμφανίζεται χρηματικό υπόλοιπο του λογαριασμού 30.000 ευρώ.

Το ποσό αυτό κατατέθηκε με την ειδική εντολή να επενδυθεί, για λογαριασμό της ενάγουσας, σε συναλλαγές αγοράς και πώλησης μετοχών. Όμως, το ανωτέρω χρηματικό ποσό υπεξαιρέθηκε αυθημερόν από τα στελέχη της πρώτης εναγομένης και ουδέποτε πιστώθηκε, πράγματι, στον επενδυτικό λογαριασμό της. Επομένως, η ενάγουσα ζημιώθηκε το ποσό των 30.000 ευρώ και, ως εκ τούτου, δικαιούται από το δεύτερο εναγόμενο, δυνάμει της ΑΥΕΘν.Οικ 14082/Β. 809/4-4-2000, το ποσό των 30.000 ευρώ.

Ο 80ος Δ. Ανδρέας είχε συνάψει την από 4-8-2002 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και διατηρούσε επενδυτικό χαρτοφυλάκιο, έχοντας καταθέσει στις 4-8-2005 στον λογαριασμό όψεως που τηρούσε η πρώτη εναγομένη στην ..., το ποσό των 2.800 ευρώ, με την ειδική εντολή να επενδυθεί, για λογαριασμό της ενάγουσας, σε συναλλαγές αγοράς και πώλησης μετοχών.

Σύμφωνα με τη χρηματική καρτέλα του, η πρώτη εναγομένη φέρεται να κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 2.800 ευρώ, εκδίδοντας την υπ' αριθμ. ΕΠ ...155/11-8-2004 "ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΜΕ ΜΕΤΡΗΤΑ ΣΕ ΕΥΡΩ", στην οποία, όμως, είναι πλαστογραφημένη η υπογραφή του 80ου ενάγοντος, ο οποίος ουδέποτε προσήλθε στα γραφεία της πρώτης εναγομένης και ουδέποτε εισέπραξε το εν λόγω ποσό.

Επομένως, ο ενάγων ζημιώθηκε το ποσό των 2.800 ευρώ και, ως εκ τούτου, έχει ισόποση απαίτηση κατά του δευτέρου εναγομένου. Η 81η Κ. Π. είχε συνάψει την από 7-9-1999 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και διατηρούσε επενδυτικό χαρτοφυλάκιο, έχοντας καταθέσει στις 17-7-2003 στην πρώτη εναγομένη το ποσό των 1.000 ευρώ, με την ειδική εντολή να επενδυθεί, για λογαριασμό της ενάγουσας, σε συναλλαγές αγοράς και πώλησης μετοχών.

Όμως, το ποσό αυτό υπεξαιρέθηκε από τα όργανα της πρώτης εναγόμενης. Επομένως, η ενάγουσα ζημιώθηκε το ποσό των 1.000 ευρώ και, ως εκ τούτου, έχει ισόποση απαίτηση κατά του δευτέρου εναγομένου. Ο 83ος Γ. Π. είχε συνάψει σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και διατηρούσε επενδυτικό χαρτοφυλάκιο, έχοντας καταθέσει στις 27-10-2004 στον υπ' αριθμ. 3...53-2 λογαριασμό όψεως, που τηρούσε η πρώτη εναγομένη στην ..., το ποσό των 30.000 ευρώ, με την ειδική εντολή να επενδυθεί, για λογαριασμό της ενάγουσας, σε συναλλαγές αγοράς και πώλησης μετοχών (βλ.

την με ίδια ημερομηνία Απόδειξη Κατάθεσης της ..., καθώς και την εκδοθείσα από την πρώτη εναγομένη ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΘΕΣΗΣ με ημερομηνία 31-1-2005). Όμως, το ποσό αυτό υπεξαιρέθηκε αυθημερόν από τα στελέχη της πρώτης εναγομένης. Επομένως, ο ενάγων δικαιούται από το δεύτερο εναγόμενο, δυνάμει της ΑΥΕΘν.Οικ 14082/Β.809/4-4-2000, το ποσό των 30.000 ευρώ.

Η 84η Γ. Α. είχε συνάψει σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και διατηρούσε επενδυτικό χαρτοφυλάκιο, έχοντας καταθέσει στον υπ' αριθμ. 3...53-2 τραπεζικό λογαριασμό της πρώτης εναγομένης στη ... το ποσό των 20.000 ευρώ στις 9/2/2004 (βλ. την ίδια ημερομηνία Απόδειξη Κατάθεσης της Τράπεζας). Όμως, το ποσό αυτό υπεξαιρέθηκε αυθημερόν από τα στελέχη της πρώτης εναγομένης.

Επομένως, η ενάγουσα ζημιώθηκε το ποσό των 20.000 ευρώ και, ως εκ τούτου, έχει ισόποση απαίτηση κατά του δευτέρου εναγομένου. Ο 85ος Γ. Ε. είχε συνάψει σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και διατηρούσε επενδυτικό χαρτοφυλάκιο, έχοντας καταθέσει στον υπ' αριθμ. 3...53-2 τραπεζικό λογαριασμό της πρώτης εναγομένης στη ...

το ποσό των 20.000 ευρώ στις 12/11/2003 και το ποσό των 10.000 ευρώ στις 2/8/2004 (βλ. τις με ίδια ημερομηνία Αποδείξεις Κατάθεσης της ...), ήτοι κατέθεσε το συνολικό ποσό των 30.000 ευρώ, με την ειδική εντολή να επενδυθεί, για λογαριασμό του, σε συναλλαγές αγοράς και πώλησης μετοχών, πλην, όμως, αυτό υπεξαιρέθηκε από τα στελέχη της πρώτης εναγομένης.

Επομένως, ο ενάγων δικαιούται από των 30.000 ευρώ. Η 92η Δ. Φ. είχε συνάψει σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και διατηρούσε επενδυτικό χαρτοφυλάκιο. Σύμφωνα με έγγραφη ενημέρωση που έλαβε από την πρώτη εναγομένη, η αποτίμηση του χαρτοφυλακίου της στις 31-12-2003 ήταν 20.000 ευρώ και 3.500 μετοχές "... ΑΕ (ΚΟΙΝΕΣ).

Το ίδιο ως άνω πιστωτικό υπόλοιπο των 20.000 ευρώ του λογαριασμού της ενάγουσας εμφανίζεται και στη ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΘΕΣΗΣ με ημερομηνία 31-10-2004, 9-12-2004 και 5-1-2005. Σύμφωνα με τη χρηματική καρτέλα της ενάγουσας από 1-1-2004 και μετέπειτα έλαβαν χώρα πολλές χρηματιστηριακές συναλλαγές, από τις οποίες προέκυψε χρεωστικό υπόλοιπο 28.013,66 ευρώ, πλην, όμως, αποδείχθηκε, ότι οι εν λόγω χρηματιστηριακές συναλλαγές διενεργήθηκαν αυθαίρετα από στελέχη της πρώτης εναγομένης, εν αγνοία και χωρίς την απαιτούμενη ρητή εντολή της ενάγουσας.

Επομένως, το ανωτέρω ποσό των 20.000 ευρώ υπεξαιρέθηκε από τα όργανα της πρώτης εναγομένης και, ως εκ τούτου, η ενάγουσα έχει ισόποση απαίτηση κατά του δευτέρου εναγομένου. Ο 93ος Λ. Γ. είχε συνάψει σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και διατηρούσε επενδυτικό χαρτοφυλάκιο, έχοντας καταθέσει στις 5-4-2004 στο λογαριασμό της πρώτης εναγομένης στην ... ...

ΑΕ το ποσό των 3.000 ευρώ, με την ειδική εντολή να επενδυθεί, για λογαριασμό του ενάγοντος, σε συναλλαγές αγοράς και πώλησης μετοχών. Ωστόσο, το ανωτέρω ποσό ουδέποτε πιστώθηκε στον επενδυτικό λογαριασμό του ενάγοντος, αλλά υπεξαιρέθηκε από τα στελέχη της πρώτης εναγομένης (βλ. και τη χρηματική καρτέλα του ενάγοντος που είναι κενή καταχωρίσεων).

Επομένως, ο ενάγων ζημιώθηκε το ποσό των 3.000 ευρώ (που επαλήθευσε και ο Επόπτης Εκκαθάρισης) και, ως εκ τούτου, έχει ισόποση απαίτηση κατά του δευτέρου εναγομένου. Η 95η Π. Μ. είχε συνάψει την από 21-12-1999 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και διατηρούσε επενδυτικό χαρτοφυλάκιο, έχοντας καταθέσει α) στον υπ' αριθμ. ...77-67 λογαριασμό της πρώτης εναγομένης στην ...

στις 10-4-2002 τα ποσά των 39.000 ευρώ και 55.000 ευρώ, β) στον υπ' αριθμ. ...1189 λογαριασμό της πρώτης εναγομένης στην ... ... το ποσό των 5.000 ευρώ στις 9-7-2003 και γ) στον υπ' αριθμ. ...53-2 λογαριασμό της πρώτης εναγομένης στη ... ... ΑΕ το ποσό των 5.000 ευρώ στις 16-2-2004, ήτοι συνολικά το ποσό των 104.000 ευρώ, με την ειδική εντολή να επενδυθεί, για λογαριασμό της, σε συναλλαγές αγοράς και πώλησης μετοχών.

Ο Επόπτης Εκκαθάρισης ισχυρίστηκε, ότι το ανωτέρω ποσό προοριζόταν για συμμετοχή της ενάγουσας στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου τρίτης εταιρίας (ΑΜΩΡΑ ΑΕΛΔΕ), χωρίς, ωστόσο, αυτό να αποδειχθεί από κάποιο πειστικό αποδεικτικό στοιχείο. Το ανωτέρω συνολικό ποσό ουδέποτε πιστώθηκε στον επενδυτικό λογαριασμό της ενάγουσας, αλλά υπεξαιρέθηκε από τα στελέχη της πρώτης εναγομένης.Επομένως, η ενάγουσα δικαιούται από το δεύτερο εναγόμενο, δυνάμει της ΑΥΕΘν.Οικ 14082/Β.809/4-4-2000, το ποσό των 30.000 ευρώ.

Ο 96ος Μ. Μ. είχε συνάψει την από 6-9-1999 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και διατηρούσε επενδυτικό χαρτοφυλάκιο, έχοντας καταθέσει το ποσό των 26.626,05 ευρώ με την ειδική εντολή να επενδυθεί, για λογαριασμό της, σε συναλλαγές αγοράς και πώλησης μετοχών. Το ποσό αυτό αναφέρεται και στη ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΘΕΣΗΣ στην ενημέρωση που έλαβε ο ενάγων από την πρώτη εναγομένη με ημερομηνία 30- 9-2004 και 31-10-2004.

Παρ' όλα αυτά, η χρηματική καρτέλα του ενάγοντος ήταν τελείως κενή καταχωρίσεων και, συνεπώς, το παραπάνω ποσό ουδέποτε πιστώθηκε στον επενδυτικό λογαριασμό του ενάγοντος, αλλά υπεξαιρέθηκε από τα όργανα της πρώτης εναγομένης. Επομένως, ο ενάγων ζημιώθηκε το ποσό των 26.626,05 ευρώ και, ως εκ τούτου, έχει ισόποση απαίτηση κατά του δευτέρου εναγομένου.

Ο 97ος Κ. Θ. είχε συνάψει σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και διατηρούσε επενδυτικό χαρτοφυλάκιο, έχοντας καταθέσει στον υπ' αριθμ. ...40/5 τραπεζικό λογαριασμό του Π. Μ., διευθύνοντος συμβούλου της πρώτης εναγομένης, στην ... το ποσό των 15.000 ευρώ στις 10-5-2004 και το ποσό των 15.000 ευρώ στις 10-9-2004, ήτοι συνολικά το ποσό των 30.000 ευρώ, με την ειδική εντολή να επενδυθεί, για λογαριασμό της, σε συναλλαγές αγοράς και πώλησης μετοχών.

Το ποσό αυτό αναφέρεται και στη ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΘΕΣΗΣ στην ενημέρωση που έλαβε ο ενάγων από την πρώτη εναγομένη με ημερομηνία 30-9-2004 και 31-10-2004. Επομένως, ο ισχυρισμός του δευτέρου εναγομένου, ότι το ως άνω ποσό, εφόσον είχε κατατεθεί σε προσωπικό λογαριασμό του διευθύνοντος συμβούλου της πρώτης εναγομένης Π.

Μ., αφορούσε προσωπική σχέση του ενάγοντος με τον τελευταίο και όχι με την ίδια την εταιρία, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Παρ' όλα αυτά, η χρηματική καρτέλα του ενάγοντος ήταν τελείως κενή καταχωρίσεων και, συνεπώς, το παραπάνω ποσό ουδέποτε πιστώθηκε στον επενδυτικό λογαριασμό του ενάγοντος, αλλά υπεξαιρέθηκε από τα όργανα της πρώτης εναγομένης, με αντίστοιχη ζημία του ενάγοντος.

Επομένως, ο ενάγων δικαιούται από το δεύτερο εναγόμενο, δυνάμει της ΑΥΕΘν.Οικ 14082/Β.809/4-4-2000, το ποσό των 30.000 ευρώ....". Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού δέχθηκε τις εφέσεις και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως προς τους ένατο, δωδέκατο, δέκατο τέταρτο και εικοστή τέταρτη εκ των αναιρεσιβλήτων και εν όλω ως προς τους λοιπούς εξ αυτών.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι το δικαστήριο της ουσίας με το να δεχθεί ότι "...οι 1ος (Π.), 3η (Π.), 7η (Σ. Σ.), 8η (Σ. Ρ.), 9ος (Π.), 10ος (Μ.), 11ος (Δ.), 14ος (Μ.) 15η (Α.), 16ος (Κ.), 17ος (Φ.), 18ος (Π. Χ.), 19η (Τ.), 20ος (Σ.), 21η (Μ.), 22ος (Π. Π.), 23ος (Π. Ν.), 24ος (Ε. Σ.), 25ος (Τ.), 26ος (Α.), 27ος (Δ.), 28η (Κ.), 29ος (Σ.

Ι.), 30η (Σ. Τ.), 31ος (Δ.), 32η (Κ.), 33ος (Γ. Π.), 34η (Γ.), 35ος (Γ. Ε.), 36η (Δ.), 37ος (Λ.), 38η (Π.), 39ος (Μ.), 40ος (Κ.) αναιρεσίβλητοι τυγχάνουν αποζημιώσεως από το ..., διότι, ένας έκαστος αυτών: είχε καταρτίσει με την εταιρεία ... σύμβαση παροχής επενδυτικής υπηρεσίας λήψης, διαβίβασης και εκτέλεσης εντολών, στην οποία περιέχονταν οι γενικοί όροι των συναλλαγών που ρύθμιζαν τις μεταξύ τους συναλλακτικές σχέσεις αναφορικά με τη λήψη, αποδοχή και εκτέλεση ή περαιτέρω διαβίβαση προς εκτέλεση εντολών (παραγγελιών) σε ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα, κατέθεσε χρήματα σε τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας ...

διατηρούσε ένα σταθερό χρηματικό ποσό κατατεθειμένο στο λογαριασμό της εταιρείας έως ότου προβεί σε μια συμφέρουσα επένδυση, η εταιρεία ... λειτουργούσε ως θεματοφύλακας των κατατεθέντων από τους ως άνω αντιδίκους, παρεβίασε ευθέως, το μεν τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 περ. α (i, ii), άρθρ. 2 παρ. 2 περ. α ν. 2396/1996, άρθρ. 2 παρ. 12 περ.

α, β και δ ν. 2533/1997, το δε τις διατάξεις του άρθρου 4 § 1 ν. 2076/1992, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 38 § 2 ν. 2937/2001 και των §§ 2, 5 της απόφασης 6280/Β 508/17.5.1989 ΥΠΕΘΟ..". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και τούτο διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, η κατάθεση εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων χρηματικών ποσών σε τραπεζικούς λογαριασμούς της ως άνω χρηματιστηριακής εταιρείας, γινόταν με σκοπό την αγοραπωλησία μετοχών στα πλαίσια των σχετικών εντολών τους και όχι προκειμένου να επενδυθούν τα χρήματα σε επενδύσεις με εγγυημένες αποδόσεις, με απώτερο στόχο την επίτευξη του υψηλότερου δυνατού κέρδους.

Επρόκειτο δηλαδή για καλυπτόμενη επενδυτική υπηρεσία, για την οποία ανακύπτει ευθύνη του ... Κεφαλαίου. Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι, μέχρι το χρόνο ανάκλησης της αδείας λειτουργίας της χρηματιστηριακής εταιρείας, δεν είχαν εκτελεστεί οι σχετικές εντολές των αναιρεσιβλήτων. Όσον αφορά την επικαλούμενη παραβίαση του άρθρου 4 § 1 Ν. 2076/1992, σημειώνεται ότι η συγκεκριμένη διάταξη καταργήθηκε με το άρθρο 38 Ν. 2937/2001.

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι με το να δεχθεί το Εφετείο ότι οι εκ των αναιρεσιβλήτων "1ος (Π.), 3η (Π.), 7η (Σ. Σ.), 8η (Σ. Ρ.σα), 9ος (Π.), 10ος (Μ.), 11ος (Δ.), 14ος (Μ.) 15η (Α.), 16ος (Κ.), 17ος (Φ.), 18ος (Π. Χ.), 19η (Τ.), 20ος (Σ.), 21η (Μ.), 22ος (Π. Π.), 23ος (Π. Ν.), 24ος (Ε. Σ.), 25ος (Τ.), 26ος (Α.), 27ος (Δήμος), 28η (Κ.), 29ος (Σ. Ι.), 30η (Σ.

Τ.), 31ος (Δ.), 32η (Κ.), 33ος (Γ. Π.), 34η (Γ.), 35ος (Γ. Ε.), 36η (Δ.), 37ος (Λ.ς), 38η (Π.), 39ος (Μ.), 40ος (Κ.).." δικαιούνται αποζημίωση από το αναιρεσείον, δοθέντος ότι είχαν καταρτίσει με την εταιρεία ... σύμβαση παροχής επενδυτικής υπηρεσίας λήψης, διαβίβασης και εκτέλεσης εντολών, στην οποία περιέχονταν οι γενικοί όροι των συναλλαγών που ρύθμιζαν τις μεταξύ τους συναλλακτικές σχέσεις αναφορικά με τη λήψη, αποδοχή και εκτέλεση ή περαιτέρω διαβίβαση προς εκτέλεση εντολών (παραγγελιών) σε ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα και ότι καθένας από αυτούς κατέθεσε χρήματα και έδωσε "ειδική" εντολή να επενδυθούν για λογαριασμό του σε συναλλαγές αγοράς και πώλησης μετοχών, παρεβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 περ.

α (ί, ϋ) ν. 2396/1996, 2 παρ. 12 περ. α, δ ν. 2533/1997. Ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Ειδικότερα, κατά το σκέλος που παραπονείται για ευθεία παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων, καθόσον υπό την επίφαση της σχετικής αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται ανεπίτρεπτα η κρίση του Εφετείου για την ουσία της υπόθεσης (ΚΠολΔ 561).

Περαιτέρω, ο ίδιος αναιρετικός λόγος, κατά το σκέλος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, καθόσον το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού και το ύψος της ευθύνης του ... Κεφαλαίου έναντι των αναιρεσιβλήτων, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων και το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα των αιτιολογιών να εξειδικεύονται και να προσδιορίζονται οι επιμέρους εντολές των αναιρεσιβλήτων προς την χρηματιστηριακή εταιρεία, καθώς και όλες οι συναλλαγές και το αποτέλεσμα αυτών.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι, ως προς τους ένατο, εικοστό και εικοστό πρώτο των αναιρεσιβλήτων το Εφετείο στήριξε την κρίση του σχετικά με τα οφειλόμενα σ' αυτούς ποσά, σε αποδείξεις στις οποίες είχε πλαστογραφηθεί η υπογραφή τους. Ο λόγος όμως αυτός είναι αβάσιμος, στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το Εφετείο δεν στήριξε την κρίση του για το ύψος της ζημίας των αναιρεσιβλήτων στις σχετικές αποδείξεις, όσον αφορά τις οποίες έκρινε ότι η υπογραφή των τελευταίων είχε τεθεί κατ' απομίμηση, αλλά στο γεγονός ότι αυτοί ουδέποτε μετέβησαν στα γραφεία της χρηματιστηριακής εταιρείας και δεν εισέπραξαν τα αναγραφόμενα σ' αυτές χρηματικά ποσά.

Η ίδια αιτίαση αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο και ως εκ τούτου, όπως και παραπάνω, ο σχετικός λόγος, κατά το αντίστοιχο μέρος του, είναι αβάσιμος. Με τον ίδιο αναιρετικό λόγο, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο ως προς τους εκ των αναιρεσιβλήτων Ε.

Σ.. και Τ. Τ.., ενώ δέχεται ότι είχαν καταθέσει τα ποσά των 870 και 27.367 ευρώ, τους επιδικάζει μεγαλύτερα ποσά. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, δοθέντος ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι οι προαναφερόμενοι διατηρούσαν επενδυτικό χαρτοφυλάκιο, ενώ στις χρηματικές τους καρτέλες αναφέρονται τα επιδικασθέντα τελικώς ποσά.

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 10 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ θεμελιώνεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την απόφαση προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα το δικαστήριο στηρίχθηκε στις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ειδικώς το κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 2031/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του και με τον τέταρτο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου η πλημμέλεια ότι κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα και συγκεκριμένα στο ύψος των οφειλομένων στους αναιρεσιβλήτους χρηματικών ποσών χωρίς απόδειξη.

Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση στο εν λόγω αποδεικτικό πόρισμα κατέληξε το Εφετείο ύστερα από εκτίμηση των αναφερομένων στην απόφαση αποδείξεων ήτοι των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων και όλων των εγγράφων που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι. Ενόψει αυτών, οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι.

Εξάλλου, για την πληρότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης και όσον αφορά τους εκ των αναιρεσιβλήτων Σ. Σ. και Σ. Δ., δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται η αξία του χαρτοφυλακίου των μετοχών τους, καθώς και αν είχε δοθεί εντολή πώλησης και σε ποια τιμή εκποιήθηκαν οι μετοχές που το απάρτιζαν. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ, 19 ΚΠολΔ, κατά το οικείο μέρος του, είναι αβάσιμος.

Με τον πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το πρώτο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι η αναιρεσιβαλλομένη έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τους εκ των αναιρεσιβλήτων Σ. Κ., Ν. Σ., Χ. Τ., Ε. Π., Μ. Σ. και Σ. Ε. "..διότι για την πληρότητα των αιτιολογιών της έπρεπε να αναφέρει ποιο το ύψος της αναγγελθείσης απαιτήσεως ενός εκάστου των ως άνω αναιρεσειόντων, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, εάν πράγματι οι ήδη αναιρεσίβλητοι ανήγγειλαν εμπροθέσμως στον επόπτη εκκαθάρισης ποσά απαιτήσεων, αντιστοιχούντα στις προβαλλόμενες αγωγικές απαιτήσεις τους κατά του .....".

Επί πλέον, με το πρώτο σκέλος του έκτου λόγου αναίρεσης από την ίδια ως άνω διάταξη (ΚΠολΔ 559 αριθμ. 19), το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι "...Δεχθείσα η προσβαλλομένη ότι οι εκ των αναιρεσιβλήτων Ρ. Σ., Ι. Δ., Π. Π., Ι. Σ., Τ. Σ., Φ. Δ., Σ. Σ. και Μ. Μ. τυγχάνουν αποζημιώσεως από το ..., υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ και κατέστη αναιρετέα, διότι ελλείπει από τις παραδοχές της οιαδήποτε σκέψη που να αφορά στην προαπαιτούμενη εκ του νόμου επαλήθευση ή μη από τον Επόπτη των απαιτήσεων των ως άνω αναιρεσιβλήτων κατά της ΕΠΕΥ, ήτοι δεν υπάρχει οποιαδήποτε αιτιολογία που να αφορά στην κατά νόμον απαιτούμενη προϋπόθεση αποζημιώσεως επαλήθευση (ή μη) των απαιτήσεων των ως άνω προσώπων...".

Οι ανωτέρω λόγοι είναι αβάσιμοι, καθόσον στην πληττόμενη απόφαση αναφέρεται ρητά ότι όλοι οι ενάγοντες, ως προς τους οποίους έγινε δεκτή, εν όλω ή εν μέρει, η ένδικη αγωγή, "...ανταποκρίθηκαν στη σχετική πρόσκληση του Επόπτη Εκκαθάρισης και προέβησαν σε εμπρόθεσμη αναγγελία των απαιτήσεών τους, προσκομίζοντας και τα σχετικά δικαιολογητικά...".

Άλλωστε, όπως έχει ήδη αναφερθεί στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος, για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ.4, 566 § 1 και 577 § 3 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.

θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Ειδικότερα, ως προς τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμ. 11 λόγο αναίρεσης, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη χωρίς να προσκομισθούν ή δεν έλαβε αυτά υπόψη ενώ προσκομίστηκαν νόμιμα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους και να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1185/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου αναίρεσης και με το δεύτερο σκέλος του έκτου λόγου, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 11 γ' ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον πίνακα των εμπροθέσμως αναγγελθέντων επενδυτών της εταιρείας ... ΑΕΠΕΥ.

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι, προεχόντως, ως αόριστοι, διότι δεν περιέχει το αναιρετήριο όλα τα παραπάνω για το ορισμένο του λόγου αναγκαία στοιχεία και ιδίως διότι δεν αναφέρει ότι, με τις προτάσεις που κατέθεσε το αναιρεσείον, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο, μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, επικαλέστηκε το συγκεκριμένο έγγραφο.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι, από την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο πόρισμά του κατέληξε αφού εκτίμησε όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε και το ως άνω έγγραφο για το οποίο παραπονείται τώρα το αναιρεσείον.

Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Σημειώνεται μετά από αυτά ότι το αίτημα επαναφοράς, που παραδεκτά υποβλήθηκε με τις προτάσεις (ΚΠολΔ 579 § 2), είναι πλέον χωρίς αντικείμενο. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε το αναιρεσείον στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί το τελευταίο λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176, 183, 191 § 2 και 75 § 1 Ν. 4194/2013).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει κατηργημένη τη δίκη ως προς τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων.

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε το αναιρεσείον στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο ποσό των τεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων (4.500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2019.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ και τούτου αποχωρήσαντος από την υπηρεσία ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ