1275/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1275/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1275 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1275/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...." που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κατρά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Α. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χριστίνα Αθανασά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 171/2012 του ίδιου δικαστηρίου και 1677/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-3-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ορίσθηκε εισηγήτρια η Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η έννοια της δημόσιας τάξεως περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση. Οι ισχυρισμοί που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν είναι αναγκαίως και δημόσιας τάξεως (Ολ.
Α.Π. 15/2000). Έτσι ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής (ή ενστάσεως) λαμβάνεται μεν αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο, δεν υπάγεται όμως στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 αριθ. 2 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 598/2017). Εξ άλλου η τελευταία αυτή διάταξη, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός ο οποίος στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.
Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ. α-γ της παρ. 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή.
Περαιτέρω από τα άρθρα 591 παρ. 1 περ. β, 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1 περ. δ Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, δηλαδή απαιτείται σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που ως "γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις (Α.Π. 72/2016).
Τέλος, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναιρέσεως να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο εφέσεως ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ. με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ. προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (Α.Π. 201/2017). Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο, τρίτο, τέταρτο και όγδοο λόγους αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εξής αναιρετικές πλημμέλειες:
Α) Του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α και αριθ. 14 περ. β Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι το εφετείο, μη δεχόμενο τον ισχυρισμό περί αοριστίας της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου, τον οποίο αυτή παραδεκτά είχε προτείνει πρωτοδίκως και κατ’ έφεση και μη απορρίπτοντας για το λόγο αυτό την αγωγή: α) παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 118, 216 παρ. 1 και 680 Κ.Πολ.Δ.
και β) παρά το νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο της αγωγής (πρώτος λόγος). Β) Του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α, 8 περ. β και 19 Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι το εφετείο, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος, την οποία αυτή παραδεκτά είχε προτείνει πρωτοδίκως και κατ’ έφεση:
α) παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., β) δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι όλα τα στοιχεία που αυτή επικαλέσθηκε για τη θεμελίωση της καταχρηστικότητας και γ) στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσεως διότι διέλαβε σ’ αυτήν ανεπαρκείς αιτιολογίες στο πιο πάνω κρίσιμο ζήτημα (τρίτος λόγος).
Γ) Του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι το εφετείο, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την ανωτέρω ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ (τέταρτος λόγος). Δ) Του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι το εφετείο, δεχόμενο μόνο μερικώς και όχι στο σύνολό της την παραδεκτά προταθείσα πρωτοδίκως και κατ’ έφεση ένστασή της ότι το αίτημα της από 2-2-2006 αγωγής της εταιρείας ...
κατ’ αυτής για την επιδίκαση του συνολικού ποσού των 4.500.000 ευρώ ήταν "προδήλως εξογκωμένο", γεγονός το οποίο ο ενάγων δικηγόρος όφειλε να αντιληφθεί και να υπολογίσει την αναλογούσα αμοιβή του σε μικρότερο ποσό, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (όγδοος λόγος).
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι προεχόντως διότι η αναιρεσείουσα δεν προσκομίζει τα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με αποτέλεσμα να μην προκύπτει αν είχαν προταθεί παραδεκτά πρωτοδίκως οι ενστάσεις της για αοριστία της αγωγής, για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος και για περιορισμό της αμοιβής του τελευταίου κατά το άρθρο 102 του κώδικα δικηγόρων, δεν επικαλείται δε κάποιο λόγο παραδεκτής βραδείας προβολής των ενστάσεων αυτών για πρώτη φορά στο εφετείο.
Επίσης από τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι ο μεν πρώτος κατά το πρώτο σκέλος του και για τον επί πλέον λόγο ότι οι φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις είναι του δικονομικού και όχι του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων και μόνο μπορεί να θεμελιώσει το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.
α Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1330/2007), ο δε τρίτος κατά το τρίτο σκέλος του και για τον επί πλέον λόγο ότι ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο ερεύνησε την ουσία της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όχι δε όταν απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη (Ολ.
Α.Π. 9/2011, 3/1997), όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση κατά την οποία η ένσταση της εναγομένης για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος απορρίφθηκε ως μη νόμιμη. Κατά μεν το άρθρο 91 παρ. 1 του κώδικα δικηγόρων που κυρώθηκε με το ν.δ. 3026/1954 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή λόγω του χρόνου καταρτίσεως της ένδικης συμβάσεως εντολής και της εκτελέσεως αυτής: "Ο δικηγόρος δικαιούται να λάβη παρά του εντολέως αυτού, πλην της δαπάνης, δικαστηριακής ή άλλης, την οποίαν εξ ιδίων κατέβαλε, και αμοιβήν δια πάσαν εργασίαν αυτού δικαστικήν ή εξώδικον", κατά δε το άρθρο 92 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, όπως ίσχυε μετά την προσθήκη του εδαφ.
β αυτού με το άρθρο 5 παρ. 3 ν.δ. 4272/1962 και την αντικατάστασή του με το άρθρο 8 ν. 1093/1980: "Τα της αμοιβής του δικηγόρου κανονίζονται κατά συμφωνίαν μετά του εντολέως αυτού ή του αντιπροσώπου του, περιλαμβάνουσαν είτε την όλην διεξαγωγήν της δίκης, είτε μέρος, ή κατ’ ιδίαν πράξεις αυτής, ή άλλης πάσης φύσεως νομικάς εργασίας, εν ουδεμιά όμως περιπτώσει επιτρέπεται η αμοιβή να υπολείπεται των εν άρθροις 98 και επόμενα ελαχίστων ορίων αυτής.
Πάσα συμφωνία περί λήψεως μικροτέρας αμοιβής είναι άκυρος ανεξαρτήτως του χρόνου συνάψεώς της". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η αμοιβή του δικηγόρου κανονίζεται με συμφωνία αυτού και του εντολέα του, η οποία μπορεί να αφορά μία μόνο κατ’ ιδίαν πράξη ή το σύνολο των πράξεων που αφορούν συγκεκριμένη υπόθεση, και ότι αν δεν καταρτίσθηκε συμφωνία για την αμοιβή ο δικηγόρος δικαιούται ως αμοιβή τα ελάχιστα όρια αυτής που ορίζονται από τα άρθρα 100 επ.
του κώδικα περί δικηγόρων. Εξ άλλου κατά το άρθρο 98 του ίδιου κώδικα: "1. Εν ελλείψει ειδικής συμφωνίας, το ελάχιστον ποσόν της αμοιβής του δικηγόρου ορίζεται κατά τας διατάξεις των επομένων άρθρων αυξανόμενον κατά την κρίσιν του δικαστού ή του δικαστηρίου, αναλόγως της επιστημονικής εργασίας, της αξίας και του είδους της διεκπεραιωθείσης υποθέσεως, του καταναλωθέντος χρόνου, της σπουδαιότητος της διαφοράς, των ιδιαζουσών αυτή περιστάσεων και εν γένει των καταβληθεισών δικαστικών ή εξωδίκων ενεργειών. 2.
Κατά τον προσδιορισμόν τούτον η αποτίμησις εκάστης πράξεως και ενεργείας δεν δύναται να ορισθή υπό των δικαστηρίων και των δικαστικών αρχών κατωτέρα της εν τοις επομένοις άρθροις". Από την πρώτη παράγραφο του άρθρου αυτού προκύπτει ότι η επιδίκαση από το δικαστήριο αυξημένης αμοιβής σε σχέση προς την οριζόμενη στα άρθρα 100 και επ.
του ίδιου κώδικα αναλόγως της επιστημονικής εργασίας, της αξίας και του είδους της υποθέσεως που διεκπεραιώθηκε, του χρόνου που καταναλώθηκε, της σπουδαιότητας της διαφοράς, των ιδιαζουσών περιστάσεων και εν γένει των δικαστικών και εξωδίκων ενεργειών που έλαβαν χώρα, εφόσον τα κριτήρια αυτά λήφθηκαν στη συγκεκριμένη περίπτωση πράγματι υπόψη, απόκειται στη ρητώς στη διάταξη αυτή αναφερόμενη κρίση του δικαστηρίου, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., διότι απορρέει από τη συνδρομή και εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που προσδιορίζουν το βαθμό σπουδαιότητας της επιστημονικής εργασίας που παρασχέθηκε, την αξία και το είδος της υποθέσεως και τις λοιπές με αυτήν σχετιζόμενες εν γένει περιστάσεις και ενέργειες.
Αν όμως το δικαστήριο της ουσίας κατά την επιδίκαση στον ενάγοντα δικηγόρο επαυξημένης αμοιβής παρέλειψε να λάβει υπόψη ένα ή περισσότερα από τα τιθέμενα με την πιο πάνω διάταξη κριτήρια προσδιορισμού αυτής (αυξημένης αμοιβής), τότε η σχετική κρίση του ελέγχεται αναιρετικώς μέσω του άρθρου 559 αριθ. 19 559 Κ.Πολ.Δ.
για έλλειψη νόμιμης βάσεως (Α.Π. 1586/2009). Περαιτέρω από τα άρθρα 99 επ. του κώδικα δικηγόρων προκύπτει ότι στις περιπτώσεις που το αντικείμενο της αγωγής είναι δυνατό να αποτιμηθεί σε χρήμα, το ελάχιστο όριο αμοιβής του δικηγόρου για την εκτέλεση των λεπτομερώς αναφερόμενων στα άρθρα αυτά δικαστικών ενεργειών επί πολιτικών υποθέσεων ορίζεται σε ποσοστό επί του αντικειμένου της αγωγής και ειδικότερα, αν το αίτημα αυτής συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση, το ως άνω ελάχιστο όριο υπολογίζεται επί του ζητούμενου να πληρωθεί ή να αναγνωρισθεί ότι οφείλεται ή δεν οφείλεται χρηματικού ποσού, ενώ αν το αίτημα της αγωγής δεν συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση, καθορίζεται βάσει της πραγματικής αξίας του αντικειμένου αυτής (Α.Π. 595/2002).
Εξ άλλου κατά το άρθρο 100 παρ. 1 εδ. α του του κώδικα δικηγόρων: "Το ελάχιστον όριον της αμοιβής δια την σύνταξιν κυρίας αγωγής ορίζεται εις ποσοστόν 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής", κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου και κώδικα "Εαν το αίτημα της αγωγής είναι περιοδικαί παροχαί ή πρόσοδοι απροσδιορίστου χρόνου, το όριον τούτο καθορίζεται κατά τα άνω επί τη βάσει του δεκαπλού της ενιαυσίας παροχής ή προσόδου".
Δεν αποτελεί περιοδική παροχή το επιδιωκόμενο με την αγωγή μίσθωμα και συνακόλουθα η αξία του αντικειμένου τέτοιας αγωγής για τον υπολογισμό της αμοιβής του δικηγόρου για τη σύνταξη της αγωγής και των προτάσεων (άρθρο 107 του κώδικα δικηγόρων) θα εξευρεθεί με βάση το μηνιαίο μίσθωμα και το χρόνο για τον οποίο ζητείται με την αγωγή και όχι με βάση το δεκαπλάσιο των μισθωμάτων ενός έτους (Α.Π. 1117/2000).
Κατά δε το άρθρο 114 του κώδικα περί δικηγόρων: "Δια την σύνταξιν αγωγής περί εξώσεως λόγω καθυστερήσεως του μισθώματος ή λήξεως του χρόνου της συμβάσεως μισθώσεως, το ελάχιστον όριον της αμοιβής του δικηγόρου είναι, ενώπιον με του ειρηνοδίκου δραχμαί 15, ενώπιον δε του προέδρου πρωτοδικών δραχμαί 30. Επί πάσης άλλης αγωγής ή αιτήσεως διενέξεως ενώπιον του προέδρου πρωτοδικών, το ελάχιστον όριον της αμοιβής του δικηγόρου δια την σύνταξιν των τοιούτων δικογράφων είναι δραχμαί 40, ενώπιον δε του ειρηνοδίκου δραχμαί 20".
Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων 100, 103 και 107 του κώδικα δικηγόρων σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 101 παρ. 1 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι, όταν περισσότερες αγωγές που ασκούνται με χωριστά δικόγραφα έχουν την ίδια ιστορική και νομική αιτία και το ίδιο αντικείμενο, δεν οφείλεται ιδιαίτερη σε ποσοστό αμοιβή στο δικηγόρο που συνέταξε αυτές και τις σχετικές επ’ αυτών προτάσεις αλλά οφείλεται μία μόνο αμοιβή, αφού και στην περίπτωση αυτή πρόκειται στην ουσία για την ίδια εργασία (Α.Π. 1880/2005).
Στην περίπτωση κατά την οποία η μία αγωγή έχει διαφορετικό κατά ένα μέρος αντικείμενο, το οποίο έχει μεγαλύτερη αξία από το αντικείμενο της άλλης αγωγής, δικαιούται ο δικηγόρος να λάβει σε ποσοστό αμοιβή για την αγωγή που έχει το διαφορετικό αντικείμενο και τις επ’ αυτού προτάσεις, πλην όμως η αμοιβή του θα υπολογισθεί μόνο επί της επιπλέον αξίας του αντικειμένου αυτής, δηλαδή επί της διαφοράς των αντικειμένων των δύο αγωγών (Α.Π. 1423/2000).
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Με σύμβαση εντολής που καταρτίστηκε μεταξύ του ενάγοντος... [ήδη αναιρεσιβλήτου] δικηγόρου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, και του Ε. Τ., ως νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης... [ήδη αναιρεσείουσας] εταιρίας με την επωνυμία "....", ο ενάγων ανέλαβε να εκτελέσει και εκτέλεσε ορισμένες δικαστικές και εξώδικες ενέργειες για την εντολέα του, χωρίς να έχει καταρτιστεί ειδική συμφωνία για την αμοιβή του.
Μεταξύ των γενομένων από τον ενάγοντα ενεργειών αυτών είναι και η σύνταξη προτάσεων, οι οποίες, αφού υπογράφηκαν (και) από τον ενάγοντα, κατατέθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου κατά τη δικάσιμο της 17-2-2006 επί των εξής αγωγών: α) από 18-7-2005 (αρ. κατ. ...2005) αγωγής της εταιρίας "... Α.Ε." κατά της εταιρίας "....", β) από 8-8-2005 (αρ.
κατ. ...2005 αγωγής της εταιρίας "...." κατά των εταιριών "... A.E." και "... Α.Ε.", γ) από 21-8-2005 (αρ. κατ. .../2005 αγωγής της εταιρίας "...." κατά των εταιριών "... Α.Ε." και "... Α.Ε.", δ) από 25-1-2006 (αρ. κατ. .../2006) αγωγής της εταιρίας "... A.E." κατά της εταιρίας "...." και ε) από 2-2-2006 (αρ. κατ. ...2006) αγωγής της εταιρίας "... Α.Ε." κατά της εταιρίας "....".
Συγκεκριμένα το ιστορικό και αίτημα κάθε αγωγής είχε ως εξής: α) Με την από 18-7-2005 αγωγή η ενάγουσα εταιρία (... Α.Ε.) ισχυρίστηκε ότι δυνάμει του από 14-7-2003 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, που συνήφθη μεταξύ της ίδιας και της εναγομένης εταιρίας (....), η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να της παραχωρήσει τη χρήση του μισθίου ακινήτου, ήτοι ενός ξενοδοχειακού συγκροτήματος, που βρισκόταν στο στάδιο της κατασκευής, στην περιφέρεια του ..., και δη την 1-3-2004 μέρους αυτού από 174 μονάδες διαμονής, τα αναφερόμενα δωμάτια στέγασης προσωπικού και κοινόχρηστους χώρους και από 1-3-2005 του συνόλου αυτού από 275 μονάδες διαμονής, για χρονικό διάστημα μέχρι 30-11-2011, αντί μισθώματος για μεν το πρώτο μισθωτικό έτος 669.000 ευρώ ετησίως, για δε το δεύτερο και κάθε επόμενο έτος 1.058.750 ευρώ ετησίως, καταβαλλόμενο κάθε έτος σε τρεις δόσεις την 20η Ιανουαρίου, 20η Μαΐου και 20η Αυγούστου εκάστου έτους.
Ότι με την ίδια σύμβαση συμφωνήθηκε μεταξύ τους να μεταβιβάσει στην εναγομένη εκμισθώτρια ως έντοκο δάνειο το ποσό των 1.000.000 ευρώ την 5-8-2003 και την 30-8-2004 το ποσό των 490.000 ευρώ και συνολικά το ποσό των 1.490.000 ευρώ, με συμφωνηθέν επιτόκιο 7% ετησίως, το οποίο πράγματι της μεταβίβασε, συμφωνήθηκε δε να αποδοθεί σε αυτήν με τη μορφή συμψηφισμού του στα μελλοντικά οφειλόμενα εκ μέρους της μισθώματα μέχρι τη λήξη της μίσθωσης κατά τον αναφερόμενο στην αγωγή τρόπο, κατά τον οποίο για το δεύτερο μισθωτικό έτος η δεύτερη δόση του μισθώματος καθορίστηκε στο ποσό των 287.910 ευρώ, μετά το γενόμενο συμψηφισμό του υπολοίπου ποσού της με μέρος του ως άνω προς απόδοση δανείου, μειωμένου όμως του εν λόγω ποσού κατά το ποσό των παραχθέντων μέχρι την ημέρα εκείνη (20-5-2005) αποδοτέων τόκων (88.211,12 ευρώ), ανερχομένης τελικά της δεύτερης δόσης του ετησίου μισθώματος 2005 στο ποσό των 199.698,88 ευρώ.
Ορίστηκε ακόμη μεταξύ άλλων με το ως άνω μισθωτήριο συμβόλαιο ότι σε περίπτωση καθυστέρησης της παράδοσης του μέρους του μισθίου των 174 δωματίων ή μη εκπλήρωσης των λοιπών υποχρεώσεων της εκμισθώτριας ως προς την κατασκευή του και την προσάρτηση του εξοπλισμού του έως την 1-3-2004 να καταπίπτει υπέρ της ίδιας και σε βάρος της εναγομένης εκμισθώτριας ποινική ρήτρα ποσού 250.000 ευρώ καταβλητέα την 1-4-2004 και ακόμη ότι η τελευταία όφειλε να της χορηγήσει όλα τα έγγραφα που αφορούν την τήρηση των πολεοδομικών κλπ διατάξεων για τη νόμιμη ανέγερση του ξενοδοχείου και είχε υποχρέωση της απαιτούμενης συνδρομής υπό την ιδιότητά της ως κυρίας και κατασκευάστριάς του για την έκδοση σήματος λειτουργίας του Ε.Ο.Τ., διαδικασία που θα γινόταν με δική της μέριμνα (ενάγουσας).
Ότι την καθορισθείσα ημερομηνία (1-3-2004) δεν της παραδόθηκε από υπαιτιότητα της εκμισθώτριας το μέρος του μισθίου ακινήτου που είχε συμφωνηθεί να της παραδοθεί μέχρι τότε αλλά αντίθετα την 22-4-2004 της παρέδωσε τμήμα αυτού με τις αναφερόμενες ελλείψεις και κακοτεχνίες, ενώ μέρος επίσης αυτού της παραδόθηκε μόλις τις πρώτες εβδομάδες του Ιουνίου του ίδιου έτους.
Ακόμη η εναγομένη δεν της παρέδωσε, αν και της ζητήθηκαν, τα απαιτούμενα έγγραφα, προκειμένου να προβεί στην έκδοση σήματος λειτουργίας από τον Ε.Ο.Τ., ενώ όταν της χορηγήθηκε την 30-3-2004 η οικοδομική άδεια, η έγκριση καταλληλότητας από τον Ε.Ο.Τ. και η έγκριση περιβαλλοντικών όρων από το ΥΠΕΧΩΔΕ, διαπίστωσε ότι η άδεια οικοδομής αφορούσε μια μονάδα χωρητικότητας 190 κλινών αντί των 638 κλινών που είχαν συμφωνηθεί μεταξύ τους για το πρώτο μισθωτικό έτος, η έγκριση καταλληλότητας του Ε.Ο.Τ.
είχε λήξει από 6-6-1999 κι η έγκριση των περιβαλλοντικών όρων του ΥΠΕΧΩΔΕ από 31-12-2000, με αποτέλεσμα να αδυνατεί να εκδώσει σήμα λειτουργίας από τον Ε.Ο.Τ. και να υπόκειται σε κίνδυνο επιβολής προστίμων σε βάρος της. Λόγω δε της κατά τα άνω παραβίασης της υποχρέωσης της εναγομένης για την παράδοση του μισθίου ακινήτου την συμφωνηθείσα ημερομηνία, της μη εκπλήρωσης αλλά και της πλημμελούς εκπλήρωσης εκ μέρους της των υποχρεώσεών της, κατέπεσε αυτοδίκαια σε βάρος της η ρηθείσα ποινική ρήτρα των 250.000 ευρώ από 1-4-2004 υπέρ αυτής, απαίτηση την οποία πρότεινε σε συμψηφισμό με την από 19-5-2005 εξώδικη δήλωσή της και την από 19-7-2005 όμοια διορθωτική, που επιδόθηκαν στην εναγομένη την 24-5-2005 και 20-7-2005 αντίστοιχα, με το οφειλόμενο εκ μέρους της την 20-5-2005 μίσθωμα ποσού 199.698,88 ευρώ, με συνέπεια το άνω μίσθωμα να έχει εξοφληθεί πλήρως.
Με βάση τα παραπάνω και ισχυριζόμενη η ενάγουσα ότι η εναγομένη αμφισβητεί την με τον τρόπο αυτό εξόφληση εκ μέρους της του άνω μισθώματος, ζήτησε, προς άρση της εν λόγω αμφισβήτησης, να αναγνωριστεί η ανυπαρξία της ρηθείσας απαίτησης της εναγομένης ποσού 199.698,88 ευρώ λόγω απόσβεσης αυτής με δια συμψηφισμού εξόφλησή της.
β) Με την από 8-8-2005 αγωγή η ενάγουσα εταιρία (....) ισχυρίστηκε ότι δυνάμει της από 14-7-2003 σύμβασης μίσθωσης, που συνήφθη μεταξύ της ίδιας και της πρώτης εναγομένης εταιρείας (... Α.Ε.) εκμίσθωσε σε αυτήν το υπό αποπεράτωση τότε ξενοδοχειακό συγκρότημά της που βρίσκεται στη .... Ότι η μίσθωση διαχωρίστηκε σε δύο στάδια, από τα οποία το πρώτο αφορούσε τα περιγραφόμενα 174 δωμάτια-διαμερίσματα και τα κοινόχρηστα κτίρια και χώρους με τον πλήρη εξοπλισμό τους για χρονικό διάστημα από 1-3-2004 έως 30-11-2011, το δε δεύτερο αφορούσε 101 επιπλέον δωμάτια-διαμερίσματα πλήρως εξοπλισμένα για χρονικό διάστημα από 1-3-2005 έως 30-11-2011, τη δε πιστή εφαρμογή και τήρηση των όρων της σύμβασης εγγυήθηκε η δεύτερη εναγομένη εταιρία (...
Α.Ε.), ευθυνόμενη ως πρωτοφειλέτης. Ότι τη χρήση του μισθίου παρέδωσε προσηκόντως σε δύο στάδια στην εναγομένη, η οποία και το λειτουργεί από το Μάιο 2004 και 2005 αντίστοιχα, ότι σύμφωνα με ρητό όρο της άνω σύμβασης η τελευταία είχε την υποχρέωση να συμπράξει στην παραλαβή του συγκροτήματος στα δύο προαναφερόμενα στάδια, και ότι με τον 14 παρ. 3 περ.
α όρο της αυτής σύμβασης, όταν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη δεν εκπληρώνει για μεγάλο χρονικό διάστημα ουσιωδώς τις υποχρεώσεις του και η μη εκπλήρωση αυτή διαρκεί για άλλες 30 ημέρες από τη γνωστοποίηση σχετικής έγγραφης όχλησης, παρέχεται στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος το δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση και να ζητήσει την απόδοση του μισθίου.
Ότι κατά παράβαση των ανωτέρω όρων της σύμβασης η πρώτη εναγομένη μισθώτρια αρνείται να υπογράψει το πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής που η ενάγουσα συνέταξε, έστω και με τις τυχόν επιφυλάξεις της παρά τις επανειλημμένες προς τούτο προσκλήσεις της και δη εγγράφως με επιστολές και εξώδικες προσκλήσεις από 5-5-2004 έως και 29-7-2005, η παράβαση δε αυτή των όρων της σύμβασης, η οποία είναι ουσιώδης αφού εξαιτίας της αντισυμβατικής συμπεριφοράς της εναγομένης κινδυνεύει η περιουσία της ενάγουσας, παρέχει στην ενάγουσα δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης μίσθωσης.
Ότι η μισθώτρια της κατέβαλε ως προκαταβολή μισθωμάτων το ποσό των 1.490.000 ευρώ, το οποίο συμφωνήθηκε ότι θα δικαιούται να συμψηφίζει η μισθώτρια αναλογικά στα μελλοντικά μισθώματα κατά τη διάρκεια της οκταετούς διάρκειας της μίσθωσης, κατά τον αναλυτικά περιγραφόμενο τρόπο. Και ότι μέχρι την καταγγελία της σύμβασης είχε αποσβεστεί συνολικό ποσό 255.000 ευρώ και απομένει αναπόσβεστο υπόλοιπο ποσό 1.235.000 ευρώ, το οποίο, λόγω της λύσης της σύμβασης από υπαιτιότητα της μισθώτριας, σύμφωνα με τον όρο 3 της σύμβασης μίσθωσης παραμένει στην εκμισθώτρια ως ποινική ρήτρα.
Με βάση τα παραπάνω η ενάγουσα κατήγγειλε τη σύμβαση μίσθωσης, ζήτησε δε: α) να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να της αποδώσει την χρήση του μισθίου, β) να αναγνωριστεί, μετά από παραδεκτή μετατροπή του αιτήματός της σε αναγνωριστικό, ότι είναι υποχρεωμένες οι δύο εναγόμενες να της καταβάλουν, σε ολόκληρο εκάστη, το ποσό των 500.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως ποινική ρήτρα που κατέπεσε σε βάρος της πρώτης εναγομένης λόγω αθέτησης της στο ως άνω υποχρέωσης της μισθώτριας και γ) να αναγνωριστεί ότι είναι δικαιούχος του ποσού των 1.235.000 ευρώ που κατέπεσε σε βάρος της μισθώτριας ως ποινική ρήτρα, γ) Με την από 21-8-2005 αγωγή της η ενάγουσα εταιρία (....) ισχυρίστηκε ότι υπεγράφη μεταξύ της ίδιας ως εκμισθώτριας και της πρώτης εναγομένης εταιρίας (...
Α.Ε.) ως μισθώτριας η αναφερόμενη και περιγραφόμενη στις προαναφερόμενες αγωγές σύμβαση μίσθωσης αντί του αναφερόμενου ετησίου μισθώματος και του τρόπου πληρωμής του, την πιστή τήρηση των όρων της οποίας εγγυήθηκε η δεύτερη εναγομένη εταιρία (... Α.Ε.) και ότι η τελευταία από δυστροπία αρνείται να της καταβάλει τη συμφωνημένη δόση του ετήσιου μισθώματος της 20-5-2005, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 199.698,88 ευρώ, το ποσό των 287.930 ευρώ ως αποζημίωση χρήσης του μισθίου για το από 20-8-2005 διάστημα αφού η μεταξύ τους σύμβαση μίσθωσης έληξε λόγω καταγγελίας που ασκήθηκε με την παραπάνω από 8-8-2005 αγωγή της που κοινοποιήθηκε στην πρώτη εναγομένη την 10-8-2005, άλλως ως μίσθωμα και επιπλέον το ποσό των 203.050,85 ευρώ που αφορά δαπάνες πρόσθετων εργασιών που δεν προβλέπονταν στη μεταξύ τους σύμβαση και το κόστος των οποίων ανέλαβε η ίδια (εναγομένη), ζήτησε δε:
α) να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, ευθυνόμενες σε ολόκληρο έκαστη να της καταβάλουν το ποσό των 287.930 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 21-8-2005 και β) να αναγνωριστεί, μετά από παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματός της σε αναγνωριστικό, ότι είναι υποχρεωμένες και οι δύο εναγόμενες να της καταβάλουν σε ολόκληρο εκάστη το ποσό των 199.698,88 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 21-5-2005 και ότι είναι υποχρεωμένη να της καταβάλει το ποσό των 203.050,86 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
δ) Με την από 25-1-2006 αγωγή της η ενάγουσα (... Α.Ε.) ισχυρίστηκε ότι δυνάμει του από 14-7-2003 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης που συνήφθη μεταξύ της ίδιας και της εναγομένης (....) η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να της παραχωρήσει τη χρήση μισθίου ακινήτου, ήτοι ενός ξενοδοχειακού συγκροτήματος που βρισκόταν στο στάδιο της κατασκευής στην περιφέρεια του ...
και δη την 1-3-2004 μέρους αυτού, ήτοι 174 μονάδων διαμονής, των αναφερομένων δωματίων στέγασης προσωπικού και κοινόχρηστων χώρων και από 1-3-2005 του συνόλου αυτού, ήτοι συνολικά 275 μονάδων διαμονής, για χρονικό διάστημα μέχρι 30-11-2011, αντί μισθώματος για μεν το πρώτο μισθωτικό έτος 669.000 ευρώ ετησίως, για δε το δεύτερο και κάθε επόμενο έτος 1.058.750 ευρώ ετησίως, καταβαλλόμενο κάθε έτος σε τρεις δόσεις (20 Ιανουαρίου, 20 Μαΐου και 20 Αυγούστου).
Ότι με την ίδια σύμβαση συμφωνήθηκε μεταξύ τους να μεταβιβάσει στην εναγομένη εκμισθώτρια ως έντοκο δάνειο το ποσό των 1.000.000 ευρώ [την] 5-8-2003 και το ποσό των 490.000 ευρώ την 30-8-2004 και συνολικά το ποσό των 1.490.000 ευρώ με συμφωνηθέν επιτόκιο 7% ετησίως, που πράγματι της μεταβίβασε, συμφωνήθηκε δε να αποδοθεί σε αυτήν με τη μορφή συμψηφισμού του στα μελλοντικά οφειλόμενα εκ μέρους της μισθώματα μέχρι τη λήξη της μίσθωσης κατά τον αναφερόμενο στην αγωγή τρόπο, κατά τον οποίο για το επόμενο μισθωτικό έτος 2004 οι τρεις δόσεις των μισθωμάτων θα ήταν μειωμένες κατά ποσό 41.670 ευρώ εκάστη ως απόσβεση κεφαλαίου και για το μισθωτικό έτος 2005 κατά το ποσό των 23.340, 23.340 και 23.320 ευρώ αντίστοιχα, πλέον των παραχθέντων τόκων 7%, οι οποίοι θα υπολογίζονταν στη δόση του μισθώματος του μηνός Μαΐου εκάστου έτους.
Ορίστηκε ακόμη μεταξύ άλλων με το ως άνω μισθωτήριο συμβόλαιο ότι σε περίπτωση καθυστέρησης της παράδοσης του μέρους του μισθίου των 174 δωματίων ή μη εκπλήρωσης των λοιπών υποχρεώσεων της εκμισθώτριας ως προς την κατασκευή του και την προσάρτηση του εξοπλισμού του έως την 1-3-2004, να καταπίπτει υπέρ της ίδιας και σε βάρος της εναγομένης εκμισθώτριας ποινική ρήτρα ποσού 250.000 ευρώ καταβλητέα την 1-4-2004, καθώς και ισόποση ποινική ρήτρα (250.000) ευρώ για την περίπτωση καθυστέρησης της παράδοσης της επέκτασης του μισθίου με τα 101 δωμάτια (πέραν της 1-3-2005) ή μη εκπλήρωσης των λοιπών υποχρεώσεων της εκμισθώτριας, καταβλητέα την 1-4-2005.
Ορίστηκε ακόμη με τον 3° όρο του ρηθέντος μισθωτηρίου συμβολαίου ότι σε περίπτωση μη παράδοσης εγκαίρως των επιπλέον 101 δωματίων σε πλήρη λειτουργία και σύμφωνα με τις προδιαγραφές που περιγράφονται σε αυτήν (σύμβαση), ώστε από υπαιτιότητα της εκμισθώτριας να μην είναι δυνατή η υπογραφή του πρωτοκόλλου παράδοσης, θα οφείλεται πίσω άμεσα το συνολικό ποσό της προκαταβολής ύψους 1.490.000 ευρώ προσαυξημένο με τόκο ύψους 7% ετησίως, στο μέτρο που αυτή δεν θα έχει αποσβεστεί.
Ότι την καθορισθείσα ημερομηνία (1-3-2004) δεν της παραδόθηκε από υπαιτιότητα της εκμισθώτριας το μέρος του μισθίου ακινήτου που είχε συμφωνηθεί να της παραδοθεί μέχρι τότε αλλά αντίθετα την 22-4-2004 της παραδόθηκε τμήμα αυτού με τις αναφερόμενες ελλείψεις και κακοτεχνίες, ενώ μέρος επίσης αυτού της παραδόθηκε μόλις τις πρώτες εβδομάδες του Ιουνίου 2004, ενώ και την καθορισθείσα ημερομηνία της 1-3-2005 δεν της παραδόθηκε επίσης από υπαιτιότητα της εναγομένης το υπόλοιπο μέρος του μισθίου, το οποίο της παραδόθηκε ολόκληρο την 29-4-2005 με τις αναφερόμενες όμως ουσιώδεις ελλείψεις και κακοτεχνίες.
Ακόμη η εναγομένη δεν της παρέδωσε, αν και της ζητήθηκαν, τα απαιτούμενα έγγραφα που αναφέρονται ως προσαρτώμενα στη σύμβαση μίσθωσης, προκειμένου να προβεί στην έκδοση σήματος λειτουργίας από τον Ε.Ο.Τ., ενώ όταν της παρέδωσε την 3-3-2004 την οικοδομική άδεια, την έγκριση καταλληλότητας από τον Ε.Ο.Τ. και την έγκριση περιβαλλοντικών όρων από το ΥΠΕΧΩΔΕ, διαπίστωσε ότι η άδεια οικοδομής αφορούσε μία μονάδα χωρητικότητας 190 κλινών αντί των 638 κλινών που είχαν συμφωνηθεί μεταξύ τους για το πρώτο μισθωτικό έτος, η έγκριση καταλληλότητας του Ε.Ο.Τ.
είχε λήξει από 6-6-1999 και η έγκριση των περιβαλλοντικών όρων του ΥΠΕΧΩΔΕ από 31-12-2000, με αποτέλεσμα να αδυνατεί να εκδώσει σήμα λειτουργίας από τον Ε.Ο.Τ. και να υπόκειται σε κίνδυνο επιβολής προστίμων σε βάρος της. Επιπλέον στην από 6-8-2003 σύμβαση μεσιτείας που συνήφθη μεταξύ της εναγομένης και της μεσίτριας εταιρείας ...
Α.Ε., στην οποία συνεβλήθη και η ίδια ως εκ τρίτου συμβαλλόμενη, συμφωνήθηκε ότι η μεσίτρια δικαιούται να λάβει ως μεσιτική αμοιβή το ποσό [των] 557.284 ευρώ για όλο το διάστημα της οκταετούς ισχύος, η οποία θα επιμερίζεται ετησίως στο ποσό των 69.660,50 ευρώ, καταβαλλόμενο σε δυο άτοκες δόσεις των 34.830,25 ευρώ εκάστη την 20/1 και 20/8 κάθε έτους, αρχής γενομένης από το έτος 2004 μέχρι το έτος 2011, κατατιθέμενο σε τραπεζικό λογαριασμό της μεσίτριας, σε περίπτωση δε καθυστέρησης καταβολής της αμοιβής της μισθώτριας από τον ξενοδόχο, θα επιβαρύνεται αυτή με νόμιμους τόκους υπερημερίας από του ληξιπροθέσμου της, ενώ αν η καθυστέρηση της πληρωμής μιας δόσης διαρκέσει μέχρι και την ημερομηνία πληρωμής της επόμενης, θα δικαιούται η ίδια (ενάγουσα) να παρακρατήσει από τα οφειλόμενα μισθώματα προς την ξενοδόχο την αμοιβή της μεσίτριας προσαυξημένη με τους έως τότε νόμιμους τόκους υπερημερίας, ενώ για την καταβολή των ανωτέρω ποσών της μεσιτικής αμοιβής η μεσίτρια θα υποχρεούται να εκδίδει οικείο παραστατικό είσπραξης στο οποίο να βεβαιώνεται η γενομένη καταβολή.
Ότι λόγω της κατά τα άνω παραβίασης της υποχρέωσης της εναγομένης για την παράδοση του μισθίου ακινήτου τις συμφωνηθείσες ημερομηνίες μη εκπλήρωσης αλλά και της πλημμελούς εκπλήρωσης εκ μέρους της των υποχρεώσεών της, κατέπεσαν αυτοδίκαια σε βάρος της οι ρηθείσες ποινικές ρήτρες των 250.000 ευρώ έκαστη από 1-4-2004 και 1-4-2005 αντίστοιχα υπέρ της ενάγουσας μισθώτριας, απαιτήσεις τις οποίες, μετά του αναλογούντος χαρτοσήμου τους και τόκων, πρότεινε σε συμψηφισμό με τις σχετικές αναφερόμενες εξώδικες δηλώσεις της, που επιδόθηκαν στην εναγομένη, όπως και τις σχετικές αμοιβές της μεσίτριας, μετά των αναλογούντων τόκων υπερημερίας, τελών χαρτοσήμου και Φ.Π.Α., που αναγκάστηκε να της καταβάλει η ίδια κατά την άνω συμφωνία, αφού αυτές δεν πληρώθηκαν κατά τα συμφωνηθέντα, με τα οφειλόμενα εκ μέρους της μισθώματα και δη εκείνου που έπρεπε να καταβληθεί την 20-1-2005 ποσού 287.910 ευρώ, την 20-5-2005 ποσού 199.698,88 ευρώ και την 20-8-2005 ποσού 287.930 ευρώ, όπως αναλυτικά αναφέρεται στην αγωγή, με αποτέλεσμα αυτά να έχουν πλήρως εξοφληθεί.
Ακόμη, επειδή η εκμισθώτρια δεν της παρέδωσε εγκαίρως τα επιπλέον 101 δωμάτια σε πλήρη λειτουργία και από υπαιτιότητά της δεν είναι δυνατή η υπογραφή του πρωτοκόλλου παράδοσης, οφείλει η εναγομένη, κατά τον ως άνω όρο της σύμβασης, να της επιστρέψει το ποσό του κεφαλαίου των προκαταβολών κατά το μέρος που αυτά δεν έχουν αποσβεστεί, προσαυξημένα με τόκο ύψους 7%, το οποίο κατά την 20-1-2006 (ημερομηνία πληρωμής της πρώτης δόσης του μισθωτικού έτους 2006) ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 1.170.000 ευρώ πλέον των τόκων ποσού 57.567,37 ευρώ, πρότεινε σε συμψηφισμό με σχετική εξώδικη δήλωση, που επιδόθηκε στην εναγομένη, με τη δόση του ετήσιου μισθώματος 2006 που όφειλε την 20-1-2006, ποσού 352.920 ευρώ, την καταβληθείσα απ’ αυτήν αμοιβή της μεσίτριας, με το χαρτόσημο, τους τόκους υπερημερίας και τον Φ.Π.Α., που αναλογούν, το υπόλοιπο της απαίτησής της από την κατάπτωση της δεύτερης ποινικής ρήτρας, τους τόκους της επιστρεπτέας προκαταβολής μισθωμάτων ποσού 1.490.000 ευρώ, με το χαρτόσημο που αναλογεί, και μέρος του αναπόσβεστου κεφαλαίου της επιστρεπτέας κατά τα άνω προκαταβολής, όπως κάθε ποσό αναλυτικά αναφέρεται στην αγωγή και ως εκ τούτου και αυτό το μίσθωμα έχει πλήρως εξοφληθεί.
Με βάση τα παραπάνω, η ενάγουσα, ισχυριζόμενη ότι η εναγομένη αμφισβητεί την με τον τρόπο αυτό εξόφληση εκ μέρους της των άνω μισθωμάτων, ζήτησε, επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της την άρση της αμφισβήτησης που έχει δημιουργηθεί μεταξύ τους, να αναγνωριστεί: α) η ανυπαρξία των ρηθεισών απαιτήσεων εκ μισθωμάτων της εναγομένης και δη: 1) της δόσης της 20-1-2004 ποσού 56.194,44 ευρώ, 2) της δόσης της 20-1-2005 ποσού 49.681,97 ευρώ, 3) της δόσης της 20-8-2005 ποσού 287.930 ευρώ και 4) της δόσης της 20-1-2006 ποσού 352.920 ευρώ λόγω απόσβεσης με δια συμψηφισμού εξόφλησή τους και β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 1.038.111,72 ευρώ, ως υπόλοιπο αναπόσβεστου κεφαλαίου της εκ μέρους της δοθείσης προκαταβολής.
ε) Με την από 2.2.2006 αγωγή της η ενάγουσα εταιρία (... Α.Ε.) ιστορώντας την κατάρτιση της αναφερομένης στις παραπάνω αγωγές σύμβασης μίσθωσης μεταξύ αυτής ως μισθώτριας και της εναγομένης εταιρίας (....) ως εκμισθώτριας κατά τους ειδικότερους επίσης αναφερόμενους όρους, ισχυρίστηκε ότι η εναγομένη καθυστέρησε την παράδοση του συμφωνηθέντος μέρους του μισθίου κατά το Μάρτιο του έτους 2004 και του λοιπού μέρους αυτού κατά το Μάρτιο του έτους 2005, το οποίο παραδόθηκε σταδιακά κατά τους αναφερόμενους χρόνους.
Ότι εξαιτίας της καθυστέρησης αυτής υπέστη ζημιά, αφού ήδη την 17-7-2003 σύναψε σύμβαση μίσθωσης και μάλιστα εγγυημένη για το 65% των διαθέσιμων κλινών του ξενοδοχείου κατά την τουριστική περίοδο 2004 και 54% αυτών για την τουριστική περίοδο 2005 και allotment για τις υπόλοιπες διαθέσιμες κλίνες, έναντι της αναφερόμενης αμοιβής ανά τύπο δωματίου και περίοδο και τους αναφερόμενους ειδικότερους όρους με την πολυεθνική εταιρία "...", κατά την οποία σύμβαση ήταν υποχρεωμένη να δεχθεί πελάτες της αντισυμβαλλομένης εταιρείας από 1-4-2004 και από 1-4-2005 αντίστοιχα.
Και ότι το συνολικό ποσό κατά το οποίο ζημιώθηκε από υπαιτιότητα της εναγομένης εκμισθώτριας ανήλθε σε 4.458.177,83 ευρώ, όπως με λεπτομέρεια περιγράφονται τα επιμέρους ποσά στην εν λόγω αγωγή. Τέλος ισχυρίστηκε ότι υπέστη ηθική βλάβη, υπό την έννοια ότι μειώθηκε η εμπορική της φήμη και αξιοπιστία στην αγορά από την αντισυμβατική και παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης.
Με βάση τα παραπάνω ζήτησε, όπως παραδεκτά περιόρισε το αίτημά της, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 4.094.496,50 ευρώ ως αποζημίωσή της και το ποσό των 100.000 ευρώ ως χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και να αναγνωριστεί, όπως παραδεκτά περιόρισε μέρος του αιτήματος της ηθικής βλάβης από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, ότι είναι υποχρεωμένη να της καταβάλει το ποσό των 900.000 ευρώ ως χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Επί των αγωγών αυτών, οι οποίες δικάστηκαν από το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου κατά τη δικάσιμο της 17-2-2006, το εν λόγω δικαστήριο εξέδωσε την 354/2006 οριστική απόφασή του, με την οποία, αφού συνεκδίκασε τις αγωγές, απέρριψε τις από 8-7-2005, 8-8-2005, 25-1-2006 και 2-2-2006 αγωγές, ενώ δέχτηκε κατά ένα μέρος την από 21-8-2005 αγωγή της εταιρίας "....", αναγνώρισε δε την υποχρέωση των εναγομένων εταιριών (...
Α.Ε. και ... Α.Ε.) να καταβάλουν στην ενάγουσα το ποσό των 199.698,88 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από 21-5-2005 και υποχρέωσε τις ίδιες εναγόμενες εταιρίες να καταβάλουν στην ενάγουσα το ποσό των 287.930 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 21-8-2005. Όπως συνάγεται από το περιεχόμενό τους οι ως άνω αγωγές έχουν την ίδια ιστορική αιτία, αφού όλες αφορούν την εξέλιξη της σύμβασης μίσθωσης μεταξύ των εταιριών "....", και "...
Α.Ε.", ενώ στις από 18-7-2005, 8-8-2005, 21-8-2005 και 25-1-2006 αγωγές υπάρχει ταύτιση (κατά ένα μέρος) και της νομικής αιτίας, αφού αφορούν κυρίως την οφειλή ή την ανυπαρξία οφειλής μισθωμάτων. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η ύπαρξη της ίδιας ιστορικής και νομικής αιτίας και του ίδιου αντικειμένου των περισσοτέρων αγωγών που ασκούνται με χωριστά δικόγραφα ή σωρεύονται στο ίδιο δικόγραφο, ώστε στο δικηγόρο που τις συνέταξε να οφείλεται μία μόνο αμοιβή ή ιδιαίτερη αμοιβή για κάθε αγωγή, λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο και δεν αποτελεί ένσταση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών...
Επομένως... η αμοιβή που δικαιούται ο ενάγων για τη σύνταξη προτάσεων επί των ως άνω αγωγώ, ανέρχεται στα ακόλουθα ποσά: α) Για τη σύνταξη προτάσεων επί της από 1-7-2005 αγωγής, η οποία αφορά την αναγνώριση της μη οφειλής εκ μέρους της μισθώτριας του μισθώματος ποσό (199.698,88 ευρώ Χ 2% =) 3.993,97 ευρώ. β) Για τη σύνταξη προτάσεων επί της από 8-8-2005 αγωγής, στην οποία σωρεύονται πλείονες αγωγές και συγκεκριμένα αγωγή απόδοσης μισθίου λόγω λήξης του χρόνου της μίσθωσης και υποχρέωση καταβολής συνολικού ποσού 1.735.000 ευρώ ως ποινική ρήτρα, ο ενάγων δικαιούται αντίστοιχα, i) ποσό (30 δραχμές Χ 140 = 4.200 δραχμές : 340,75 ευρώ =) 12,32 ευρώ (άρθρα 99, 114 παρ. 1 α του κώδικα δικηγόρων, απόφαση Υπουργού Δικαιοσύνης 12398/1989 ΦΕΚ 131 Β/21-2-1989 ), ιι) ποσό (1.735.000 ευρώ Χ 1%=) 17.350 ευρώ και συνολικά ποσό 17.362,32 ευρώ.
γ) Για τη σύνταξη προτάσεων επί της από 21-8-2005 αγωγής, στο δικόγραφο της οποίας σωρεύονται πλείονες αγωγές και ειδικότερα αγωγή καταβολής της δεύτερης δόσης του μισθώματος του έτους 2005, που ήταν καταβλητέα στις 20 Μαΐου, αγωγή καταβολής αποζημίωσης χρήσης για το μετά τις 20-8-2005 χρονικό διάστημα και αγωγή απόδοσης δαπανών, ο ενάγων δικαιούται ποσό (287.930 + 203.050,86 = 490.980,86 ευρώ Χ 1% =) 4.909,80 ευρώ, ενώ αντίθετα δεν δικαιούται οποιαδήποτε αμοιβή για τη σωρευθείσα αγωγή καταβολής ποσού 199.698,88 ευρώ ως δεύτερης δόσης του μισθώματος του έτους 2005, καθόσον η εν λόγω αγωγή έχει ίδια νομική και ιστορική αιτία και ίδιο αντικείμενο με αυτή της ως άνω (υπό στοιχείο α) αγωγής, ώστε να μην οφείλεται ιδιαίτερη αμοιβή για την εδώ σωρευθείσα αγωγή...
δ) Για τη σύνταξη προτάσεων επί της από 25-1-2006 αγωγής, στο δικόγραφο της οποίας σωρεύονται πλείονες αγωγές και συγκεκριμένα αγωγή περί αναγνώρισης της μη οφειλής εκ μέρους της μισθώτριας μισθωμάτων συνολικού ποσού 746.726,41 ευρώ και υποχρέωση καταβολής ποσού 1.038.111,72 ευρώ, ως υπόλοιπο αναπόσβεστο κεφάλαιο της εκ μέρους της μισθώτριας δοθείσης προκαταβολής μισθωμάτων, ο ενάγων δικαιούται ποσό (746.726,41 + 1.038.111,72 = 1.784.838,10 ευρώ Χ 2% =) 35.696,76 ευρώ.
ε) Για τη σύνταξη προτάσεων επί της από 2-2-2006 αγωγής, όσον αφορά το αίτημά της για καταβολή συνολικού ποσού 4.094.496,50 ευρώ ως αποζημίωση, ο ενάγων δικαιούται αμοιβή ποσού (4.094.496,50 ευρώ Χ 2% =) 81.889,93 ευρώ. Περαιτέρω, ενόψει του ότι το αίτημα της αγωγής για καταβολή ποσού 1.000.000 για χρηματική ικανοποίηση κρίνεται προφανώς εξογκωμένο, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη...
αυτό δε ήταν δυνατόν να το αντιληφθεί ο ενάγων δικηγόρος, η αμοιβή του για το αίτημα αυτό πρέπει να οριστεί επί του ποσού των 100.000 ευρώ, το οποίο έπρεπε να ζητηθεί (άρθρο 102 κώδικα δικηγόρων) στο ποσό των (100.000 ευρώ Χ 2% =) 2.000 ευρώ. Επίσης επιπλέον της ανωτέρω αμοιβής συνολικώς ποσού (3.993,97 + 17.362,32 + 4.909,80 + 35.696,76 + 81.889,93 + 2.000 =) 145.852,78 ευρώ, ο ενάγων δικαιούται κατ’ άρθρο 98 παρ. 1 του κώδικα περί δικηγόρων ποσοστό 20% επ’ αυτής και συγκεκριμένα ποσό 29.170,55 ευρώ ενόψει του είδους και της ποιότητας της επιστημονικής εργασίας και επιμέλειας του ενάγοντος, του μεγάλου οικονομικού αντικειμένου των αγωγών και της σπουδαιότητας αυτών για τα οικονομικά συμφέροντα της εντολέως του, καθώς και του ικανού χρόνου που αναλώθηκε γα τη σύνταξη των προτάσεων αυτών λόγω των πολλών και ποικίλων νομικών θεμάτων αλλά και της ενδελεχούς αξιολόγησης των άνω των εκατό σχετικών εγγράφων και άλλων αποδεικτικών στοιχείων.
Επίσης ο ενάγων δικαιούται ως αμοιβή του για παράσταση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου κατά τη συζήτηση των ανωτέρω αγορών στη δικάσιμο της 17-2-2006, σύμφωνα με το άρθρο 109 σε συνδυασμό με το άρθρο 98 παρ. 1 του κώδικα περί δικηγόρων, το ποσό των 2.000 ευρώ, ενόψει του ικανού χρόνου απασχόλησής του, αφού επρόκειτο για συζήτηση πέντε υποθέσεων με σοβαρό οικονομικό αντικείμενο και μεγάλη σπουδαιότητα για τα οικονομικά συμφέροντα της εντολέως του, με δυσκολία από πλευράς αντικειμένου λόγω των πολλών και ποικίλων νομικών θεμάτων.
Πλην των προτάσεων επί των ως άνω αγωγών, ο ενάγων συνέταξε και την από 21-7-2006 (αριθμ. εκθ. καταθ. ...-7-2006) έφεση της εταιρίας "...." κατά των εταιριών "... Α.Ε." και "... Α.Ε." και κατά της ως άνω 354/2006 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου και γι’ αυτό του οφείλεται, κατ’ άρθρο 125 παρ. 2 σε συνδυασμό με το άρθρο 98 παρ. 1 του κώδικα περί δικηγόρων, το ποσό των 5.000 ευρώ, ενόψει του είδους και της ποιότητας της επιστημονικής εργασίας και επιμέλειάς του, του μεγάλου οικονομικού αντικειμένου των ως άνω αγωγών και της σπουδαιότητας της υπόθεσης, καθώς και του ικανού χρόνου που αναλώθηκε για τη σύνταξη της έφεσης αυτής λόγω της ανάγκης για ενδελεχή μελέτη και αξιολόγηση της εκκαλούμενης απόφασης και των εν γένει εγγράφων και στοιχείων, προς θεμελίωση των λόγων της.
Πρέπει εδώ να αναφερθεί ότι το σχετικό αγωγικό κονδύλιο είναι νόμιμο, στηριζόμενο στις ως άνω διατάξεις, το γεγονός δε ότι ο ενάγων και ήδη εκκαλών ζητεί αμοιβή με βάση το αντικείμενο των δύο αγωγών, οι οποίες ζητείται με την έφεση να γίνουν δεκτές μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης, δεν καθιστούν το κονδύλιο μη νόμιμο...
Μετά τα παραπάνω η από τον ενάγοντα δικαιούμενη αμοιβή του για τις ανωτέρω δικαστικές ενέργειές του ανέρχεται στο συνολικό ποσό των (145.852,78 + 29.170,55 + 2.000 + 5.000 =) 182.023,33 ευρώ. Έναντι αυτής της οφειλής της για τις προαναφερόμενες δικαστικές ενέργειες η εναγομένη έχει καταβάλει στον ενάγοντα: α) ποσό 20.000 ευρώ, το οποίο και ο ίδιος συνομολογεί καθ’ υποφοράν με την αγωγή του ότι έχει λάβει, β) συνολικό ποσό 42.000 ευρώ σε τρεις δόσεις ποσού εκάστης 10.000, 15.000 και 17.000 ευρώ, που καταβλήθηκαν με τρεις επιταγές με ημερομηνία 14-7-2006, 10-8-2006 και 10-9-2006 αντίστοιχα, τις οποίες εξέδωσε η εναγομένη σε διαταγή του ενάγοντος, σε χρέωση του τηρούμενου στην Τράπεζα ...
λογαριασμού της και οι οποίες εισπράχθηκαν από τον ενάγοντα... Μετά τα παραπάνω, πρέπει να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή η σχετική ένσταση εξόφλησης, που παραδεκτά προτείνει η εναγομένη και να αφαιρεθεί από την ως άνω οφειλή αυτής το συνολικό ποσό των 62.000 ευρώ. Επομένως ο ενάγων δικαιούται το ποσό των (182.023,33 - 62.000 =) 120.023,33 ευρώ".
Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (με την οποία είχε απορριφθεί στο σύνολό της η αγωγή ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη), αφού δε κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την δέχθηκε εν μέρει ως νόμιμη και κατ’ ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 147.628,69 ευρώ με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες σ’ αυτή διακρίσεις.
Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 98 παρ. 1, 100, 103 και 107 του κώδικα περί δικηγόρων ούτε στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσεως αφού διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της μερικής μόνο (και όχι πλήρους) ταυτότητας του αντικειμένου των από 18-7-2005, 8-8-2005, 21-8-2005 και 25-1-2006 αγωγών και της συνεπεία ταύτης επιδικάσεως στον ενάγοντα του αναφερόμενου μέρους της δικαιούμενης αμοιβής.
Εξ άλλου το εφετείο, μη επιδικάζοντας στον ενάγοντα αμοιβή με βάση τη διάταξη του άρθρου 114 του κώδικα περί δικηγόρων, δεν παραβίασε με εσφαλμένη μη εφαρμογή της τη διάταξη αυτή, διότι οι διαφορές στις οποίες ο ενάγων εκπροσώπησε την εναγομένη δεν αφορούσαν "έξωση λόγω καθυστερήσεως του μισθώματος ή λήξεως του χρόνου της συμβάσεως μισθώσεως" ούτε ήταν "αγωγές ή αιτήσεις διενέξεως ενώπιον του προέδρου πρωτοδικών".
Επομένως οι δεύτερος, πέμπτος, έκτος και έβδομος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α και 19 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι λοιπές διαλαμβανόμενες στους ίδιους λόγους αιτιάσεις είναι απαράδεκτες διότι με αυτές, υπό την κατ’ επίφαση επίκληση των πιο πάνω αναιρετικών πλημμελειών, πλήττονται οι ανεπίδεκτες αναιρετικού ελέγχου ουσιαστικές παραδοχές του εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-3-2016 αίτηση για αναίρεση της 1677/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου .2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ