1275/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη), Μαρία Χυτήρογλου - Εισηγήτρια, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1275/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το έγκλημα της ληστείας είναι σύνθετο. Στοιχεία του εγκλήματος αυτού είναι, αφ’ ενός μεν η κλοπή, αφ’ ετέρου δε η παράνομη βία, με την οποία ο δράστης αποβλέπει στην κάμψη της αντιστάσεως του θύματος, που μπορεί να επιτευχθεί και με αδράνεια αυτού. Έτσι η ληστεία συγκροτείται από την αντικειμενική υπόσταση της κλοπής (αρθρ. 372 ΠΚ) και της παράνομης βίας (αρθρ. 330 ΠΚ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1275 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1275/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη), Μαρία Χυτήρογλου - Εισηγήτρια, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαΐου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου S. L. του E., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Μαλανδρίνου, που εκπροσωπήθηκε από την δικηγόρο Κρυστάλλω Φασιανού, η οποία ορίστηκε δικηγόρος του με την υπ’ αριθμ.67/12-5-2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 3912, 4196/2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Νοεμβρίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1255/2015.
Αφού άκουσε
Την ορισθείσα δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρεται ενώπιον του Αρείου Πάγου η από 11-11-2015 δήλωση αναίρεσης κατά της 3912, 4196/2014 απόφασης του Γ Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης δέκα επτά ετών και εξ μηνών για τις πράξεις της ληστείας από κοινού κατά συρροή με καλυμμένα χαρακτηριστικά του προσώπου, διακεκριμένων κλοπών κατ’ εξακολούθηση και παράνομης οπλοφορίας κατ εξακολούθηση, η οποία είναι τυπικά δεκτή ως ασκηθείσα νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.
Κατά την διάταξη του άρθρου 380 παρ. 1 ΠΚ, όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαιρεί από άλλον ξένο εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, τιμωρείται με κάθειρξη. Η τέλεση της πράξης του προηγουμένου εδαφίου με κάλυψη ή αλλοίωση των χαρακτηριστικών του προσώπου του δράστη συνιστά επιβαρυντική περίσταση.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το έγκλημα της ληστείας είναι σύνθετο. Στοιχεία του εγκλήματος αυτού είναι, αφ’ ενός μεν η κλοπή, αφ’ ετέρου δε η παράνομη βία, με την οποία ο δράστης αποβλέπει στην κάμψη της αντιστάσεως του θύματος, που μπορεί να επιτευχθεί και με αδράνεια αυτού. Έτσι η ληστεία συγκροτείται από την αντικειμενική υπόσταση της κλοπής (αρθρ. 372 ΠΚ) και της παράνομης βίας (αρθρ. 330 ΠΚ).
Το δεύτερο αυτό έγκλημα (παράνομη βία) είναι υπαλλακτικώς μικτό. Οι τρόποι πραγματώσεως της αντικειμενικής υποστάσεως μπορούν να εναλλαχθούν. Δηλαδή, στην περίπτωση της ληστείας, η παράνομη βία μπορεί να συνίσταται είτε σε σωματική βία κατά του θύματος είτε σε απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο ζωής.
Ως σωματική βία νοείται εκείνη που επιδρά κατά τρόπο άμεσο στο σώμα του εξαναγκασμένου και υπερνικά την προβαλλόμενη ή αναμενόμενη αντίσταση του. Αν η ληστεία τελείται με την άσκηση σωματικής βίας, δεν απαιτείται να προκαλείται επικείμενος κίνδυνος σώματος ή ζωής. Υποκειμενικώς, απαιτείται δόλος του δράστη που περιλαμβάνει τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο, κατέχεται από άλλον και δεν υπάρχει συναίνεση εκείνου, τη θέληση να αφαιρέσει το πράγμα από την κατοχή του άλλου και να το υπαγάγει στην κατοχή του ή την κατοχή τρίτου με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση και τη θέληση χρήσεως σωματικής βίας ή απειλών προς αφαίρεση του πράγματος.
Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 45 ΠΚ συναυτουργία είναι η άμεση ή διαδοχική σύμπραξη περισσοτέρων από ένα προσώπων στην τέλεση κάποιου εγκλήματος, το οποίο διαπράττουν με κοινό δόλο, δηλαδή με συναπόφασή τους, την οποίαν έλαβαν, είτε πριν από την πράξη τους ή κατά την τέλεση της, ώστε καθένας τους να θέλει ή να αποδέχεται την τέλεση της και να γνωρίζει ότι και ο άλλος από αυτούς ενεργεί με δόλο τέλεσης της πράξης και να θέλει ή να αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση των άλλων.
Είναι δε αδιάφορο αν η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος τελείται από όλους κατά τον αυτό τρόπο και με την αυτή ενέργεια. Αρκεί ότι όλοι τελούν εν γνώσει της πρόθεσης μεταξύ τους για την τέλεση του ίδιου εγκλήματος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του εδαφ. στ’ του άρθρου 13 ΠΚ που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, κατ’ επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν, από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 98 ΓΤΚ που ορίζει ότι "Aν περισσότερες από μια πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 ΠΚ, να επιβάλει μία και μόνο ποινή για την επιμέτρηση της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων" σαφώς συνάγεται, ότι έγκλημα κατ’ εξακολούθηση είναι το τελούμενο από το ίδιο πρόσωπο και απαρτιζόμενο από περισσότερες ομοειδείς πράξεις που χωρίζονται μεταξύ τους χρονικά αλλά προσβάλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ύπαρξη της ίδιας απόφασης για την εκτέλεση τους.
Θεμελιώδης, λοιπόν, όρος προς στοιχειοθέτηση της υπόστασης του εγκλήματος κατ" εξακολούθηση είναι το ομοειδές των μερικότερων πράξεων, εφόσον δε αυτές στρέφονται κατά προσωποπαγούς εννόμου αγαθού, όπως είναι η ζωή, η σωματική ακεραιότητα η προσωπική ελευθερία, η τιμή, η αγνεία, δεν αρκεί μόνον η ταυτότητα της απόφασης προς εκτέλεση των επί μέρους ομοειδών πράξεων, δηλαδή η ενότητα του δόλου του δράστη, αλλά και η ταυτότητα του προσβαλλόμενου αγαθού, υπό την έννοια ότι ο φορέας του πρέπει να είναι πάντα ο ίδιος διότι σε διαφορετική περίπτωση που φορέας των (προσωποπαγών) εννόμων αγαθών που προσβάλλονται είναι διαφορετικά πρόσωπα τότε υπάρχει πραγματικά συρροή εγκλημάτων.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της.
Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.
Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα.
Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ’ αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα, επισκοπούμενα παραδεκτώς για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που, δικάζοντας κατ’ έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ’ είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, τα αναγνωσθέντα έγγραφα και απολογία κατηγορουμένου), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος Αλβανικής υπηκοότητας και διαμένων από ετών στην Ελλάδα κατά τους κατωτέρω τόπους και χρόνους κατά μόνας και από κοινού ενεργώντας με αγνώστους ή άγνωστο τέλεσε τις ακόλουθες πράξεις.
Συγκεκριμένα την 24-3-2012 και περί ώρα πρωϊνή 6.00 αφού εισήλθε στο κατάστημα - αναψυκτήριο με την επωνυμία ... , που βρίσκεται στη συμβολή των οδών ..., πλησίασε την υπάλληλο του καταστήματος Ζ. Μ. - Ά. και με την απειλή όπλου, (πιστολιού), και με επικείμενο κίνδυνο του σώματος της και της ζωής της αφαίρεσε από την ταμειακή μηχανή του καταστήματος αυτού, ήτοι από την υπάλληλο αυτή το ποσό των 150 έως 200 ευρώ, με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα και πράγματι ιδιοποιήθηκε.
Την πράξη του αυτή μάλιστα ο κατηγορούμενος την ομολογεί όταν συνελήφθη στην οικία του (... στην Aθήνα), αφού προηγήθηκε τηλεφώνημα αγνώστου στην αστυνομία που υπεδείκνυε ως δράστη της ληστείας αυτής τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω από το ίδιο αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις και συγκεκριμένα την 9-3-2012 περί ώραν 21.50 ενεργώντας από κοινού με άγνωστο άτομο, ήτοι κατόπιν συναπόφασης, έχοντας καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του, φορώντας κουκούλα full face χρώματος μαύρου, εισήλθε στο κατάστημα - μίνι μάρκετ, ιδιοκτησίας του Σ.
Λ. του Δ., που βρίσκεται στη συμβολή των οδών ... περιοχής ... και με την απειλή όπλου, (πιστολιού), αφαίρεσε, με επικείμενο κίνδυνο κατά του σώματος και της ζωής του ανωτέρω, το χρηματικό ποσό των 400 ευρώ από την ταμειακή μηχανή ως και το χρηματικό ποσό των 1.200 ευρώ από την εσωτερική τσέπη του μπουφάν του άνω ιδιοκτήτη του καταστήματος αυτού ως και ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας NOKIA χρώματος μαύρου με αριθμό σύνδεσης ...
ιδιοκτησίας του ιδίου (Σ. Λ.) με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, όπως πράγματι τα ιδιοποιήθηκε. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι την 7-3-2012 περί ώραν 19.45 από κοινού ενεργώντας με άλλον άγνωστο, ήτοι, κατόπιν συναπόφασης, έχοντας καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του με μαντήλι, εισήλθε στο υποκατάστημα σούπερ - μάρκετ ..., που βρίσκεται στη συμβολή των οδών ...
στο οποίο εργάζονταν ως ταμίες οι υπάλληλοι Ρ. Σ. - Μ. του Ρ. και Κ. Β. του Δ. και με την, απειλή όπλου (πιστολιού), ήτοι με επικείμενο κίνδυνο κατά του σώματος και τής ζωής αυτών αφαίρεσε από αυτές και δη από τις ταμειακές μηχανές το ποσό των 3.184 ευρώ με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα όπως και πράγματι το ιδιοποιήθηκε.
Πλέον τούτων ωσαύτως αποδείχθηκε ότι τέλεσε και τις ακόλουθες κλοπές από κοινού ενεργώντας με άλλο άγνωστο άτομο, ήτοι κατόπιν συναπόφασης και με κοινή δράση στην Αθήνα μέσα σε τρόλεϊ, κινούμενο με κατεύθυνση από πλατεία Ομονοίας προς Νίκαια την 8-3-2012 και περί ώραν 13.00, αφαίρεσε το πορτοφόλι του Γ. Ε. του Π., το οποίο περιείχε το με αριθμό ...
Δ.Α.Τ. ως και το ποσό των πέντε ευρώ με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα και πράγματι ιδιοποιήθηκε. Την 27-12-2011 κατά τις ώρες 21.00 έως 22.00 ενεργώντας ομοίως με άγνωστο πρόσωπο από κοινού και με κοινή δράση σε κατάστημα ... περιοχής ... Αττικής αφαίρεσε το πορτοφόλι του Ι. Κ., το οποίο περιείχε το ... Δ.Α.Τ. και το χρηματικό ποσό των 20 ευρώ, με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, όπως πράγματι τα ιδιοποιήθηκε.
Ακόμη το αργότερο την 5-9-2011 ενεργώντας σε άγνωστο τόπο της Αττικής από κοινού με άγνωστο άτομο και με κοινή δράση αφαίρεσε από την Ν. Α. - Μ. το ... Δ.Α.Τ. με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, όπως και πράγματι το ιδιοποιήθηκε ενώ ακόμη την 6-11-2009, από κοινού ενεργώντας με άγνωστο άτομο στην οδό ... Αθηνών αφαίρεσε από το ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο, την επαγγελματική τσάντα του Ε. Π. του Α., η οποία περιείχε προσωπικά του έγγραφα, αντικείμενα και κάρτες της ΑΤΕ, ΕΤΕ και MILLENIUM τραπεζών μεταξύ των οποίων ήταν και η ... κάρτα της ΕΤΕ υπό στοιχεία σε κάθε δε περίπτωση την τσάντα αυτή με τα άνω αντικείμενα και τα κλειδιά του σπιτιού του ανωτέρω τα αφήρεσε στις αρχές του καλοκαιριού του 2011 από το ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο του ανωτέρω Ε. Π. στην περιοχή του σταθμού Λαρίσης με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, όπως και πράγματι ιδιοποιήθηκε και τέλος αποδείχθηκε ότι σε άγνωστο τόπο της περιοχής Αττικής το αργότερο μέχρι την 24-3-2012, που τέλεσε την πρώτη των άνω ληστειών και συνελήφθη, ενεργώντας με άγνωστο άτομο από κοινού και με κοινή δράση αφαίρεσε από την κατοχή αγνώστου παθόντος μία κάρτα της ΕΤΕ με αριθμό ...
με σκοπό να την ιδιοποιηθεί παράνομα, όπως και πράγματι την ιδιοποιήθηκε. Υπό τα άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ο κατηγορούμενος τέλεσε αντικειμενικά και υποκειμενικά τις άνω τρεις ληστείες κατά συρροή και όχι κατ’ εξακολούθηση, όπως αβάσιμα, δια σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού, προβάλλεται υπό του κατηγορουμένου, καθόσον δεν αποδείχθηκε ενότητα σκοπού του κατηγορουμένου κατά την τέλεση των αυτοτελών τούτων πράξεων και μάλιστα κατά διαφορετικών παθόντων ως και την πράξη της διακεκριμένης κλοπής κατ’ εξακολούθηση, αφού τις κλοπές αυτές ο κατηγορούμενος τις τέλεσε με άλλον με τον οποίο είχε ενωθεί για να διαπράττει κλοπές και επιπλέον αυτές τις τέλεσε κατ’ επάγγελμα, αφού από την επανειλημμένη τέλεση αυτών και την υποδομή που είχε διαμορφώσει, καθόσον αποδείχθηκε ότι στην οικία του, που βρίσκεται στην οδό ...
σε διαμέρισμα του πρώτο ορόφου, όπου έγινε έρευνα, βρέθηκε ότι κατείχε διαρρηκτικά εργαλεία (ένα πολυεργαλείο μάρκας SWATCH μία πένσα και δύο κατσαβίδια) προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος.
Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των άνω πράξεων ως και της πράξεως της παράνομης κατοχής όπλου κατ’ εξακολούθηση, στις άνω τρεις περιπτώσεις τελέσεως των τριών ληστειών". Και κήρυξε ένοχο αυτόν του ότι κατά τους παρακάτω τόπους και χρόνους με πρόθεση ενεργώντας με περισσότερες πράξεις τέλεσε τα παρακάτω περισσότερα του ενός εγκλήματα που προβλέπει και τιμωρεί ο νόμος με πρόσκαιρη της ελευθερίας ποινή και ειδικότερα :
Α) Με πρόθεση ενεργώντας στην Αθήνα στη συμβολή των οδών ... όπου βρίσκεται το κατάστημα -αναψυκτήριο με την επωνυμία ... την 24-3-2013 και ώρα 6.00 με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαίρεσε από άλλον ξένα ολικά κινητά πράγματα για να τα ιδιοποιηθεί παράνομα και ειδικότερα κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο εισήλθε στο παραπάνω κατάστημα πλησίασε την Ζ.
Μ. Ά. του Α., υπάλληλο του καταστήματος και με την απειλή όπλου αφαίρεσε από την ταμειακή μηχανή το χρηματικό ποσό των 150-200 ευρώ με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα. Β) Με πρόθεση ενεργώντας από κοινού με άγνωστο ακόμη στην ανάκριση άτομο, ήτοι κατόπιν συναπόφασης και με κοινή δράση ενεργώντας με αυτόν, στην ...
Αττικής στη συμβολή των οδών ..., όπου βρίσκεται κατάστημα - μίνι μάρκετ, ιδιοκτησίας του Σ. Λ. του Δ., την 9-3-2012 και ώρα 21.50, έχοντας καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του και με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαίρεσε από άλλον ξένα ολικά κινητά πράγματα για να τα ιδιοποιηθεί παράνομα και ειδικότερα κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο από κοινού με τον προαναφερόμενο άγνωστο συνεργό του, φορώντας κουκούλα full face χρώματος μαύρη, εισήλθε στο παραπάνω κατάστημα και με την απειλή όπλου αφαίρεσε το χρηματικό ποσό των 400 ευρώ από την ταμειακή μηχανή και το χρηματικό ποσό των 1.200 ευρώ από την εσωτερική τσέπη του μπουφάν του προαναφερόμενου ιδιοκτήτη του μίνι μάρκετ, καθώς και ένα (1) κινητό μάρκας NOKIA χρώματος μαύρο με αριθμό τηλεφωνικής σύνδεσης ..., επίσης ιδιοκτησίας του Σ.
Λ. του Δ., με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα. Γ) Με πρόθεση ενεργώντας από κοινού με άγνωστο ακόμη στην ανάκριση άτομο, ήτοι κατόπιν συναπόφασης και με κοινή δράση ενεργώντας με αυτόν στην περιοχή των Πατησίων στη συμβολή των οδών ..., όπου βρίσκεται το υποκατάστημα σούπερ - μάρκετ "..." την 7-3-2012 και ώρα 19.45, έχοντας καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου και με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαίρεσε από άλλον ξένα ολικά κινητά πράγματα για να τα ιδιοποιηθεί παράνομα και ειδικότερα κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο από κοινού με τον προαναφερόμενο συνεργό του, έχοντας καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του με μαντήλι, εισήλθε στο παραπάνω κατάστημα, όπου εργάζονταν ως ταμίες οι Ρ.
Σ. - Μ. του Ρ. και Κ. Β. του Δ. και με την απειλή όπλου αφαίρεσε το χρηματικό ποσό των 3.184 ευρώ από τις ταμειακές μηχανές, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα.
Δ) Με πρόθεση ενεργώντας από κοινού με άγνωστο ακόμη στην ανάκριση άτομο, ήτοι κατόπιν συναπόφασης και με κοινή δράση ενεργώντας με αυτόν, με περισσότερες από μία πράξεις του που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος κατά τους παρακάτω τόπους και χρόνους αφαίρεσε ξένα ολικά κινητά πράγματα από την κατοχή άλλου με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα και ειδικότερα: 1) στην Αθήνα μέσα σε τρόλεϊ με κατεύθυνση από την πλατεία Ομονοίας προς τη Νίκαια την 8-3-2012 και ώρα 13.00, με πρόθεση ενεργώντας από κοινού με άγνωστο ακόμη στην ανάκριση άτομο, ήτοι κατόπιν συναπόφασης και με κοινή δράση ενεργώντας με αυτόν, αφαίρεσε το πορτοφόλι του Γ.
Ε. του Π., το οποίοι περιείχε το με αριθμό ... ΔΑΤ και το χρηματικό ποσό των 5 ευρώ, με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, 2) στην περιοχή της ... σε κατάστημα με την επωνυμία "..." την 27-12-2011 και κατά τις ώρες 21.00 ως 22.00 με πρόθεση ενεργώντας από κοινού με άγνωστο ακόμη στην ανάκριση άτομο, ήτοι κατόπιν συναπόφασης και με κοινή δράση ενεργώντας με αυτόν, αφαίρεσε το πορτοφόλι του Κ.
Ι. του Ι., το οποίο περιείχε το με αριθμό ... ΔΑΤ και το χρηματικό ποσό των 20 ευρώ, με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, 3) σε άγνωστο τόπο οπωσδήποτε όμως εντός του Ν. Αττικής σε μη διακριβωθέντα επακριβώς στην ανάκριση χρόνο, οπωσδήποτε, όμως, το αργότερο την 5-9-2010, με πρόθεση ενεργώντας από κοινού με άγνωστο ακόμη στην ανάκριση άτομο, ήτοι κατόπιν συναπόφασης και με κοινή δράση ενεργώντας με αυτόν, αφαίρεσε το με αριθμό ...
ΔΑΤ που ανήκε στην Ν. Α. -Μ. του Κ., με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, 4) με πρόθεση ενεργώντας από κοινού με άγνωστο ακόμη στην ανάκριση άτομο, ήτοι κατόπιν συναπόφασης και με κοινή δράση ενεργώντας με αυτόν, στην Αθήνα στην οδό ... την 6-11-2009 αφαίρεσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο την επαγγελματική τσάντα του Ε.
Π. του Α., η οποία περιείχε προσωπικά του έγγραφα, αντικείμενα και κάρτες των ΑΤΕ, ΕΤΕ ΚΑΙ MILLENIUM τραπεζών, μεταξύ των οποίων ήταν και η με αριθμό ... κάρτα της Εθνικής Τράπεζας υπό στοιχεία "..." με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, άλλως, πλησίον του Σταθμού Λαρίσης στην οδό ... στις αρχές του καλοκαιριού του έτους 2011, αφαίρεσε από το με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ την προσωπική τσάντα του Ε. Π. του Α., η οποία περιείχε προσωπικά του αντικείμενα, σημειώσεις, κάρτες τραπεζών και κλειδιά σπιτιού, μεταξύ των οποίων και η με αριθμό ... κάρτα της Τράπεζας υπό τα στοιχεία "...", με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα και 5) σε άγνωστο τόπο οπωσδήποτε όμως εντός του Ν. Αττικής σε μη διακριβωθέντα επακριβώς στην ανάκριση χρόνο, οπωσδήποτε όμως το αργότερο μέχρι τη σύλληψη του, (24-3-2012), αφαίρεσε από άγνωστο ακόμη στην ανάκριση άτομο μία (1) κάρτα της Εθνικής Τράπεζας με αριθμό ...
κομμένη στα στοιχεία κατόχου, με σκοπό να την ιδιοποιηθεί παράνομα. Οι παραπάνω κλοπές τελέστηκαν από δύο άτομα, μεταξύ των οποίων ο ένας ήταν αυτός, που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές ή ληστείες. Τις παραπάνω πράξεις (κλοπές) διαπράττει κατ’ επάγγελμα, αφού από την επανειλημμένη τέλεση κλοπών και από την υποδομή που έχει διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, καθόσον στην Αθήνα στην οδό ...
στην οικία του σε διαμέρισμα πρώτου ορόφου την 24 -2012 και ώρα 17.30 κατείχε διαρρηκτικά εργαλεία, ήτοι ένα (1) πολυεργαλείο μάρκας SWATCH χρώματος κόκκινο, μία (1) πένσα και δύο (2) κατσαβίδια και το χρηματικό ποσό των 100 ευρώ. Κατά τον παραπάνω χρόνο και τόπο τέλεσε το παρακάτω έγκλημα (πλημμέλημα) που προβλέπει και τιμωρεί ο νόμος με πρόσκαιρη στερητική της ελευθερίας ποινή και χρηματική ποινή.
Ειδικότερα : Με πρόθεση ενεργώντας κατά τους παρακάτω τόπους και χρόνους με περισσότερες από μία πράξεις του που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος έφερε παράνομα όπλο αν και τούτο απαγορεύεται από το νόμο. Και ειδικότερα .1) Στην Αθήνα στη συμβολή των οδών ... όπου βρίσκεται το κατάστημα αναψυκτήριο με την επωνυμία ...
την 24-3-2012 και ώρα 6.00 έφερε όπλου μικρού μεγέθους και χρώματος ασημί 2) στην Ν Σμύρνη στη συμβολή των οδών ... όπου βρίσκεται κατάστημα -μίνι μάρκετ ιδιοκτησίας Σ. Λ. του Δ. την 9-3-2012 και ώρα 21.50 παράνομα έφερε όπλο-πιστόλι χρώματος ασημί και 3) στην περιοχή Πατησίων στη συμβολή των οδών ... όπου βρίσκεται το υποκατάστημα σούπερ-μάρκετ με την επωνυμία ...
την 7-3-2012 και ώρα 19.45 παράνομα έφερε όπλο αν και τούτο απαγορεύεται από το νόμο". Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, της ληστείας από κοινού και κατά συρροή, παράνομης οπλοφορίας, κλοπής, από περισσότερους των δύο δραστών που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές και ληστείες και ενεργούσαν από κοινού, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια και κατά συρροή, για τις οποίες πράξεις καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στ’ , 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, 45, 98 παρ. 1 , 94 , 374 περ.
δ’ , ε’ , 372 παρ.1α και 380 του ΠΚ, 1 παρ. 1α, 2β’ 10 παρ. 1 και 13α του ν.2168/1993, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, επιλεκτική ή αντιφατική αιτιολογία και δε στερείται η απόφαση νόμιμης βάσης με συνέπεια ο εκ του αρθ. 510 αρθ.1 στοιχ. Δ και Ε λόγος αναίρεσης του να είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος.
Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι ελλείπει η ειδική αιτιολογία διότι το αιτιολογικό συμπίπτει με το διατακτικό, που αποτελεί επανάληψη της διατύπωσης του νόμου, και δεν υπάρχει οποιοσδήποτε συσχετισμός των αποδεικτικών μέσων που οδήγησαν το δικαστήριο στην καταδικαστική του απόφαση είναι απορριπτέες διότι, εκτός του ότι το σκεπτικό εν μέρει και μόνο ταυτίζεται με το διατακτικό της απόφασης δεν καθιστά την αιτιολογία ανεπαρκή αφού τούτο (διατακτικό) είναι ιδιαίτερα εκτεταμένο και λεπτομερές ενώ η σύμπτωση των περιστατικών που αναγράφονται στο κατηγορητήριο, το σκεπτικό και το διατακτικό δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας αφού τα περιστατικά αυτά του κατηγορητηρίου αποδείχθηκαν και όχι άλλα.
Επίσης , το δικαστήριο της ουσίας συνεκτιμά κυριαρχικά, όλα τα αποδεικτικά μέσα και την αξιοπιστία των μαρτύρων και των αναγνωσθέντων εγγράφων, η δε μη ειδική αναφορά ορισμένων αποδεικτικών μέσων στο αιτιολογικό, δε σημαίνει μη λήψη υπόψη των λοιπών που εισφέρθηκαν στην ποινική διαδικασία του ακροατηρίου, ενώ η μη αναγνώριση των κατηγορουμένου από ορισμένους παθόντες δε σημαίνει οπωσδήποτε και αθωότητα, αφού το δικαστήριο επαρκώς αιτιολογημένα αποφαίνεται με βεβαιότητα για την ενοχή του αναιρεσείοντα.
Τέλος, με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία έκρινε, ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε το έγκλημα της ληστείας κατά συρροή, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 380, 94 και 98 ΠΚ αφού κατά τις παραδοχές της απόφασης αφενός μεν δεν υπάρχει ενότητα δόλου αφετέρου το έγκλημα της ληστείας προσβάλει , όπως προαναφέρθηκε, και το έννομο αγαθό της προσωπικής ελευθερίας, τελέστηκε από τον κατηγορούμενο με περισσότερες πράξεις, οι οποίες προσέβαλαν έννομα αγαθά, διαφορετικών προσώπων, έτσι ώστε να υφίσταται αληθής πραγματική συρροή του εγκλήματος της ληστείας και όχι κατ’ εξακολούθηση τέλεση αυτού όπως αβάσιμα υποστηρίζει αυτός με τον σχετικό λόγο αναίρεσής του για πλημμέλεια εκ του αριθμού 510 παρ. 1 εδ Ε Κ.Ποιν.Δ ο οποίος και πρέπει να απορριφθεί.
Ομοίως, ειδική και εμπεριστατωμένη είναι η αιτιολογία της απόφασης ως προς την κατ’ επάγγελμα από αυτόν τέλεση των άνω αδικημάτων αφού δέχεται ότι είχε αναπτύξει υποδομή με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης κλοπών με την κατοχή διαρρηκτικών εργαλείων, ώστε ο περί του αντιθέτου λόγος αναίρεσης εκ του αρθ, 510 αριθμός 1 στοιχ Δ να είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος.
Η κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς τα περιστατικά που απαρτίζουν την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς, εκείνοι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, με σαφήνεια και πληρότητα από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή τη μείωση αυτής καθώς και στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής.
Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί είναι και οι προβλεπόμενες από το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ ελαφρυντικές Περιστάσεις αφού η παραδοχή των οδηγεί στην επιβολή μειωμένης κατά το αρθ. 83 ΠΚ ποινής. Προϋπόθεση όμως, είναι η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για την θεμελίωση του, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και σε περίπτωση αποδοχής τους να οδηγούν στον ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα.
Διαφορετικά δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη των. Ως ελαφρυντική περίσταση κατά το αρθ. 84 παρ. 2 ΠΚ θεωρείται το ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα ατομική οικογενειακή επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή.
Για να συντρέξει η εν λόγω ελαφρυντική περίσταση πρέπει ο υπαίτιος να έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική οικογενειακή και επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή δηλαδή πρέπει ο έντιμος βίος του να ανάγεται σε όλες τις πιο πάνω μορφές της συμπεριφοράς και δεν αρκεί χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστατικών μόνη η ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου.
Έντιμη ζωή σημαίνει σύμφωνα με τους νόμους και τους κρατούντες κανόνες ηθικής. Η έντιμη ζωή δεν έχει μονό αρνητικό περιεχόμενο που να προκύπτει από την μη ύπαρξη καταδίκης αλλά έχει και βασικά αυτοτελή θετική υπόσταση. Επομένως, για την στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου πρέπει να εκτίθενται συγκεκριμένα, (θετικά), περιστατικά έντιμης ζωής και μάλιστα σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση α της παρ. 2 του αρθ.84 ΠΚ ώστε στην περίπτωση που αποδειχθούν να οδηγήσουν στην παραδοχή της άνω ελαφρυντικής περίστασης.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος διά του συνηγόρου του προέβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί συνδρομής στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περίστασης του αρθ. 84 παρ. 2Α ΠΚ επικαλούμενος τα εξής: "Από το δελτίο ποινικού μητρώου αλλά και όλα τα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι δεν έχω τελέσει κανένα έγκλημα ιδιαίτερης ή ανάλογης ποινικής απραξίας με αυτό που καταλογίζεται ποτέ στο παρελθόν.
Καθ’ όλο το χρονικό διάστημα του βίου μου έζησα μία ζωή άμεμπτη πάντοτε στο πλευρό της οικογένειας μου σκληρά εργαζόμενος για την εξασφάλιση των προς το ζήν. Ειδικότερα κατάγομαι από την Αλβανία και είναι ηλικίας 27 ετών περίπου. Στην Ελλάδα εισήλθα το έτος 1990 με την οικογένεια μου ήτοι τον πατέρα και την μητέρα του και την ήδη παντρεμένη αδελφή μου.
Από την οικογένεια του έλαβα ηθικές αρχές και πήγα στο ελληνικό σχολείο. Από την ενηλικίωση μου και για την εξασφάλιση των προς το ζην εργαζόμουν συνεχώς και αδιαλλείπτως Δεν υπάρχουν προηγούμενες αμετάκλητες καταδίκες μου για ομοειδείς πράξεις ή έστω προηγούμενη εμπλοκή μου σε ομοειδή αδικήματα. Αντιθέτως, ζω μία έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή, όπως επικυρώνεται από το λευκό ποινικό μητρώο μου.
Δεν υπήρξα ποτέ φυγόποινος ή φυγόδικος κατά το παρελθόν". Τα άνω όμως στοιχεία δεν είναι επαρκή για το ορισμένο του εν λόγω ισχυρισμού, αφού για τη χορήγηση του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου δεν αρκεί μόνο η επίκληση του λευκού ποινικού μητρώου, η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητας ή η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά με την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, αλλά, απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά και ως εκ τούτου το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στον αόριστο αυτό ισχυρισμό.
Παρά ταύτα, ως εκ περισσού, απάντησε με την επαρκή αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε ότι έζησε μέχρι την τέλεση των άνω πράξεων έντιμη ατομική και οικογενειακή επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Επομένως, ο σχετικός από το αρθ. 510 παρ. 1 εδ Δ λόγος αναίρεσης για πλημμελή αιτιολογία στην απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί αναγνωρίσεως ελαφρυντικής περίστασης του αρθ. 84 παρ. 2 α ΠΚ είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος.
Ενόψει όλων των ανωτέρω μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως θα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσες ως αβάσιμη και καταδικαστεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων (583 Κ.ΠοινΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-11-2015 αίτηση του L. S. του E. κατοίκου ..., ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Μαλανδρίνου, για αναίρεση της 3912, 4196/2014 απόφασης του Γ’ Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων εκ διακοσίων πενήντα ευρώ (250) .
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουνίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2016.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ